Περί των αποδοχών (acceptances) της νέας μηχανουργικής νομοθεσίας της ΕΕ, και σχετικά με τα νεώτερα της cyborg παραγωγής

 

Είναι ίδιον της χαμηλής πυκνότητας σκέψης η δις εξαπόλυση της κατηγορίας περί «nonsense» (με στόχο αποκλεισμού κιόλας) στην ανάπτυξη της εργατικής κριτικής σχετικά με την μηχανουργία και την μηχανολογία της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης. Προς εξάντληση της καλής βούλησής μας θα το αποδώσουμε σε αντικειμενική έκφραση ενός κατώτερου δοσμένου βαθμού ανάπτυξης παραγωγικών δυνάμεων.

Από την άλλη, είναι στρεβλωμένη πραγμάτωση της αφηρημένης αντι-καπιταλιστικής ιδεολογίας η παρεμπλοκή εμποδίων στην in actu, στην εργώδη εργατική κριτική. Σε κάθε περίπτωση, σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές οι συμπεριφορές ενεργοποιούν -όπως έχουμε επισημάνει- ενεργητικές επεμβάσεις και εμπλοκές του αυτοματικού κεφαλαίου -ανήκει στην ίδια την μηχάνευσή του η υπερκέραση τέτοιων συμπεριφορών, όταν έστω και μηχανικά αντιλαμβάνεται, ότι ήδη επενδυμένο, ήδη προκαταβεβλημένο κεφάλαιο δεν μπαίνει στο παραγωγικό προτσές εξ αιτίας όλων αυτών.

Συνάμα, τα συμπεράσματα, οι αποφάνσεις, τα πορίσματα της εργατικής κριτικής επ' αυτών των πεδίων του επιστητού δεν επιβεβαιώνονται τόσο μέσα στις λειτουργίες του εποικοδομήματος και της πολιτικής, αλλά κύρια μέσα στην ίδια την ενεργή βιομηχανική πρακτική, μέσα στην συνολική ζωή της εργατικής τάξης, ως επίσης στις αποφάσεις των προσίδιων κανονιστικών φορέων. Όπως οι παραγωγικές δυνάμεις είναι εκ της ίδιας της φύσεώς των, εκ της ίδιας της παραγωγής των πιο επιταχυντικές ως προς την επιταχυντική ιδιότητα και ικανότητα των παραγωγικών σχέσεων, έτσι η βάση της παραγωγής ως συνολικότητα είναι πάντοτε πιο επιταχυντική ακόμα κι απ' το πιο εξελιγμένο και προοδευτικό εποικοδόμημα.

Κάθε φορά που ύστερα από σφοδρές πολιτικές διαμάχες το θρησκευτικό ομιχλώδες θραύεται, ένας νέος κόσμος (welt, weralt) πάει να παραχθεί (αυτό σε πρώτο χρόνο αφορά αποκλειστικά την πραγματική παραγωγή)[1], παρά τις εμμονές των ποικιλιών των τεράτων του πολιτικού τζόγου -ωστόσο η εργατική τάξη τα έχει ξεπεράσει αυτά προ πολλού. Συγκεκριμένα, στις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα αυτή η νέα επικράτεια πραγματικής παραγωγής μορφοποιείται από αυτό που ονομάζεται 4η Βιομηχανική Επανάσταση, ιδωμένη σε πρώτο χρόνο από την σκοπιά του κεφαλαίου ως ενότητα παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων. Όσοι το αμφισβητούν αυτό, τόσο έρχονται σε αντίθεση με την ίδια την αντικειμενική, υλική πραγματικότητα, σε τέτοιο βαθμό που η αντικειμενική, υλική πραγματικότητα (επειδή ακριβώς συνίσταται σε διαλεκτική κίνηση) τους αμφισβητεί. Δεν είναι μόνο ζήτημα πολιτικής ή ιδεολογικής οπισθοδρόμησης, αλλά ζήτημα αντίθεσης σε αντικειμενικές νομοτέλειες της παραγωγικής προόδου, της εξέλιξης στην παραγωγή.

Η κριτική διερεύνηση της βιομηχανικής, της εργασιακής πραγματικότητας είναι ένα ανεξάντλητο πεδίο, όταν δε γίνεται με απελευθερωτικούς σκοπούς (δηλαδή όχι οικονομίστικα ή προς χάριν μιας επιστημονικής ουδετερότητας), ήτοι όταν γίνεται μέσα από τις έννοιες και τους τρόπους κατανόησης της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, με το περιεχόμενο που έχουν αυτές στην θεωρητική, κειμενική ανάπτυξή της, αλλά και μέσα στην ίδια την εμπειρία της ζώσας εργασίας, είναι αυτό που μπορεί να γονιμοποιήσει, να ανανεώσει, να αναγεννήσει σε ρηξικέλευθη κατεύθυνση την ίδια την πολιτική διαδικασία, διότι απλά επιθέτει την δυναμική και την οντολογία της ταξικής πάλης ως μητροπολιτικό σύνολο εισβαλλόντων εργατικών δυνάμεων στην πολιτική σκηνή.

Λοιπόν, επ' αυτών είναι χρήσιμο και ωφέλιμο να δούμε από κριτική σκοπιά, ποιές πλευρές έχουν ενταχθεί στην κανονιστική ανάπτυξη ενός τύπου πολιτικού κράτους, όπως αυτή αποτυπώνεται στα νομοθετικά κείμενά του. -Χρησιμοποιούμε τον όρο πολιτικό κράτος πάντοτε σε αντίθεση προς το θρησκευτικό, όχι μόνο για ιστορικούς λόγους, αλλά επειδή η απεύθυνση στην εργατική τάξη, στο παγκόσμιο προλεταριάτο δεν μπορεί να γίνεται μέσω επίκλησης κάποιου «Θεού», οποιοδήποτε προσωπείο κι αν φοράει, οποιοδήποτε είδωλο ή χαλκείο κι αν έχει. Αυτό είναι κεντρικό principle του εργατικού κινήματος απ' τα χρόνια της Διεθνούς Ένωσης Εργατών. -Δεν απευθυνόμαστε στους εργάτες «όποιον Θεό κι αν πιστεύουν». Απευθυνόμαστε στους εργάτες αποκλειστικά επί της βάσης της ενότητας των υλικών συμφερόντων τους, και όπως είναι γνωστό, η ικανοποίηση των εργατικών συμφερόντων είναι ανειρήνευτη και ασυμβίβαστη προς την ύπαρξη «Θεού».

“Η τεχνητή νοημοσύνη, το διαδίκτυο των πραγμάτων και η ρομποτική έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Μπορούν να συνδυάζουν τη συνδεσιμότητα, την αυτονομία και την εξάρτηση από τα δεδομένα για την εκτέλεση καθηκόντων με ελάχιστο ή καθόλου ανθρώπινο έλεγχο ή εποπτεία. Τα εξοπλισμένα με τεχνητή νοημοσύνη συστήματα μπορούν επίσης να βελτιώνουν τις επιδόσεις τους αντλώντας διδάγματα από την εμπειρία. Ο σύνθετος χαρακτήρας τους αντικατοπτρίζεται τόσο στην πληθώρα των οικονομικών φορέων που εμπλέκονται στην αλυσίδα εφοδιασμού όσο και στην πολλαπλότητα συστατικών στοιχείων, μερών, λογισμικού, συστημάτων ή υπηρεσιών που συναπαρτίζουν τα νέα τεχνολογικά οικοσυστήματα. Στα χαρακτηριστικά τους προστίθεται η δεκτικότητά τους στις ενημερώσεις και τις αναβαθμίσεις μετά τη διάθεσή τους στην αγορά. Οι τεράστιοι όγκοι χρησιμοποιούμενων δεδομένων, η εξάρτηση από αλγορίθμους και η αδιαφάνεια της λήψης αποφάσεων της τεχνητής νοημοσύνης καθιστούν δυσχερέστερη την πρόβλεψη της συμπεριφοράς των προϊόντων που διαθέτουν δυνατότητες τεχνητής νοημοσύνης και την κατανόηση των πιθανών αιτίων τυχόν ζημίας. Τέλος, η συνδεσιμότητα και ο ανοικτός χαρακτήρας μπορούν επίσης να εκθέσουν τα προϊόντα τεχνητής νοημοσύνης και τα προϊόντα του διαδικτύου των πραγμάτων σε κυβερνοαπειλές” (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Βρυξέλλες, 19.2.2020, COM(2020) 64 final, Έκθεση σχετικά με τις επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης, του διαδικτύου των πραγμάτων και της ρομποτικής στην ασφάλεια και την ευθύνη, 1.2, σ. 2-3).

