Ποπουλισμός για Φτωχούς, του Tomasz Konicz / 30. Νοεμβρίου 2025

Ποπουλισμός για Φτωχούς

του Tomasz Konicz / 30. Νοεμβρίου 2025

 

Μια πολεμική επί της μετα-αριστερής λαγνείας για αυτο-εξαπάτηση στην έκδηλη κοινωνικοοικολογική συστημική κρίση

30.11.2025

 

Δεν είναι τίποτε άλλο παρά μετριόφρονες όσον αφορά την επιδεικτικά εκτιθέμενη μετριοφροσύνη τους. Οι ηγετικές φιγούρες του αποκαλούμενου “Κόμματος της Αριστεράς” (εφεξής ΚΤΑ), η Ines Schwerdtner και ο Jan van Aken κατά το Φθινόπωρο 2024 παραιτήθηκαν από μέρος του μισθού τους προκειμένου από ΄δω και πέρα να λαμβάνουν το στατιστικό γερμανικό μέσο μισθό. Ήθελαν “να αλλάξουν τον κόσμο”, και ένας “μέσος μισθός” θα ήταν εντελώς επαρκής γι’ αυτό, εφόσον μη προσεγγίσιμοι μισθοί θα οδηγούσαν σε μη προσεγγίσιμες πολιτικές”, οι επικεφαλής του Κόμματος διευκρίνισαν με όλη την οφειλόμενη μετριοπάθεια σε όλους τους εκπροσώπους των μέσων οι οποίοι ήθελαν να ακούσουν κάτι τέτοιο. [1] Το χρήμα που εξοικονομείται θα παρασχεθεί και θα διοργανωθούν ειδικές συμβουλευτικές ώρες στα κεντρικά του Κόμματος για να βοηθήσουν ανθρώπους οι οποίοι το έχουν ανάγκη. Ουδεμία απαίτηση δεν ήτο τόσο μικρή, διαβεβαίωσε η ηγέτης του Κόμματος Schwerdtner. Σαν να λέμε, ένας ποπουλισμός για τους φτωχούς και ελλιπής για αυτόν τον ύστερο καπιταλιστικό κόσμο.

Βέβαια αυτή η ποπουλιστική ιδέα, του να γίνεσαι συνήγορος του “ανθρωπάκου” δεν καλλιεργήθηκε στο σωρό κοπριάς στο Σπίτι Karl Liebknecht (για να μιλήσουμε με την ποπουλιστική ορολογία). Η γνήσια αριστερή ποπουλιστική (ρητορεία) μπορεί να εντοπισθεί στην Αυστρία υπό το όνομα του ΚΚΑ. Ο ιστότοπος του Κομμουνιστικού Κόμματος Αυστρίας στο Γκρατς [2] δηλώνει ότι -ω τι έκπληξη- .... ”μη προσεγγίσιμοι πολιτικοί μισθοί οδηγούν ... σε μη προσεγγίσιμες πολιτικές”. Το ΚΚΑ στο Γκρατς χρησιμοποιεί τα χρήματα τα οποία μαζεύει κατ’ αυτόν τον τρόπο για να συνδράμει ανθρώπους (ευρισκόμενους) σε ανάγκη -ακριβή βιβλία/αρχεία τηρούνται γι’ αυτό και τα σχετικά δεδομένα είναι δημοσίως διαθέσιμα. Η κρίσιμη διαφορά προς το ΚΤΑ, ωστόσο, είναι ότι οι Αυστριακοί Κομμουνιστές υποχρεώνουν όλους τους αιρετούς εκπροσώπους να περιορίσουν τους μισθούς τους στο μέσο μισθό του ειδικευμένου εργάτη προκειμένου να μπορούν να διαθέτουν αυτούς τους πόρους για κοινωνική πολιτική.

Η στρατηγική του ΚΚΑ πρέπει γι’ αυτό να εκληφθεί σοβαρά (καθόσον) είναι ένας αριστερός ποπουλισμός που έμπρακτα επιδιώκει να συνδράμει ανθρώπους εν τω μέσω μιας έκδηλης συστημικής κρίσης καθώς στον ίδιο χρόνο κόβει τον άνεμο από τα πανιά του οπορτουνισμού εντός των γραμμών του. Επειδή, ας μην κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας, οι περικοπές μισθών πρώτ’ απ’ όλα αποσκοπούν στο να αποτρέπουν καριερίστες και τις κλίκες τους οι οποίοι ήδη έχουν αρπάξει πολλά αριστερά πρότζεκτς στο μέτρο που καθίστανται επιτυχείς -ξεκινώντας με τη συμμορία Fischer και τους Πράσινους. Το ΚΤΑ, από την άλλη, παρουσιάζει ένα ποπουλιστικό θέατρο δευτέρας διαλογής το οποίο αφορά μόνο την προς τα έξω επίδραση και τα δίκτυα ώστε να επιτύχει εκλογικές επιτυχίες και να καθοδηγήσει όλο και περισσότερες από τις παλιές παρέες σε καλοπληρωμένες ταΐστρες (πάντα παραμένοντας ποπουλιστικό!).

Η διαφορά μεταξύ ποπουλισμού και θεάτρου δευτέρας διαλογής έγκειται ακριβώς στο ανώτατο όριο μισθού που θα πρέπει να επιβάλει σε όλο το Κόμμα, στο στελεχικό δυναμικό του, και πάνω απ’ όλα στο Ίδρυμα το οποίο καταχράται το όνομα της Ρόζας Λούξεμπουργκ για να το παίρνουν στα σοβαρά. Αυτό μπορεί ενεργά να αθροίζεται σε μια αξιοσημείωτη ποσότητα χρήματος που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να συνδράμει πολλούς ανθρώπους οι οποίοι έχουν εκπέσει σε δύσκολους καιρούς κατά τη διάρκεια της κρίσης. Μόνο στο Γκρατς πολλά εκατομμύρια ευρώ έχουν ήδη συγκεντρωθεί κατ' αυτόν τον τρόπο. Αν το Κόμμα της Αριστεράς πρόκειται να εισάγει ένα παρόμοιο ανώτατο όριο μισθού για όλους τους αξιωματούχους και εργαζόμενούς του, παρόμοια ποσά θα συγκεντρώνονταν κάθε μήνα τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν έμπρακτα ώστε να παρασχεθεί συγκεκριμένη βοήθεια σε πολλούς ανθρώπους οι οποίοι το έχουν ανάγκη -ας είναι κουζίνες για σούπες ή γεύματα τα οποία τώρα δεν επαρκούν για να ικανοποιήσουν την αυξανόμενη ζήτηση.

Η κριτική εις βάρος του γερμανικού μετα-αριστερού ποπουλισμού που τώρα έχει γίνει σχεδόν ηγεμονική, είναι γι’ αυτό μια κριτική αυτού του θεάτρου δευτέρας διαλογής επιτελούμενου από ηθοποιούς πεινασμένους για εξουσία και έδρες. Μετά από κάποιους μήνες, οι εκλογικές επιτυχίες του ΚΤΑ κατ’ αυτόν τον τρόπο αποδεικνύονται να είναι καταστροφή για όλους όσοι παραμένουν στην αριστερά στη Γερμανία [3].

Αλλά ακόμα και ως μια συνεπής, ειλικρινώς εννοούμενη στρατηγική σαν αυτή που επιδιώκεται από το ΚΚΑ, ο ποπουλισμός πρέπει να υποβληθεί σε ριζοσπαστική, θεμελιακή κριτική καθώς οι βασικές προκείμενές του είναι εσφαλμένες. Η Φωνή του Λαού, Vox Populi, την οποία ο ποπουλισμός επιδιώκει να αρπάξει και να τη μετασχηματίσει σε πολιτική προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντα του Λαού, επιτελείται από την ύστερη καπιταλιστική κρισιακή ιδεολογία και από την κοινωνικοποίηση των υποκειμένων στην καπιταλιστική κοινωνία. Τα εσωτερικά συμφέροντα σχηματοποιημένα από τον ποπουλισμό είναι γι’ αυτό μια έκφραση προσκόλλησης σε μια πράξη εσφαλμένης αμεσότητας [4] εν τω μέσω της καπιταλιστικής συστημικής κρίσης -η οποία είναι η ηττημένη μετα-αριστερή απόπειρα να πραγματώσεις πολιτικούς αντικειμενικούς σκοπούς οι οποίοι επιβάλλουν εαυτούς ως “άμεσα” επιφανειακά φαινόμενα (κοινωνικό κράτος, εργασία, κλιματική προστασία, εκδημοκρατισμός κλπ).

Γι’ αυτό ο ποπουλισμός μπορεί μόνο να λειτουργήσει εντός του πλαισίου της λογικής των εσωτερικών καπιταλιστικών συμφερόντων τα οποία είναι υπηγμένα σε μια κρίση (συμπεριλαμβάνουσα) μια διαδικασία διάβρωσης -και απλά παπαγαλίζει τη βάναυση ιδεολογική αυτοεικόνα της κοινωνίας. Η κατευθυντήρια αρχή της ποπουλιστικής πολιτικής γι’ αυτό δεν είναι η τραχιά, άβολη κρισιακή πραγματικότητα, αλλά η εσφαλμένη ιδεολογική ψευδαίσθηση ότι η κρίση παράγει μέσω της διαμεσολάβησης της βιομηχανίας της κουλτούρας με μέσα της Vox Populi επιτελούμενα από τον ύστερο καπιταλισμό. Αυτό είναι ιδιαίτερα επιβλαβές εν όψει της ραγδαίως εκδιπλούμενης συστημικής κρίσης η οποία έχει εγκολπώσει τα κέντρα του παγκόσμιου συστήματος [5] και που καθιστά μια ριζοσπαστική, μεταμορφωτική κριτική -με όλες τις αντιφάσεις της- εις βάρος της ύστερης καπιταλιστικής κοινωνίας και της επικρατούσας κρισιακής ιδεολογίας, ουσιώδη για επιβίωση -παρά να παπαγαλίζεις όλα αυτά, όπως είναι το χαρακτηριστικό του ποπουλισμού.

Αυτή η καθυπόταξη στις προστακτικές και στους “πρακτικούς περιορισμούς” της προϊούσας κρίσης, εγγενής στον ποπουλισμό, έχει οδηγήσει στην επιβολή ενός κομματικού Ιδρύματος το οποίο έχει αρπάξει το όνομα Ρόζα Λούξεμπουργκ (ΙΡΛ) μέχρι το σημείο της πραγματικής σάτιρας. Στο κείμενο στρατηγικής του με τίτλο Αριστερά Σημεία Πυροδότησης το ΙΡΛ απλά ισχυρίζεται ότι όλα τα θέματα τα οποία αντιφάσκουν προς τη δεξιά, φιλοφασιστική ηγεμονία στην ΟΔΓ και γι’ αυτό “πυροδοτούν” δεξιές αντιδράσεις, θα πρέπει να αποφεύγονται. Μην ανακουνάς τη βάρκα είναι η συμβουλή του καλώς ιστάμενου “Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ”. Ειδικότερα, τα θέματα των προσφύγων και της κλιματικής κρίσης θα πρέπει να αποφεύγονται όσο μέσω αυτών ριψοκινδυνεύουν δυνητικοί ψηφοφόροι (και παρεμπιπτόντως αυτό συνεχίζει να λέει για την τρελή, παλαιοαριστερή πεπατημένη των μισθωτών και των “προλετάριων” ως το “επαναστατικό υποκείμενο” που επί του πρακτέου στη λειτουργία των ως μεταβλητό κεφάλαιο δρουν περισσότερο ως το ύστατο καταφύγιό του, όπως το ΙΡΛ υπαινικτικά παραδέχεται στο δεξιόστροφο “κείμενο στρατηγικής”). [6]

Εσχάτως, ο στόχος είναι να αποφύγουν τη θεματοποίηση της συστημικής κρίσης η οποία κατά το τρέχον διάστημα καταστρέφει τα κοινωνικά και οικολογικά θεμέλια του πολιτισμικού προτσές προκειμένου να παραμείνουν συμβατοί με τις ύστερες καπιταλιστικές πολιτικές. Και το ΚΤΑ κολλάει σ’ αυτή τη γραμμή ανελαστικώς. Είναι πρακτικά μια ιδεολογική διακήρυξη παράδοσης (στον αντίπαλο) με την οποία το ΚΤΑ απλά εισέρχεται στον ποπουλιστικό ανταγωνισμό με το AfD, χωρίς καν να είναι ικανό να διαγράψει μια ενάντια αρχή στη φασιστικοποίηση κατά την έκδηλη κρίση. Άλλα εχθρικά στερεότυπα κατασκευάζονται (μεγαλόσχημοι, πλούσιοι) εναλλακτικές ιστορικές περίοδοι (κατασκευάζονται) ως “Χρυσές Εποχές” (η “κοινωνική οικονομία της αγοράς” του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα) -και στον ίδιο χρόνο, κάθε σημείο ριζοσπαστικής, κατηγορικής κριτικής των εκδιαλυόμενων θεμελίων του ύστερου καπιταλισμού εξαχνίζεται. Φράσεις και πόζες -παίρνουν τη θέση της κριτικής. Γυναίκες και άνδρες προβάλλουν πόζες Τσε Γκεβάρα όταν απαιτούν υψηλότερους φόρους για τους “μεγαλόσχημους”.

 

Κληρονόμοι της Wagenknecht

Λοιπόν, τι θέλει ο νέος γερμανικός αριστερός ποπουλισμός εν τη συνάρθρωση του ΚΤΑ? Θέλει να επιστρέψει στο παρελθόν, πίσω στην κοινωνική οικονομία της αγοράς, στο ρηνανικό καπιταλισμό της ευημερίας της μεταπολεμικής περιόδου. Το κοινωνικό ζήτημα είναι στο κέντρο της ποπουλιστικής προπαγάνδας. Το Κόμμα της Αριστεράς προβάλλει μια πόζα ως ο συνήγορος των τυπάκων απαιτώντας μια επέκταση του κοινωνικού κράτους, υψηλότερους φόρους για τους πλούσιους και ένα μεγαλύτερο ρόλο του κράτους στην κοινωνία -όπως ήταν το θέμα στο οικονομικό θαύμα της ΟΔΓ.

Όχι μόνο στρατηγικά, αλλά και με όρους περιεχομένου ο νέος αριστερός ποπουλισμός κατ’ αυτόν τον τρόπο αποδεικνύεται να είναι αντίγραφο της πολιτικής της Sahra Wagenknecht και των εθνοκοινωνιστικών δυνάμεων που μορφοποίησαν την Ένωση Sahra Wagenknecht (BSW). [7] Η κ. Wagenknecht ρητά μορφοποίησε την παλαβή ιδέα του να είμεθα ικανοί να επιστρέψουμε στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα με τα μέσα της ποπουλιστικής πολιτικής στο βιβλίο Ο Αυτοδίκαιος, λίγο πριν τη διάσπαση. [8] Το Κόμμα της Αριστεράς είναι ο ποπουλιστικός κληρονόμος στο διαμετωπικό ποπουλισμό της Wagenknecht επιδιώκοντας αριστερόστροφες συντηρητικές πολιτικές, για να χρησιμοποιήσω την προσφιλή οξύμωρη φράση της Wagenknecht, παρόλο που το ΚΤΑ τουλάχιστον απέχει από το να παπαγαλίζει την οφειλόμενη στην κρίση αύξηση της δυσαρέσκειας, τη ξενοφοβία και το ρατσισμό που χαρακτηρίζουν το BSW.

Και το όλο (θέμα) είναι προφανώς -να επιστρέψουμε γι’ ακόμη μια φορά στην ποπουλιστική ορολογία- ένα απλό ψεύδος και μια απάτη, ένα είδος λαϊκής απάτης η οποία διαπράχθηκε από τους ψευτο-λαϊκούς την οποία το ΚΤΑ επιτελεί με όλη την εσφαλμένη αμεσότητά της. Δεν υπάρχει πισωγύρισμα στην κοινωνική οικονομία της αγοράς, τα ρολόγια δεν γυρνάνε πίσω. Το κρισιακό προτσές ίσταται στην οδό του ποπουλιστικού αναχρονισμού. Η κρίση ως φετιχιστικό προτσές που χωρεί από την περιφέρεια στα κέντρα κατευθυνόμενη από τις εσωτερικές αντιφάσεις του κεφαλαίου είναι τώρα αποδείξιμη. Όλα είναι φανερά -και είναι σχεδόν εντυπωσιακό να βλέπεις τις νοητικές αρθρώσεις τις οποίες η γερμανική μετα-αριστερά ακόμη επιχειρεί να επιτελέσει προκειμένου να αγνοήσει αυτές τις αποδείξεις.

