Common Use D. Απεμπλοκές. Κείμενα στο shades magazine 2017-2024


Το Βρώμικο κι η Βασιλεία. Στοιχεία του Μαχόμενου υλισμού της Πράξης. 5.3.2024

 

Η ιδέα της βούλησής είναι το αντίθετο της βούλησηςο σκοπός της είναι να μην θέλειΑλλά το αντικείμενο της πράξης, η σκέψη, ο σκοπός είναι πάντοτε μια ορμή, μια δραστηριότητα, και μάλιστα αναλογισμένη (reflektierte) δραστηριότητα, όχι όμως [δραστηριότητα] του παθητικού ανθρώπου, δηλαδή μιας βούλησης ξένης [προς τον παθητικό άνθρωπο]για μια ορισμένη πράξη είναι αναγκαία μια ορισμένη βούληση [μια ορισμένη] ορμήαλλά αυτή η ορισμένη βούληση δεν είναι πραγματική στον παθητικό άνθρωπο, άρα υπάρχει μόνο στην ιδέα, στην παράσταση. Αυτή η ξένη βούληση είναι ένας αντικειμενικός νόμος.

Δείχνοντάς τους ότι έχουν κακή βούληση, [ο Ιησούς] τους έδειξε ότι έχουν βούληση”.1

Το πρόβλημα περί της πρώτης θέσεως για τον Φόιερμπαχ

Προκύπτει από πολλές και διαφορετικές μπάντες, ότι το σύστημα ελέγχου της κοινωνίας δοκιμάζει ισχυρό κρασάρισμα κατά τα τελευταία δέκα χρόνια.

Η υλική βάση αυτού είναι η 4η Βιομηχανική Επανάσταση, η επαναστατικοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων, κάτι που επιφέρει την πικρή συνείδηση, την πικρή επίγνωση περί αντίθεσης των επαναστατικοποιημένων παραγωγικών δυνάμεων προς τις παρωχημένες, ξεπερασμένες παραγωγικές και κοινωνικές σχέσεις. Το προτσές αυτό καθιστά άχρηστες, περιττές, τις σχέσεις τόσο της τυπικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο, ιδιαίτερα αυτές στις οποίες παρατηρείται νομοθετικά μη άνεκτο εύρος υπερεκμετάλλευσης και αλλοτρίωσης, όσο και τις τυπικές συμβατικά οργανωμένες σχέσεις της αστικής κοινωνίας (γάμος, οικογένεια, έμφυλες κατηγοριοποιήσεις, εθνικές επικαλύψεις, αντιδραστικές ιδεολογικές συσσωματώσεις, θρησκευτικές προστακτικές, παραδοσιοκρατία κλπ.).

Η τελευταία γραμμή άμυνας των μπουρζουάδικων συμφερόντων είναι η πολιτική απατεωνιά της εθνικής ενότητας. Όταν κι αυτό γκρεμίζεται, θραύεται, ο μπουρζουάς ψάχνει τον εξιλεασμό του στην Θρησκεία. Σε αυτό το πισωγύρισμα, η μπουρζουάδικη απάτη μετατίθεται από το Πολιτικό στην σφαίρα της Μεταφυσικής: οι Λατινικοί, Ρωμαλέοι όροι του πολιτικού λεξιλογίου αντικαθίστανται από τους ουσιοκρατικούς όρους του καθαγιασμού και της δαιμονοποίησης.

Στις σύγχρονες συνθήκες, η θρησκεία πραγματεύεται την απολεσθείσα μπουρζουάδικη βεβαιότητα περί των πραγμάτων. Επιδίδεται σε αγώνα στήθους με την κοσμική θρησκεία των επί παντός επιστητού ειδικών των βιοπολιτικών περιορισμών και απαγορεύσεων, για το ποιος θα πουλήσει περισσότερο φόβο στις κρίσιμες μάζες.

Η απαίτηση του φόβου παίρνει την μορφή της προσδοκίας του να φέρει την κριτική προς τα πίσω: η βιομηχανική επανάσταση μυστικοποιείται ως προς τις πλατιές μάζες μέσα από ψευτομεσσιανικά και εσχατολογικά μοτίβα. Κάθε βήμα της βιομηχανικής επανάστασης και της κριτικής πλασάρεται στις πλατιές μάζες ως ακόμα ένα τέλος του κόσμου. Η ουσία ως τέτοια αξιώνει την αντικατάσταση της ιστορικής κατανόησης, συνολικά της ιστορικής επιστήμης, υφ’ αυτής της ιδίας.

Καρπός αυτής της αντιπαράθεσης (που έχει να κάνει με την διά της διολίσθησης υπεράσπιση του Θρησκευτικού ως τέτοιου) είναι το δημοσιευθέν στα “Marx-Engels Jahrburg 2019/20” κείμενο με τίτλο «Η βρωμικο-ιουδαϊκή μορφή Εμφάνισης της αστικής Πράξεως. Περί του προβλήματος της γερμανικής Ιδεολογίας και του Αντισημιτισμού στην πρώτη2 θέση για τον Φόυερμπαχ»3.

Σ’ αυτό, ανεξάρτητα από την επιχειρηματολογία, την επάρκειά της ή μη, το αφ’ εαυτώ πρόβλημα είναι η ανάσυρση της εν λόγω μπουρζουάδικης κατηγορίας ως τέτοιας. –Στην ουσία του δεν απέχει πολύ από το να θέσει κάποιος το ανιστορικό και ανορθολογικό ερώτημα, αν το «Ο Έμπορος της Βενετίας» ή «Η Ξακουστή Τραγωδία του Πλούσιου Ιουδαίου της Μάλτας» είναι αντι-Σημιτικά έργα.

Σ’ αυτό το κείμενο, η μεθοδολογία του εμπεριέχει την πρόθεση:

Ο τίτλος του κειμένου είναι στρέβλωση της πρωτότυπης διατύπωσης της πρώτης θέσης στον Φόιερμπαχ, καθ’ όσον στην πρωτότυπη διατύπωση, η βρωμικο-Ιουδαϊκή μορφή Εμφάνισης της Πράξης συνδέεται με την στην επόμενη πρόταση Σημασία του “επαναστατικού”, πρακτικο-κριτικού έργου, του “επαναστατικού”, πρακτικο-κριτικού καθήκοντος, και όχι με την «αστική πράξη», όπως (στα όρια της λαθροχειρίας) το διατυπώνει ο κειμενογράφος στον τίτλο του κειμένου του.