“Η Επιτροπή, στην ανακοίνωσή της με τίτλο «Οικοδόμηση εμπιστοσύνης στην ανθρωποκεντρική τεχνητή νοημοσύνη» αναφέρει ότι τα συστήματα ΤΝ θα πρέπει να περιλαμβάνουν ενσωματωμένους μηχανισμούς προστασίας και ασφάλειας ήδη από το στάδιο του σχεδιασμού, προκειμένου να βεβαιώνεται ότι είναι αποδεδειγμένα ασφαλή σε κάθε βήμα, θέτοντας ως προτεραιότητα τη σωματική και πνευματική ασφάλεια όλων των εμπλεκομένων” (οπ., 2, σ. 4).

“Οι προκλήσεις που παρουσιάζουν οι αναδυόμενες ψηφιακές τεχνολογίες για το ενωσιακό πλαίσιο ασφάλειας των προϊόντων παρουσιάζονται στη συνέχεια. Η συνδεσιμότητα αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του συνεχώς αυξανόμενου αριθμού προϊόντων και υπηρεσιών. Το χαρακτηριστικό αυτό θέτει υπό αμφισβήτηση την παραδοσιακή έννοια της ασφάλειας, καθώς η συνδεσιμότητα μπορεί να θέσει άμεσα σε κίνδυνο την ασφάλεια του προϊόντος και έμμεσα όταν αυτό μπορεί να παραβιαστεί με αποτέλεσμα να δημιουργούνται απειλές κατά της ασφάλειας και να επηρεάζεται η ασφάλεια των χρηστών ... Άλλο παράδειγμα αποτελεί ειδοποίηση που υπέβαλε η Γερμανία σχετικά με επιβατικό αυτοκίνητο [Ειδοποίηση RAPEX από τη Γερμανία που δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο της πύλης της ΕΕ για την ασφάλεια (A12/1671/15)]. Το ραδιόφωνο του οχήματος μπορεί να έχει ορισμένα κενά ασφαλείας λογισμικού που επιτρέπουν σε μη εξουσιοδοτημένους τρίτους την πρόσβαση στα διασυνδεδεμένα συστήματα ελέγχου του οχήματος. Εάν τρίτος εκμεταλλευόταν τα εν λόγω κενά ασφάλειας λογισμικού για δόλιους σκοπούς, θα μπορούσε να επέλθει τροχαίο ατύχημα.” (οπ. σ. 6-7).

Το πιο σημαντικό είναι, ότι η ΕΕ αποδέχεται την “συνωμοσιολογία” και ταnonsense μας περί ανεξαρτητοποίησης τεχνητής νοημοσύνης:

“Η αυτονομία είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της τεχνητής νοημοσύνης. Τυχόν ανεπιθύμητα αποτελέσματα που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσαν να προκαλέσουν βλάβη στους χρήστες και τα εκτεθειμένα πρόσωπα. Εφόσον η μελλοντική «συμπεριφορά» των προϊόντων τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να καθοριστεί εκ των προτέρων από την εκτίμηση επικινδυνότητας που πραγματοποιεί ο κατασκευαστής προτού διατεθούν τα προϊόντα στην αγορά, το ενωσιακό πλαίσιο για την ασφάλεια των προϊόντων προβλέπει ήδη υποχρεώσεις για τους παραγωγούς να λαμβάνουν υπόψη κατά την εκτίμηση επικινδυνότητας τη «χρήση» των προϊόντων καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους. Το εν λόγω πλαίσιο προβλέπει επίσης ότι οι κατασκευαστές πρέπει να παρέχουν οδηγίες και πληροφορίες ασφάλειας ή προειδοποιήσεις για τους χρήστες. Στο πλαίσιο αυτό, για παράδειγμα, η οδηγία για τον ραδιοεξοπλισμό απαιτεί από τον κατασκευαστή να περιλαμβάνει οδηγίες με πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο χρήσης του ραδιοεξοπλισμού σύμφωνα με τη σκοπούμενη χρήση του. Μπορεί επίσης να υπάρξουν καταστάσεις στο μέλλον, στις οποίες τα αποτελέσματα των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης δεν μπορούν να καθοριστούν πλήρως εκ των προτέρων. Σε μια τέτοια περίπτωση, η εκτίμηση επικινδυνότητας που πραγματοποιείται πριν από τη διάθεση του προϊόντος στην αγορά ενδέχεται να μην αντικατοπτρίζει πλέον τη χρήση, τη λειτουργία ή τη συμπεριφορά του προϊόντος. Στις περιπτώσεις αυτές, στο μέτρο που μεταβάλλεται, λόγω της αυτόνομης συμπεριφοράς, η σκοπούμενη χρήση, η οποία είχε αρχικά προβλεφθεί από τον κατασκευαστή, και επηρεάζεται η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις ασφάλειας, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι απαιτείται νέα επαναξιολόγηση του αυτοδιδασκόμενου προϊόντος” (οπ. σ. 8).

“Οι σχετικές ενωσιακές νομοθετικές πράξεις μπορούν να προβλέπουν ειδικές απαιτήσεις για την ανθρώπινη εποπτεία, ως μέτρο διασφάλισης, από τον σχεδιασμό του προϊόντος και καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής των προϊόντων και συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης. Η μελλοντική «συμπεριφορά» των εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να δημιουργήσει κινδύνους για την ψυχική υγεία των χρηστών που απορρέουν, για παράδειγμα, από τη συνεργασία τους με ανθρωποειδή ρομπότ και συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, στο σπίτι ή στο εργασιακό τους περιβάλλον. Στο πλαίσιο αυτό, σήμερα, η ασφάλεια χρησιμοποιείται γενικά για να εκφράσει στην εκλαμβανόμενη απειλή σωματικής βλάβης του χρήστη η οποία μπορεί να προέλθει από την αναδυόμενη ψηφιακή τεχνολογία. Ταυτόχρονα, τα ασφαλή προϊόντα ορίζονται στο ενωσιακό νομικό πλαίσιο ως προϊόντα που δεν παρουσιάζουν κανέναν κίνδυνο ή απλώς ελάχιστους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία των προσώπων. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι ο ορισμός της υγείας περιλαμβάνει τόσο τη σωματική όσο και την ψυχική ευεξία. Ωστόσο, οι κίνδυνοι για την ψυχική υγεία θα πρέπει να περιλαμβάνονται ρητά στην έννοια της ασφάλειας των προϊόντων υπό το νομοθετικό πλαίσιο. Για παράδειγμα, η αυτονομία δεν θα πρέπει να προκαλεί υπερβολικό άγχος και ενόχληση για παρατεταμένες περιόδους και να βλάπτει την ψυχική υγεία. Στο πλαίσιο αυτό, παράγοντες που επηρεάζουν θετικά την αίσθηση ασφάλειας για τους ηλικιωμένους θεωρούνται: οι ασφαλείς σχέσεις με το βοηθητικό προσωπικό υγειονομικής περίθαλψης, o έλεγχος των δραστηριοτήτων της καθημερινής ζωής και η ενημέρωση σχετικά με αυτή. Οι παραγωγοί ρομπότ τα οποία αλληλεπιδρούν με ηλικιωμένους θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τους εν λόγω παράγοντες ώστε να προλαμβάνονται κίνδυνοι για την ψυχική υγεία. Όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τα ανθρωποειδή ρομπότ τεχνητής νοημοσύνης, θα μπορούσαν να προβλεφθούν στο πεδίο εφαρμογής της σχετικής ενωσιακής νομοθεσίας ρητές υποχρεώσεις για τους παραγωγούς να συνεκτιμούν ρητά την ηθική βλάβη που θα μπορούσαν να προκαλέσουν τα προϊόντα τους στους χρήστες και ιδίως σε ευάλωτους χρήστες όπως ηλικιωμένους σε μονάδες φροντίδας. Ένα άλλο ουσιώδες χαρακτηριστικό των βασιζόμενων σε τεχνητή νοημοσύνη προϊόντων και συστημάτων είναι η εξάρτηση από τα δεδομένα. Η ακρίβεια και η συνάφεια των δεδομένων είναι ουσιαστικής σημασίας για να εξασφαλιστεί ότι τα συστήματα και τα προϊόντα με βάση την τεχνητή νοημοσύνη λαμβάνουν τις αποφάσεις όπως προοριζόταν από τον παραγωγό” (οπ., σ. 10).