Είναι εμφανές: Οι εμπορικοί πόλεμοι που ο Τραμπ ξεκίνησε, είναι η πολιτική συνέπεια της αποβιομηχάνισης σε μεγάλα τμήματα των ΗΠΑ, στους οποίους το εσωτερικό όριο/εμπόδιο του κεφαλαίου εκδηλώνει εαυτό. [9] Η φετιχιστική αυτο-κίνηση του κεφαλαίου στο συνολικό κοινωνικό επίπεδο που γενικεύεται από τον ανταγωνισμό μεταξύ των υποκειμένων της αγοράς καθίσταται αποδείξιμη στην κλιματική κρίση. [10] Δεν υπάρχει καπιταλιστικό συμφέρον πίσω από το γεγονός ότι ο εξαναγκασμός σε αξιοποίηση θα μετατρέψει ολόκληρες περιοχές του κόσμου σε ακατοίκητες. Η αυτοκαταστροφική μη-λογικότητα της κεφαλαιακής σχέσης που χρησιμοποιεί την εργαλειακή λογικότητα για να μετατρέψει όλο τον κόσμο σε υλικό για το απεριόριστο προτσές αξιοποίησης, είναι αυτοεξηγούμενη όταν κάποιος ρίξει μια προσεκτική ματιά στις παγκόσμιες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.

Ουδείς βούλεται μια επανάσταση, δεν υπάρχει επαναστατικό υποκείμενο. Αυτό είναι επίσης εμφανές. Ακόμη κι έτσι, σχεδόν όλα τα τμήματα του πληθυσμού κρατιώνται στις μορφές κοινωνικοποίησής του -το σύστημα απολύεται (κατά κυριολεξία: υπογειοποιείται). Είναι ο καπιταλιστικός εξαναγκασμός για αξιοποίηση, στην αγωνία του, που καλεί το σύστημα σε εξέταση καθώς θραύεται υπό τις αντιφάσεις του -ενώ ο αριστερός ποπουλισμός θέλει να καταστήσει κάθε τι ζήτημα διανομής και προσκολλάται με αντιδραστικό τρόπο σε μια καταρρέουσα κοινωνία. Η δεξιά είναι κατά μία έννοια προοδευτική: θέλει βαρβαρότητα, θέλει κατάρρευση προκειμένου να προσεγγίσει τη φασιστική τρέλα σε μια εκκαθαρίζουσα Θύελλα Ατσαλιού -η ποπουλιστική αριστερά είναι συντηρητική, προσκολλημένη στα ιδεολογικά μεταλλαγμένα Ιδεώδη του οικονομικά θαυματουργού καπιταλισμού.

Όμως, ουδέν κοινωνικό κράτος μπορεί να υπάρξει στον ύστερο καπιταλισμό, επειδή όλη η κοινωνία εξαρτάται στη χύτρα του αξιοποιητικού προτσές, με αρκετά πεζό τρόπο, στη μορφή των φόρων και των μισθών. Οι ηλίθιες ανοησίες του ΚΤΑ περί κοινωνικού κράτους είναι ένα ψεύδος. Όταν το προτσές αξιοποίησης υπόκειται απλά σε στασιμότητα ή καταρρέει, όταν η οικονομία δεν “τρέχει” πια, τότε οτιδήποτε άλλο είναι ανοιχτό σε έκθεση. Η αναδιανομή δεν συμβάλλει όταν η μάζα της εκμεταλλευόμενης εργατικής δύναμης στην εμπορευματική παραγωγή λιώνει, όταν το προτσές της αξιοποίησης καταστρέφει τα οικολογικά θεμέλιά του.

Δεν θα υπάρχει επίσης ειρήνη στον ύστερο καπιταλισμό καθώς οι αυξανόμενες εσωτερικές αντιφάσεις και οικολογικές αναταράξεις αναπόδραστα θα οδηγούν τα κρατικά τέρατα σε εξωτερική επέκταση και πολεμικές περιπέτειες. Ο εξοπλισμός στη δύση δεν είναι μόνο μια αντίδραση στο ρωσικό ιμπεριαλισμό ο οποίος από μια θέση εσωτερικής αστάθειας και γεωπολιτικής ανεπάρκειας έχει ήδη λανσάρει έναν επιθετικό πόλεμο ενάντια στην Ουκρανία. [11] Τα αυξανόμενα σημεία συμφόρησης πηγών και ελλείψεων ακατέργαστου υλικού θα καταστήσουν τους πολέμους λεηλασίας αναγκαίους ξανά εκεί όπου το κεφαλαιακό αξιοποιητικό προτσές με την αστείρευτη πείνα του για πηγές πρέπει να αποκατασταθεί και να διατηρηθεί. Η προσφορά/παροχή μέσων διαβίωσης είναι σε κίνδυνο μεσοπρόθεσμα κάτι το οποίο ήδη αντανακλάται στον αποκρίνοντα πληθωρισμό. Ένας καταστροφικός μεγάλος πόλεμος είναι μόνο ζήτημα χρόνου. Στο σκοτεινό υπάρχον του 21ου αιώνα υπάρχει μόνο πόλεμος.

Η ύστερη καπιταλιστική Δημοκρατία είναι ένα παρελθόν μοντέλο. Στην κρίση φασιστικές τάσεις αναπόδραστα αποκτούν το πάνω χέρι μαζί με την ολιγαρχική σωλήνωση ενός όλο και πιο πολύ αυταρχικού κρατικού λειτουργούντος. Αυτό δεν είναι μελλοντική πρόγνωση, ήδη συμβαίνει: στις ΗΠΑ, σε μέρη της Ανατολικής Ευρώπης, και σε κάποιο εύρος στην ΟΔΓ. Έτι περαιτέρω, ο φασισμός είναι ο υποκειμενικός δρων/πράκτορας της αντικειμενικά ήδη συντελλούμενης συστημικής μεταμόρφωσης σε μετακαπιταλιστική βαρβαρότητα. Η βελτιστοποίηση του προτσές αξιοποίησης πραγματούμενη με δημοκρατική ρητορεία η οποία συνθέτει την Οργουελιανή Ουσία της καπιταλιστικής Δημοκρατίας, κατευθύνεται σε μια αντικειμενική τάση προς την αυτοκαταστροφή μέσα στην έκδηλη συστημική κρίση της οποίας ο φασισμός είναι ο πολιτικός δρων/πράκτορας. [12]

 

Τα Πατήματα των Πατημάτων

Κυριολεκτικά όλοι ξέρουν, ενεργά όλοι υποψιάζονται ότι το σύστημα είναι σε τέλος. Κι όμως ο ποπουλισμός του Κόμματος της Αριστεράς με τα εμφανή παραμύθια του είναι αρκούντως επιτυχής. Οι του ΚΤΑ εξαπατητές του Λαού (πάντα παραμένουν ποπουλιστές!) οι οποίοι υποκρίνονται ότι η συστημική κρίση δεν υπάρχει προκειμένου να ρίξουν σοσιαλδημοκρατική στάχτη στα μάτια των ανθρώπων, απλά επιδιώκουν τα δικά τους εσωτερικά καπιταλιστικά συμφέροντα. Το ποπουλιστικό ζήτημα του “ποιος ωφελείται” το οποίο αναπόδραστα μετατρέπεται σε Ιδεολογία όταν αναλογίζεται το ανορθολογικό φετιχιστικό κρισιακό προτσές, είναι ολότελα κατάλληλο για την αυτοψία του ποπουλισμού.

Επαναπροσδιορίζοντας το συστημικό ζήτημα ως ζήτημα διανομής απλά διανοίγει μονοπάτια καριέρας στην πολιτική αρένα. Υπάρχει συγκεκριμένη ανάγκη γι’ αυτό. Το ιδεολογικό ταμπού του να πεις με ευκρινή τρόπο τί είναι η αυτοκαταστροφή του συστήματος πρέπει να συντηρηθεί ακόμα και μέσα στην αγωνία του. Ωστόσο, η βάση της καπιταλιστικής παραγωγής Ιδεολογίας, η φυσικοποίηση του καπιταλισμού, δύσκολα μπορούν να συντηρηθούν λόγω των αυξανόμενων αναταράξεων. Οι εσφαλμένες αφηγήσεις του αριστερού ποπουλισμού κατά τις οποίες η υπερβάλλουσα απληστία και η λαγνεία για εξουσία των υποστηρικτών και των μεγαλόσχημων μιας φαύλης τάξεως είναι υπεύθυνες γι’ αυτό, δημιουργούν Ιδεολογικές βαλβίδες οι οποίες εκτονώνουν την πίεση για νομιμοποίηση. Δεν υπάρχει τίποτα που λίγοι νέοι φόροι και οικονομικές αλλαγές προς τον κεϋνσιανισμό μπορούν να επιδιορθώσουν, κατά το εφαρμοζόμενο ψεύδος του αριστερού ποπουλισμού. Η παρόμοια κατά φαινόμενο ριζοσπαστική πόζα, η κούφια φράση, συγκαλύπτει το κενό μεταξύ της κρισιακής πραγματικότητας και των αναχρονιστικών απαιτήσεων του ΚΤΑ.

Οι Πράσινοι έχουν παραλλάξει την εμφανή ματιά στην καπιταλιστική κλιματική κρίση [13] σε μια δέσμευση “Πράσινου Καπιταλισμού”, καθώς το Κόμμα της Αριστεράς κάνει κάτι παρόμοιο σύμφωνα με τα εσωτερικά όρια/εμπόδια του κεφαλαίου [14] και σύμφωνα με τις κοινωνικές συνέπειές τους. Το ΚΤΑ κατ’ αυτόν τον τρόπο προσφέρει εαυτό στις καπιταλιστικές λειτουργούσες ελίτ ως διαχειριστής της κρίσης. Κι αυτό δεν είναι μόνο μεταφορικό, αλλά πολύ συγκεκριμένο -ορατό στον καθένα που θέλει να το δει. Κάθε κατά φαινόμενο ριζοσπαστική φρασεολογία των προβεβλημένων του ΚΤΑ αμέσως εξαϋλώνεται καθώς υπάρχει ακόμα κι η παραμικρή ευκαιρία για συμμετοχή στην πολιτική αρένα.

Το προϊόν του Τικ-Τοκ Heidi Reichinnek, για παράδειγμα, όρμησε στο αντιφασιστικό κύμα οργής στις αρχές του 2025 που πυροδοτήθηκε από το σπάσιμο του ταμπού του τότε πρώτου υποψηφίου του CDU Φρίντριχ Μερτς στη φάση της θερμής εκλογικής εκστρατείας, όταν το CDU πίεσε μέσω της σκλήρυνσης των νόμων περί μετανάστευσης με τις ψήφους του AfD. Εν καιρώ, η πρόεδρος της ομάδας του Αριστερού Κόμματος στο Μπούντεσταγκ είπε ότι ο Μερτς είχε εγκαταλείψει το δημοκρατικό κέντρο και ότι είχε το AfD σε ρυμουλκό. [16] Λίγους μήνες αργότερα, η ίδια Heidi Reichinnek και η κοινοβουλευτική ομάδα της στήριξαν την εκλογή του ίδιου Φρίντριχ Μερτς ως Ομοσπονδιακού Καγκελαρίου που διέπραξε το μέγιστο φασιστικό “σπάσιμο του ταμπού” στη γερμανική μεταπολεμική ιστορία. [17] Αυτό συνοδεύθηκε από πιο οικτρές φράσεις: “Τέλειωνε το χάος”, “πάντα νά ‘σαι έτοιμος”, “για το καλό της χώρας και των ανθρώπων”, πάντα “Συνεργασία πιθανή”. Η Reichinnek μπορεί απλά να στηριχθεί στο γεγονός ότι η ανάκληση του πλήθους των ΤικΤοκ οπαδών της πρέπει να μετρηθεί σε δευτερόλεπτα.

Για ποιο λόγο το KTA στήριξε την πρώιμη εκλογή του πατήματος Μερτς? Για ποιο λόγο τα μέλη του ΚΤΑ στο Μπούντεσταγκ αποτελεσματικά δρουν ως πατήματα των πατημάτων? Για να εκδηλώσουν την αξιοπιστία τους στην πολιτική αρένα, να αποδείξουν ότι μπορούν να είναι ένας αξιόπιστος εταίρος στη “Συνεργασία” στη διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης. Και αυτή η απόφαση του ΚΤΑ να μην σταθεί στο δρόμο του γερμανικού φιλοφασισμού εκτιμάται επίσης εντός στενών ορίων. Η απόφαση του CDU περί ασυμβατότητας με το ΚΤΑ έχει ληφθεί, και η FAZ, ως ένα είδος υστεροκαπιταλιστικής Ιζβέστιας, οιονεί το κεντρικό όργανο της λειτουργούσας ελίτ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, είχε πρωτοσέλιδο με την εκλογή του Καγκελαρίου ότι το “Αριστερό Κόμμα” δεν ήταν πια “ταιριαστό με την εικόνα του εχθρού”. [18] Ο δρόμος προς την κανονικοποίηση, στην τακτική συμμετοχή έχει στρωθεί από όταν εξελέγη ο Καγκελάριος -τα αντιφασιστικά προεκλογικά συνθήματα του ΚΤΑ ήταν η οπορτουνίστικη θυσία την οποία το Κόμμα που μεγάλωσε τη Wagenknecht, ήτο μονάχα πρόθυμο να κάνει.

Οι ηγετικές κλίκες του ΚΤΑ -για να παραμείνουμε στην ποπουλιστική ορολογία- σχηματίζουν ένα κενό από ευτελείς φράσεις και συκοφαντίες προς τις λειτουργούσες ελίτ όποτε αυτό είναι πιθανό. Και αυτό το μετα-αριστερό απαράδεκτο δεν θέλει κάτι άλλο από το “να κάνει πολιτική” η οποία προσανατολίζεται σε τακτικές, χυδαίες στρατηγικές κρίσεως. Το αντιδραστικό κρατικό φετίχ το οποίο διακρίνει/σχηματίζει ένα ευρύ κομμάτι των γερμανικών παλαιών αριστερών (μορφών) οικοδομεί τον τέλειο ιδεολογικό αναβατήρα για καριερίστικα σχέδια στη διαχείριση της κρίσης καθώς το κράτος μετακινείται σε μια κεντρική οικονομική θέση εντός των έκδηλων κρισιακών φάσεων προκειμένου να υποστηρίξει την τραυλίζουσα μηχανή αξιοποίησης.