Αντικειμενικότητες

Ο Φόιερμπαχ εντόπισε μια ιστορικοπολιτισμικά (και γι’ αυτό Υλιστικά) καθορισμένη σχέση μεταξύ Μεταρρυθμισμένου Χριστιανισμού και Ιουδαϊσμού:

Το Ισραήλ είναι ο ιστορικός Προσδιορισμός της μοναδικής Φύσεως της θρησκευτικής Συνειδήσεως, μόνο που εδώ εισέτι υπόκειται στον Περιορισμό ενός ιδιότυπου Εθνικού συμφέροντος. Γι’ αυτό, δυνάμεθα να άρουμε αυτόν τον Περιορισμό, και έτσι θα έχουμε την χριστιανική Θρησκεία. Ο ιουδαϊσμός είναι ο κοσμικός Χριστιανισμός, ο Χριστιανισμός ο πνευματικός Ιουδαϊσμός. Η χριστιανική Θρησκεία είναι η εκκαθαρισμένη από τον Εθνικό εγωισμό ιουδαϊκή Θρησκεία, όμως, στον ίδιο χρόνο μια νέα, αλλότρια Θρησκεία: διότι κάθε Μεταρρύθμιση, κάθε Εκκαθάριση, κύρια στα θρησκευτικά Πράγματα, όπου ακόμη και το Ασήμαντο έχει Σημασία, επιφέρει ουσιώδη Αλλαγή”.4

Σε αυτό, στην ειδικά προσδιορισμένη ορθότητά του (που έχει να κάνει με την νοησιακή-θεωρησιακή σύνδεση των δύο μορφών Θρησκείας στο μυστήριο της προσευχής), αυτό που συνιστά την κύρια έλλειψη, είναι η μη παρουσίαση της σχέσης στους όρους της υλιστικά κατανοούμενης συγκεκριμένης ιστορικής κίνησης:

Καθ’ όλη την διάρκεια του Μεσαίωνα στην Ευρώπη, Χριστιανοσύνη και Εβραιοσύνη έρχονταν σε επαφή ως σύνολα διαφορετικών κοινοτήτων μέσω του χρήματος, και έτσι στην Οικονομική Σφαίρα, η χρηματική ανταλλαγή εκμηδένιζε την απόσταση, καθιστούσε τις διαφοροποιήσεις σχετικά ανούσιες. Αυτό ανήκει στην ιστορία της διαμόρφωσης του κεφαλαίου του εμπόρου, του συντεχνιακά οργανωμένου τεχνίτη, του επιτηδευματία.5 Είναι δε πιο εμφανές στις πόλεις της Βόρειας Ιταλίας, λόγω της ανάπτυξης τραπεζικού συστήματος και της χρηματικής κυκλοφορίας.

Τούτων δοθέντων, και με όσα θα αναφερθούν στην συνέχεια, αυτό που διαφεύγει της προσοχής και της κατανοητικής εμβέλειας του Ιταλού κριτικού μας,6 είναι, ότι η βρώμικη μορφή της Πράξης εμφανίζεται ως Ιουδαϊκή μόνο στα μάτια της καθεστηκυίας τάξης της εποχή.

Ωστόσο, το πρόβλημα είναι βαθύτερο, καθ’ όσον στο κείμενο δεν έχει κατανοηθεί η επιστημολογία της χρήσης των όρων, των λέξεων, των εννοιών ως Αντικειμενικοτήτων-Gegenstandheiten [και όχι ως υποκειμενικών Δεοντολογιών, ενδιαθέσεων (intentiones) του Σχολαστικισμού], της οποίας ένας εκ των θεμελιωτών στο Ποινικό Δίκαιο είναι ο πατέρας του Λούντβιχ Φόιερμπαχ, ο Γιόχαν Φόιερμπαχ.

Με την τοποθέτηση της Αντικειμενικής πράξης του Υποκειμένου ως Εξωτερίκευσης (ως υλικής επενέργειας) στο επίκεντρο του (Ποινικού) ενδιαφέροντος, η (επιλήψιμη) Πράξη ως τέτοια απολύει τον ηθικοαξιολογικό χαρακτήρα της μόνιμης υποκειμενικής ιδιότητας: επί παραδείγματι, η φράση ο Γ έκλεψε (εντός μιας δοσμένης χρονικής και χωρικής περίστασης), είναι διαφορετική από το ότι ο Γ είναι (ουσιοκρατικά, δηλαδή γενικά και αόριστα) κλέφτης.7 Απλουστευτικά, πρόκειται για την διάκριση μεταξύ in rem και in personam.

Είναι αυτή η αδυναμία κατανόησης της Αντικειμενικής χρήσης της Γλώσσας ένα ίδιον της γλωσσικής αντιληπτικότητας της εν γένει Εβραϊκής κουλτούρας, ή έστω μιας δοσμένης μορφής της;

Ο Μπένγιαμιν δείχνει να υπονοεί κάτι τέτοιο, κάτι που προκύπτει από την ίδια την Ιδέα περί Ιδεώδους (από την Ιδέα περί της ιδιότητας της Ιδέας).8

Στην κριτική της πολιτικής οικονομίας, η Γλώσσα είναι βασική, πρωτόλεια παραγωγική δύναμη (sine qua non της εργατικής δύναμης), καθ’ όσον, χωρίς αυτή, δεν μπορεί να διεξαχθεί το οποιοδήποτε συνεργατικό εργασιακό προτσές, ακόμα και ο χειρισμός των μηχανών εκ μέρους των Εργατών.

Η Γλώσσα είναι προϊόν της κοινωνικής εργασίας, αλλάζει και εξελίσσεται με αυτήν. Ο κάτοχός της (το ομιλούν, αναγιγνώσκον και γράφον υποκείμενο) είναι ίδιος με τον φορέα της εργασίας, με τον κάτοχο της εργατικής δύναμης.