“Πρόσθετοι κίνδυνοι που ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις στην ασφάλεια είναι εκείνοι που απορρέουν από τον σύνθετο χαρακτήρα των προϊόντων και των συστημάτων, διάφορα κατασκευαστικά στοιχεία, συσκευές και προϊόντα μπορούν να ενοποιηθούν και να επηρεάζουν το ένα τη λειτουργία του άλλου (π.χ. προϊόντα που αποτελούν μέρος ενός οικοσυστήματος έξυπνου σπιτιού) ... Τα σύνθετα συστήματα περιλαμβάνουν συχνά λογισμικό, το οποίο αποτελεί βασικό κατασκευαστικό στοιχείο ενός συστήματος που βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη. Γενικά, ως μέρος της αρχικής εκτίμησης επικινδυνότητας, ο κατασκευαστής του τελικού προϊόντος υποχρεούται να προβλέψει τους κινδύνους του ενσωματωμένου στο εν λόγω προϊόν λογισμικού κατά τον χρόνο διάθεσης του προϊόντος στην αγορά.” (οπ., σ. 11).

Στις 21/4/2021 εξεδόθησαν τα Παραρτήματα (COM(2021) 205 final) της Επιτροπής με τίτλο “Fostering a European approach to Artificial Intelligence”, αφορώντα τις εφαρμογές της σε κλίμα, περιβάλλον, υγεία, δημόσιο τομέα, ρομποτική, επιβολή νόμου, μετανάστευση, άσυλο, μετακινήσεις, βιομηχανία αγροτικών προϊόντων. Κατά την ίδια ημεροχρονολογία εξεδόθη Πρόταση για Κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου επί των μηχανουργικών προϊόντων [COM(2021) 202 final 2021/0105 (COD)], η λεγόμενη Μηχανουργική Οδηγία (Machinery DirectiveMD), η οποία επί το πλείστον περιέχει κατηγορικούς προσδιορισμούς και πρόνοιες, εξειδικευόμενη με τα 11 Παραρτήματά της [COM(2021) 202 final]. Χαρακτηριστικό είναι ότι στην κατηγορία Υψηλού Ρίσκου Μηχανουργικά Προϊόντα του Παραρτήματος Ι συγκαταλέγονται στις δύο τελευταίες θέσεις: 24. Λογισμικά διασφαλίζοντα λειτουργίες ασφάλειας, περιλαμβάνουσες συστήματα ΤΝ, 25.  Μηχανουργικά συστήματα ΤΝ, ενθέτοντα, εξασφαλίζοντα λειτουργίες ασφάλειας, και στα επόμενα Παραρτήματα επιβάλλονται μέτρα ασφάλειας.

Σε ό,τι μας αφορά, δι' αυτών χωρεί βιομηχανοποίηση της γνωσιοπληροφοριακής εργασίας με όρους αδιαμεσολαβότητας και όχι τόσο με τις διαμεσολαβήσεις του συστήματος πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο.

Το δικαιοπολιτικό πλαίσιο των αλλαγών περιέχεται στο έγγραφο με τίτλο “COMMISSION STAFF WORKING DOCUMENT IMPACT ASSESSMENT. Accompanying the Proposal for a Regulation of the European Parliament and of the Council on machinery products, [SWD(2021) 82 final].

Μπορεί να ειπωθεί, ότι εν πρώτοις παρατηρείται μεγάλη απόσταση μεταξύ των πραγματικοτήτων που ρυθμίζονται κανονιστικά και της τρέχουσας πολιτικής διαπάλης στις χώρες της ΕΕ. Αυτό είναι από μόνο του απόδειξη του ειδικά προσδιορισμένου χαρακτήρα του παραγωγικού προτσές, και της ανάγκης η κοινωνική εργασία στο σύνολό της να αποκτήσει την απαιτούμενη ειδικοποίηση (Spezifikation), ήτοι η συνολική εργατική δύναμη να αναβαθμισθεί και να προαχθεί στο επίπεδο ικανότητας χειρισμού και θέσεως σε κίνηση αυτής της μηχανουργίας, κάτι που είναι πεδίο της πάλης των τάξεων σε συνολικό επίπεδο, και αφορά τους κρίσιμους τομείς υγείας και εκπαίδευσης.

Το Ιούνιο του 2021 ψηφίσθηκε ο Μηχανουργικός Κανονισμός επί της βάσης της ως άνω Οδηγίας.[2] Με αυτό στην οπτική της κριτικής της πολιτικής οικονομίας έχουμε την ανύψωση της πάλης του εργάτη κόντρα στην μηχανή στο επίπεδο νομοθεσίας που αφορά πολλές αναπτυγμένες χώρες. Αυτό είναι ως τέτοιο μια επιτυχία, που έγινε επιτευκτή και κατορθωτή στο μέτρο που ο συλλογικός εργάτης συμμετέχει σε αυτήν την πάλη, την αντιλαμβάνεται ως λεπτομερειακή εργασία του. Είναι απλά η επίθεση της κεντρικότητας της βιομηχανικής εργασίας στο νομοθετικό και στο ανώτερο θεσμικά πολιτικό.

Αυτό ήδη διαμορφώνει ένα νέο τοπίο στην διεξαγωγή και ανάπτυξη της ταξικής πάλης μέσα στους χώρους εργασίας. Είναι μια παράμετρος, που στο μέτρο κατά το οποίο μας ευνοεί και μας ωφελεί, πρέπει να την προτάσσουμε.

Απ’ αυτό και πέρα έχουμε εκδιπλώσεις (deployments) τόσο στην παραγωγή cyborgs, όσο και στην cyborg παραγωγή.

Ένα βήμα είναι ότι παρατηρήθηκε μια υποχώρηση των αφεντικών στην ίδια την οντολογική/μηχανολογική περιγραφή των cyborgs απ’ αυτήν η οποία επικρατούσε πριν 3 χρόνια περίπου, καθ’ όσον αναγκάσθηκαν (υπό το βάρος των ίδιων των ταξικών αγώνων) να μετατοπισθούν στην έννοια του συστήματος (της διασύνδεσης, συνάρθρωσης cyborg εργάτη και μηχανής), το οποίο ταυτίζεται με υπαρκτές, λειτουργούσες εργοστασιακές μηχανουργίες.[3]

Τούτου δοθέντος, τα ταλαιπωρούντα μηχανολογικά υλικά παρίστανται ως εξής:

-Οι εκσυγχρονισμένες (desynchronized, και γι’ αυτό επί το πλείστον κακόβουλα λειτουργούσες) κατ’ ευφημισμό καλούμενες «λογικές μηχανές»: η μηχανολογία των μέσου επιπέδου παραγωγικής ανάπτυξης μιλιταρισμών, και των απλήρωτων θυσιών για πατρίδες, με τις οποίες ουδεμία σχέση έχουμε κιόλας.