 

Δυσλειτουργικός Υπεροπορτουνισμός

Εν τούτοις, όπως προαναφέρθη, υπάρχουν αυστηρά όρια στη συμμετοχή του ΚΤΑ. Ως ανταπόδοση για την κοινοβουλευτική λειτουργία του ως πάτημα για το Μερτς η ομάδα ΚΤΑ προσδοκούσε όχι μόνο την “κανονικοποίηση” των σχέσεών της με το CDU, αλλά και σε μια έδρα στην Επιτροπή Μυστικών Υπηρεσιών. Η Χάιντί μας που το έκανε όσο πιο γρήγορα γινόταν να εκλέξει έναν καγκελάριο που είχε “το AfD στη ρυμούλκα” προκειμένου “να εμποδίσει το χάος” στη Γερμανία, ήθελε να είναι σε αυτήν την Επιτροπή για ένα μόνο λόγο: να αποδείξει την αξιοπιστία της “για το καλό της χώρας” κλπ, κλπ. Λοιπόν, αυτό ήταν πολύ υπερβολικό για τη μπάντα του CDU και του SPD. Ο ήδη οικτρός υπολογισμός του να εισέλθεις σε μια επιτροπή μυστικών υπηρεσιών μέσω της εκλογής Καγκελαρίου δεν δούλεψε καθώς η Reichinnek απέτυχε να αποκτήσει την αναγκαία πλειοψηφία τον Ιούνιο. [19]

Αλλά αυτό δεν καθορίζει τη μανία οπορτουνίστικης συμμετοχής των πεινασμένων για εξουσία σνομπαριών της μεσαίας τάξης με προλεταριακές υπεκφυγές που συνιστούν την πλειοψηφία των δικτύων των παλιοκαραβάνων του ΚΤΑ -απεναντίας. Ο οπορτουνισμός κλιμακώνεται σε υπεροπορτουνισμό, πάει παραπέρα, γίνεται δυσλειτουργικός, τραβάει το δρόμο του, αρνείται τον εαυτό του, και πάει λέγοντας. Είναι οπορτουνισμός δίχως οπορτουνιστική περίσταση, δίχως Ευκαιρία, η οποία κυριολεκτικά παίρνει τον έλεγχο των παραβιαστικών μηχανών στην κορυφή του ΚΤΑ: Ουδείς το απαίτησε απ’ αυτήν, δεν υπήρχαν κυβερνητικές συμμετοχές εν όψει, κι όμως η Ines Schwerdtner, η επιβολή στην κορυφή του “Αριστερού Κόμματος” απαίτησε μια αύξηση στην ηλικία συνταξιοδότησης τον Αύγουστο 2024 χωρίς να εκφράσει τις συνήθεις “ανησυχίες”. [20]

Αυτό ήταν ένα ποπουλιστικό κεφαλαιώδες σφάλμα διαπραχθέν από αυτήν άνευ αιτίας, με την κ. Schwerdtner απλά να λέει την αλήθεια: όχι για την ηλικία συνταξιοδότησης, αλλά για το χαρακτήρα του “αριστερού ποπουλισμού” του ΚΤΑ το οποίο απλά ψεύδεται στους ανθρώπους. Όπως προείπα: Δεν πιστεύουν στην κοινωνική δημαγωγία την οποία εκστομίζουν σε καιρούς συστημικής κρίσης. Οι ποπουλιστές του ΚΤΑ ψεύδονται, δεν είναι άγνοια. Η Κυρία Schwerdtner απλά ήθελε να είναι τμήμα της αντιδραστικής συζήτησης επί των στρατηγικών διαχείρισης της κρίσης προκειμένου να σηματοδοτήσει την “κυβερνησιμότητά” της. Κι αυτό αντιφάσκει όχι μόνο στην αναχρονιστική κοινωνικοκρατική ρητορική του ΚΤΑ, αλλά επίσης στο ποπουλιστικό πιστεύω και στις τακτικές της κοινωνικής δημαγωγίας η οποία στηρίζεται σε μειλίχιους ανθρώπους, μέχρι να είσαι στην εξουσία -μόνο τότε για να ξεχάσεις τις υποσχέσεις σου και να προδώσεις τους ψηφοφόρους. Η Schwerdtner επισημείωσε το στόχο και έπρεπε να ανακληθεί, [21] παρόλο που το ΚΤΑ μπορεί προφανώς να βασίζεται στη λίγη προσοχή που εδόθη από τις Ταξιαρχίες του Reddit και του ΤικΤοκ.

Κι αυτό δεν είναι κάτι καινούριο, πράγματι. Το ΚΤΑ ήδη σκόνταψε επί του δυσλειτουργικού υπερ-οπορτουνισμού του κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας 2021. Ο Dietmar Bartsch, ο επικεφαλής υποψήφιος του Κόμματος εκείνου του καιρού ο οποίος γονάτισε ευλαβικά προ του Wolfgang Schäuble [22] δήλωσε ότι το περισσότερο του επώδυνα διαπραγματευθέντος εκλογικού προγράμματος ήτο ανάξιο, κατά τη διάρκεια της θερμής εκλογικής εκστρατείας, επειδή οι ανταγωνιστές του έκαναν κριτική. Κατά την κριτική του SPD και των Πρασίνων σε μια σειρά προγραμματικών σημείων ο Bartsch πέταξε πέρα ένα καλό μέρος του προγράμματος του Κόμματος προκειμένου να εκδηλώσει την ικανότητα του Κόμματος να κυβερνήσει εν τω μέσω της εκλογικής εκστρατείας -αντί να κάνει έτσι όπως είθισται σε κάθε άλλο κόμμα, μόνο εν όψει της περίστασης πιθανών συνεργασιών μετά τις εκλογές. [23] Παρά την αλλαγή στην ηγεσία, το περισσότερο της παλιάς αριστεράς έχει παραμείνει οπορτουνιστικό. Ο υπερ-οπορτουνισμός μπορεί να προσδιορισθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο ως δίψα για εξουσία και καριερίστικη πρόοδο που ίσταται στο δικό της δρόμο.   

Η προλεταριακή υπεκφυγή του “Αριστερού Κόμματος” είναι επιδεικτικά εκδήλωση της αγάπης τους για την εργατική τάξη, για τους μισθωτούς, είναι μια ιδιοτροπία για τις σνομπαρίες της μεσαίας τάξης που συνθέτουν την ηγεσία του ΚΤΑ. [24] Το εσωτερικό καπιταλιστικό συμφέρον αυτών των μισθωτών που ο ψευδο-ποπουλισμός ισχυρίζεται ότι αντιπροσωπεύει, θα προδοθεί με την πρώτη ευκαιρία. Ουδέν ζήτημα. Ο εργατικός έρωτας της Κυρίας Schwerdtner πάει τόσο μακριά που θα ήθελε να δει τον εργασιακό βίο να επιμηκύνεται -αφής στιγμής η ίδια η Κυρία Schwerdtner δεν έχει ανάγκη να δουλέψει, φυσικά. Κατόπιν όλων αυτών, γιατί δε θά ‘πρεπε να εφαρμόσουμε τις ίδιες ποπουλιστικές κατηγορίες εις βάρος της Κυρίας Schwerdtner όπως κάνει με τους πολιτικούς αντιπάλους της? [25] Να αξιολογήσεις τη Schwerdtner επί της ιδίας της εργατικής ιδεολογίας της: εδώ έχουμε μια σνομπαρία μεσαίας τάξης που δεν έχει ποτέ δουλέψει, να απαιτεί ότι ο εργασιακός βίος πρέπει να επεκταθεί ώστε αυτή να μπορεί να παρέχει τα πολιτικά κλισέ της με δουλειές και χρήματα όσο το δυνατό πιο γρήγορα.

Και δεν είναι σύμπτωση ότι το κατεξοχήν γερμανικό φετίχ της εργασίας που η Κ. Schwerdtner επιθετικά προπαγανδίζει, βρίσκει εαυτό στο κέντρο αυτού του ποπουλιστικού σπασίματος του ταμπού που παρέχει μόνο μια έκλαμψη μιας πιθανής συμμετοχής στην κυβέρνηση από αυτό το ανοργάνωτο στράτευμα. Το κρατικό φετίχ της γερμανικής παλαιάς αριστεράς εντός και πέριξ του ΚΤΑ -που επανισχυροποιήθηκε από τις τάσεις της αντικειμενικής κρατικοκαπιταλιστικής κρίσης- συμπληρώνεται/ολοκληρώνεται από τη γερμανική εργασιακή ηθική. Είναι ένα προϊόν της φθοράς της πεποίθησης της παλαιάς αριστεράς στο προλεταριάτο ως “επαναστατικό υποκείμενο”, ως επίσης ένα κεντρικό Ιδεολόγημα της ύστερης καπιταλιστικής κρισιακής Ιδεολογίας, όπου το KTA συνάπτεται.

Η εργασία, ωστόσο -αφήνοντας στην άκρη το ποπουλιστικό σκουπιδαριό- είναι η υπόσταση του κεφαλαίου. Η τακτική υστερία περιλαμβάνει την εργασία, η αδιάκοπη δημεγερσία εναντίον όλων οι οποίοι δεν συμβάλλουν στο αξιοποιητικό προτσές, είναι εξωτερικεύσεις της κρίσης του ίδιου του αξιοποιητικού προτσές που οδηγεί εαυτό στην αυτοκαταστροφή. Αυτό λόγω του ότι σε καιρούς κρίσης η δυνητικά δολοφονική εμμονή με την εργασία εκδηλώνει εαυτό ξανά και ξανά οδηγώντας σε εξαναγκασμένη εργασία και εξαθλίωση -ακόμα και στον 21ο αιώνα. [26] Όλα πρέπει να καταστούν εργασία επειδή η ίδια η εργασία πέφτει. [27] Το ΚΤΑ με το ποπουλιστικό μίσος του για τους “προσοδούχους” και τα “παράσιτα” το οποίο υποφέρει κάθε ριζοσπαστικής κριτικής, είναι μόνο ένα αριστερό ρεύμα της ιδεολογίας της κρίσης.

 

Η οπισθοχωρητική λαγνεία για αυτο-εξαπάτηση

Το ΚΤΑ μπορεί κατ’ αυτόν τον τρόπο να κατανοηθεί ως μετα-αριστερή μορφοποίηση: αυτοί είναι οπουρτουνιστές βάρβαροι που μάχονται στα συντρίμμια των παρελθουσών χειραφετητικών προσπαθειών. Το έμπρακτο διακαπιταλιστικό συμφέρον που οδηγεί αυτές τις ποπουλιστικές κλίκες, υλικοποιείται έτσι σε μορφές όπως η Schwerdtner ή η Reichinnek: αυτό είναι η πανικόβλητη εξώθηση να βρεις μια άκρη στη διαχείριση της ύστερης καπιταλιστικής κρίσης προκειμένου να γίνεις το υποκείμενό της. Αυτό επίσης εξηγεί τη δυσλειτουργική τάση προς τον υπερ-οπορτουνισμό -ο χρόνος τελειώνει, και η συστημική κρίση την οποία τέτοιοι οπορτουνιστές εσφαλμένως σκιαγραφούν ως κρίση αναδιανομής, προχωράει αδυσώπητα. Κι αυτοί νομίζουν ότι ο χρόνος τελειώνει σχετικά μ’ αυτούς για “βρουν μια μεριά”. Ως αποτέλεσμα, δύσκολα δεν υπάρχουν ταμπού ακόμη και χωρίς ικανοποίηση: πατήματα φτιάχτηκαν για την Καγκελαρία, υποσχέσεις για κοινωνικό κράτος αθετήθηκαν κλπ. Η γελοιότητα του να απαιτείς περιθωριακές βελτιώσεις σε ένα σύστημα σε ανοιχτή διάλυση εν τω μέσω μιας έκδηλης κοινωνικο-οικολογικής συστημικής κρίσης είναι ενεργά εμφανής.   

Αλλά αυτό δεν εξηγεί την αποδείξιμη δημοφιλία του ψευδο-ποπουλισμού του ΚΤΑ, που επί του πρακτέου έχει γίνει από καιρό ηγεμονική στη γερμανική μετα-αριστερά. Η υποκρισία της είναι αποδείξιμη: Οι μετα-αριστεροί ποπουλιστές της Γερμανίας ασκούν πολεμική κατά των φασιστικών πατημάτων για να στρώσουν το δρόμο στη νέα Καγκελαρία λίγους μήνες μετά: εμπλέκονται σε κοινωνική δημαγωγία, την οποία ύστερα αρνούνται χωρίς κανένα οπορτουνίστικο κίνητρο απαιτώντας μια αύξηση στο εργασιακό βίο. Αυτά τα ποπουλιστικά ψεύδη τα οποία εύκολα μπορούν να εκτεθούν, εντούτοις βρίσκουν ευήκοα ώτα και δεκτικούς εγκεφάλους. Πολλοί παλιοί αριστεροί και πλατιά στρώματα του πληθυσμού απλά θέλουν να εξαπατηθούν. Υπάρχει μια εξαπλωμένη λαγνεία για αυτο-εξαπάτηση η οποία δεν μπορεί να εξηγηθεί απλά μέσω της δημαγωγίας ή της ελπίδας των οπαδών για μια ζεστή γωνιά στη διαχείριση της κρίσης. Αυτή η ψευδο-ποπουλιστική ρυπαρότητα είναι τόσο πετυχημένη επειδή απευθύνεται σε μια εξαπλωμένη, ανορθολογική ανάγκη η οποία είναι αχαλίνωτη στην έκδηλη κρίση του συστήματος.

Αυτή η ανορθολογική, σκοτεινή ανάγκη που καταλαμβάνει τις μάζες εν όψει του πλήρως εκδηλούμενου ανορθολογισμού του κεφαλαίου, φωτίζεται καλύτερα μέσω της έννοιας της οπισθοχώρησης. Η αγωνιώδης αναστροφή σε προγενέστερα στάδια εξέλιξης συχνά χρησιμοποιούμενη για τη νοσηλεία τραυματικών εμπειριών, αποκρίνεται σε ποικίλα αντανακλαστικά της διαχείρισης της ιδεολογικής κρίσης μέσα στην σε αποσύνθεση πολιτική σφαίρα. Σε αυτή τη μαγική σκέψη η παγκόσμια κρίση του κεφαλαίου απαγορεύεται, καθιστώντας την πρόσληψη, τον αναστοχασμό και τη συζήτηση (περί αυτής) ταμπού. Πιο συγκεκριμένα αυτό εκδηλώνει εαυτό στην πάλη της μετα- και παλαιάς αριστεράς ενάντια στη ριζοσπαστική θεωρία της κρίσης. Ένα είδος ταμπού καθιδρύεται, μια εξαναγκασμένη απροθυμία περί του γνωρίζειν η οποία εν όψει της έκδηλης κρίσης και του ανοιχτά προφανούς φετιχισμού του κεφαλαίου [28] αυξανόμενα μετατρέπεται σε κάτι γελοίο: όταν για παράδειγμα νέα μέλη του ΚΤΑ απαιτούν “δικαιοσύνη στην κλιματική κατάρρευση” [29] ή όταν αριστερόστροφοι Γερμανοί κωμικοί απευθύνουν τελεσίγραφα σε δισεκατομμυριούχους [30] ώστε να βάλουν τέλος στην κρίση, ενώ αυτό γίνεται καθώς έχουν ήδη χτισμένα τα καταφύγιά τους. [31]

Η μετα-αριστερή οπισθοχώρηση που καθοδηγεί τον ποπουλισμό του ΚΤΑ και το σε αποσύνθεση BSW, σχετίζεται με ρητά αντιδραστικές προσδοκίες της δεξιάς που επίσης μπορούν να εκφρασθούν συγκεκριμένα στις διαμετωπικές απόπειρες των προσφάτων χρόνων. [32] Αλλά αυτά τα ενσυνείδητα και ασυνείδητα κρισιακά αντανακλαστικά πάνε πιο πέρα από μια απλή πολιτική διάσταση. H κρίση του κεφαλαίου επίσης επιδρά σε υποκείμενα των οποίων η συγκρότηση και κοινωνικοποίηση σχηματίστηκε από τον ύστερο καπιταλισμό. Αυτό που το κεφάλαιο κάνει στους μισθωτούς, στη συγκρότησή τους ως υποκείμενα, ως πολίτες του κράτους και υποκείμενα της αγοράς, είναι στο όριο της διάλυσης. Κι αυτό είναι προς το οποίο η οπισθοχώρηση θέλει να υπεκφύγει, στην ύστερη καπιταλιστική ταυτότητα η οποία παρεμπιπτόντως εξηγεί επίσης την αχαλίνωτη ταυτοτική μανία η οποία είναι απλά μια έκφραση των διαλυόμενων ταυτοτήτων. Όταν όλα είναι σε μια κατάσταση διάλυσης, όταν τα πράγματα είναι ρευστά, τα υποκείμενα υπεκφεύγουν σε αυτό το οποίο διαθέτουν ακόμη -στην αποκτηθείσα μέσω της κοινωνικοποίησης ταυτότητά τους, ακόμα κι αν αυτό είναι επίσης διαβρωτικό.

Η ριζοσπαστική θεωρία της κρίσης και η αποτελεσματική μεταμορφωτική πράξη, η απόδραση από το καπιταλιστικό κλουβί της σκέψης, αυτό αθροίζεται σε μια αναγκαία και επώδυνη ρήξη προς την ταυτότητα. Και είναι ακριβώς αυτή η ρήξη προς το κεφάλαιο που η παλαιά αριστερά αρνείται να κάνει, όπως ο θεωρητικός της κρίσης Robert Kruz ήδη εξήγησε στην εκ μέρους του εξέταση της αντι-γερμανικής Ιδεολογίας στις αρχές του 21ου αιώνα:

Η επικείμενη κατηγορική ρήξη θα ήταν μια τόσο επώδυνη ταυτοτική ρήξη ώστε η εκπνοή του παλιού παραδείγματος κριτικής συνίσταται κύρια από αποφευκτικές στρατηγικές σχετικά με αυτό”. [33]

Ο μετα-αριστερός ψευδο-ποπουλισμός του ΚΤΑ κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν είναι μόνο ένα οπορτουνιστικό καριερίστικο σχέδιο σε μια εποχή ανοιχτής κρίσης διαχείρισης, αλλά επίσης δομεί επ' αυτής της ασυνείδητης κρισιακής τάσης προς την οπισθοχώρηση, επί του φόβου των υποκειμένων για “απώλεια του εαυτού”, και πάει λέγοντας. Είναι επίσης ένας ποπουλισμός των διανοητικά ενδεών για να το θέσουμε με ποπουλιστικό τρόπο. Ο Robert Kurz μίλησε ρητά περί “μιας αντιδραστικής προσμονής για μια επιστροφή στα παλιά οικεία μοτίβα ερμηνειών” σε “πλατιά κομμάτια της αριστεράς”. Η αναχρονιστική ρητορεία περί κοινωνικού κράτους, το τύπου ζόμπι ξαναγύρισμα του αντιιμπεριαλισμού στη μορφή του μετα-αποικιασμού, το παίνεμα στη σκληρή δουλειά εν όψει των επικείμενων εγχειρημάτων ΑΙ-εξορθολογισμού, [34] η γελοία πολεμική περί παρασίτων και μεγαλόσχημων στην έκδηλη κλιματική κρίση, απευθύνεται σε αυτή την ανάγκη οπισθοχώρησης ανάμεσα στους παλιούς αριστερούς που δεν έχουν εισέτι αποσκιρτήσει ανοιχτά προς την αντίδραση.