Πιο προωθημένα, ο Συλλογικός Εργάτης, ο ζων Βιομηχανικός Οργανισμός, σε πρώτο χρόνο αντιλαμβάνεται το γνωσιοπληροφοριακό μέσα από την Γλώσσα. Ομοίως, η Γλώσσα είναι σε πρώτο χρόνο η υλική σύνδεσή των λεπτομερειακών Εργατών με την Γενική Νοημοσύνη και το Αυτόματόν της: η γνωσιοπληροφοριακή σάρκα της Γενικής Νοημοσύνης στην προφάνειά της συντίθεται από λέξεις, γλωσσικές εκφορές και γλωσσικά σημεία: η Γλώσσα σημειώνει τα πράγματα και σημειώνεται από την Γενική Νοημοσύνη.

Επομένως, η Γλώσσα δεν ίσταται a priori, ώστε τα γλωσσικά σημεία να είναι δήθεν εκφράσεις του ding in sich: δεν μας παραδόθηκε από τον εν τη Εδέμ Αδάμ, όπως θέλει αφελώς να πιστεύει η Θρησκεία (και στις τρεις μορφές της).

Η Γλώσσα συνιστά μαγεία,9 επειδή ακριβώς είναι παραγωγική δύναμη, κάτι που σημαίνει, ότι (επειδή έχει αυτήν την ιδιότητα) είναι ικανή (στις κατάλληλες περιστάσεις) στην πιο αναπτυγμένη, εξελιγμένη μορφή της, να θέτει πράγματα σε κίνηση, να ενεργοποιεί πράγματα και καταστάσεις. Πολύ περισσότερο, η Γλώσσα είναι υλική επίδραση πάνω στον άλλον, διότι (πάλι στην αναπτυγμένη, εξελιγμένη μορφή της) συναρθρώνεται τόσο στο (Ψυχικό) Υποσυνείδητο, μα κυρίως (και σ’ αυτό εξωτερικεύεται ο par excellence παραγωγικός χαρακτήρας της) στο Μηχανικό Ασυνείδητο εκάστου τέτοιου υποκειμένου.10

Απ’ αυτήν την άποψη, η χρήση σε ένα δοσμένο κειμενικό σύνολο ενός όρου, μιας λέξης, ενός επιθετικού προσδιορισμού, τον οποίο χρησιμοποιεί ένα τρίτο προσδιορισμένο σύνολο, δεν σημαίνει (όπως εσφαλμένως πιστεύει ο κριτικός μας) αποδοχή της ηθικής και αξιολογικής σήμανσης, που έχει αυτός ο όρος στο τρίτο σύνολο, ή ακόμα και της ηθικής και αξιολογικής πεποίθησης, που έχει γι’ αυτόν τον όρο αυθαίρετα στο κεφάλι του ο κριτικός μας.

Επί παραδείγματι, η φράση “η ρίψη λίθων εναντίον των δυνάμεων καταστολής στοιχειοθετεί ποινικό αδίκημα”, στην Ποινική Επιστήμη, αλλά και στην καθομιλουμένη, είναι μια Αντικειμενική φράση, επειδή υπάρχει ανεξάρτητα από την βούλησή μας ένα προσδιορισμένο σύνολο, ένα κειμενικό σώμα, που τυποποιεί την εν λόγω πράξη ως ποινικό αδίκημα, ο Ποινικός Κώδικας. Η φράση διατηρεί την Αντικειμενικότητά της, ανεξάρτητα από το αν αυτός, που την εκφέρει, αποδοκιμάζει ή επικροτεί την ρίψη λίθων, αν δέχεται ή δεν δέχεται την ισχύ του Ποινικού Κώδικα. Μπορεί κάποιος να έχει συμμετάσχει στην δραστηριότητα της ρίψης των λίθων και στον ίδιο χρόνο να εκφέρει αυτήν την φράση. Στην ίδια λογική, αν ο Ε πει, ότι ο Δ είναι stinky, filthy, schmutzig, μπορεί να σημαίνει, ότι εκφέρει μια υποκειμενική Απόφανση περί της κοινωνικής ηθικής του Δ, αλλά μπορεί να σημαίνει ότι, κάπου, σε κάποια φυλλάδα διάβασε, ότι τον χαρακτηρίζουν κατ’ αυτόν τον τρόπο, και απλά επαναλαμβάνει ως τέτοια, αυτούσια την είδηση της φυλλάδας. Κατά τον ίδιο τρόπο, η ίδια ακριβώς φράση ως τέτοια μπορεί να σημαίνει ότι απλά τα ρούχα, τα οποία φοράει ο Δ, μυρίζουν άσχημα ή είναι βρώμικα.

Η θεωρία του Ronald Dworkin περί σημασιολογικού κεντριού και κανόνα αναγνώρισης, όπως επίσης ο γλωσσολογικός κοντεξτουαλισμός11 είναι χρήσιμα για την εμβάθυνση σε όλη αυτή την γλωσσολογική προβληματική και την εκδιάλυση των παρερμηνειών.12

Βασιλείες

Η έκβαση της Μεσαιωνικής πολιτικής ιστορίας είναι η συγκρότηση των συγκεντρωτικών εθνικών βασιλείων σε Αγγλία και Φραγκική Επικράτεια. Το Μεσαιωνικό πολιτικό δράμα κορυφώνεται με τον Εκατονταετή Πόλεμο, που οδηγεί σε αυτή την συγκρότηση. Το Αναγεννησιακό πολιτικό δράμα, παρομοίως, κορυφώνεται με την πτώση της respublica στις Ιταλικές Πόλεις, κάτι που είχε ως άμεση επίδραση την ενίσχυση της επιρροής και της παρουσίας της Ισπανικής Μοναρχίας και των Αψβούργων.

Μετά την Σταυροφορική ήττα στην πολιορκία της Άκρα και την σύμφωνα με τον Λούθηρο Βαβυλωνιακή Αιχμαλωσία της Εκκλησίας, προϊόντος του ιστορικού χρόνου, και όσο έρχεται αντιμέτωπη με την Μεταρρύθμιση, η πολιτική θεολογία στην μορφή του Καθολικισμού συντείνει στην πλαισίωση και τον εναγκαλισμό της Βασιλείας.