-Οι αφηρημένες μηχανές, για τις οποίες έχουμε αναπτύξει κριτική εδώ: η μηχανολογία απλήρωτου machine learning, απλήρωτης σύνδεσης με λειτουργίες του εποικοδομήματος και του υπερκτίσματος.

-Η μηχανολογία της εμφυλοποίησης. Στην οπτική μου, όσο αυστηρό κι αν ακούγεται, η υιοθέτηση μιας τόσο ουμανιστικής στάσης στην cyborg λειτουργία λειτουργεί μέσα από την ίδια την Αντικειμενικότητα ως υποβάθμιση, πισωγύρισμα. Το ίδιο και με το θέμα των θρησκευτικών ταυτοτισμών.

Όσο η ταξική πάλη καθιστά αυτά τα υλικά χρήσιμα μόνο για κάθε είδους ανακύκλωση, τόσο με το ανέβασμα και την αύξηση της εργατικής ισχύος, του εργατικού μισθού κλπ., η ίδια η κοινωνία θα γίνεται πιο ανθρώπινη, πιο χαρούμενη, πιο ασφαλής, πιο ελεύθερη, με περισσότερη δημοκρατικότητα, με περισσότερο και πιο εργατικά καθορισμένο σοσιαλισμό.

Προσέτι, αναπτύσσεται η επιλογή, αλλά και το σύστημα σεντιμενταλισμού, επομένως και καλλιτεχνικοποίησης ποσοτήτων και ποιοτήτων της βιομηχανικής cyborg λειτουργίας.[4] Έχει να κάνει με τις κλίσεις του καθενός. Το ζήτημα που βάζουμε, είναι για κάθε τέτοια καλλιτεχνικοποίηση, να υπάρχει κι η ισοδύναμη αμοιβή, ακόμα κι αν δεν έχει παραχθεί από συγκεκριμένη εργασία ως τέτοια. Πρέπει να επιβληθεί με την σιδερένια ισχύ του δίκιου του εργάτη: τα κάθε είδους κομματικά πρόσφορα από εμάς δεν είναι επιτρεπτά.

 



[1] Επί παραδείγματι σε ένα μερικό επίπεδο βλ. Peter Burt, Cyborg Dawn? The military use of human augmentation for war fighting, Drone Wars UK, Unit 34, The Wincombe Centre, Shaftesbury, SP7 9QJ, May 2023.

[2] Ενδεικτικά βλ. https://cypag.com/en/machinery-directive-becomes-machinery-regulation/

[3] Ενδεικτικά βλ. https://www.cyborg-engravers.com/

[4] Βλ. Mark Coeckelbergh, New Romantic Cyborgs. Romanticism, Information, Technology, and the End of the Machine, The MIT Press, Cambridge, Massachusetts, London, England, 2017.

Για τις εξελίξεις της αυτόνομης εργατικής γραμματείας στην Ευρώπη

Επικεντρώνουμε σε μορφές και τρόπους ανάπτυξης της γραμματείας (ήτοι της θεωρητικής, κειμενικής παραγωγής) της εργατικής αυτονομίας στις ευρωπαϊκές χώρες, χωρίς την επιδίωξη διαμόρφωσης ή συνέχισης μιας ιστοριογραφικού τύπου γενεαλογίας. Γι’ αυτόν τον λόγο, στην παρουσίαση μας δεν θα αναφερθούν οι όποιες αλλαγές στην οργανωτικότητα και στους τρόπους εξωτερίκευσης της Ιταλικής αυτονομίας.

Το έτος 2007 μπορεί να εκληφθεί ως σημείο καμπής σε Ελλάδα, Φραγκική επικράτεια και Γερμανία. Αυτό φαινομενολογικά έχει να κάνει με τις αυτόνομες πολιτικές μορφές που έλαβαν εξωτερικεύσεις και πραγματώσεις της αυτονομίας των εργατών στους αγώνες και στις συγκρούσεις ενάντια στο CPE (σύμφωνο πρώτης απασχόλησης), και ενάντια στην εκπαιδευτική αναδιάρθρωση στην Ελλάδα. Το βασικό υπόβαθρο αυτών των μεγάλων νεολαιίστικων και εργατικών εκρήξεων ήταν η εξέγερση στα γκέτο των Φραγκικών μητροπόλεων (2005).

Έτσι, συγκροτήθηκε μια σχέση αμεσότητας μεταξύ της κινηματικής πρακτικής και των πολιτικών μορφών μέσα από τις οποίες η αναπτυσσόμενη εν τω γίγνεσθαι, εν τω προτσές αυτονομία των εργατών έλαβε συγκεκριμένο περιεχόμενο ως παραγωγή γραμματείας, γνώσης, νοημοσύνης. Είναι χαρακτηριστικό, ότι η συνεργασία αυτόνομων ομάδων σε Γερμανία έθεσε ζήτημα κοσμολογικού διαχωρισμού, από αυτό το οποίο αναπαραγόταν ως εδραιοποιημένο υπάρχον στην αστική κοινωνία.[1] Από την άλλη, η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να ιδωθεί ξεκομμένα από την κεντρική θεωρητική ανάπτυξη του αυτόνομου γερμανικού χώρου.[2]

Αν όμως, αυτές οι ποιότητες εκδηλώνονται με εμμενή χαρακτήρα στους ίδιους τους ταξικούς αγώνες, εντός των οποίων σφυρηλατήθηκαν, η μακροσκοπική οπτική αναδεικνύει επιπρόσθετες ικανότητες εργατικού διαχωρισμού τόσο απ' τον θεσμοποιημένο Μαρξισμό και τις τρέχουσες ατζέντες του, όσο και απ' τις εδραιώσεις και κωδικώσεις του Ναροντνικισμού των μετα-αυτόνομων, οι οποίες στον ίδιο χρόνο στα αριστερά των παίρνουν την μορφή του μετα-νεοΛενινισμού.

Προσδίδουμε βαρύτητα σε αυτό (στην ικανότητα διαχωρισμού), διότι μια τέτοιας ποιότητας δυναμική είχε να εμφανισθεί από την δεκαετία του '70. Ωστόσο, η κάθε δοσμένη θεωρητική και πολιτική συνεργασία έχει ως όριο τον ίδιο τον ορισμένο βαθμό ανάπτυξης της εργατικής δύναμης που αναφέρεται.

Στον ίδιο χρόνο, συνεχίστηκε η θεωρητική παραγωγή από τα βασικά κέντρα που λειτουργούν από την δεκαετία του '90.[3] Σε αυτό μια θεωρητική ένταση μπορεί να διακριθεί: αφενός η με σχεδόν ερμηνευτικά χαρακτηριστικά πραγμάτευση των ακανθώδων ζητημάτων της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, και αφετέρου το εκ των πραγμάτων καθήκον κριτικής της επικαιρότητας.[4]

Αυτό που ξεχωρίζει στα τελευταία τέσσερα πέντε πρόσφατα χρόνια είναι η επί της ανάπτυξης των εργατικών απεργιών και ταξικών αγώνων στην Ευρώπη εξέλιξη του Βαρβαρικού προσδιορισμού εργατών.[5] Αυτό έχει από παλιά ως μια μόνο πολιτικοθεωρητική θεμελίωση το πασίγνωστο κείμενο του Μπορντίγκα.[6] Αν όμως αυτό είναι κάτι κομματικά θεμελιωμένο στην Ιταλική χώρα,[7] έχουμε επέκταση με αυτόνομους όρους σε Ηνωμένο Βασίλειο, Φραγκική επικράτεια, Ιβηρική.