Η ποπουλιστική επιθυμία για οπισθοδρόμηση σε μια ιδεατή κοινωνική οικονομία της αγοράς είναι μόνο μια μετα-αριστερή έκφραση αυτής της γενικής τάσης προς την οπισθοχώρηση, όπως απλουστεύθηκε από την Wagenknecht. [35] Είναι κυριολεκτικά μια “αποφευκτική στρατηγική”, όπως το έθεσε ο Kurz. Ή, για να το θέσω αλλιώς: η ταυτοτική παρανόηση είτε γειώνεται εθνικά είτε θρησκευτικά είναι μια έκφραση της υπεκφυγής προς την ύστερη καπιταλιστική κοινωνία που μορφοποίησε αυτές τις ταυτότητες μέσω της κοινωνικοποίησης.

Κι όμως, αυτή η οπισθοχωρητική αναχώρηση στην ταυτοτική παρανόηση και την αψηφισιά του ταξικού αγώνα δε θα σταματήσει τη φετιχιστική πόρευση προς την κρίση. Κάθε μέρα ο ανοιχτός κρισιακός φετιχισμός ρίχνει κι από ένα χτύπημα στους wannabe ταξικούς μαχητές οι οποίοι μπορούν μόνο να οσμίσουν φαύλα καπιταλιστικά συμφέροντα παντού. Είναι φανερό ότι η αυξανόμενη κλιματική καταστροφή, για παράδειγμα, απειλεί επίσης να βάλει τέλος στην κερδοφορία του κεφαλαίου. Η κρίση θα συνεχίσει να εκδηλώνεται στις οικολογικές και οικονομικές διαστάσεις της, ακόμα κι αν η στενομυαλιά του ποπουλισμού και της παλαιάς αριστεράς αποκρύπτουν ή περιθωριοποιούν τη ριζοσπαστική θεωρία της κρίσης. Η φετιχιστική πραγματικότητα της κρίσης δεν μπορεί να εκφοβισθεί.

Η κατηγορική ρήξη που ο Robert Kruz προέβλεψε στο βιβλίο του “Η αντι-γερμανική Ιδεολογία” είναι τώρα ψηλά στην ημερήσια διάταξη. Όχι επειδή τα αγωνιώδη και ψευδαισθησιακώς ταυτοτικά υποκείμενα της αγοράς το θέλησαν, αλλά επειδή αναπόδραστα θα λάβει χώρα κατά την πορεία της επικείμενης συστημικής μεταμόρφωσης:

“Η ιστορική ημερήσια διάταξη περιλαμβάνει την κατηγορική ρήξη με τις βασαλικές μορφές του συστήματος σύγχρονης εμπορευματικής παραγωγής ως τέτοιες, όπως προαναγγέλθηκε από την έννοια της αξιακής κριτικής: στην κεφαλαιακή σχέση πρέπει θεμελιακά να της ασκηθεί κριτική ως αξιακή κοινωνικοποίηση. Αν ύστερα από το γκρέμισμα του κρατικού σοσιαλισμού, του εργατικού κινήματος και του παραδοσιακού μαρξισμού επρόκειτο να υπάρξει μια ανανεωμένη θεωρητική και πρακτική κριτική του κυρίαρχου παγκόσμιου συστήματος, της οικονομικής τρομοκρατίας του, των κοινωνικών αυθαιρεσιών του και των καταστροφικών διαδικασιών του, τότε αυτή η κριτική πρέπει να γίνει πιο ριζοσπαστική: αυτό, σε αντίθεση με προγενέστερα αριστερά παραδείγματα, πρέπει να πάει βαθύτερα, στις ρίζες και στην κατηγορική γείωση της εμπορευματικά παράγουσας νεωτερικότητας. Αυτό περιλαμβάνει μια κριτική της φετιχιστικής μορφής του υποκειμένου και του συμφέροντος, της “αφηρημένης εργασίας” και της δημοκρατικής δικαιικής μορφής: όλα εκ των οποίων είναι βοημικά χωριά για τη θνήσκουσα συνείδηση του κατηγορικά εμμενούς εργατικού κινήματος του μαρξισμού. Από όταν κάποιος ήταν ο ίδιος ένα εγγενές κομμάτι της ιστορίας της καπιταλιστικής νεωτερικοποίησης, κάποιος δεν δύναται και δεν βούλεται να αποσπάσει εαυτόν από την εμπορευματικά παράγουσα νεωτερικότητα”. [36]   

Παρά τις προελαύνουσες δυναμικές της κρίσης, ουδέν έχει αλλάξει αναφορικά με αυτό κατά τις τελευταίες δυο δεκαετίες. Αυτή η παλαιά αριστερά επιδραστικά συγκροτεί τον κεντρικό οξυρρυγχικό παράγοντα στην εγκαθίδρυση μιας ριζοσπαστικής συνείδησης περί κρίσης που θα μπορούσε να αναπτυχθεί μόνο εντός της πολιτικής αριστεράς. Πουθενά δεν είναι αυτό τόσο ευκρινές όσο στα παρακμιακά προϊόντα του “κρατικού σοσιαλισμού, του εργατικού κινήματος και του παραδοσιακού μαρξισμού” τα οποία έχουν λάβει την ποπουλιστική συνάρθρωση του ΚΤΑ -είναι σάρκα από την ιδεολογική σάρκα του κεφαλαίου, το ύστατο καταφύγιο στην σε αποσύνθεση αριστερά, και πάει λέγοντας, η οποία αποπειράται να καταπιέσει κάθε χειραφετητική ώθηση. Οπορτουνιστικός υπολογισμός, παλαιοαριστερή στενομυαλιά και γενική οπισθοχώρηση πάνε χέρι-χέρι εδώ.

Ειδικά, ενάντια στο φόντο της αναπόδραστης συστημικής κρίσης που αναγκαία θα οδηγήσει σε μια ανοιχτού τύπου συστημική μεταμόρφωση, αυτός ο μετα-αριστερός “ταυτοτικός ποπουλισμός” έχει μια καταστροφική επίδραση. Χειραφέτηση στην κρίση [37] μπορεί να είναι μόνο ένα αποτέλεσμα μιας συνειδητά διεξαγόμενης πάλης για μεταμόρφωση. Ο Robert Kruz ξανά στην “Αντι-γερμανική Ιδεολογία”:

“Μα αυτό είναι ακριβώς γιατί η κρίση οδηγεί σε τίποτε άλλο παρά σε κρίση, στην αποτυχία του κεφαλαίου να λειτουργήσει, και όχι στο τέλος του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης, όπως αυτό κατά συνέπεια εσφαλμένως έχει εκληφθεί στους εγκεφάλους των ανθρώπων. Η κρίση γι’ αυτό ουδέποτε αντικαθιστά τη χειραφέτηση, τη χειραφετητική κοινωνική κίνηση, ακριβώς επειδή είναι καθαρά αντικειμενική. Βέβαια, ουδεμία φυσικά αυτοματική, αντικειμενική χειραφέτηση υπάρχει: αυτό θα ήτο αντίφαση εν τοις ιδίοις όροις. Και γι’ αυτό είναι ολότελα ανοιχτό πως οι άνθρωποι θα αντιδράσουν στην κρίση και στην κατάρρευση. Στην αντικειμενικότητά του, το απόλυτο εσωτερικό όριο/εμπόδιο του κεφαλαίου μπορεί να γίνει μια εξωτερική συνθήκη για τη χειραφέτηση ως επίσης για κοινωνική μετάπτωση σε βαρβαρότητα την οποία ο καπιταλισμός πάντοτε έφερε εντός του ιδίου ως δυνητικότητα και ως εκδήλωση”. [38]

Η οπορτουνιστικά κινούμενη, οπισθοχωρητική στενομυαλιά η οποία προπαγανδίζεται από το ΚΤΑ εντός της φθίνουσας γερμανικής αριστερής πτέρυγας [39] κατ’ αυτόν τον τρόπο φράζει αντικειμενικά την αναγκαία “κατηγορική ρήξη με τις βασαλικές μορφές του συστήματος σύγχρονης εμπορευματικής παραγωγής” όπως το θέτει ο Kurz. Αυτή η κατηγορική ρήξη, ωστόσο, θα ήτο μια προϋπόθεση για μια “χειραφετητική κοινωνική κίνηση” που συνειδητά θα οδηγούσε κοινωνικούς αγώνες ως τμήμα μιας αντικειμενικά επικείμενης μεταμορφωτικής πάλης [40].

Λέγοντας αυτό όπως είναι -καθαρά και δημόσια σκιαγραφώντας την κρίση και την αναγκαιότητα ξεπεράσματος του κεφαλαίου προκειμένου να επιβιώσεις- φαίνεται δύσκολα κατανοητό πια στον ποπουλιστικό βούρκο ο οποίος εξαπλώνεται στα απομεινάρια της αριστεράς εν όψει της καταστροφικής νίκης του ΚΤΑ [41]. Αντί για ριζοσπαστική κριτική της αφρίζουσας ταυτότητας και της εργασιομανίας οι οποίες είναι μόνο εκφράσεις της κρίσης της εργασίας και του υποκειμένου της αγοράς, αντί για συνειδητή προοδευτική έρευνα για χειραφετητικά μονοπάτια για το μετασχηματισμό, το ΚΤΑ παγιώνει μια οπισθοδρομική φάρσα η οποία είναι ενεργά εμφανής στην οπισθοχωρητική υποκρισία της. Περιστασιακά το ιδεολογικό-ταυτοτικό μπλοκ του ΚΤΑ εκτείνεται όχι μόνο στο τοπίο των αριστερόστροφων μέσων τα οποία ευρέως έχουν μπει εντός γραμμής, αλλά και σε αριστερόστροφα φόρουμ συζήτησης και σε κοινωνικά δίκτυα τα πλείστα εκ των οποίων διευθύνονται από ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν ανάγκη να δουλέψουν επειδή πληρώνονται από το ΚΤΑ -όπως κοινοβουλευτικοί βοηθοί, εργαζόμενοι του κόμματος, εθελοντές, εσωτερικοί κλπ. Η θεμελιακή ριζοσπαστική ρητορική, η κατάληψη των χειραφετητικών δρόμων εκτός της επικείμενης καταστροφής περικόπτονται (λογοκρίνονται) εκ βαθέων.

Η χειραφέτηση απαιτεί μια ριζοσπαστική, κατηγορική ρήξη προς την αξιακή κοινωνικοποίηση, εξ ίσου ιδεολογικά και ταυτοτικά, ως προϋπόθεση για χειραφετητική μεταμορφωτική πράξη -ακριβώς επειδή η αξιακή κοινωνικοποίηση θραύεται ένεκα των αντιφάσεών της. Η οπισθοχώρηση, το βολικό οπορτουνιστικό μονοπάτι του ΚΤΑ, από την άλλη, λειτουργεί ως μία απ’ τις έδρες γενίκευσης της φασιστικοποίησης. Ο φασισμός είναι ένας εξτρεμισμός του κέντρου ο οποίος καθοδηγεί στα άκρα ακριβώς αυτό που βρίσκει στο κέντρο με όρους ιδεολογίας και ταυτότητας, ως αντίδραση στην κρίση.

Αυτή η οπισθοχωρητική ανοιχτότητα στη δεξιά που οδήγησε την Wagenknecht να εγκαταλείψει το εθνοκοινωνιστικό κόμμα (βλ. την προ ημερών αποχώρηση της Sahra από το BSW και τις αποχωρήσεις στο Βρανδεμβούργο) μπορεί κατά την τρέχουσα περίοδο να εκδηλωθεί καλύτερα υπό συγκεκριμένους όρους από το μεγαλύτερο ποπουλιστικό κούφιο κέλυφος του ΚΤΑ [42] από τον ηγέτη του Κόμματος Jan van Aken. O Van Aken έχει αναπτύξει ένα συνήθειο του να έχει αφίσες φτιαγμένες για τον ίδιο προκειμένου να πουλήσει τον εαυτό του ως βήμα του Λαού σε ποπουλιστικό στυλ. [44] Σα μεγεθυντικός φακός αυτό δείχνει τη δεξιόστροφη, ασυγκράτητη σύνοψη μιας απλουστευτικής κριτικής του καπιταλισμού: οι έπαινοι για τη σκληρή δουλειά που “διατηρεί τη χώρα να τρέχει” πάνε χέρι-χέρι με την προσωποποίηση της κρίσης σε μια “κλίκα εκατομμυριούχων”. Και παρομοίως με το συμπρόεδρό του, μπορεί να ειπωθεί για τον κύριο van Aken ότι εδώ είναι κάποιος που κρώζει τους επαίνους της δουλειάς και που δεν έχει χρειαστεί ποτέ να καταβάλει δουλειά σε βάθος κατά την ποπουλιστική σημασία.

Όπως προαναφέρθηκε, η εργασία συγκροτεί την υπόσταση του κεφαλαίου -η εξαπλωνόμενη εργασιακή υστερία η οποία γι’ ακόμη μια φορά αυξάνει την εξαναγκασμένη εργασία στην ΟΔΓ, είναι μια έκφραση της κρίσης του κεφαλαίου, που, με την επικείμενη ώθηση ΑΙ-εξορθολογισμού απειλεί να απαλλάξει τελικά τον εαυτό του από την υπόστασή του. [45] Η χειραφετητική πράξη θα συνίστατο στην πάλη για το τέλος της εξαναγκασμένης εργασίας και της ενεργοποίησης της αυτοματοποίησης σε μια μετα-καπιταλιστική κοινωνία απελευθερωμένη από το φετιχισμό. Η γερμανική εργασιομανία η οποία κλιμακώθηκε κατά τη διάρκεια της πιο πρόσφατης σοβαρής συστημικής κρίσης εντός του συγκειμένου του εθνικοσοσιαλιστικού εξτρεμισμού από το κέντρο έως το μότο του Άουσβιτς “η εργασία απελευθερώνει” φουντώνει κατά το τρέχον διάστημα ως απάντηση στην κρίση σχεδόν σε όλα τα πολιτικά στρατόπεδα. Ο Van Aken αναπαράγει αυτό το εργασιακό φετίχ σε μια μετα-αριστερή εκδοχή αντιπαραβάλλοντας τις προλεταριακές μάζες σε μια κλίκα παρασίτων.

Η φασιστική ρητορική ηγεμονία στην ΟΔΓ καθίσταται ιδιαίτερα προφανής όταν ο van Aken εκφράζει αντιφασιστικές απόψεις, και ανυποψίαστα υποπίπτει σε φασίζουσα κριτική του φασισμού η οποία φαντάζεται το φασισμό ως μια φαύλη συνωμοσία των ελίτ (“των μεγαλόσχημων”) κατευθυνόμενη ενάντια στην εθνική εργασία, ενάντια -ω μα τι έκπληξη- στους “σκληρά εργαζόμενους ανθρώπους”. [46] Η εργασιομανία, η προσωποποίηση των αιτιών της κρίσης, η συνωμοσιολογική σκέψη -όλα σε ένα ναζιστικό πλακάτ, αρκεί μόνο οι “Ιουδαίοι” να αντικατασταθούν απ’ τους “μεγαλόσχημους”. Αυτό ουδέν έχει να κάνει με μια κριτική των ενεργών δυναμικών της κρίσης οι οποίες έμπρακτα προκαλούν τους διανεμητικούς αγώνες να κλιμακωθούν μέχρι την επιφάνεια. Αυτό δεν είναι μια έκφραση μιας ενάντιας αρχής προς το φασισμό αλλά απλά ο ποπουλιστικός αντίπαλός του.