Ωστόσο, ο Μπλοχ διακρίνει στην Θρησκεία, τόσο στην Ισραηλιτική μορφή της, όσο και στην Χριστιανική, μια εμμενή (κρυπτική) τάση προς την Βασιλεία, Μυστικιστικής Φύσεως.13 Κάτι παραπλήσιο έχει διατυπωθεί ρητά και ξεκάθαρα και στον Σιωνισμό τους Χες, με την αντίληψη περί “Αγίας Βασιλείας”.14

Αυτό είναι κάτι ποιοτικά διαφορετικό από την αρχετυπική πρωτο-Μεσαιωνική μορφή Μοναρχίας, από την Αρθουριανή, διότι, αυτή συγκροτείται ως τέτοια, έχουσα επίγνωση και μνήμη της Βαρβαρικής Φύσεώς της και του μαγικοθρυλικού χαρακτήρα της, κάτι που διατηρείται σε ημιτελείς μορφές στα Αγγλοσαξονικά βασίλεια. Ακόμα περισσότερο, μετά την ανατροπή των από την Νορμανδική Κατάκτηση και την διαδοχή των από την επίσης μακρά Βασιλεία των Πλανταγενετών, αποκτά αυτοσυνειδησία μέσα από την αντιπαράθεσή της προς την Θρησκευτική εξουσία.

Αν δεχτούμε το ερμηνευτικό σχήμα το Μπλοχ, αυτό σημαίνει, ότι η αντίστιξη βρώμικο/πολιτικά νομιμοφρον αναδεικνύεται επίσης ως εμμενής μέσα στην θρησκευτικοπολιτική ιστορία του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Εβραιοσύνης.

Απ’ αυτήν την άποψη, ο προκαπιταλιστικός Εβραίος της καπιταλιστικής, εκβιομηχανιζόμενης Ευρώπης μοιάζει κάπως με τον “Υπηρέτη των Πολλών Αφεντάδων” του Μολιέρου: σε αρκετά καλύτερη θέση από τον εξαρτημένο αγρότη, σε εμφανώς (υπαρκτικά) χειρότερη θέση από τον Εργάτη: αναγκασμένος να υπηρετεί όχι μόνο τον Θεό του, αλλά και την μυστικιστική, αδιόρατη Βασιλεία, στην οποία έχει εκπαιδευθεί να υπόκειται, καθώς και τους ποικίλους εγκόσμιους Χριστιανούς εξουσιαστές.

Στο μέτρο που κοινωνικοποιείται, που εκκοσμικεύεται, τόσο προβάλλει πλέον εντός της κοινότητάς του ως ένας κοινός Βάρβαρος, ως ένας κοινός άξεστος: εκπίπτει στο πολιτισμικό επίπεδο του Εργάτη: καθίσταται βρώμικος (ήτοι, πολιτικά και δογματικά μη καθαρός) τόσο για τους νομιμόφρονες Χριστιανούς, όσο και για την νομιμοφροσύνη του πολιτικού ιερατείου του.

Αυτό νομοτελειακά οδηγεί στην διάσπαση της δοσμένης Θρησκευτικής κοινότητας, όπου μέχρι πρότινος ανήκε, στον εντός της πολιτικό πια πόλεμο.15

Τούτων δοθέντων, για τον Πιστό, το βρώμικο ως μορφή υπαρκτικού εναι, ως μορφή Ζωής: το καταδύεσθαι στα βρώμικα επίπεδα της κοινωνικής πρακτικής είναι συνθήκη απελευθέρωσης, προϋπόθεση του αγώνα για την επίτευξη τυπικής ισότητας, προϋποθέση για να σταματήσει να είναι αποκλειστικά Πιστός και να γίνει Πολίτης. Αυτό στις αρχές τις δεκαετίες του 1840 (αλλά και πρωτύτερα) είχε να κάνει ιδιαίτερα με τον ρόλο που επιτελούσαν οι βρώμικοι Εβραίοι στην χρηματική κυκλοφορία και στον ιδιωτικό χρηματοδανεισμό: επρόκειτο δηλαδή για μια απεδαφικοποιημένη και απεδαφικοποιητική λειτουργία, που de facto αποδέσμευε το κοινωνικό υποκείμενο από το χωράφι, από τον αργόσυρτο αγροτικό κύκλο του βίου, και επομένως από την υπακοή στους άρχοντες και τους βασιλείς.

Ενδότερο: από την Κοινότητα των Πιστών στο Καπιταλιστικό Κράτος και απ’ αυτό στην Εργατική επανάσταση

Όπως η αντίστιξη βρώμικο/βασιλικό είναι εμμενής όχι μόνο στην Μυστικιστική Θρησκευτικότητα, αλλά και στην προσίδια πολιτική ιστορία (εφαπτόμενη επί της Ευρωπαϊκής πολιτικής ιστορίας, και ανά περιστάσεις αποτελούσης οργανικό κομμάτι αυτής), η διάστιξη μεταξύ καθαρού και ακάθαρτου στην Βίβλο καθορίζει την κεντρική κατευθυντήρια γραμμή του Μωσαϊκού Νόμου του Δευτερονομίου, της Λευιτικής εξουσίας και της δόμησης του Ιερατείου.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέσω αυτής της διάστιξης κατανοείται και δικαιολογείται (στο τέλος της γραφής ως Θεοδικία16) ex post factum η οποιαδήποτε Καταστροφή. Η διάστιξη αυτή είναι in termini οιονεί ολοκληρωτική: διατρέχει το Θρησκευτικό corpum, από την κατηγοριοποίηση των σφαγίων και το φαγητό έως την ένδυση, την τέχνη, την σεξουαλική δραστηριότητα και την εκφορά του λόγου.