Πρέπει να γίνει ευκρινές, ότι ο εν λόγω προσδιορισμός δεν χρήζει ως τέτοιος κάποιας δικαιολόγησης ή αιτιολόγησης. Είτε είσαι έτσι είτε δεν είσαι: 

Δεν είναι θέμα ατομικής επιλογής, υποκειμενικού αυτοπροσδιορισμού, ή απλά ουσιολογικής κατάφασης, δεν είναι μια σημαία ευκαιρίας, ούτε ένα πουκάμισο για κανονισμένο ραντεβού. Απ’ την σκοπιά του ιστορικού υλισμού αναδεικνύει μια μακραίωνη οντολογική συνέχεια αγώνων, πολεμικών εμπειριών, ταξικής  εκμετάλλευσης, ταξικών αποκλεισμών, εξεγέρσεων, συμμετοχής στο επαναστατικό προτσές, και εξ ίσου το διαχωριστικό, το σχιζο- γίγνεσθαι ως προς την εμπορευματοποιημένη αστική κοινωνία, ως προς τον ίδιο τον καπιταλιστικό ρεαλισμό. Επομένως, αναδεικνύει τον σκοπό της κομμουνικής οργάνωσης των σχέσεων, μέσα από την in actu κατάργηση του συμβατικού γάμου, της μπουρζουάδικου τύπου οικογένειας, την μάχη της κριτικής ενάντια στην νεωτερική εθνικολαϊκή συσσωμάτωση. Βάρβαρος είναι αυτός που υλοποιεί τα παραπάνω μέσα στην ίδια την ζωή του, μέσα στην ίδια την σφαίρα ευθύνης και ηθικής διακινδύνευσής του.

Η νέα ποιοτικά δυναμική είναι ότι αυτού του είδους η συγκρότηση επιθέτει στους μηχανισμούς της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο εντός του μητροπολιτικού εργοστασίου, την μη διασυνδεσιμότητά της σε οτιδήποτε αντιλαμβάνεται ως αλλότριο, ως ποιοτικά διαφορετικό. Αυτό ως τέτοιο είναι ακόμα και με τεχνικούς όρους υλοποίηση της πάλης μεταξύ εργάτη και μηχανής, μείωση του βαθμού απόσπασης σχετικής πρόσθετης αξίας. Συγκεκριμένα, η ανάπτυξη του προσδιορισμού ελαύνει, χωρεί ως απόκριση στον ίδιο τον εργατικό επιταχυντισμό, ως απόσπαση του επιταχυντισμού από τα ιδεολογήματα της κάθε εναλλακτικής δεξιάς, του κάθε τρανσουμανιστη «ειδικού» της κάθε ΝΕΠ, και συνιδιοποίησή του από την συνολικότητα της εργατικής τάξης

Νομοτελειακά, αυτό οδηγεί στην ανάδυση μιας εργατικής επικρατείας, ενός εργατικού κοινού πλούτου. Το ζήτημα ακόμα και για τους παροικούντες στις Ντίζνεϋλαντ της πληροφόρησης είναι ότι ψάχνουν εις μάτην να το δουν αυτό ως ένα εναλλακτικό υπάρχον, ως έναν εναλλακτικό κόσμο παρακμής. 

Είναι ζήτημα ασύμβατων μεταξύ των οντολογιών και κοσμολογιών. Κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο, ούτε έχει να κάνει κύρια με τις προελεύσεις των Βαρβάρων, με τους διαφορετικούς ποιοτικά τρόπους αντίληψης της κοσμικής πραγματικότητας, όπως διαμορφώνονται από τις προσίδιες αρχαίες διηγήσεις και παραδόσεις (χωρίς σε καμία περίπτωση να υποτιμάται η επίδρασή τους). Εν ολίγοις, δεν είναι απλά ζήτημα διαφορετικών κοσμοαντιλήψεων, διαφορετικών κοσμοθεωριών, κατά την έννοια με την οποία χρησιμοποιούνται οι όροι στην νεωτερικότητα. Όπως έχει αναδείξει ο Χέγκελ, η έννοια είναι η εδαφική συνθήκη της αστικής κοινωνίας. Το να είσαι Βάρβαρος σημαίνει όχι μόνο ότι αρνείσαι κάθε έννοια στο μέτρο που επιβάλλεται ως οργανωτική νοηματοδοτούσα αρχή της αστικής κοινωνίας, αλλά το να είσαι Βάρβαρος σημαίνει ότι πολύ πιο προωθημένα παλεύεις σε διευρυμένο επίπεδο για την ανθρώπινη κοινωνία ως ξένοιαστη κοινωνία, για την κοινωνικοποιημένη ανθρωπότητα ως μια ανθρωπότητα απαλλαγμένη και απελευθερωμένη από τις χαλκευμένες έννοιες και τις χαλκευμένες έγνοιες, τις οποίες οι μπουρζουάδες επιβάλλουν ως θηλειά στο κοινωνικό.

Λοιπόν, οι κοσμολογικές διαφορές, και οι κοσμολογικοί διαχωρισμοί (χωρίς κάποιος ντε και σώνει να χρειάζεται να έχει γνώμη για το Άσγκαρτ ή για το τι συζητούσε ο Ηράκλειτος με τα παιδιά στα ακρογιάλια της Εφέσου) έχουν να κάνουν με τον ποιοτικά διαφορετικό τρόπο αντίληψης και κατανόησης του ίδιου του κοινωνικού εἶναι, της οντολογίας του κοινωνικού, επομένως με ποιοτική διαφορά αναφορικά με το γίγνεσθαι του κοινωνικού μετασχηματισμού, με τον διαλεκτικόν ρούν του γίγνεσθαι.



[1] Βλ. https://kosmoprolet.org/

[2] Βλ. https://www.exit-online.org/                                          

[3] Βλ. https://libcom.org/article/aufheben

[4] Ενδεικτικά βλ. https://libcom.org/article/federici-versus-marx-gilles-dauve, https://libcom.org/library/introduction-%E2%80%98-reply-aufheben%E2%80%99-former-member-aufheben

[6] Βλ. https://libriincogniti.wordpress.com/2018/02/23/on-the-thread-of-time-forward-barbarians/

[7] Βλ. https://www.international-communist-party.org/English/TheCPart/TCP_052.htm

 

 

Ο οικονομικός φιλελευθερισμός του Μπαστιά και η ταπεινή σοσιαλιστική κοινότητά μας


Με την μπροσούρα του Μπαστιά με τίτλο «Ce qu’on voit et ce qu’on ne voit pas» (1850) το ζήτημα της φαινομενολογίας ως τέτοιο εισήχθη στην επιστήμη της πολιτικής οικονομίας και εγκολπώθηκε, τόσο ως φυσικομαθηματικό πρόβλημα (που αφορά την συγκρότηση και την σύσταση των σφαιρών της ενεργότητας, της πραγματικότητας, της πραγμότητας, του μάτριξ, τον συνδυασμό και τις διατομές αυτών), όσο και ως γνωσιολογικό πρόβλημα, πρόβλημα περί των γεγονότων της πολιτικής οικονομίας.[1]

Ο ίδιος ο όρος και η εμπειρία του ανείδωτου (unseen, ungesehen, unbemerkt) κατανοούμενου ως πράξη, έξη, θέσμιο, που θέτει σε κίνηση μια ακολουθία επιδράσεων, ακόμα και μια αλυσίδα αναδράσεων, τίθεται στην εμβέλεια της έρευνας.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο στην ως άνω μπροσούρα μέσα από εμβληματικές case studies, παρμένες σε πρώτο χρόνο απ’ την κοινωνική δραστηριότητα, απ’ την κοινωνική πρακτική και σε δεύτερο χρόνο από την σφαίρα της παραγωγής, με πιο χαρακτηριστικές αυτήν του παιδιού που σπάει τζάμια και της απόλυσης (πιθανά στην Φραγκική Επικράτεια παραμονές της 18ης Μπρυμαίρ το πρώτο να επέφερε το δεύτερο)[2], διαμορφώνεται η ηγεμονία μιας οικονομικής αντίληψης, η οποία αν και στον πυρήνα της φιλελεύθερη, ωστόσο επειδή ιεραρχεί «την ιδιοκτησία και τον νόμο, την δικαιοσύνη και την αδελφότητα»[3], γι’ αυτό έγινε τόσο προσφιλής στον ορντοφιλελευθερισμό και στην Αυστριακή Σχολή.[4]

