I.
Δεν έχουμε σκοπό να ξεμπερδέψουμε με τις επιστημονικές προβληματικές της ιστορίας της ΕΣΣΔ. Από την άλλη, ο στόχος μας δεν είναι η παραγωγή καλλιτεχνίας η αισθητικής επί της αντανακλαστικότητας αυτής της ιστορίας. -Υπάρχουν άλλοι ειδικευμένοι γι' αυτό.
Επίσης, δε θεωρούμε, ούτε αποδεικνύεται ότι η σοβιετική φιλοσοφική και διανοητική ανάπτυξη στη ρωσική μορφή της ενθέτει στην ευρωπαϊκή διανοητικότητα κάποια μορφή που είναι ξένη προς τον ιστορικό ευρωπαϊκό πολιτισμό. Από τη συγγραφή του “Υλισμού και Εμπειριοκριτικισμού” [1] (1908) και απ' την ανάπτυξη των “Φιλοσοφικών Τετραδίων” [2] (1895-1916) η συζήτηση στη Ρωσία γίνεται επί των ίδιων διανοητικών δυναμικών που γίνεται και στην Ευρώπη.
Επιπρόσθετα, δεν ανευρίσκεται κάποιο πεπρωμένο της ρωσικής ιστορίας περί ενσωμάτωσης σε αυτήν (με ουσιοκρατικό και μεταφυσικό τρόπο) των επιτευγμάτων του κλασικού ελληνικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού σε μια υποτιθέμενη ανώτερη ρωσική μορφή.
Παρομοίως, οι κατεξοχήν πολιτικές και κομματικές θεματικές της ιστορίας της ΕΣΣΔ δεν είναι άμεσα σχετιζόμενες με τη σύγχρονη ανάπτυξη της ταξικής πάλης: δηλαδή, η προχωρηματική επίλυση αυτών των θεματικών δε σημαίνει άνευ ετέρου ότι θα αναπτυχθεί εξ αυτού και μόνο ταξική πάλη ή ότι προβάλλουν ως sine qua non για την ανάπτυξή της. Ωστόσο, αυτή η διαπίστωση (που προκύπτει από την ίδια την τρέχουσα ιστορική αντικειμενικότητα) δε μειώνει την ιστορική αξία των επιτευγμάτων της εργατικής τάξης των σοβιετικών χωρών, όπως και την προσφορά του ΚΚΣΕ και της ΕΣΣΔ στην υπόθεση της κοινωνικής χειραφέτησης.
Η Σοβιετική Ένωση στην επίσημη δημόσια σφαίρα των δυτικών καπιταλιστικών χωρών έχει καταστεί από τους κάθε λογής σοβιετολόγους και νοσταλγούς μια ακαδημαϊκή και διαφημιστική υπόθεση: εμπορευματοποιημένο υποσυνείδητο που πατάει πάνω σε νοσταλγίες ηρωισμών, και απωθήσεις του ενεργού και πραγματικού, με ολίγη από Φρανκφούρτη, ώστε να έχουμε γερμανική εδαφικοποίηση, ή έστω να πουλάμε στο φιλοκομματικό κοσμάκη πρακτορίστικα και συνωμοσιολογικά ψυχροπολεμικά παραμύθια. [3]
Σε άλλες αντιλήψεις (πιο χυδαίες), εκλεκτικά αποσπασμένες πλευρές της ΕΣΣΔ-ιστορίας χρησιμεύουν ως δεξαμενή ιδεολογικών προβολών -και συχνά παραδοξολογίας και ανεκδοτολογίας.
Τούτων δοθέντων, παρότι έχουμε θίξει κάποια θέματα σοβιετικής κρατικής επιστήμης, [4] προτείνουμε μια αντι-ιδεολογική, εκτός των διανοητικών καταναγκασμών της κομματικής μορφής, υλιστική ανάγνωση της ιστορίας της ΕΣΣΔ, σε ένα βασικό ζήτημα, σε αυτό της οικονομικής επιστήμης, και σε δεύτερο χρόνο σε όψεις των εξωτερικών σχέσεων.
ΙΙ.
“Auf jeden Fall hat Herr Bismarck diesmal Wort gehalten. Er hat Deutschland mit zwei großen "sozialen Maßnahmen" bedacht und ist noch nicht am Ende”. [5]
Η στενή σχέση της σοσιαλδημοκρατίας με τον κρατικό καπιταλισμό ξεκίνησε μετά την Κομμούνα του Παρισιού και τη διάλυση της Διεθνούς Ένωσης Εργατών. Παρά την κριτική τους, οι Μαρξ και Ένγκελς σε γενικές γραμμές αποδέχθηκαν το νέο κομματικό και οργανωτικό πλαίσιο, ενώ ο δεύτερος είχε οργανικές σχέσεις με το αναπτυσσόμενο SPD.