Ώστε, και πάλι, ο Πιστός, που απεγκλωβίζεται από αυτό το σύνολο προστακτικών, που αυτομολεί από το κενό σύνολο των κενών κατηγορικών προσταγών, προβάλλει στην εικονική (εικαζόμενη) κυριαρχία της κοινότητας που άνηκε, ως νομικά μη κάθαρος, βρώμικος.

Οι εξεγέρσεις ενάντια στον Φεουδαλισμό, το προτσές των περιφράξεων με την συρροή ακηδεμόνευτου πληθυσμού στις πόλεις και την δημιουργία μη εξαρτημένων καλλιεργητών, η ανάπτυξη του παραγωγικού προτσές κεφαλαίου με την διάλυση των παλαιών κοινοτικών σχέσεων και την απελευθέρωση της εργατικής δύναμης ως εμπορεύματος, με την κατανίκηση του πολιτικού κράτους ενάντια στο θρησκευτικό κράτος, καθιστούν αυτό που πριν πρόβαλε εντός Κοινότητας βρώμικο, να είναι καθαρό στον Κόσμο.

Ο εργάτης γυρνάει από την δουλειά στο σπίτι με τα χέρια και την φόρμα εργασίας γεμάτα μουτζούρα και σκόνες, δηλαδή γυρνάει βρώμικος. Όμως, ο Αξιακός Νόμος τον κάνει παράδειγμα καθαρότητας ενώπιον του σύμπαντος Κόσμου (ανεξαρτήτως του αν αυτό που θα φάει, αφού σχολάσει από την δουλειά, είναι καθαρό ή βρώμικο).

Σε αυτήν την ρηξιακή στιγμή αντίθεσης μεταξύ της κοινότητας των πιστών και της κοσμικής κοινότητας, μεταξύ θρησκευτικής συσσωμάτωσης και αστικής κοινωνίας ως σκηνής των οικονομικών ανταλλαγών και των οικονομικών μεταδράσεων, ο Πιστός αρχίζει και αντιλαμβάνεται, ότι, πέρα από τις φορμαλιστικές κατηγορικές προσταγές της κοινότητάς του, η Θρησκεία (στις πιο σκοτεινές κειμενικές στιγμές της: στο Βιβλίο του Ιώβ) αναγνωρίζει την ύπαρξη υπέρτερων και αλλότριων τερατωδών δυνάμεων (Λεβιάθαν, Μπεχεμοτ), υπέρτερων ακόμη κι απ’ την δύναμη των αγγέλων, οι οποίοι υποτίθεται, ότι τον προστατεύουν κατά την Κρίση.

Εν όψει αυτής της ιστορικής σύγκρουσης, στον Πιστό τίθεται το ζήτημα της τυπικής υπαγωγής του στην πραγματική κυριαρχία του καπιταλιστικού κράτους: οι διατάξεις του Αστικού και Ποινικού Κώδικα αντικαθιστούν τις διατάξεις του Δευτερονομίου και του Λευιτικού, τις καθιστούν μια πολιτισμική μακραίωνη ανάμνηση:

Η καπιταλιστική πολιτική (στην συνήθη αντιμοναρχική μορφή της) εμφανίζεται έναντι του Πιστού με αντεστραμμένη Ιουδαϊκή όψη, επειδή ιδιοποιεί εν μέρει τον βρώμικο, πρακτικό χαρακτήρα της πρώτης θέσης στον Φόιερμπαχ.

Για τον ίδιο λόγο, δυο φορές βρώμικη εμφανίζεται έναντι του Πιστού η Εργατική επανάσταση. Κι αυτό γιατί σαρώνει και ανατρέπει ακόμη και εκείνα τα υπολείμματα τυπικών καθαρών-βασιλικών σχέσεων, που διατηρεί ως τέτοια ο καπιταλισμός.

Mobilität

Συλλήβδην, η Μανιχαϊστική, δογματική σκέψη δεν μπορεί να συλλάβει το περιεχόμενο και την σημασία της έκβασης της Κλασικής Γερμανικής Φιλοσοφίας και των θέσεων επί του Φόιερμπαχ.

Η διατύπωση17 του Ένγκελς περί χωρισμού των Φιλοσόφων σε δύο στρατόπεδα, παρά τις ρητές επισημάνσεις του περί μη παρερμήνευσης, κατανοείται απ’ αυτήν την στερεοτυπική σκέψη κατά τον Καρτεσιανό τρόπο δυϊστικά.

Δεν υπάρχει κάτι πιο πραγματικά καταστροφικό απ’ αυτό: η τεχνητή αντιπαραβολή της Ύλης ab sich, στην Ιδέα in sich. Η πολιτική επιβολή της Ιδέας in sich παίρνει συνήθως χαρακτήρα coup d’etat. μηχανιστική επιβολή της Ύλης ab sich συνεπάγεται πολιτική πτώση. Αφ’ ής στιγμής έγινε κάτι τέτοιο, όλες οι λέξεις, όλοι οι όροι, οι ένοιες κινδυνεύουν με απώλεια της αληθούς και πραγματικής Σημασίας τους.

Σε αντίθεση, για την βρώμικη φιλοσοφική κατανόηση, για την κατανόηση της βρώμικης Πράξης, του επαναστατικού, πρακτικο–κριτικού Καθήκοντος, για την Διαλεκτική Σκέψη, η Ιδεα είναι μια δοσμένη οργάνωση της Ύλης (στην νευρωνική και ηλεκτροχημική μορφή της κίνησής της) στο επίπεδο του Αφηρημένου: από καθαρά Θεωρησιακή σκοπιά η Ιδέα είναι η νοητική διαμεσολάβησή της Ύλης.

Αυτό διαφοροποιεί ποιοτικά την μπουρζουάδικη οργανωτικότητα από την εργατική. Η πρώτη είναι οργάνωση ιδεατότητας18, η δεύτερη είναι οργάνωση υλικοτήτων.

Σημειώσεις

1Έγελος, Το Πνεύμα του Χριστιανισμού και το Πεπρωμένο του, Βασική Σύλληψη για το Πνεύμα του Χριστιανισμού, μτφ. Γιώργος Σακριώτη, εκδ. Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», Αθήνα, 2013, σ. 43.