Έτσι, στον Μπαστιά, η δημόσια προπαγάνδα περί της προτιμητέας οικονομικής ηγεμονίας συνιστά την προετοιμασία της πλήρους εκβιομηχάνισης της λεγόμενης «Δεύτερης Αυτοκρατορίας» της Φραγκικής Επικράτειας, και στον ίδιο χρόνο την προετοιμασία του αποικιοκρατισμού του Φραγκικού καπιταλισμού.[5]

 Μαζί λοιπόν με το ανείδωτο, η έννοια και η εμπειρία της (μικροΒοναπαρτικής) ηγεμονίας τίθεται εντός της πολιτικής οικονομίας, όχι ως par excellence οικονομικό principle (ήτοι ως κάτι αναφερόμενο επί και προκύπτον από τα ίδια τα ζητήματα της πολιτικής οικονομίας), όπως στον Ρικάρντο, αλλά ως μια πολιτικοποίηση, δημοσιο-ποίηση της οικονομικής θεωρίας ως κάτι, το οποίο τείνει να γίνει εφάμιλλο της πολιτικής δημοσιολογίας.

Επιστημολογικά, μια τέτοιου είδους αντίληψη προϋποθέτει και συνεπάγεται μια σιωπηρή, αν όχι συγκεκαλυμμένη παραδοχή περί ανυπαρξίας διακριτών σφαιρών στην κοινωνική πρακτική: είναι δηλαδή στην καλύτερη περίπτωση μια μονοδιάστατη αντίληψη, αντίληψη ισόπεδης γραμμικότητας, κάτι το οποίο οδηγεί σε αυτό που ονομάζει ο Nick Land hyper-reality show, ως ένα μόνο δείγμα του αντεπαναστατικού ιδεαλισμού των προηγούμενων δεκαετιών.

Ο χαρακτήρας του έργου του καταφαίνεται με πιο ευκρινή τρόπο, όταν καταφέρεται κατά του εργατικού βανδαλισμού, του Λουδιτισμού, προς χάρη του ελεύθερου εμπορίου.[6] Εν τούτοις, σ’ αυτό έχει την νοημοσύνη, ώστε να παρουσιάσει την απουσία του ελεύθερου εμπορίου ως αυτοπαραγωγή των εργατών, ως τον τρόπο με τον οποίο οι εργάτες παράγουν τους εαυτούς τους ως τέτοιους, ως εργάτες.

Από την σκοπιά της εργατικής κριτικής, σε γενικές γραμμές, αυτό επιτυγχάνεται, διότι αυτή η αυτοπαραγωγή συντελείται, υλοποιείται, πραγματώνεται έξω από το εμπορικό κύκλωμα, μέσα στις ελεύθερες ενώσεις των εργατών, ως υλοποίηση των επιθυμιών τους και όχι ως κοινωνικός καταναγκασμός, στο μέτρο που οι εργάτες αντιλαμβάνονται την Ορφική και Παρμενίδεια έννοια του κοσμικού ωού (επί της οποίας σε εξηγητικό επίπεδο έστω και μεταφυσικά συντίθεται η πραγμότητα ενός τρόπου παραγωγής), και μπορούν να το κάνουν αυτό με πραγματικά ρηξικεύλευθο τρόπο. Φερ’ ειπείν η ίδια η ύπαρξη του ουρανοξύστη ονόματι Egg στο City του Λονδίνου αποτελεί αρχιτεκτονική ένδειξη για την ευστάθεια και την βασιμότητα της εν λόγω Ελληνικής θεωρίας.

Επιπρόσθετα, κατά έναν παράδοξο τρόπο, στο παράδειγμα του «Αρνητικού Σιδηρόδρομου» παρουσιάζει την ανάγκη ως φιλοτιμία, μέσα από μια υπόθεση σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ καταναλωτή και επιχειρηματία, στην οποία η ενιαιότητα των σιδηροδρομικών γραμμών διακόπτεται προς όφελος των συμφερόντων των τοπικών επιχειρήσεων των περιοχών των σιδηροδρομικών σταθμών.[7] Πρέπει να επισημανθεί, ότι σχετικά με αυτά τα παράδοξα παραδείγματα, εξ αρχής της δημοσίευσής των, δυνάμεις της εργατικής κριτικής, και δη οι εκ Βρετανίας ορμώμενες δυνάμεις της Διεθνούς Ένωσης Εργατών τα είχαν προσεγγίσει ως εργώδεις πειραματισμούς της επιχειρηματικής μπουρζουαζίας και όχι απλά ως σοφίσματα.

Προσέτι, πρέπει να ειπωθεί, ότι το έργο περί Σοφισμάτων του Μπαστιά εγείρει μείζον θέμα μεθόδου της πολιτικής οικονομίας, καθ’ όσον οι υποθέσεις και τα παραδείγματα δεν λαμβάνονται από την ίδια την οικονομία, αλλά προκύπτουν ως a priori νοητικά κατασκευάσματα. Υπάρχει κάτι πολύ πιο επισφαλές, επιβλαβές, επιζήμιο και επικίνδυνο πρώτ’ απ’ όλα για τους ίδιους τους εργάτες και την κοινωνία, απ’ την μαθηματικοποίηση των οικονομικών προβλημάτων, η οικονομικοποίηση των μαθηματικών προβλημάτων: αυτό επί του πρακτέου είναι κατάργηση της επιστήμης της πολιτικής οικονομίας για χάρη της επιστήμης για την επιστήμη.

Έτσι λοιπόν, έχουμε την διαμόρφωση των οικονομικών της αυθαιρεσίας και του υπερυποκειμενισμού, των οικονομικών του κατά το δοκούν, των οικονομικών που αντιφάσκουν στην ίδια την έννοια της κοινωνικής νομοτέλειας, στην ίδια την έννοια του επιστημονικού νόμου, προς όφελος ενός υποτιθέμενου ενικού μαθηματικοποιητικού υποκειμένου, το οποίο –υποτίθεται- ότι ενικοποιεί τα συνολικά καπιταλιστικά συμφέροντα, τα οποία δεν αργούν να βρουν την προσωποποίησή τους στο ίδιο το μικροΒοναπαρτικό Φραγκικό κράτος ή στο αντεπαναστατικό Φραγκικό κράτος της μπελ επόκ μετά την ήττα απ’ τον Γερμανικό Στρατό (άλλωστε, στα έργα του ο Μπαστιά επανειλημμένα δηλώνει αυτολεξεί ότι δεν είναι πράκτορας της Αγγλίας).

Στην ακραία προοδευτική στιγμή του (απευθυνόμενος διά κειμένου στον Θιέρσο) προτείνει έναν φιλελεύθερο δρόμο προς τον κομμουνισμό, ήτοι έναν δρόμο που ξεκινάει από το προτσές της κυκλοφορίας μέσα από την κατάργηση του προστατευτισμού.[8] Σ’ αυτό υπάρχουν ακόμα επιδράσεις του ουτοπικού σοσιαλισμού.

Επομένως, όπως πριν το 1848, στην Γερμανία ο κομμουνισμός αναζητείτο στον θεωρησιακό ουρανό, στον κόσμο των ιδεών, -στο επαναστατημένο Παρίσι του 1848 ο Μπαστιά αναζητούσε τον κομμουνισμό στο ελεύθερο εμπόριο, ζητώντας απ’ τον ίδιο τον Θιέρσο να συνεργήσει. Ολ’ αυτά μπορούν να αντιμετωπισθούν μόνο ως οι αξεδιάλυτες αντιφάσεις των υψηλά ιστάμενων επίσημων εκπροσώπων της αστικής κοινωνίας, οι οποίοι αντιλαμβάνονταν την τελευταία άνοδο αυτού που εκπροσωπούσαν ως το αποφασιστικό σημείο της ιστορικής πτώσης των.