 

1  https://www.zdfheute.de/politik/deutschland/linken-vorsitzende-schwerdtner-van-aken-gehalt-spende-100.html

2  https://www.kpoe-graz.at/tag-der-offenen-konten-2023.phtml

3  https://www.konicz.info/2025/03/23/alle-werden-wagenknecht/

4  https://www.untergrund-blättle.ch/politik/theorie/emanzipation-in-der-krise-7306.html

5  https://jungle.world/artikel/2025/14/autoland-ist-abgebrannt

6  https://www.rosalux.de/fileadmin/rls_uploads/pdfs/Studien/Studien_3-24_Linke_Triggerpunkte_web.pdf

7  https://www.konicz.info/2025/03/23/alle-werden-wagenknecht/

8  https://www.konicz.info/2021/06/29/schreiben-wie-ein-internettroll/

9  https://www.konicz.info/2025/05/26/trump-an-der-inneren-schranke-des-kapitals/

10  https://www.konicz.info/2022/01/14/die-klimakrise-und-die-aeusseren-grenzen-des-kapitals/

11  https://www.akweb.de/politik/russland-ukraine-konflikt-kampf-auf-der-titanic/

12  https://www.konicz.info/2024/01/13/e-book-faschismus-im-21-jahrhundert/

13  https://www.konicz.info/2024/05/29/aktualisierte-neuausgabe-klimakiller-kapital/

14  https://www.konicz.info/2025/11/01/understanding-jd-vance/

15  https://www.konicz.info/2025/01/28/schwarz-brauner-durchbruch-in-der-heissen-wahlkampfphase/

16  https://www.zdfheute.de/video/zdfheute-live/reichinnek-bundestag-redebeitrag-debatte-migrationsgesetz-video-100.html

17  https://x.com/antonnft6/status/1919821830660976804

18  https://www.faz.net/aktuell/politik/inland/kommentar-zum-unvereinbarkeitsbeschluss-die-cdu-sollte-ihr-verhaeltnis-zur-linken-aendern-110466519.html

19  https://www.tagesschau.de/inland/innenpolitik/geheimdienst-gremium-reichinnek-afd-100.html

20  https://www.n-tv.de/politik/Linken-Chefin-haelt-Erhoehung-des-Renteneintrittsalters-fuer-moeglich-article25948019.html

21  https://www.zdfheute.de/politik/deutschland/rentenalter-linke-schwerdtner-aussage-korrektur-100.html

22  https://www.wsws.org/de/articles/2024/01/04/link-j04.html

23 https://www.konicz.info/2021/09/24/linkspartei-wagenknecht-statt-kampf-um-emanzipation/

24  Οι εργάτες είναι τόσο υπο-εκπροσωπούμενοι ώστε το Κόμμα έπρεπε να θεσπίσει μια έξτρα εγκύκλιο κατά το 2025. https://www.freitag.de/autoren/sebastian-baehr/die-linkspartei-will-eine-arbeiterquote-einfuehren-kann-das-klappen

25  https://x.com/fr_dr_kniffel/status/1992268626490269713

26  https://www.konicz.info/2013/03/15/happy-birthday-schweinesystem/

27  https://www.konicz.info/2025/05/26/trump-an-der-inneren-schranke-des-kapitals/

28  https://www.konicz.info/2022/10/02/die-subjektlose-herrschaft-des-kapitals-2/

29  https://x.com/tkonicz/status/1992636311359172882

30  https://x.com/tkonicz/status/1928306598717403243

31  https://konicz.substack.com/p/the-exodus-of-the-money-people

32  https://www.konicz.info/2024/06/06/linkspartei-querfrontschrecken-ohne-ende/

33  Robert Kurz, Die antideutsche Ideologie, Vom Antifaschismus zum Krisenimperialismus: Kritik des neuesten linksdeutschen Sektenwesens in seinen theoretischen Propheten, Münster, 2003 S. 14

34  https://www.konicz.info/2024/04/19/ki-als-der-finale-automatisierungsschub/

35  https://www.konicz.info/2024/05/26/die-grosse-regression/

36  Robert Kurz, Die antideutsche Ideologie, Vom Antifaschismus zum Krisenimperialismus: Kritik des neuesten linksdeutschen Sektenwesens in seinen theoretischen Propheten, Münster, 2003, S. 14, 15

37  https://www.konicz.info/2022/10/12/emanzipation-in-der-krise/

38  Die antideutsche Ideologie, Vom Antifaschismus zum Krisenimperialismus: Kritik des neuesten linksdeutschen Sektenwesens in seinen theoretischen Propheten, Münster, 2003, S. 227

39  Στις ΗΠΑ οι Δημοκράτες Σοσιαλιστές της Αμερικής και το οπισθοχωρητικό ξεφτίδι Jacobin εκπληρώνουν μια παρόμοια λειτουργία ιδεολογίας κρίσης. 

40  https://www.untergrund-blättle.ch/politik/theorie/den-transformationskampf-aufnehmen-fuer-ein-kaempferisches-krisenbewusstsein-009092.html

41  https://www.konicz.info/2025/03/23/alle-werden-wagenknecht/

42  https://x.com/tkonicz/status/1995044050798612824

43  https://x.com/tkonicz/status/1995108620632002741

44  https://x.com/tkonicz/status/1995110373213536561

45  https://www.konicz.info/2024/04/19/ki-als-der-finale-automatisierungsschub/

46  https://x.com/tkonicz/status/1995107787139936504/photo/1

 

https://www.konicz.info/2025/11/30/populismus-fuer-arme/?fbclid=IwdGRzaAOZjNtjbGNrA5mMzWV4dG4DYWVtAjExAHNydGMGYXBwX2lkDDM1MDY4NTUzMTcyOAABHscutolWEgBqSQjWOZdSJVkNt3dQU2PQ-xaxbmUdX8QqLsvtzM7_DEBgxBhE_aem_83jtm9yM7x4NS4YfabjtUg&sfnsn=mo

Εισήγηση της Αντιπολεμικής Διεθνιστικής Συνέλευσης (ΥΦΑΝΕΤ 26/10/2025)

 

Εισήγηση της Αντιπολεμικής Διεθνιστικής Συνέλευσης

ΥΦΑΝΕΤ 26/10/2025

Εισαγωγή

Καταρχάς, ευχαριστούμε πολύ τις συντρόφισσες και τους συντρόφους από την πρωτοβουλία revdef για την πρόσκληση και την κατάληψη Φάμπρικα Υφανέτ για τη φιλοξενία. Θεωρούμε ότι πρόκειται για μια πρωτοβουλία μεγάλης σημασίας για την ενίσχυση των αντικρατικών, προλεταριακών διεθνιστικών θέσεων.

Εδώ και τέσσερις μήνες έχουμε συγκροτήσει την Αντιπολεμική Διεθνιστική Συνέλευση στην Αθήνα, με σκοπό την ανάδειξη της ταξικής, προλεταριακής σκοπιάς σε σχέση με την τρέχουσα παγκόσμια καπιταλιστική πολεμική πραγματικότητα, δίνοντας έμφαση στα όσα διαδραματίζονται στη Μέση Ανατολή. Είμαστε ένας ετερόκλητος πολιτικός σχηματισμός, το συνεκτικό στοιχείο του οποίου βρίσκεται στην εναντίωση σε κάθε εθνική και κρατική ιδεολογία, καθώς και στην προώθηση του ταξικού διεθνιστικού αντιπολεμικού κινήματος. Μέχρι αυτή τη στιγμή η διαδικασία μας έχει δημοσιεύσει μία αφίσα που εναντιώνεται στο συντελούμενο εθνικιστικό στρατοπεδισμό, στη γενοκτονία των Παλαιστινίων και στην προετοιμασία ολόκληρης της κοινωνίας για την ένταξή της στους διακρατικούς πολεμικούς σχεδιασμούς. Έχουμε παράξει και εκτενή λόγο για τα γεγονότα στη Δυτική Ασία, ο οποίος έχει διακινηθεί είτε διαδικτυακά, είτε σε μορφή μοιράσματος, αλλά και μέσω μικροφωνικής παρέμβασης. Τέλος, συμμετείχαμε στην γενική απεργία της 1ης του Οκτωβρίου, δημοσιεύοντας και μοιράζοντας προκήρυξη που συνέδεε το νομοσχέδιο για τη 13ωρη εργασία με την ανάδυση της πολεμικής οικονομίας, ως μορφή εμφάνισης της κρίσης αναπαραγωγής του κεφαλαίου.

Παρακάτω θα προσπαθήσουμε να απομυστικοποιήσουμε τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, χωρίζοντας την ανάλυσή μας σε τρία μέρη. Στο πρώτο μέρος θα ασχοληθούμε με τη διαδικασία ενσωμάτωσης και ομογενοποίησης του εθνικού υποκειμένου μέσα στα έθνη-κράτη, τόσο γενικά όσο και πιο ειδικά. Θα χρησιμοποιήσουμε ποικίλα ιστορικά παραδείγματα μαζικών δολοφονικών εκκαθαρίσεων στο όνομα του «έθνους», με στόχο να απομυθοποιήσουμε τις «ιδιαιτερότητες» του κράτους του Ισραήλ και της γενοκτονίας των Παλαιστινίων που συντελείται από αυτό, αντιμετωπίζοντάς τη ως εγγενές δολοφονικό χαρακτηριστικό των εθνικών κρατών πιο γενικά. Έπειτα θα εμβαθύνουμε στη διαχρονική σχέση μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστίνης, εστιάζοντας στην εξέλιξη της εκμετάλλευσης του παλαιστινιακού πληθυσμού από υποτιμημένο εργατικό δυναμικό έως πλεονάζον προλεταριάτο, μέχρι το σημείο της μαζικής του εξόντωσης. Στη συνέχεια θα αναφερθούμε στο ρόλο της Χαμάς και την παγίδα του «αντι-ιμπεριαλιστικού» στρατοπεδισμού που ενισχύει τις πατριωτικές, εθνικιστικές ψευδαισθήσεις σε βάρος της κριτικής της καπιταλιστικής ολότητας και της ταξικής συνείδησης. Τέλος, θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε τις δικές μας αντιστάσεις, αναδεικνύοντας και συγκεκριμενοποιώντας τη λογική του προλεταριακού διεθνισμού, οριοθετώντας τις δράσεις μας βάσει της πάλης των τάξεων.

Η εθνοκάθαρση ως αναγκαίος όρος ανάδυσης και συντήρησης του έθνους-κράτους

Η ανάδυση του έθνους-κράτους είναι αλληλένδετη με τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας. Προϋποθέτει την ενοποίηση των πληβειακών στρωμάτων για την οργάνωση της εκμετάλλευσής τους από τα επί μέρους εθνικά κεφάλαια, με όρους τόσο ενσωμάτωσης και αντιπροσώπευσης όσο και ιεραρχίας, αποκλεισμού και εκτοπισμού, στη βάση της εθνικής ψευδοκοινότητας, είτε αυτή ορίζεται με το δίκαιο του εδάφους ως σώμα πολιτών που γεννήθηκαν σε έναν τόπο, είτε φυλετικά, με το δίκαιο του αίματος, στις πιο αντιδραστικές εκδοχές εθνοτικού εθνικισμού. Αυτό, φυσικά, δεν είναι μια διαδικασία που σταματά στη γέννηση του έθνους-κράτους, αλλά αφορά και τη διατήρησή του όσο και την επέκτασή του, μέσα από τον τρόπο που ιεραρχεί την εκμεταλλευόμενη εργατική δύναμη και αποκλείει τους υπεράριθμους πληθυσμούς μέσα από τις εθνικές πολιτικές.

Το γνωρίζουμε αυτό πολύ καλά από την ιστορία του κράτους στο οποίο ζούμε, που ήταν και αυτό που εισήγαγε το καπιταλιστικό έθνος-κράτος στα Βαλκάνια, με τον εξαιρετικά βίαιο τρόπο της καθολικής εθνοθρησκευτικής γενοκτονίας και εκτοπισμού των μουσουλμανικών και των εβραϊκών πληθυσμών της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας, ώστε να φτιαχτεί ένα κράτος με καθαρά ελληνορθόδοξο πληθυσμό. Δεν σταμάτησε όμως εκεί, καθώς κάθε επέκταση του ελληνικού κράτους σήμαινε, με «μαλακή» ή «σκληρή» ισχύ, έναν νέο γύρο εθνοκάθαρσης· για παράδειγμα, τον δέκατο ένατο αιώνα συνεχίστηκε με την έξοδο των Τουρκοκρητικών και την ελληνοποίηση της Κρήτης. Η κατάκτηση της Μακεδονίας, της Ηπείρου και των νησιών του Αιγαίου στους Βαλκανικούς πολέμους, και μετέπειτα η Μικρασιατική Εκστρατεία, σήμαναν έναν νέο γύρο εκκαθαριστικών σφαγών εναντίον αλλοεθνών, που στη μεγάλη τους κλίμακα ολοκληρώθηκαν το 1949. Μέρος αυτής της διαδικασίας ήταν η διπλή εθνοκάθαρση που συμφωνήθηκε με την Τουρκία, με το ωραιοποιημένο όνομα «ανταλλαγή πληθυσμών», τα αντισημιτικά πογκρόμ εναντίον ιδίως των Εβραίων της Θεσσαλονίκης στον Μεσοπόλεμο, και η σιωπηλή και ηχηρή συναίνεση της τοπικής αστικής κοινωνίας στην εξόντωσή τους στη Shoah από τους Ναζί. Επίσης ο μαζικός εκτοπισμός των Τσάμηδων το 1944 και η μακροχρόνια πολιτική καταναγκαστικού εξελληνισμού των ντόπιων Σλαβομακεδόνων, με απαγόρευση της γλώσσας και του πολιτισμού τους από τον Μεσοπόλεμο, τον υποχρεωτικό εξελληνισμό τους και την εξορία όσων ανέπτυξαν το δικό τους εθνικό κίνημα του ΝΟΦ1 στο πλαίσιο του ΔΣΕ στη Γιουγκοσλαβία, με αφαίρεση ιθαγένειας και μη επαναπατρισμό τους όταν, στα πλαίσια της «εθνικής συμφιλίωσης», επέστρεψαν και ξαναπέκτησαν ιθαγένεια οι Έλληνες κομμουνιστές. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο σημαντική θέση είχε η απόπειρα εθνοκάθαρσης των Τουρκοκύπριων, στα πλαίσια των σχεδίων προσάρτησης της Κύπρου στο ελληνικό κράτος, σε συνεργασία με το ελληνοκυπριακό κράτος-κεφάλαιο, που τελικά είχε και έχει τους δικούς του αυτοτελείς στόχους. Και βέβαια, η εθνική εκκαθάριση εναντίον των πλεοναζόντων πληθυσμών για το κεφάλαιο συνεχίζεται και σήμερα, με τον πόλεμο εναντίον των μεταναστ(ρι)ών και των προσφύγων στα σύνορα, τις δολοφονίες τους και τον εγκλεισμό τους σε στρατόπεδα με ολοένα και πιο στρατιωτικοποιημένους όρους.

Φυσικά, αυτή η διαδικασία αφορά κάθε καπιταλιστικό κράτος ως μία τάση, με ποικιλία μορφών σκληρής και μαλακής ισχύος. Η Τουρκία χτίστηκε στο έδαφος των γενοκτονιών και της εθνοκάθαρσης της ύστερης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εναντίον Αρμενίων, Ασσυρίων και Ρωμιών, οι οποίες συνεχίστηκαν και από το κεμαλικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα, με σημαντική κορύφωση τη διπλή εθνοκάθαρση/ανταλλαγή πληθυσμών. Αυτή η πολιτική συνεχίστηκε να εκδηλώνεται σε όλη την ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας, με τον αιματοβαμμένο πόλεμο εναντίον του κουρδικού πληθυσμού, τα καψίματα χωριών και τη μετεγκατάσταση πληθυσμών. Ο πόλεμος αυτός, τα τελευταία χρόνια, έχει επεκταθεί και στη Συρία, ενάντια στην «Αυτόνομη Διοίκηση της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας» (ΑΔΒΑΣ) στο πλαίσιο δημιουργίας μιας ευρύτερης ζώνης επιρροής από την Τουρκία στο όνομα της προστασίας των Σουνιτών Αράβων, οι οποίοι, ταυτόχρονα, σε μεγάλο τους μέρος, συγκεντρώνονται στην Τουρκία ως προσφυγικός πληθυσμός υπεράριθμων προλετάριων που υφίστανται πογκρόμ και κάθε είδους διώξεις. Όπως επίσης, διωγμούς, εκτοπισμούς και βίαιες επιθέσεις έχουν δεχτεί Άραβες, Γιεζίντι και Ασσύριοι και από κουρδικές εθνικιστικές δυνάμεις εντός του ημικρατικού μορφώματος της ΑΔΒΑΣ.