2Βλ. Thesen über Feuerbach (1845), Dies ist die 1888 von Engels als Anhang zu “Ludwig Feuerbach und der Ausgang der deutschen Philosophie” publizierte Fassung: I. Hauptmangel alles bisherigen Materialismus – den Feuerbachschen mit eingerechnet – ist, daß der Gegenstand, die Wirklichkeit, Sinnlichkeit, nur unter der Form des Objekts oder der Anschauung gefaßt wird; nicht aber als menschliche sinnliche Tätigkeit, Praxis, nicht subjektiv. Daher geschah es, daß die tätige Seite, im Gegensatz zum Materialismus, vom Idealismus entwickelt wurde – aber nur abstrakt, da der Idealismus natürlich die wirkliche, sinnliche Tätigkeit als solche nicht kennt. Feuerbach will sinnliche, von den Gedankenobjekten wirklich unterschiedene Objekte; aber er faßt die menschliche Tätigkeit selbst nicht als gegenständliche Tätigkeit. Er betrachtet daher im “Wesen des Christenthums” nur das theoretische Verhalten als das echt menschliche, während die Praxis nur in ihrer schmutzig-jüdischen Erscheinungsform gefaßt und fixiert wird. Er begreift daher nicht die Bedeutung der “revolutionären”, der praktisch-kritischen Tätigkeit.

3Βλ. Manuel Disegni, «Die „schmutzig-jüdische Erscheinungsform“ der bürgerlichen Praxis. Zum Problem der deutschen Ideologie und des Antisemitismus in der ersten Feuerbach-These», Marx-Engels Jahrburg, Internationale Marx-Engels-Stiftung, Walter de Gruyter GmbH, Berlin/Boston, 2021, S. 100-134.

4Ludwig Feuerbach, Das Wesen des Christentums (1841), Erster Teil. Das wahre, d.i. anthropologische Wesen der Religion, Dreizehntes Kapitel. Die Allmacht des Gemüts oder das Geheimnis des Gebets, απόσπασμα: “Israel ist die historische Definition der eigentümlichen Natur des religiösen Bewußtseins, nur daß dieses hier noch mit der Schranke eines besondern, des Nationalinteresses behaftet war. Wir dürfen daher diese Schranke nur fallen lassen, so haben wir die christliche Religion. Das Judentum ist das weltliche Christentum, das Christentum das geistliche Judentum. Die christliche Religion ist die vom Nationalegoismus gereinigte jüdische Religion, allerdings zugleich eine neue, andere Religion; denn jede Reformation, jede Reinigung bringt, namentlich in religiösen Dingen, wo selbst das Unbedeutende Bedeutung hat, eine wesentliche Veränderung hervor”.

5Βλ. Das Kapital, III. Band: Der Gesamtprozeß der kapitalistischen Produktion, IV. Verwandlung von Warenkapital und Geldkapital in Warenhandlungskapital und Geldhandlungskapital (kaufmännisches Kapital), 20. Geschichtliches über das Kaufmannskapital

6Που φέρνει στον νου τον Σοφισμό του Zu Lorias. Βλ. Friedrich Engels, Redaktionelle Texte Zum Dritten Buch Des “Kapitals” 1882 bis 1895, Zu Lorias „Sophismus”, στο, MEGA, Zweite Abteilung, Band 14, Akademie Verlag GmbH, Berlin, 2003, S. 710-715.

7Ενδεικτικά βλ. Λεωνίδας Κοτσαλής, Η Δόμηση του Εγκλήματος, ΙΙΙ. Κλασσική Κατεύθυνση, εκδ. Σάκκουλας, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2003, σ. 13-27.

8Βλ. Βάλτερ Μπένγιαμιν, Δοκίμια Φιλοσοφίας της Γλώσσας, Για την Γλώσσα εν γένει και την Γλώσσα του Ανθρώπου, μτφ. Φώτης Τερζάκης, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα, 2016, σ. 37-61. Ειδικότερα βλ. το σε αυτό υπ’ αριθμό 5 ερμηνευτικό σχόλιο, οπ., σ. 149, απόσπασμα: “Αν Η γλώσσα είναι προπαντός έκφραση, πρέπει να είναι κατ’ ανάγκην η έκφραση κάποιου πράγματος το οποίο μπορεί και επιδιώκει να εκφραστεί – θέτει δηλαδή ένα ζήτημα υποκειμένου. Αυτό που ο Μπένγιαμιν ονομάζει εδώ «πνευματική ουσία» είναι ακριβώς ένα υποκείμενο (με την έννοια που είχε ο όρος όχι τόσο στον Καρτέσιο, όσο στον Χέγκελ, όπου το ίδιο το Απόλυτο, και αυτή η Έννοια συνιστούν υποκείμενα). ό,τι ονομάζει «γλωσσική οντότητα» είναι η δύναμη έκφρασης ενός υποκειμένου και η ίδια η εκφραστική του «χειρονομία», οπ., σ. 157-158, απόσπασμα: “11. Εδώ ξαναλέγεται εμφατικά κάτι που είχε ειπωθεί και διευκρινιστεί επαρκώς πιο πάνω: ότι η γλώσσα, στην ευρύτερη έννοιά της ταυτίζεται με την ίδια την μορφή του φορέα της μέσα στον κόσμο. Η ενότητα υποκειμένου-αντικειμένου που περικλείεται στην ιδεώδη εκδοχή του Ονόματος, συμπίπτει με την ενότητα μορφής-περιεχομένου στην ιδεώδη εκδοχή της γλώσσας».

9Ενδεικτικά βλ. David Ellis (’08), Brown University, Language, Magic and Power, This essay was written by the author for Prof Mathiesen’s UC082, “Magic in the Middle Ages,” Brown U., 2004, σε https://cyberartsweb.org/cpace/theory/baudrillard/magic/langmagpow.html, Bernard Korzeniewski, BioSimulation Center, Magic of Language, January 2013, Open Journal of Philosophy 03(04):455-465, Kathrin Busch, The Language of Things and the Magic of Language, Kathrin Busch, On Walter Benjamin’s Concept of Latent Potency, Translated by Mary O’Neill, σε https://transversal.at/transversal/0107/busch/en

10Βλ. Michael Scriven, “The Mechanical Concept of Mind”, Mind, Vol. 62, No. 246 (Apr., 1953), pp. 230-240, Felix Guattari, The Machinic Unconscious, Essays in Schizoanalysis, Translated by Taylor Adkins, Semiotexte(e) Foreign Agents Series, Los Angeles, 2007, ιδιαίτερα βλ. οπ., 2. Escaping from Language, pp. 23-29.