Επ’ αυτών των θεμάτων διανοίγεται ένας κρίσιμος διαχωρισμός μεταξύ του σοσιαλισμού της πραγματικής βάσης της παραγωγής, και όλων των σοσιαλισμών που απορρέουν από το εποικοδόμημα, από το εμπόριο, από προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς, από αντιδραστικές τάξεις.

Αυτός ο διαχωρισμός διασαφηνίζεται stricto sensu σε ικανοποιητικό βαθμό στην οικονομική Αντικειμενικότητά του στο έργο του Σουμπέτερ μέσα από την παρουσίαση της σοσιαλιστικής κοινότητας (σε πρώτο χρόνο συγκροτημένης ως ευταξία, order) ως σοσιαλισμού αντιπαραβαλλόμενου στο συνολικό προτσές της καπιταλιστικής παραγωγής.[9

Πρωτοβουλία-νέος συνδυασμός (νέο παραγόμενο προϊόν) είναι σε αυτήν την σοσιαλιστική κοινότητα η μέθοδος της παραγωγής.

             



[1] Βλ. Frédéric Bastiat, Ce qu’on voit et ce qu’on ne voit pas (1850), Introduction, απόσπασμα: «Dans la sphère économique, un acte, une habitude, une institution, une loi n'engendrent pas seulement un effet, mais une série d'effets. De ces effets, le premier seul est immédiat; il se manifeste simultanément avec sa cause, on le voit. Les autres ne se déroulent que successivement, on ne les voit pas; heureux si on les prévoit.

Entre un mauvais et un bon Économiste, voici toute la différence: l'un s'en tient à l'effet visible; l'autre tient compte et de l' effet qu'on voit et de ceux qu'il faut prévoir» σε http://bastiat.org/fr/cqovecqonvp.html#introduction. Σημειωτέον, ότι ο όρος του ανείδωτου δεν είναι το ίδιο με την έννοια της μη υλικής εργασίας του Σέυ, καθ’ όσον η τελευταία εγείρεται μέσα στην εσωτερικότητα του παραγωγικού προτσές του κεφαλαίου.

[2] Ενδεικτικά βλ. Taha Chaiechi, «The broken window: Fallacy or fact – A Kaleckian–Post Keynesian approach», Economic Modelling, Volume 39, April 2014, pp. 195-203.

[3] Βλ. ibid, Propriété et loi, justice et fraternité (1848) σε https://gallica.bnf.fr/ark:/12148/bpt6k5696376z

[4] Βλ. Hayek on Bastiat, σε https://oll.libertyfund.org/page/hayek-on-bastiat, https://mises.org/library/bastiats-legacy-economics-1

[5] Βλ. Bastiat, Ce qu’on voit et ce qu’on ne voit pas, VIII. Les Machines, IX. Crédit, X. L’Algérie, XI. Épargne et Luxe

[6] Βλ. ibid, Economic Sophisms, First Series, 20. Human VS Mechanical Labor and Domestic VS Foreign Labor, translated by Arthur Goddard, Foundation for Economic Education, Irvington-on-Hudson, New York, 1996, pp. 102-106.

[7] Βλ. ibid, pp. 94-95.

[8] Βλ. ibid, Protection and Communism (1849), σε https://www.gutenberg.org/files/44144/44144-h/44144-h.htm

[9] Βλ. Joseph Schumpeter, Business Cycles. A Theoretical, Historical, and Statistical Analysis of Capitalist Process, McGraw-Hill Book Company, New York, Toronto, London, 1939, pp. 109-114. 

Κάποιες επισημάνσεις περί εργατικού μισθού

  «Another year! –another deadly blow!

Another mighty Empire overthrown!

And We are left, or shall be left, alone;

The last that dare to struggle with the

Foe».

William Wordsworth, Poems Dedicated

to National Independence and Liberty,

XXVII. November 1806


Ο εργατικός μισθός είναι αυτό που μένει πάντοτε όρθιο ακόμα κι όταν όλα γύρω έχουν γκρεμισθεί. Βρίσκεται στον αντίποδα του πασίγνωστου Εχθρού (και όλων των κατά καιρούς μιμητών του) του ανωτέρω ποιήματος του Wordsworth.[1]

Ο εργατικός μισθός κατέχει αυτοκρατορική θέση στο επίκεντρο της εργατικής ζωής, διότι συγκροτεί την ποιότητα, το περιεχόμενο, τον χαρακτήρα, την έκταση της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, ήτοι επ’ αυτού θεμελιώνεται ο ελεύθερος χρόνος του εργάτη. Ο μισθός είναι το πρώτο επιθυμητό (desideratum) για τον εργάτη μέσα στο προτσές της παραγωγής, πριν ακόμα περάσει τις πύλες της φάμπρικας, από όταν θα χτυπήσει το κουδούνι για να σηκωθεί, ώστε αυτή η επιθυμία αξίζει να είναι οπλισμένη

Από την σκοπιά του Άνταμ Σμιθ ο εργατικός μισθός είναι βασική συνιστώσα του πλούτου (wealth, Reichtum), κάτι που επιφέρει ως συνέπεια, ότι από μόνο του είναι εντελώς ηλιθιότητα το σλόγκαν περί φορολόγησης του πλούτου.[2] Υποκρύπτει δε μια αντεστραμμένα ενοχική, μια ηθικίστικη αντίληψη περί πλούτου ως κάτι a priori ηθικά κακό.

Έτσι, ενώ στον καπιταλισμό ο πλούτος ακόμα και στην αρχική εμφάνισή του είναι σύνολο ανταλλακτικών αξιών, σύνολο εμπορευμάτων, η δε γενική μορφή του είναι η ανταλλακτική αξία (όπως η ανταλλακτική αξία είναι η γενική κοινωνική σύνδεση), στον ίδιο χρόνο για τον εργάτη μετριέται με τον ελεύθερο χρόνο, παρόλο που ο εργατικός μισθός προσδιορίζεται ποσοτικά στον γενικό πλούτο, καθ’ όσον ο εργάτης λαμβάνει χρήμα για ανταλλακτική αξία μέσω της απλής ανταλλαγής/αντικατάστασης (Austausch, swapping) τυπικών ισοδύναμων μεταξύ του εργάτη και του καπιταλιστή.  

Πρέπει να υπενθυμισθεί, ότι αν η απλή ανταλλαγή/αντικατάσταση μεταξύ εργάτη και καπιταλιστή ιδωθεί στο παραγωγικό προτσές του κεφαλαίου, τότε σε αυτήν την τυπικονομική σχέση, ο εργατικός μισθός (μηνιαίος μισθός, ημερομίσθιο, ωρομίσθιο, μισθός-πληρωμή με το κομμάτι) είναι η μεταμόρφωση της αξίας της τιμής της εργατικής δύναμης (κάτι, το οποίο αποτελεί την οπτική του καπιταλιστή), αφ’ ής στιγμής η εργατική δύναμη εκλαμβάνεται ως αντικείμενο πώλησης (Verkauf), επ’ ανταλλάγματος εκχώρησις και εν συνεχεία απαλλοτρίωσις εργασίας. Σημειωτέον, ότι στην τυπική σύμβαση έργου το αντικείμενο πώλησης, εκχώρησης είναι το κατά την σύναψή της συμφωνηθέν τελικό προϊόν της εργασίας, αν και στις σύγχρονες μορφές εκμετάλλευσης οι ατομικές συμβάσεις έργου έχουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής σχέσης, καθ’ όσον στην εφαρμογή των στο συνδυασμένο προτσές εργασίας υποκρύπτεται υπηγμένη εργασία –αυτό που στο αστικό δίκαιο προσδιορίζεται ως εξαρτημένη εργασία.