Ο κρατικός καπιταλισμός είναι η μεγάλη και βασική πολιτική κληρονομιά των κομμάτων της Β΄ Διεθνούς στα προκύψαντα από αυτήν κόμματα της Γ΄ Διεθνούς. Η διαμόρφωση μιας τέτοιας στρατηγικής ανευρίσκεται ήδη στα πρώτα προγραμματικά συνέδρια της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας:
“Το Πρόγραμμα της Ερφούρτης επρόκειτο να αποτελέσει θεμελιώδες σημείο αναφοράς για την πορεία όχι μόνο του γερμανικού κόμματος, αλλά και άλλων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Το 1894, ένας νεαρός Ρώσος σοσιαλδημοκράτης, ονόματι Βλαδίμηρος Ουλιάνωφ, γνωστός με το προσωνύμιο Λένιν, θα το μετέφραζε στα ρωσικά, και θα το ακολουθούσε μέσα από τη δική του πορεία -σε πεδία ρητά διαφορετικά από εκείνα που είχε σχολιάσει ο Marx και είχε διαχειριστεί ο γηραίος Ένγκελς. Στην ιστορία του Προγράμματος ανήκει, ωστόσο, πολύ περισσότερο το γεγονός πως ο Kautsky θα έσπευδε να συντάξει ένα εκτεταμένο σχόλιο αναφορικά με το πρώτο τμήμα του, τις λεγόμενες Βασικές αρχές του, το οποίο θα λάμβανε διαστάσεις μονογραφίας (Kautsky [1892] 1919), και θα αποτελούσε, μέσα από τις πολλές ανατυπώσεις του, το εκ των ων ουκ άνευ ανάγνωσμα για κάθε επίδοξο μαρξιστή επί δεκαετίες.
Με το Πρόγραμμα της Ερφούρτης, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας θα εμπλεκόνταν πλέον ρητά στο πολιτικό σύστημα της Αυτοκρατορίας, μέσα από όλους τους διαύλους που παρείχε η πολιτική δημοσιότητα. Η δράση και η λειτουργία της γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας επρόκειτο να αποτελέσει υπόδειγμα για άλλα σοσιαλιστικά κόμματα, όπως επίσης αντικείμενο διδασκαλίας στα αυτοκρατορικά πανεπιστήμια. Από αυτήν την τελευταία σκοπιά, αξίζει να αναφερθεί το ότι ο (ήδη αναφερθείς) Max Weber θα εκφωνήσει στην πρώτη πανεπιστημιακή θέση του, στο Φράιμπουργκ το 1895, παραδόσεις για το Εργατικό ζήτημα και το εργατικό κίνημα, με τις οποίες παρείχε στο φοιτητικό ακροατήριο μια χαρτογράφηση των σημαντικότερων φορέων και στιγμών του εν λόγω πεδίου”. [6]
Όπως είναι επαρκώς γνωστό, ο Λένιν σε επίσημες ομιλίες και κείμενα μετά το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Επανάστασης παρουσίαζε το γερμανικό κρατικό καπιταλισμό όχι μόνο ως ένα αναγκαίο κακό ή ως ένα στάδιο για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, αλλά περίπου ως επιθυμητό αντικειμενικό σκοπό για την αναγκαία πορεία ανάπτυξης του σε επαναστατικό μετασχηματισμό ρωσικού κοινωνικού σχηματισμού:
“Για να ξεκαθαρίσουμε περισσότερο το ζήτημα, ας φέρουμε πρώτα-πρώτα ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα κρατικού καπιταλισμού. Όλοι ξέρετε ποιό είναι αυτό το παράδειγμα: η Γερμανία. Εδώ έχουμε την «τελευταία λέξη» της σύγχρονης μεγάλης καπιταλιστικής τεχνικής και της σχεδιομετρικής οργάνωσης, που είναι υποταγμένη στον ιμπεριαλισμό των τσιφλικάδων και αστών. Βγάλτε τις υπογραμμισμένες λέξεις, βάλτε αντί της λέξης κράτος στρατιωτικό, αστικό, τσιφλικάδικο, αστικό ιμπεριαλιστικό, πάλι τη λέξη κράτος, αλλά κράτος άλλου κοινωνικού τύπου, άλλου ταξικού περιεχομένου, κράτος σοβιετικό, δηλαδή προλεταριακό, και θα έχετε όλο το σύνολο των όρων που μας δίνουν τον σοσιαλισμό” [7] (4/1918).