11Ενδεικτικά βλ. Lycan G. William, Φιλοσοφία της Γλώσσας, μτφ. Μαραγκός Γιώργος, εκδ. Gutenberg, Αθήνα, Οκτώβριος 2007.

12Βλ. Ronald M. Dworkin, Η Αυτοκρατορία του Νόμου, Δύο. Ερμηνευτικές Έννοιες, μτφ. Θάνος Σαμαρτζής, εκδ. Ευρασία, Αθήνα, Νοέμβριος 2010.

13Βλ. Ernst Bloch, Ο Αθεϊσμός στον Χριστιανισμό. Για τη Θρησκεία της Εξόδου και της Βασιλείας, Ε. Aut Caesar Aut Christus, 28. Υιός του ανθρώπου και όχι πια υιός του Θεού: Το κρυφό όνομα του Χριστού. «Το μυστικό τη βασιλείας», 29. Ακόμα και το μεγαλείο του υιού του ανθρώπου εξαφανίζεται. Το βασίλειο είναι «μικρό», μτφ. Πέτρος Γιατζάκης, εκδ. Άρτος Ζωής, Αθήνα, 2019, σ. 311-39, 330-349.

14Βλ. Moses Hess, The Holy History of Mankind and Other Writings, First Chapter: The Natural Striving of Our Age or the Foundation of the Holy Kingdom, Second Chapter: Our Present Plight as the Mediator of the Foundation of the Kingdom,Translated and Edited by Shlomo Avineri, Cambridge University Press, Cambridge, New York, Melbourne, Madrid, Cape Town, Singapore, São Paulo, 2004, pp. 59-84.

15Βλ. Giorgio Agamben, Stasis. Civil War as Political Paradigm, 2. Leviathan and Behemoth, translated by Nicholas Heron, Edinburg University Press, July 2015.

16Βλ. Gottfried Wilhelm Leibniz, Die Theodicee. Essais de théodicée sur la bonté de dieu, la liberté de l’homme et l’origine du mal. Αντπαράβαλε, Friedrich Wilhelm Joseph Schelling, Philosophische Untersuchungen über das Wesen der menschlichen Freiheit und die damit zusammenhängenden Gegenstände, [Philosophische Untersuchungen …]

17Βλ. Friedrich Engels, Ludwig Feuerbach und der Ausgang der klassischen deutschen Philosophie, II., Geschrieben Anfang 1886. Erstmalig veröffentlicht in: “Die Neue Zeit”, Vierter Jahrgang, Nr. 4 und 5, 1886. Nach dem revidierten Sonderabdruck Stuttgart 1888. , απόσπασμα: Je nachdem diese Frage so oder so beantwortet wurde, spalteten sich die Philosophen in zwei große Lager. Diejenigen, die die Ursprünglichkeit des Geistes gegenüber der Natur behaupteten, also in letzter Instanz eine Weltschöpfung irgendeiner Art annahmen – und diese Schöpfung ist oft bei den Philosophen, z.B. bei Hegel, noch weit verzwickter und unmöglicher als im Christentum -, bildeten das Lager des Idealismus. Die andern, die die Natur als das Ursprüngliche ansahen, gehören zu den verschiednen Schulen des Materialismus. Etwas andres als dies bedeuten die beiden Ausdrücke: Idealismus und Materialismus ursprünglich nicht, und in einem andern Sinne werden sie hier auch nicht gebraucht. Welche Verwirrung entsteht, wenn man etwas andres in sie hineinträgt, werden wir unten sehn.

18Βλ. Evald Ilienkov, Η Διαλεκτική του Ιδεατού, μτφ. Δαρβίρας Μάριος, εκδ. Επέκεινα, Αθήνα, Απρίλιος 2016, Δημήτρης Κοιλάκος, Ο Ε.Β. Ιλιένκοφ και η Σοβιετική Φιλοσοφία, ΚΟΜΕΠ, 2016, τ. 5, σε https://www.komep.gr/m-article/O-E.-B.-ILIENKOF-KAI-I-SOBIETIKI-FILOSOFIA/. Παράβαλε: “Δεν υπάρχουν δυο διαφορετικά και καταρχήν αντίθετα αντικείμενα μελέτης –το σώμα και η νόηση– αλλά μόνο ένα και μοναδικό αντικείμενο, που είναι το σκεπτόμενο σώμα του ζωντανού, του πραγματικού ανθρώπου (είτε κάποιου άλλου ανάλογου Όντος, αν κάτι τέτοιο υπάρχει κάπου στο διάστημα)… Ο ζωντανός, ο πραγματικά σκεπτόμενος άνθρωπος, το μοναδικό σκεπτόμενο σώμα που γνωρίζουμε, δεν αποτελείται από δύο καρτεσιανά ήμισυ –από τη “νόηση που στερείται σώματος” και από το “σώμα που στερείται νόησης”… Αυτό που σκέπτεται δεν είναι η ιδιαίτερη “ψυχή” που τοποθετείται από το θεό στο ανθρώπινο σώμα σαν σε προσωρινή κατοικία…, αλλά το ίδιο το σώμα του ανθρώπου. Η νόηση είναι μια ιδιότητα, ένας τρόπος ύπαρξης του σώματος, όπως και η έκτασή του, δηλαδή όπως η διάταξή του στο χώρο και η θέση του ανάμεσα στα άλλα σώματα”, (Έβαλντ Ιλιένκοφ: Διαλεκτική Λογική, Δεύτερο Δοκίμιο, σελ. 35)

 

Ο Λένιν στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Για την ενίσχυση του Εργατικού Σοσιαλισμού. 20.2.2024

 

Πρόλογος

Στην εσωτερικότητα της Λενινιστικής διαδρομής, δύο είναι οι κεντρικοί πολιτικοί αντίπαλοι του Λένιν: ο ποπουλισμός και ο σοσιαλπατριωτισμός. Αυτό δεν έχει να κάνει από προσωπική ιδιοτροπία του, αλλά από την μεικτή και ετερογενή κοινωνική σύνθεση του Ρωσικού αντιτσαρικού κινήματος.