Προκύπτει εξ αντιδιαστολής (ex contrario), ότι στον σοσιαλισμό η εργατική δύναμη δεν έχει τιμή, τιμή έχει η εργασία (που η κατηγορία τιμή της εργασίας είναι άνευ κριτικής δάνειο της κλασικής πολιτικής οικονομίας, ληφθέν από την απλή ζωή του προλεταριάτου), καθ’ όσον έχει απαλλοτριωθεί (που είναι ίδιο με την έκλειψη, την εξάλειψή του) ο καπιταλιστής-εργοδότης ως προσωποποίηση της λειτουργίας του κεφαλαίου στην σχέση απλής ανταλλαγής μεταξύ εργάτη και καπιταλιστή –και αυτό είναι κάτι που στον σοσιαλισμό έχει τον χαρακτήρα κοινωνικού νόμου (Gesetz).

Στον καπιταλισμό, η ανταλλακτική αξία της εργατικής δύναμης (η οποία είναι χρήμα) μετατρέπεται σε μέσα διατήρησής της εργατικής δύναμης, σε μέσα αναπαραγωγής της, και απ’ αυτό εγείρεται η διάκριση, η διαφορά σε ονομαστικούς και πραγματικούς μισθούς. Έτσι η λαμβανόμενη ποσότητα χρήματος ως μισθός είναι ο ονομαστικός μισθός.

Όταν ο μισθός ως χρήμα (εργατικό εισόδημα) εισέρχεται στο προτσές κυκλοφορίας του κεφαλαίου συγκεκριμένα ως αδιαίρετο μεταβλητό κεφάλαιο (δηλαδή στο σούπερ μάρκετ δεν δίνω την μετατροπή της αντικειμενοποιημένης εργασίας μου σε ποσότητα χρήματος, αλλά ποσότητα χρήματος που είναι αδιαίρετο μεταβλητό κεφάλαιο, κι αυτό έχει να κάνει με την διαφορά μεταξύ παραγωγής και κυκλοφορίας, καθώς στην πρώτη παράγεται αξία, στην τελευταία η αξία πραγματωνεται)[3] υπόκειται περίπου στις ίδιες νομοτέλειες περιστροφής, όπως και οι άλλες μορφές κεφαλαίου (σταθερό κεφάλαιο, κυκλοφορούν σταθερό κεφάλαιο, κατά κανόνα μη κυκλοφορούν σταθερό κεφάλαιο, πρόσθετη αξία), ενώ στον ίδιο χρόνο περιστροφή για τον εργάτη σημαίνει βόλτες στις αγορές, προκειμένου να αγοράσει και να καταναλώσει τα απαιτούμενα μέσα διατήρησης. Έτσι, όταν ο εργάτης πάει μετά την δουλειά στο σούπερ ή στο μίνι μάρκετ, σε αυτό έχουμε την λειτουργία μέρους του ημερομισθίου ως αδιαίρετου μεταβλητού κεφαλαίου, και στον ίδιο χρόνο την δραστηριότητα του εργάτη στον ελεύθερο χρόνο (που στην οπτική του καπιταλιστή είναι μόνο ο απαιτούμενος χρόνος περιστροφής).[4]

Δοθέντων των ως άνω, το αίτημα αύξησης του μισθού αναλογικά του ποσοστού αύξησης των εμπορευματικών τιμών αντικειμενικά ρίχνει τον πραγματικό μισθό, διότι πέρα από το ότι απλά ανατροφοδοτεί περαιτέρω την αύξηση του τιμάριθμου (ελλοχεύων ο κίνδυνος πληθωριστικού χρήματος), εξομοιώνει αυθαίρετα τον εργατικό μισθό με την εμπορευματική τιμή, δηλαδή αποσυνδέει τον μισθό από την αξία της τιμής της εργατικής δύναμης, από την ίδια την εργασία, παρόλο που ακριβώς λόγω αυτής της άμεσης υλικής σύνδεσης ο εργάτης μπορεί και κάνει πάλη των τάξεων και ανεβάζει τον μισθό και την ισχύ του, καθ’ όσον συγκρίνει και αντιπαραβάλλει τον μισθό του προς την παραγόμενη ποσότητα πρόσθετης αξίας που παράγει η εργασία του, αυτός ο ίδιος ο εργάτης είτε ενικά είτε συλλογικά, προς το εύρος της εκμετάλλευσης και αλλοτρίωσης του. Κατ' αντίστροφο συλλογισμό, το αίτημα για αύξηση του πραγματικού μισθού ισοδυναμεί με μείωση των εμπορευματικών τιμών, κάτι που επέρχεται μέσα από την μαζικοποίηση της κοινωνικής παραγωγής, καθ' όσον δι' αυτής ενεργοποιούνται αμεσότερα οι μηχανισμοί εξισορρόπησης κατά την μετατροπή του ποσοστού κέρδους σε μέσο ποσοστό κέρδους (ερειδομενοι στην κατίσχυση της σχετικής επί της απόλυτης πρόσθετης αξιας, και της πραγματικής επι της τυπικής υπαγωγής).

Σε όλα τα παραπάνω πρέπει να προσμετρηθεί ότι στον εργατικό μισθό και δη στον ονομαστικό εργατικό μισθό περιλαμβάνονται και εμπεριέχονται και οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, τις οποίες ο εργοδότης είναι νομικά αναγκασμένος και υποχρεωμένος να καταβάλλει, όντος αδιάφορου του ότι νομικοτυπικά ρυθμίζονται μέσα από το διοικητικό δίκαιο, ως επίσης περιλαμβάνεται και εμπεριέχεται και η δωρεάν πρόσβαση του εργάτη στο ΕΣΥ, στο NHS, στα δημόσια συστήματα υγείας, διότι από την σκοπιά των δημόσιων οικονομικών και αυτο το τμήμα του εργατικού μισθού υπολογίζεται σε χρήμα, με την διαφορά ότι δεν μετατρέπεται σε μεταβλητό κεφάλαιο, διότι δεν εισέρχεται στο προτσές κυκλοφορίας.

 

 



[1] Βλ. Pëtr Kropotkin, The Great French Revolution and its Lesson, σε https://voidnetwork.gr/2021/07/14/the-great-french-revolution-and-its-lesson-petr-kropotkin/

[2] Στο έργο του Άνταμ Σμιθ εντοπίζεται ένας διασταλτικός, διευρυμένος προσδιορισμός του εργατικού μισθού, καθ’ όσον παρουσιάζει χρηματιστηριακά κέρδη ως μισθούς της εργασίας επιθεώρησης και διεύθυνσης. Βλ. Adam Smith, The Inquiry, Book I, Chapter VII, 2005, p. 46. Παρομοίως περί της σχέσης εργατικού μισθού και πλούτου και στον Ρικάρντο: “… in both cases the market rate of wages will rise, for in proportion to the increase of capital will be the increase in the demand for labour; in proportion to the work to be done will be the demand for those who are to do it” (David Ricardo, Principles, Chapter 5, 1821, 2001, p. 60.

[3] Γι’ αυτόν τον λόγο στα μεγάλα εμπορικά καταστήματα των Ευρωπαϊκών μητροπόλεων ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα ο εργάτης αντιμετωπιζόταν με τον ίδιο τρόπο, με τα ίδια φερσίματα, όπως οι μπουρζουάδες.

[4] Όπως έχουμε αναδείξει εξαντλητικά, οι εργάτες που είναι –είτε το γνωρίζουν είτε δεν το γνωρίζουν- ακόμα εγκλωβισμένοι και εθισμένοι στην απλήρωτη κυβερψηφιακή εργασία, επί του πρακτέου έχουν ελαχιστοποιημένο ελεύθερο χρόνο, επομένως σε αυτούς ο εργασιακός χρόνος συνεχίζεται και μετά το σχόλασμα από την δουλειά.

Η πάλη για την πλήρη μεταμόρφωση της κλασικής (ταξικής) πολιτικής οικονομίας σε εργατισμό, και η πολιτική σημασία της

Τα θεμέλια του εργατισμού, οι ίδιες οι βασικές παραδοχές του, εξάγονται ευθέως και άμεσα από την κλασική (ταξική) πολιτική οικονομία.   Η θέ...