Ένα ακόμη οικείο παράδειγμα είναι η Σερβία, λόγω και της ελληνικής συμμετοχής στη γενοκτονία των Βόσνιων Μουσουλμάνων στη Σρεμπρένιτσα και της στενής συνεργασίας του ελληνικού κεφαλαίου με το σερβικό του Μιλόσεβιτς, με τρόπο βέβαια που δεν διατάρασσε την παράλληλη συμμαχία της Ελλάδας με τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη και τις ΗΠΑ, οι οποίες έκαναν για τους δικούς τους ιμπεριαλιστικούς λόγους πόλεμο απέναντι στη Σερβία. Εδώ βλέπουμε και την πρώτη, στην ουσία, επαναφορά του γενοκτονικού πολέμου μεγάλης κλίμακας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, εντός της Ευρώπης. Η αιτία ήταν η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, λόγω κατ’ αρχάς του μεγαλοσερβισμού αλλά και των άλλων εθνικισμών — ιδίως του κροατικού — με την υποδαύλιση, φυσικά, του αμερικανικού και του ρωσικού ιμπεριαλισμού.

Αυτό που συμπεραίνουμε είναι ότι, σε κάθε περίπτωση, η εθνοκάθαρση είναι μια συνεχής διαδικασία για την εθνική αναπαραγωγή του κεφαλαίου και, σε κάθε στιγμή, σε περιόδους κρίσης μπορεί να επανέλθει σε νέα, οξυμένη μορφή, επαναφέροντας παλιές αντιθέσεις, αναχαράσσοντας τα σύνορα ή κλιμακώνοντας έναν ήδη υφιστάμενο και συνεχιζόμενο πόλεμο μαζικών σφαγών και εκτοπισμού εδώ και δεκαετίες, όπως στο παράδειγμα του ισραηλινού κράτους απέναντι στον παλαιστινιακό πληθυσμό, που το τελευταίο διάστημα έχει λάβει διαστάσεις γενοκτονίας. Ο μιλιταρισμός και ο πόλεμος είναι τρόποι συσσώρευσης και επιβολής της εξουσίας του κεφαλαίου επί της εργασίας, μέσω της απαξίωσης και της καταστροφής σταθερού αλλά και μεταβλητού κεφαλαίου: των πλεοναζόντων προλετάριων που γίνονται κρέας για κανόνια.

Σήμερα, που το κεφάλαιο βρίσκεται σε περίοδο αναδιάρθρωσης και μεταβαίνει διαρκώς από τη μία κρίση στην άλλη, βλέπουμε τα κράτη να στρατιωτικοποιούν τις οικονομίες τους. Οι πολεμικές βιομηχανίες επιδιώκουν να καλύψουν τα χαμένα κέρδη άλλων βιομηχανικών κλάδων με αύξηση του εμπορίου όπλων, ενώ η επίκληση της εθνικής ασφάλειας και του «εξωτερικού εχθρού» γίνονται το ιδανικό πρόσχημα για τη μείωση του άμεσου και του έμμεσου μισθού με πολλαπλούς τρόπους: από τη σταθερή μείωση των δαπανών για επιδόματα, υγεία και κοινωνικές υπηρεσίες, την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, μέχρι τις αυξήσεις μισθών που υπολείπονται του πληθωρισμού. Η άνοδος του πληθωρισμού είναι μια από τις βασικές μορφές με τις οποίες εκφράστηκε τα προηγούμενα χρόνια η κρίση αναπαραγωγής του κεφαλαίου, όπως άλλωστε και η ανάδυση της πολεμικής οικονομίας, η οποία τον επέτεινε ακόμα περισσότερο. Αφενός, λειτουργεί προς την υποτίμηση της εργασιακής δύναμης, και αφετέρου αποτελεί πεδίο υψηλής κερδοφορίας για τμήματα του κεφαλαίου αλλά και αυξημένων εσόδων για το ίδιο το κράτος μέσω του φορολογικού και προσοδικού μηχανισμού του.

Στην Ελλάδα, το 13ωρο, τα pushbacks και η ποινικοποίηση των μεταναστ(ρι)ών, παράλληλα με την όξυνση του διοικητικού εγκλεισμού τους σε στρατόπεδα, την αυστηροποίηση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας και την όξυνση της καταστολής των αρνήσεών της, όπως εκφράζεται μέσα από τις μαζικές αιτήσεις για απαλλαγή Ι5 — τα λεγόμενα «τρελόχαρτα» — αποτελούν ήδη μια συνεχή διαδικασία πολεμικής προετοιμασίας, είτε αφορά τη διαμάχη με την Τουρκία για τα θαλάσσια σύνορα είτε πιο μακρινά πολεμικά πεδία για τα συμφέροντα του ελληνικού κεφαλαίου.

Η παγκόσμια κλιμάκωση των πολεμικών συγκρούσεων, στο έδαφος της κρίσης, της στρατιωτικοποίησης των οικονομιών και της ανόδου μορφών προστατευτισμού, καθώς και μιας νέας «ιμπεριαλιστικής» περιόδου, ξεγυμνώνει σε όλο τον πλανήτη το γενοκτονικό πρόσωπο του κεφαλαίου, με αιχμή τη Γάζα, το Σουδάν, το Κονγκό αλλά και τις εκατόμβες στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο. Η διάκριση ανάμεσα σε αμάχους και στρατευμένους χρησιμοποιείται από τον κρατικό λόγο για την απαξίωση της ζωής των εκατοντάδων χιλιάδων φαντάρων που πεθαίνουν, λες και έχουν επιλογή.

Η γενοκτονία, λοιπόν, των Παλαιστινίων από το Ισραήλ δεν κλιμακώνεται τώρα λόγω κάποιας μυθικής ιδιαιτερότητας και εξαιρετικότητας του σιωνισμού, όπως ισχυρίζονται οι εθνικιστές που υποστηρίζουν ιμπεριαλιστικά στρατόπεδα, αλλά ως μέρος της κλιμάκωσης των στρατιωτικών αντιπαραθέσεων παγκόσμια και της εντατικοποίησης της εκκαθάρισης πλεοναζόντων πληθυσμών από τα κράτη. Ειδικότερα στο Ισραήλ, εκδηλώνεται αυτό το φαινόμενο ως μόνιμη οικονομική κρίση και φτωχοποίηση μεγάλου μέρους του ισραηλινού προλεταριάτου, σε μια οικονομία που είναι ήδη στρατιωτικοποιημένη, οπότε το γρήγορο πέρασμα σε μια συνθήκη διαρκούς πολέμου μεγάλης κλίμακας για μεγάλο χρονικό διάστημα είναι το προσφορότερο μέσο για να αποκατασταθεί το κύκλωμα αναπαραγωγής του κεφαλαίου και να διασφαλιστεί η πολιτική πειθαρχία, αλλά και η κυβερνητική σταθερότητα του ακροδεξιού πολιτικού προσωπικού, που πριν τον γενοκτονικό πόλεμο απειλούνταν από μια πολιτική κρίση, μέσα στην οποία με στρεβλό τρόπο εκδηλωνόταν και μεγάλο μέρος της ταξικής δυσαρέσκειας του πολυεθνικού προλεταριάτου της ισραηλινής κοινωνίας.

Πέρα από τα ειδικά συμφέροντα του ισραηλινού κεφαλαίου, η γενοκτονία των Παλαιστινίων και η απόπειρα εξάλειψης της Χαμάς και των συμμάχων της εντάσσονται στην ευρύτερη στρατηγική του «δυτικού» ιμπεριαλιστικού μπλοκ στη Μέση Ανατολή. Δεν πρόκειται για την εφαρμογή ενός προκαθορισμένου και αμετάβλητου «σχεδίου», αλλά για μια στρατηγική που διαρκώς αναπροσαρμόζεται μέσα στις αντιφάσεις της συγκυρίας, καθώς αναζητείται τρόπος διαχείρισης για την κρίση αναπαραγωγής του κεφαλαίου και του οξυμένου ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού που αυτή συνεπάγεται σε έναν πολυπολικό κόσμο. Στην παρούσα συγκυρία, η αποδυνάμωση και ελαχιστοποίηση της επιχειρησιακής δυνατότητας της Χεζμπολάχ, ο εξοβελισμός των ιρανικών πολιτοφυλακών από τη Συρία και η απομάκρυνση ενός βασικού εχθρού τους, του Άσαντ και του καθεστώτος του αποτελούν πλευρές της απόπειρας εξάλειψης του περιφερειακού ιμπεριαλιστικού μπλοκ που αποκαλείται «Άξονας της Αντίστασης», η οποία ωστόσο απαιτεί την ανατροπή του καθεστώτος των Ανσάρ Αλλάχ, γνωστών ως Χούθι, στην Υεμένη και την αποσταθεροποίηση του Ιράν. Στόχος δεν είναι μόνο η αποκατάσταση της ασφάλειας των εμπορικών δρόμων και της απρόσκοπτης κυκλοφορίας του κεφαλαίου που έχει διαταραχτεί σοβαρά από τις επιθέσεις των Χούθι στα εμπορικά πλοία που διέρχονται από το εξαιρετικά στρατηγικής σημασίας Στενό του Μπαμπ Αλ-Μαντέμπ, πέρασμα από το οποίο διέρχεται περίπου το 12% του παγκόσμιου εμπορίου. Βασικό επίδικο είναι η εγκαθίδρυση μιας περιφερειακής τάξης πραγμάτων που θα εξασφαλίζει την πρωτοκαθεδρία του «δυτικού» ιμπεριαλιστικού μπλοκ σε έναν κατακερματισμένο και ολοένα πιο ανταγωνιστικό καπιταλιστικό κόσμο, έναντι της απειλής από την πλευρά του «ευρασιατικού» μπλοκ.

Σαφώς, βέβαια, το Ισραήλ ως περιφερειακή ιμπεριαλιστική δύναμη δεν δουλεύει μόνο με τις ΗΠΑ. Διατηρεί προνομιακές σχέσεις και με τη Ρωσία, η οποία θέλει κι αυτή την αποδυνάμωση του Ιράν, ώστε αυτό να καταστεί πιο εξαρτημένο από αυτήν, αλλά και να ενισχύσει συνολικά την επιρροή της ως διαμεσολαβητής και δύναμη εμπιστοσύνης μεταξύ των δυσαρεστημένων από το «δυτικό μπλοκ», όπως κάνει και στη Βόρεια Αφρική. Δηλαδή φιλοδοξεί να πάρει μερίδιο από τη νέα πίτα που θα διαμορφωθεί στο πλαίσιο ενός πολυπολικού ιμπεριαλισμού και, βέβαια, ανταγωνιστικά με τις ΗΠΑ. Το Ισραήλ επίσης διατηρεί προνομιακή συνεργασία με την Κίνα, με ανταλλαγές στρατιωτικής τεχνολογίας αλλά και εξασφαλίζοντάς της πρόσβαση σε λιμάνια που ελέγχει. Με την Κίνα το δένει το κοινό συμφέρον της αποδυνάμωσης των αναθεωρητικών σουνιτικών πολιτικών δυνάμεων, όπως είναι και η Χαμάς και ο παντουρκισμός, καθώς και η ίδια αντιμετωπίζει τον Ουιγουρικό ισλαμικό εθνικισμό στην επαρχία Σινγιάνγκ και απαντά με μια επίσης γενοκτονική πολιτική που αντλεί «μαθήματα» από τη γενοκτονία των Παλαιστινίων. Άλλωστε, ο ανταγωνισμός μεταξύ καπιταλιστικών κρατών και ιμπεριαλιστικών μπλοκ δεν αναιρεί την οικονομική, πολιτική ή ακόμα και στρατιωτική συνεργασία μεταξύ τους. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι ΗΠΑ ενίσχυαν στρατιωτικά τόσο το Ιράν όσο και το Ιράκ τη δεκαετία του 1980, ενώ το Ισραήλ συνέχιζε να πουλά όπλα στο Ιράν ακόμα και μετά την άνοδο του Χομεϊνί στην εξουσία, μέχρι και το 1987.

Επίσης, για να πάμε και στα καθ’ ημάς, σημαντική είναι και η «λυκοσυμμαχία» με την Ελλάδα, που επιδιώκει, μέσα από τη στρατηγική σύμπλευση με το Ισραήλ, τον υποσκελισμό της Τουρκίας, την ικανοποίηση των ιμπεριαλιστικών της σχεδίων για τη μεγάλη ΑΟΖ που ελέγχει την Ανατολική Μεσόγειο και την απόκτηση ισχυρότερης θέσης στους παγκόσμιους εμπορικούς δρόμους.

 

Οι Παλαιστίνιοι της Γάζας ως πλεονάζον προλεταριάτο, οι εποικισμοί και οι πολλαπλές όψεις του αντιπαλαιστινιακού ρατσισμού

Μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967, το κράτος του Ισραήλ κατέλαβε τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα αποκτώντας πρόσβαση στην εκμετάλλευση του παλαιστινιακού εργατικού δυναμικού, με όρους ιεραρχίας, αποκλεισμού και εκτοπισμού αλλά και μερικής ενσωμάτωσης και αντιπροσώπευσης. Οι Παλαιστίνιοι αντιμετωπίστηκαν ως εργάτες με περιορισμένα έως και καθόλου δικαιώματα, η εκμετάλλευση των οποίων χτίστηκε πάνω στην εργασιακή τους επισφάλεια. Με αυτόν τον τρόπο κατάφερε να διατηρηθεί η κερδοφορία του ισραηλινού κεφαλαίου παρακάμπτοντας προσωρινά την πίεση που δέχονταν από το ισχυρό οργανωμένο εβραϊκό εργατικό κίνημα. Η κατοχή λοιπόν δεν ήταν αμιγώς στρατιωτική, αλλά αποτέλεσε εργαλείο αναδιάρθρωσης της ισραηλινής καπιταλιστικής παραγωγής. Πάνω σε αυτή τη λογική, η εποικιστική πολιτική απέκτησε τη δική της δυναμική από το ισραηλινό κράτος και κεφάλαιο, επεκτείνοντας τους εποικισμούς ως «δημόσια έργα» και επενδύοντας σε στρατιωτικές και οικιστικές υποδομές. Η παραπάνω διαδικασία ανανέωσε την καπιταλιστική συσσώρευση, καθώς τόσο ο στρατός όσο και οι έποικοι αύξησαν τη ζήτηση για εργασία, κατασκευές και παροχή υπηρεσιών. Ωφελημένοι βγήκαν και οι μεγαλοεργολάβοι, καθώς ήταν αυτοί που ανέλαβαν την πραγματοποίηση των παραπάνω.

Οι εποικισμοί στη Δυτική Όχθη αποτέλεσαν επίσης ένα μέσο άμβλυνσης του ταξικού ανταγωνισμού εντός του Ισραήλ, καθώς ένα μεγάλο κομμάτι των εποίκων δεν ήταν φανατικοί θρησκευόμενοι, αλλά φτωχοί και περιθωριοποιημένοι Ισραηλινοί που δυσκολεύονταν να επιβιώσουν στα αστικά κέντρα. Τα κίνητρα ήταν τόσο οικονομικά όσο και ιδεολογικά. Από τη μία, οι φτηνές στέγες στις εποικισμένες περιοχές, οι επιδοτήσεις και οι φοροαπαλλαγές καθώς και η εύρεση εργασίας μέσω των κρατικών έργων στις περιοχές αυτές αποτέλεσε ισχυρό κίνητρο για μετακίνηση. Από την άλλη, η υπόσχεση της «κοινωνικής ανόδου» και της απόκτησης κάποιας «ιδιοκτησίας» συμπλήρωνε με ιδεολογικό τρόπο το οικονομικό σκέλος. Με αυτόν τον τρόπο αποσπάστηκε σε μεγάλο βαθμό η κοινωνική συναίνεση των εποίκων στα όσα διαδραματίζονταν, μετατρέποντάς τους σε ζωντανές ασπίδες του ισραηλινού κράτους απέναντι στους εκμεταλλευόμενους Παλαιστινίους.