Η συζήτηση για τον προσδιορισμό και την εξέλιξη του οικονομικού χαρακτήρα της νέας επαναστατικής διαδικασίας εντοπίζεται κύρια στις αντιπαραθέσεις μεταξύ των Λένιν, Μπουχάριν και Πρεομπραζένσκι. [8] Συγχρόνως, η πρόσφατη έρευνα δέχεται ότι μετά την εξέγερση της Κρονστάνδης και την εν πολλοίς αντεπαναστατική καταστολή της, η ΝΕΠ [9] αποτέλεσε την καθοριστική διαδικασία για τη σοβιετική οικονομική ανάπτυξη. Κατά την επανάσταση και έως το θάνατό του οι αναφορές του Λένιν στον κρατικό καπιταλισμό ως κάτι ενεργό και πραγματικό είναι τόσο πυκνές και εκτενείς, ώστε στα 1983 εκδόθηκε στη Μόσχα συλλογή (288 σελίδων εν συνόλω) όλων των επίσημων αναφορών του για τον κρατικό καπιταλισμό. [10]
Αν τα παραπάνω ληφθούν υπόψη, η θεώρηση του Τρότσκι περί κρατικού καπιταλισμού, [11] και η μεταπολεμική ανάπτυξή [12] της βρίσκει ερείσματα και αποδείξεις στην αντικειμενική, υλική πραγματικότητα.
Αυτό έγινε αποδεκτό και στη σχετική αρθρογραφία στα πρώτα τεύχη του Aufheben μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ. [13]
Πρέπει να επισημανθεί ότι σε έναν όχι μόνο αντιφατικό αλλά εν τοις ιδίοις όροις συγκρουσιακό κοινωνικό σχηματισμό, όπως ο σοβιετικός, το γεγονός ότι στη γενική κατεύθυνση ο επικρατήσας βασικός τρόπος παραγωγής περιγράφεται ως κρατικός καπιταλισμός, δε σημαίνει ότι δεν υπήρχαν ριζοσπαστικές κοινωνικές και παραγωγικές διαδικασίες μη καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. [14] Σε αυτό το πλαίσιο, έχει καταστεί σαφές ότι εν τω επαναστατικώ προτσές η Εργατική Αντιπολίτευση αποτέλεσε την πολιτική μορφή της άμεσης εργατικής ταξικής πάλης ενάντια στην πολιτική της γραφειοκρατικοποίησης και του κρατικού καπιταλισμού και στον ίδιο χρόνο έμπρακτη προσπάθεια διάνοιξης δρόμων κομμουνιστικής προοπτικής. [15]
ΙΙΙ.
Ο πιο επιδραστικός και αποτελεσματικός σοβιετικός οικονομολόγος, ο Κοντράτιεφ [16] (1892-1938), δεν ήταν μαρξιστής.
Η σχετικά ανεκτική στην εμπορευματική οικονομία της αγοράς οικονομική επιστήμη του περί επιχειρηματικών κύκλων και οικονομικών κυμάτων είναι κοντά στις αναπτύξεις [17] της Αυστριακής Σχολής Οικονομικών, σε πορίσματα του ορντοφιλελευθερισμού, και κύρια στις αναλύσεις του Σουμπέτερ. [18] -Χαρακτηριστικό για την εμβέλεια του έργου του είναι το γεγονός ότι, όπως φαίνεται από την 18η υποσημείωση, στα 2006 το Nατο συμμετείχε σε έκδοση τόμου για το έργο του.