Τη δεκαετία του 1980 σχεδόν 45% του πληθυσμού της Γάζας εργαζόταν στο Ισραήλ σε χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας χωρίς εργασιακά δικαιώματα. Στερείτο πλήρως της προστασίας που είχε παραχωρηθεί στην ισραηλινή εργατική τάξη και είχε το καθεστώς του εφεδρικού στρατού φτηνής εργασιακής δύναμης. Μέσα στη δεκαετία του 1990 οι Παλαιστίνιοι εργάτες άρχισαν όλο και περισσότερο να αντικαθίστανται από μετανάστες από την Ταϊλάνδη, τις Φιλιππίνες και τη Ρουμανία, που αποτελούν το πιο υποτιμημένο σήμερα κομμάτι της εργασιακής δύναμης στο Ισραήλ καθώς συχνά  αμείβονται χαμηλότερα και από τους Παλαιστίνιους. Από το 2007 με τον πλήρη αποκλεισμό της Γάζας από το Ισραήλ και την Αίγυπτο, και την εφαρμογή ενός καθεστώτος πολιορκίας, και μέχρι την 7η Οκτωβρίου του 2023 ο αριθμός των κατοίκων της Γάζας που εργάζονταν στο Ισραήλ περιορίστηκε σε μόλις 3,5% του εργαζόμενου πληθυσμού. Η ίδια η οικονομία της Γάζας υπέστη τεράστιο πλήγμα, εφόσον εισαγωγές και εξαγωγές μπορούσαν να γίνονται μόνο παράνομα μέσω των τούνελ στα σύνορα με την Αίγυπτο με αποτέλεσμα το ποσοστό ανεργίας να ανέρχεται σε περίπου 50% και σχεδόν τον μισό πληθυσμό της Γάζας να εξαρτάται αποκλειστικά για την επιβίωσή του από τα προγράμματα «ανθρωπιστικής» βοήθειας. Είναι σαφές ότι πρόκειται για ένα απολύτως αναλώσιμο, πλεονάζον προλεταριάτο τόσο ως προς την ισραηλινή οικονομία όσο και από τη σκοπιά της επιβολής της «εθνικής καθαρότητας» στην περιοχή. Σε αυτή τη βάση έχει αναπτυχθεί ένας ακραίος ρατσισμός εναντίον του παλαιστινιακού πληθυσμού της Γάζας εντός της ισραηλινής κοινωνίας που φτάνει στην απανθρωποποίηση. Οι Παλαιστίνιοι χαρακτηρίζονται «ανθρώπινα κτήνη» ενώ ακόμα και ο πρόεδρος του Ισραήλ που προέρχεται από το Εργατικό Κόμμα είπε ότι στη Γάζα «δεν υπάρχουν αθώοι». Αυτή η εθνικιστική κρατική ιδεολογία εξυπηρετεί επιπλέον τη νομιμοποίηση της σφαγής και του πολέμου στην ισραηλινή κοινωνία, χτίζει το αμυντικό αφήγημα που χρειάζεται το κράτος του Ισραήλ για να δικαιολογήσει μια πολεμική επίθεση στην Γάζα και εκφράζει τις εδαφικές βλέψεις του ισραηλινού επεκτατισμού.

Ωστόσο, αντιπαλαιστινιακός ρατσισμός υπάρχει και σε πολλές αραβικές χώρες. Δεδομένου ότι οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες στη μεγάλη τους πλειοψηφία έμειναν χωρίς χαρτιά και παρέμειναν απάτριδες στα γειτονικά αραβικά κράτη, όντας συχνά αποκλεισμένοι εντός των προσφυγικών καταυλισμών και χωρίς να διαθέτουν καμία ελευθερία μετακίνησης, αντιμετωπίζονται εκεί ως παρείσακτοι, ως βάρος για την τοπική οικονομία και ως «ξένο σώμα» απέναντι στον ντόπιο πληθυσμό, όπως άλλωστε συμβαίνει σήμερα στους πρόσφυγες σε ολόκληρο τον κόσμο, λειτουργώντας ως αποδιοπομπαίοι τράγοι για τα κοινωνικά δεινά. Επιπλέον, θεωρούνται δύναμη αποσταθεροποίησης, καθώς η μερίδα του παλαιστινιακού προσφυγικού πληθυσμού που οργανώθηκε και ριζοσπαστικοποιήθηκε πολιτικά ενεπλάκη σε ένοπλες συγκρούσεις με τις δυνάμεις της τάξης (κατά τον «Μαύρο Σεπτέμβρη» στην Ιορδανία), συμμετείχε στον εμφύλιο πόλεμο του Λιβάνου και στήριξε το Ιράκ κατά την εισβολή στο Κουβέιτ (με αποτέλεσμα τον καθολικό εκτοπισμό 300 έως 400 χιλιάδων Παλαιστινίων από το Κουβέιτ μετά το 1991 και την επιβολή αυστηρών περιορισμών στη μετανάστευση στα υπόλοιπα κράτη του Κόλπου). Οι Παλαιστίνιοι προλετάριοι αντιμετωπίστηκαν εξαρχής και εν συνόλω ως πιόνια και όχι ως άνθρωποι στη διπλωματική και στρατιωτική σκακιέρα της Μέσης Ανατολής από τη μεριά των αραβικών κρατών.

Στην Ευρώπη και, ευρύτερα, στον «δυτικό» κόσμο έχει τα τελευταία χρόνια ενισχυθεί ο αντιπαλαιστινιακός ρατσισμός, ως εκδοχή του ευρύτερου ρατσισμού εναντίον των μουσουλμάνων, που τα τελευταία χρόνια προωθούν συστηματικά τόσο οι ακροδεξιές θεωρίες περί «μεγάλης αντικατάστασης» όσο και ο ηθικός πανικός που καλλιεργείται συνολικά από τις κυβερνήσεις –σοσιαλδημοκρατικές και δεξιές– απέναντι στην είσοδο μουσουλμάνων μεταναστών και προσφύγων. Έτσι, η δυσαρέσκεια για το επιδεινούμενο βιοτικό επίπεδο καναλιζάρεται προς τα πιο αδύναμα και περιθωριοποιημένα κομμάτια της τάξης μας προκειμένου η οργή να στραφεί μακριά από τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Το Ισραήλ προβάλλεται σε αυτές τις άθλιες ρατσιστικές αφηγήσεις ως προμαχώνας του «δυτικού πολιτισμού» έναντι της «ισλαμικής βαρβαρότητας». Φαίνεται παράδοξο διότι η ακροδεξιά ρητορική που αποδίδει στην «ελίτ της παγκοσμιοποίησης» τα σχέδια περί της «αντικατάστασης του πληθυσμού» είναι ταυτοχρόνως δομικά αντισημιτική. Από την άλλη μεριά, η αλληλεγγύη στους Παλαιστίνιους που έχει επίσης ενισχυθεί εντός των πιο προοδευτικών κοινωνικών κομματιών, συχνά δεν έχει ένα ταξικό περιεχόμενο αλλά αρθρώνεται στη βάση μιας αντιδραστικής εν τέλει μυθολογίας περί του επαναστατικού χαρακτήρα της δράσης της Χαμάς και των συνεργαζόμενων με αυτήν οργανώσεων, που στην πραγματικότητα εκφράζουν εθνικιστικές και καπιταλιστικές πολιτικές καταπίεσης συχνά σε στενή σύνδεση με μια κρατική θρησκευτική ιδεολογία. Είδαμε ότι αυτή η θέση εξελίχθηκε ακόμα παραπέρα με την ανοιχτή στήριξη κρατών όπως το Ιράν και η Ρωσία, δηλαδή τη στήριξη ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου. Όσον αφορά τη Χαμάς δεν τίθεται αμφιβολία ότι αποτελεί το πολιτικό προσωπικό μιας μερίδας της άρχουσας τάξης των Παλαιστινίων που ασκούσε εξουσία στη Γάζα. Ως τέτοια, συμμετείχε στην εκμετάλλευση των Παλαιστίνιων προλετάριων τόσο ως εργασιακής δύναμης –μέσω της επιβολής φόρων και δασμών στο εμπόριο που πραγματοποιείτο μέσω των τούνελ– όσο και μέσω της άντλησης προσόδων από τη διαχείριση της «ανθρωπιστικής βοήθειας» για τη σίτιση του πληθυσμού και της οικονομικής ενίσχυσης από το Ιράν και το Κατάρ. Η Χαμάς και οι συνεργαζόμενες οργανώσεις έχουν το μονοπώλιο της βίας και των όπλων σε αντίθεση με οποιοδήποτε είδος ταξικής επαναστατικής βίας. Αντιθέτως, ο πληθυσμός της Γάζας είναι στη μεγάλη του πλειοψηφία στην κατάσταση του απολύτως αναλώσιμου πλεονάζοντος προλεταριάτου, δηλαδή κρέας για τα κανονιά.

 

Η Χαμάς και η παγίδα του «αντι-ιμπεριαλιστικού» στρατοπεδισμού

Σε αυτή τη βάση, η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου από τη Χαμάς και τις συνεργαζόμενες με αυτήν οργανώσεις στο Ισραήλ ήταν μια πολεμική ενέργεια της μέχρι πρότινος ντε φάκτο κρατικής εξουσίας στη Γάζα. Δεν ήταν αντιστασιακή ενέργεια κάποιου κινήματος, ούτε είχε προλεταριακό ή επαναστατικό χαρακτήρα. Δεν μπορεί να αποτελεί πρότυπο και πυξίδα των προλεταριακών αγώνων. Στόχος της ήταν πρωτίστως να ανατρέψει το σκηνικό που διαμορφωνόταν από τις Συμφωνίες του Αβραάμ και να μεταβάλει τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς στη Μέση Ανατολή. Δευτερευόντως, εξυπηρέτησε προσωρινά την επίλυση εσωτερικών ζητημάτων νομιμοποίησης της εξουσίας της Χαμάς στη Γάζα – όπως έδειξαν οι πρόσφατες μαζικές διαδηλώσεις εναντίον της. Εκ του αποτελέσματος, δηλαδή της συντριπτικά απάνθρωπης απάντησης του κράτους του Ισραήλ, η επίθεση δεν υπηρέτησε –ούτε και θα μπορούσε άλλωστε– τα συμφέροντα και τις ανάγκες του παλαιστινιακού πληθυσμού, που ήδη ζούσε σε συνθήκες απαρτχάιντ και εκτοπισμού από το ισραηλινό κράτος. Στόχευσε και αυτή εξίσου στρατιωτικούς και μη στρατιωτικούς στόχους, και επιχείρησε να τρομοκρατήσει τον αντίπαλο πληθυσμό, όπως κάθε κρατική στρατιωτική ενέργεια, παρότι σε πολύ μικρότερη κλίμακα. Ωστόσο, η λογιστική των πτωμάτων και η σύγκριση των σφαγών είναι ξένη προς κάθε προλεταριακή σκοπιά. Η συντριπτική πλειοψηφία των νεκρών του καπιταλιστικού πολέμου είναι δικοί μας νεκροί.

Το γεγονός ότι η Χαμάς δεν ασκούσε εξουσία εντός ενός ολοκληρωμένου, ανεξάρτητου έθνους-κράτους δεν διαφοροποιεί το περιεχόμενο της δράσης της. Εξάλλου, ο ίδιος ο στόχος της εθνικής απελευθέρωσης δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να σημαίνει τίποτα άλλο παρά τη δημιουργία ενός καπιταλιστικού κράτους, με τη βοήθεια και την έγκριση άλλων κρατών και ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, το οποίο θα ενταχθεί στην ιεραρχία του διεθνούς συστήματος κρατών και στην καπιταλιστική διεθνή αγορά. Αυτό καθιστά αδύνατο να αποτελέσουν απειλή για τη διεθνή καπιταλιστική τάξη τα εθνικοαπελευθερωτικά μέτωπα. Η χειραφέτηση δεν είναι εθνικό αλλά ταξικό ζήτημα και απαιτεί για τη λύση του τον συνδυασμένο και ταυτόχρονο αγώνα του προλεταριάτου ενάντια σε κεφάλαιο και κράτη σε διεθνές επίπεδο. Όπως ακριβώς το αίτημα της ισότητας μεταξύ των τάξεων είναι μια φενάκη χωρίς νόημα εντός ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού έτσι και η ισότητα μεταξύ των εθνών είναι μια φενάκη χωρίς νόημα εντός του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος εθνών-κρατών. Το μόνο ορθολογικό περιεχόμενο που μπορεί να αποκτήσει το αίτημα της ισότητας και της χειραφέτησης είναι η κατάργηση των ταξικών και εθνικών διαχωρισμών. Διαφορετικά, η εκμετάλλευση και η καταπίεση δεν καταργούνται αλλά επαναφέρονται εντός ενός νέου πλαισίου, όπως έχει δείξει η ιστορική εμπειρία σε όλα τα εθνικά κράτη που απελευθερώθηκαν από τις αυτοκρατορίες ή την αποικιοκρατία.

Για αυτό και το συνειδητοποιημένο προλεταριακό ταξικό κίνημα δεν θέτει ποτέ αίτημα «δημιουργίας νέων κρατών». Δεν ζητάει «Λευτεριά στην Παλαιστίνη» ή «Λευτεριά στο Κουρδιστάν» και δεν κατεβαίνει με εθνικές σημαίες. Άλλωστε η αναγνώριση παλαιστινιακού κράτους είναι ήδη υπόθεση της εξωτερικής πολιτικής και των διεθνών σχέσεων, δηλαδή των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών ένα σωρό κρατών και των ηγετών τους παγκόσμια, από τον Μακρόν ως τον Σι Τζίνπινγκ.

Η ενίσχυση της Χαμάς στην Παλαιστίνη, του θρησκευτικού σιωνισμού στο Ισραήλ, του ινδουιστικού αυταρχικού καστισμού στην Ινδία, του προτεσταντικού ευαγγελικού φονταμενταλισμού και του αμερικανικού εξαιρετισμού2 στις ΗΠΑ είναι κομμάτι μιας ευρύτερης ανόδου ενός ορθολογικά οργανωμένου ανορθολογισμού, ενός νεορομαντισμού που αντιστοιχεί ιδεολογικά ακριβώς στην πολεμική προετοιμασία και στη στροφή των κρατών στον προστατευτικό μιλιταρισμό, εδραιώνοντας παγκόσμια την ηγεμονία μεταφασιστικών ρευμάτων εντός της πολιτικής μορφής της καπιταλιστικής δημοκρατίας. Ο νεορομαντισμός αφορά ακριβώς τη σύνδεση ενός αντιδραστικού υποκειμενικού ιδεαλισμού με την αντιδραστική τεχνοκρατία, όπου πλέον η τεχνολογία και ο στρατός ερμηνεύονται σαν εξωτερίκευση της μεταφυσικής δύναμης της φυλής, του έθνους, της θρησκευτικής κοινότητας.

Η alt-right και η μιμιδιακή3 κουλτούρα ενσωματώνουν και διαδίδουν κάθε είδους νεοαρχαϊσμό και προσηλυτίζουν μεγάλες μερίδες του πληθυσμού σε αυτά τα αντιδραστικά cult4 μέσω των κοινωνικών δικτύων και της τεχνητής νοημοσύνης. Η ορθολογικά οργανωμένη ανορθολογικότητα του νεορομαντισμού σχετίζεται ακριβώς με το φαινόμενο ότι βλέπουμε να αναβιώνουν σε high-tech περιβάλλον επιταχυντισμού οι πιο ακραίες θεωρίες συνομωσίας, ψευδοβιολογικές φυλετικές θεωρίες και πατριαρχικοί μύθοι. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που είδαμε με μεγάλη οξύτητα στους φασισμούς και τον ναζισμό του Μεσοπολέμου, και το οποίο επανεμφανίζεται σήμερα, ως φάρσα μεν, αλλά μια εξαιρετικά επικίνδυνη φάρσα. Πρόκειται για μια φάρσα που προωθεί από τα κάτω τη μιλιταριστική ιδεολογία, την ταύτιση των υπηκόων με την ισχύ του κράτους τους και τη θυσία, όχι μόνο του μάχιμου αλλά και του άμαχου πληθυσμού, ως κρέας για τα κανόνια. Σε έναν πόλεμο που, της τελευταίες δεκαετίες, γίνεται όλο και πιο ολοκληρωτικός, ισοπεδώνοντας πόλεις και οικισμούς, εξοντώνοντας τους κατοίκους τους. Αυτή η τομή ξεκινά με το Γκρόζνι, στον γενοκτονικό πόλεμο της Ρωσίας κατά των Τσετσένων το 1999-2000, και κορυφώνεται σήμερα στη γενοκτονία των Παλαιστινίων της Γάζας.