Η επίδρασή του δεν πρέπει να εκληφθεί στενά τεχνικά και οικονομικά, αλλά επί του πρακτέου θεμελίωσε μια συνολική πολιτική μεθοδολογία, πολιτική ανάλυση και πρακτική μέσα από τη δουλειά και τις παρεμβάσεις του ιδρυθέντος στα 1920 στη Μόσχα από τον ίδιο “Ινστιτούτου της Συγκυρίας” [19]. Η ανάδειξη της κεντρικότητας και της οικονομικοπολιτικής σημασίας της έννοιας της συγκυρίας συνιστά γνήσια συμβολή στην ανάπτυξη του μαχόμενου, πρακτικού υλισμού, ενώ καθίσταται εύλογο ότι επιδρά και αξιοποιείται -συχνά με κομβικό τρόπο- στην αλτουσεριανή και -ανά περιστάσεις- στην αυτόνομη γραμματεία. [20]
Η παρουσία και τα αποτελέσματα της εργασίας του Κοντράτιεφ επιθέτουν ένα συνολικότερο ζήτημα κοσμοαντίληψης και κοσμοθεώρησης για την κατανόηση του σοβιετικού κοινωνικού σχηματισμού: αυτό της ανάπτυξης της εργατικής επιστήμης ως διαδικασίας το περιεχόμενο της οποίας έχει inter alia ως αποτέλεσμα την κατάργηση του απριορισμού, του ιδεολογικισμού και του αξιολογισμού.
IV.
Μεταπολεμικά, στις δεκαετίες 1950 και 1960, η ανάπτυξη της σοβιετικής οικονομικής επιστήμης έλαβε νέα ώθηση και απέκτησε πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά, και πιο αισιόδοξους τόνους και εμφάσεις. [21] Αυτό ήταν με απόλυτο τρόπο συνδεδεμένο με το νέο τρόπο συγκρότησης και διεξαγωγής του κεντρικού σχεδιασμού μέσα από την αυτοματοποίηση, το μαθηματικολογικό προγραμματισμό και την κυβερ-επιστήμη. Οι παρεμβάσεις του Ιλιένκοφ στην αντιπαράθεση μεταξύ αγοραίων και μη- οικονομολόγων αναδεικνύουν κάποια από τα τότε νέα ζητήματα. [22]
Έχει καταστεί ευκρινές και έχει αποδειχθεί ότι σε εκείνη την περίοδο (πριν την κρίση της στασιμότητας) [23] στη γενικότητά της, η σοβιετική οικονομική επιστήμη επέδειξε έναν ουδετεροποιημένο, αποπολιτικοποιημένο, τεχνοκρατικό χαρακτήρα στενά συνηρτημένο στην αλματώδη ανάπτυξη των μαθηματικών. [24] Αυτό την έκανε να μοιάζει λιγότερο σε πολιτική οικονομία, και περισσότερο σε μια διοικητικού χαρακτήρα εφαρμοσμένη ποσοτικοποιημένη κρατική επιστήμη. [25]
Η ενταχθείσα σε αυτό και αναπτυσσόμενη δι’ αυτού κυβερ-επιστήμη, [26] ευρισκόμενη σε παγκόσμιο επίπεδο στα πρώτα βήματά της, αναδεικνυόταν ως ικανότητα επιστημονικής πρόβλεψης και ως “σπουδές μέλλοντος” (future studies). [26] Από τα 1953 με ρητά προς τούτο άρθρα στο περιοδικό “Προβλήματα Φιλοσοφίας” [28] άρχισαν να αναπτύσσονται τα σοβιετικά κυβερνετικά. [29]
Αυτό δεν αποτύπωνε μόνο -γενικά κι αόριστα- την αλματώδη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, την πρόοδο της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης (τρίτη βιομηχανική επανάσταση) κοκ., αλλά κύρια ότι πολλά τμήματα της με μεγάλο βαθμό ειδίκευσης σοβιετικής εργατικής τάξης είχαν de facto και κυρίως in actu cyborg-οποιηθεί. Αυτό -ιστορικολογικά- επέφερε και πλείστες πολιτικές συνέπειες στο ίδιο το ΚΚΣΕ σχετικά με τον προσδιορισμό του πρωτοπόρα παραγωγικού εσωτερικά και επαναστατικού εξωτερικά κοινωνικού υποκειμένου -οι οποίες έρχονταν σε κατάφωρη ενεργή αντίθεση με το ουμανιστικό, σοσιαλδημοκρατικής υφής και αφηρημένο κομματικό λεξιλόγιο της δεκαετίας του 1970.
Αδιαμφισβήτητα, ο πολιτικός ανταγωνισμός και η ικανότητα ριζοσπαστικής προσαρμογής και ρήξης έχει τη συγκυρία του, ωστόσο τα εφαρμοσμένα με συστηματικό [30] τρόπο στη βιομηχανία και την ταξική αντιπαράθεση κυβερνετικά εστιασμένα στα cyborgs και χωρούμενα από αυτά ως ζώσα εργασία, ως μεταβλητό κεφάλαιο, έχουν τους δικούς τους χρόνους και τον προσίδιο διεθνισμό.
εξορύκτες του πραγματικού

No comments:
Post a Comment