Να προτάξουμε τον προλεταριακό διεθνισμό, να οξύνουμε τον ταξικό πόλεμο

Από τη δική μας διεθνιστική, προλεταριακή σκοπιά στόχος πρέπει να είναι η ανάπτυξη των ταξικών αγώνων ενάντια σε κράτος και κεφάλαιο σε κάθε περιοχή του πλανήτη. Αγώνες που εμπεριέχουν ως αναπόσπαστο στοιχείο τους την εναντίωση στην πολεμική σφαγή, την απαξίωση και την πειθάρχηση του προλεταριάτου. Αν ο καπιταλιστικός πόλεμος και η γενοκτονία είναι το αποκορύφωμα της επίθεσης του κεφαλαίου στο προλεταριάτο, σε βαθμό που εξαλείφει τη φυσική του ύπαρξη, η ισχυρότερη κριτική σε αυτόν είναι η ριζοσπαστική ανάπτυξη των ταξικών αγώνων μέχρι αυτοί να λάβουν την ανοιχτή μορφή του πολέμου τάξης εναντίον τάξης, του αγώνα ενάντια στη μισθωτή εργασία και την κοινωνία του εμπορεύματος και του θεάματος και του σαμποτάζ σε κάθε κρατικό στρατό. Μια τέτοια κατεύθυνση βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με ένα «αντιπολεμικό κίνημα» που παραμένει διαχωρισμένο από τον συνολικό αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο και το κράτος. Ένα κίνημα που συχνά περιορίζεται στο επίπεδο μιας ακόμα καμπάνιας, το οποίο δεν αναφέρεται στην προλεταριακή διεθνιστική αλληλεγγύη, αλλά σε μια θολή «διεθνιστική» έννοια «αλληλεγγύης μεταξύ των λαών», η οποία, στην καλή περίπτωση έχει ανθρωπιστικό χαρακτήρα και στη χειρότερη καταλήγει σε στήριξη ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου.

Σε αυτό το πλαίσιο, ενισχύουμε τις κινητοποιήσεις ενάντια στον εφοδιασμό της ισραηλινής και κάθε άλλης πολεμικής μηχανής, στα λιμάνια, τους σιδηροδρόμους και οπουδήποτε αλλού και προωθούμε εντός τους τις ταξικές, διεθνιστικές θέσεις ώστε να απωλέσουν τον συμβολικό-θεαματικό χαρακτήρα που συχνά αποκτούν στα πλαίσια του αριστερίστικου ακτιβισμού, ο οποίος τις βλέπει ως μια ακόμη καμπάνια. Τα καλέσματα των σωματείων των εργαζομένων του λιμανιού του Πειραιά, της Γένοβας5 και των ναυτεργατών ενάντια στη μεταφορά στρατιωτικών φορτίων, ανεξάρτητα από το αν η ιδεολογία των διοργανωτών αναπαράγει αριστερά πατριωτικά και «στρατοπεδικά» στοιχεία, ως περιεχόμενο είναι μια εξαιρετική πράξη σαμποτάζ στον κρατικό πόλεμο. Ειδικά τα σωματεία της Γένοβας με τον ταξικό διεθνιστικό τους λόγο, δείχνουν τον δρόμο.

Επίσης, στηρίζουμε τις κινητοποιήσεις ενάντια στα στρατιωτικά ερευνητικά προγράμματα που πραγματοποιούνται από πανεπιστήμια, καθώς πρόκειται για πολιτικές πρακτικές που συμβάλλουν στο σαμποτάζ των κρατικών στρατών, ακόμα κι αν δεν συμφωνούμε πλήρως με τον λόγο όλων των σωματείων και των ομάδων που εμπλέκονται σε αυτές. Σαφώς είναι πρόβλημα όταν κάποιοι συμμετέχοντες εναντιώνονται επιλεκτικά σε κάποιους στρατούς και στηρίζουν κάποιους άλλους. Ωστόσο, αυτό δεν είναι λόγος να μην στηρίζουμε το σαμποτάζ αυτών των στρατιωτικών οργανισμών. Αντίθετα είναι λόγος να επιχειρούμε την επέκταση της κριτικής και της δράσης ενάντια σε όλους τους στρατούς, όποτε υπάρχει η δυνατότητα, ή και να αναδεικνύουμε τις φωνές εκείνων που το κάνουν. Ταυτόχρονα, επειδή, όπως έλεγε ο διεθνιστής κομμουνιστής Καρλ Λίμπκνεχτ, «ο εχθρός είναι πρώτα στην ίδια μας τη χώρα», δίνουμε ιδιαίτερη έμφαση στο σαμποτάζ ερευνών που ενισχύουν το σημαντικότερο εργαλείο ελέγχου και καταστολής του πολυεθνικού προλεταριάτου στον τόπο που ζούμε, που δεν είναι άλλος από τον ελληνικό στρατό, την ελληνική αστυνομία και την ελληνική συνοριοφυλακή. Η ακύρωση κάθε έρευνας που αφορά την ενίσχυση αυτών των μηχανισμών αποτελεί σημαντικό πεδίο αγώνα μας.

Παράλληλα, ασκούμε καθολική και συνολική κριτική σε όλα τα κράτη και σε όλους τους εθνικισμούς. Η απάντηση στον πόλεμο των αφεντικών δεν είναι η διαχείρισή του ή η διαμεσολάβηση υπέρ της «ειρήνης», αλλά ο ταξικός πόλεμος. Γιατί τόσο η «ειρήνευση» όσο και οι πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ των εθνικών κρατών αποτελούν πτυχές της ίδιας επίθεσης του κεφαλαίου ενάντια στην παγκόσμια εργατική τάξη, στο πλαίσιο της διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης και της αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν προτιμούμε την ειρήνη από τον πόλεμο, αλλά γνωρίζουμε πως κάθε ειρήνη μεταξύ των κρατών και των αφεντικών δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια προσωρινή συμφωνία ανακωχής, που εξυπηρετεί τη συνέχιση του ταξικού πολέμου, είτε με μέσα «μαλακής ισχύος», είτε με μέσα καταναγκαστικά και στρατιωτικά. Γιατί η συσσώρευση κεφαλαίου εμπεριέχει εγγενώς τον διακρατικό ανταγωνισμό, τις νέες κρίσεις και τον ολοκληρωτικό πόλεμο. Αν σταματήσουν να πέφτουν οι βόμβες σε ένα μέρος, μετά από λίγο θα ξαναπέσουν είτε στο ίδιο μέρος, είτε λίγο παραπέρα. Αν σταματήσει μια γενοκτονία σε βάρος ενός πληθυσμού, θα συνεχιστεί εναντίον κάποιου άλλου ή θα στραφεί εναντίον ενός διαφορετικού τμήματος των εκμεταλλευόμενων. Η ταξική μας συνείδηση μας οδηγεί στην επίγνωση ότι το τέλος του πολέμου και των γενοκτονιών δεν θα έρθει μέσω «ειρηνικών διακανονισμών», αλλά μόνο μέσα από το τέλος της καπιταλιστικής κυριαρχίας και όλων των διαχωριστικών της εκφάνσεων, του κράτους, της έμφυλης καταπίεσης και του εθνικισμού.

Δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε πως ο στρατοπεδισμός έχει μετατραπεί, πέρα από μέσο κανονικοποίησης εθνικιστικών και κρατικών δυνάμεων μέσα στο εργατικό και αντιεξουσιαστικό κίνημα, και σε εργαλείο προπαγάνδας του μικρού και του μεγάλου ιδιωτικού κεφαλαίου. Συχνά, αφεντικά και επιχειρήσεις αξιοποιούν παλαιστινιακές (ιδιαίτερα έντονα το τελευταίο διάστημα λόγω της εργαλειοποίησης της γενοκτονίας), ουκρανικές, ρωσικές ή και ισραηλινές σημαίες (όπως συμβαίνει ιδίως στη Γερμανία, όπου υπάρχουν αριστερά φιλοϊσραηλινά ρεύματα), ανάλογα με τα συμφέροντά τους ή το target group στο οποίο απευθύνονται. Έτσι, προωθούν το θέαμα μιας επιλεκτικής κοινωνικής ευαισθησίας, διαμορφωμένο πάνω στις ιδεολογικές προσδοκίες των καταναλωτών, προκειμένου να πουλήσουν μια «αριστερή» ταυτότητα μαζί με τα προϊόντα τους, συγκαλύπτοντας τον εκμεταλλευτικό τους ρόλο και, πολλές φορές, την ταξική βία που έχουν ασκήσει στους εργαζόμενούς/ές τους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η συζήτηση μετατοπίζεται βολικά: από την ταξική αλληλεγγύη και την οργάνωση των εργαζομένων απέναντι στο κεφάλαιο, στη στήριξη ή την απόρριψη κάποιου καπιταλιστή με βάση τη στάση του απέναντι σε ένα κρατικό στρατόπεδο.

Προωθούμε την αλληλεγγύη στις αντιπολεμικές κινητοποιήσεις στο Ισραήλ, ειδικά προς εκείνες τις τάσεις που έχουν ριζοσπαστικό, διεθνιστικό περιεχόμενο, καθώς τις θεωρούμε βασικό κομμάτι της διεθνιστικής αλληλεγγύης. Η πρόσφατη γενική απεργία με αντιπολεμικό χαρακτήρα, με τη συμμετοχή 1.000.000 διαδηλωτών, αποτελεί ένα γεγονός καθόλου αμελητέο μέσα σε μια κοινωνία στην οποία σημαντικό μέρος έχει ενσωματωθεί στον μιλιταριστικό εθνικό κορμό και στο κρατικό δόγμα άμυνας και ασφάλειας. Αντιθέτως, πρόκειται για μια μαζική κινητοποίηση που αναδεικνύει τη δυναμική της εσωτερικής πολιτικής κρίσης στο εσωτερικό του ισραηλινού κοινωνικού σχηματισμού – κρίση την οποία το κράτος επιχειρεί να συγκαλύψει μέσω του πολέμου, αλλά που φαίνεται να συναντά όρια, χωρίς να είναι ακόμα σαφές πού θα καταλήξει. Ακόμα και αν η πλατφόρμα της απεργίας δεν ξεπέρασε πλήρως τα όρια της σοσιαλπατριωτικής ρητορικής – λόγω της ρεφορμιστικής ηγεμονίας εντός του κινήματος – η μαζικότητα της διαδήλωσης και της απεργίας μέσα σε συνθήκες επιθετικού πολέμου δείχνει μια έντονη κοινωνική και πολιτική πόλωση στο Ισραήλ. Σημαντική ένδειξη αυτής της κρίσης είναι επίσης το γεγονός ότι 100.000 έφεδροι αγνοούν τις κλήσεις κατάταξης, ενώ 350 εξ αυτών δήλωσαν δημόσια την άρνησή τους να στρατευθούν. Η μαζική αυτή άρνηση συμμετοχής στο στρατιωτικό σώμα φανερώνει ρωγμές στη συναίνεση και κρίση νομιμοποίησης στην ίδια τη στρατιωτική και εθνικιστική αναπαραγωγή του ισραηλινού κράτους.

Από τη δική μας σκοπιά, δεν μπορούμε να συμμετέχουμε σε κινητοποιήσεις που έχουν καθαρά στρατοπεδικό χαρακτήρα, δηλαδή που τάσσονται ανοικτά υπέρ ενός ιμπεριαλιστικού μπλοκ ενάντια σε κάποιο άλλο. Διαφοροποιούμαστε από κινήσεις που στοχοποιούν μόνο μερικά κράτη ή κεφάλαια όπως το BDS στοχοποιεί αποκλειστικά το Ισραήλ ή όπως διάφοροι ευρωενωσιακοί φιλελεύθεροι οργανισμοί αποκλειστικά τη Ρωσία. Δεν μας αντιπροσωπεύουν αφηγήσεις που εξισώνουν συνολικά τους πληθυσμούς με τα κράτη ή τις ηγεσίες τους. Τέτοιες θέσεις τείνουν να προσωποποιούν σε συγκεκριμένες ομάδες το κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση, όπως για παράδειγμα οι κινητοποιήσεις ενάντια στους τουρίστες και στα κρουαζιερόπλοια. Το περιεχόμενο της πολιτικής μας κριτικής και δράσης καθορίζεται από την ανάγκη να ενισχυθεί η πραγματικά αντιπολεμική, ταξική, διεθνιστική κατεύθυνση ως η μόνη ρεαλιστική διέξοδος απέναντι στην κλιμακούμενη καπιταλιστική πολεμική σύγκρουση. Και χρησιμοποιούμε τον όρο «πραγματικά» ακριβώς γιατί ορισμένοι, με τρόπο οργουελιανό, οικειοποιούνται τον λόγο της «διεθνιστικής» και «αντιπολεμικής» αλληλεγγύης, την ώρα που στηρίζουν ανοιχτά τον εθνικισμό και παίρνουν θέση υπέρ του ενός ή του άλλου στρατοπέδου του καπιταλιστικού πολέμου.

Στηρίζουμε τις κινητοποιήσεις αλληλεγγύης στην άρνηση της στρατιωτικής θητείας, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο Ισραήλ και οπουδήποτε αλλού. Υπερασπιζόμαστε την άρνηση συμμετοχής στον πόλεμο, όχι μόνο ως πράξη συνείδησης, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου αγώνα ενάντια στην άνοδο της μιλιταριστικής ιδεολογίας που εδραιώνεται στο έδαφος της καπιταλιστικής κρίσης.

Σε αυτό το σημείο ολοκληρώνουμε τη σχετικά μακροσκελή εισήγησή μας και ελπίζουμε να γίνει μια ενδιαφέρουσα και παραγωγική συζήτηση.

 

Σημειώσεις

1 Το ΝΟΦ ήταν μια εθνικοαπελευθερωτική οργάνωση Σλαβομακεδόνων, που ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου πολέμου και πολέμησε ως τμήμα του ΔΣΕ.

2 Ο αμερικανικός εξαιρετισμός είναι η εθνικιστική ιδεολογία ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κατέχουν ένα μοναδικό ρόλο στον κόσμο, λόγω της «ιδιαιτερότητας» της ιστορίας, του πολιτικού συστήματος και των αξιών τους.

3 Αναφορά στην κουλτούρα των διαδικτυακών memes και στην εκτεταμένη χρήση τους από την ακροδεξιά προπαγάνδα.

4 Κοινότητα που συγκροτεί μια ισχυρή ενδοομαδική υπεροχή στη βάση ενός συνδυασμού λατρείας προσωπικοτήτων και ιδιόρρυθμων αντιλήψεων.

5 Ενδεικτικά αναφέρουμε την αφίσα του σωματείου FIOM Γένοβας σε πρόσφατη απεργία για τη Γάζα:

Μπροστά στη σφαγή που βρίσκεται σε εξέλιξη στη Γάζα, δεν μπορούμε να μείνουμε αδιάφοροι. Για αυτό:

· Ενάντια στη γενοκτονία στη Λωρίδα της Γάζας

· Ενάντια σε όλους τους πολέμους του ιμπεριαλισμού

· Ενάντια στην αυξανόμενη κούρσα εξοπλισμών και σε ένα κλίμα πολέμου που πλέον εξαπλώνεται παντού

· Για την ενότητα των Παλαιστίνιων, Ισραηλινών, Αράβων και Ευρωπαίων εργαζομένων

Η FIOM Γένοβας κηρύσσει ΟΚΤΩ ΩΡΕΣ ΑΠΕΡΓΙΑ


https://antiwar.noblogs.org/eisigisi/?sfnsn=mo&fbclid=IwY2xjawOaDY1leHRuA2FlbQIxMQBzcnRjBmFwcF9pZBAyMjIwMzkxNzg4MjAwODkyAAEeQWfhBnVvTyM9V0Z7SrPtfed4LV1u5F5JWGpG1-Ju3AkKmSxNMYZfI0mj3fA_aem_WauKlPJKN4gsqqG3AafgPA

 

Η πάλη για την πλήρη μεταμόρφωση της κλασικής (ταξικής) πολιτικής οικονομίας σε εργατισμό, και η πολιτική σημασία της

Τα θεμέλια του εργατισμού, οι ίδιες οι βασικές παραδοχές του, εξάγονται ευθέως και άμεσα από την κλασική (ταξική) πολιτική οικονομία.   Η θέ...