Από όταν αρχίζει η ανάπτυξη του έργου του, ο Λένιν παρουσιάζει την ικανότητα κριτικού διαχωρισμού πρώτα από τον κοινωνιολογικά προσδιορισμένο Ναροντνικισμό, και στην συνέχεια από την πατριωτική σοσιαλδημοκρατία, απ’ αυτό το οποίο ονομάζει σοσιαλπατριωτισμό.

Η δυσκολία μας να γράψουμε με συστηματικό τρόπο για τον Λένιν είχε να κάνει με το ότι είναι στενά συνδεδεμένος με την πολιτική ιστορία της χώρας του, της τσαρικής Ρωσίας, κάτι το οποίο δεν κατέχουμε, ούτε θέλουμε να κατέχουμε, αφενός λόγω των διεθνιστικών διαδρομών μας, και αφετέρου από σεβασμό σε αυτήν την χώρα. Ωστόσο, η επέτειος της εκατοανταετηρίδας του, πρoσφέρει την πρέπουσα στιγμή για ένα αναλογιστικό κείμενο εμβάθυνσης, όχι ως απότιση φόρου τιμής, αλλά ως συμβολή στην ανάπτυξη της σύγχρονης εργατικής κριτικής.

Για τους ίδιους λόγους αρνούμεθα την συνέργειά μας σε οποιαδήποτε θεσμική ιστορικοποίηση της Οκτωβριανής Επανάστασης, επειδή ακριβώς φρονούμε, όπως ο ίδιος λέει, ότι η εποχή μας είναι συνολικά εποχή μεταβάσεως σε Εργατικό Σοσιαλισμό.

Αδιαμφισβήτητα, είναι ο επαναστάτης που συνδέθηκε και καθόρισε όσο κανείς άλλος το κομμουνιστικό κίνημα στον 20ο αιώνα. Στην βασική πλευρά του αυτός ο καθορισμός πρόκειται για ζήτημα ιστορικού υλισμού.

Μπορούμε, όμως, να διαπιστώσουμε ως εμπειρία και συμπέρασμα από την τρέχουσα ταξική πάλη, την αύξηση της απόστασης μεταξύ των κρίσιμων μαζών που έχουν αναφορά στην Ρωσική πολιτική ιστορία, και του με αυστηρή έννοια Λενινισμού.

Επ’ αυτού καταδεικνύεται η σύγχρονη αφηρημένη (δηλαδή μη συνδεόμενη με την κοινωνική εργασία) λαϊκή υποκειμενικότητα ως μορφή ανήκουσα στον εξουσιαστικό κονστρουκτιβισμό, ανά περιστάσεις Ακαδημαϊκά υποστασιοποιημένη.

Δεν είναι κάτι που είναι οικείο στην εργατική κριτική. Μάλλον στέκεται απέναντι στην ανάπτυξή της, ανεξάρτητα από τις εκάστοτε δικαιολογίες. Δεν ξέρουμε, αν πρόκειται για γνήσιο ζήτημα Λενινισμού, ή αν προέκυψε μέσα από τον εθνικολαϊκισμό. Σε κάθε περίπτωση, σ’ αυτό, το στρατηγικό δίλημμα τίθεται από την σκοπιά των παραγωγικών δυνάμεων με την μορφή: επιτάχυνση ή οπισθοχώρηση;

Η αύξηση της απόστασης έχει να κάνει με την εκ μέρους συγκεκριμένων πολιτικών υποκειμένων (συνήθως Λενινιστικά αναφερομένων) απώλεια της ικανότητας ταξικής αντίληψης και ταξικής ανάγνωσης της κοινωνικής πραγματικότητας στις καπιταλιστικές μητροπόλεις. Επ’ αυτού μια ιστορική επισήμανση καθίσταται αναγκαία:

Ο Λένιν σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο του Καζάν (1887-1890) και μετέπειτα στο Πανεπιστήμιο της Πετρούπολης (1891), εργάσθηκε ως ασκούμενος νομικός στην Σαμάρα και στην Πετρούπολη (1892-1897), μέχρι την δικαστική εμπλοκή και καταδίκη του από τις κρατικές κατασταλτικές αρχές.

Προκύπτει από τα κείμενά του, ότι έχει de profundis γνώση του Ρωμαϊκού Δικαίου και της Ρωμαϊκής Ιστορίας, του κοινωνικοταξικού ανταγωνισμού στην Ρωμαϊκή εποχή. Απ’ αυτό βγαίνει, ότι στο προ της Επανάστασης του 1905 έργο του, η αφηρημένη (συνήθως Θρησκευτικά προσδιορισμένη) έννοια του λαού ως πεδίο πολιτικής αναφοράς και απεύθυνσης αντικαθίσταται τόσο από την προλεταριακή εμπειρία και πραγματικότητα, όσο και από την κοινωνικοταξική κατηγορία των πληβείων, και την αντίληψη περί φτωχολογιάς των πόλεων. Απ’ αυτήν την άποψη το ποιός-ποιόν (ο γνήσια Λενινικός τρόπος διεξαγωγής της ταξικής πάλης) δεν αφορά μόνο την πολιτική συγκυρία της Λενινικά προσδιοριζόμενης επαναστατικής κατάστασης, αλλά τον ημερήσιο εργατικό αγώνα, κάτι που εκτείνεται στον ευρύτερο κοινωνικοταξικό ανταγωνισμό.

Σε γενικό επίπεδο, στην μετά την Διεθνή Ένωση Εργατών εποχή του πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης, ο Λένιν, όπως στην Γερμανία η Ρόζα Λούξεμπουργκ, ξεχωρίζει για το αταλάντευτα εργατικό περιεχόμενό του, για το ότι έχει ξεκάθαρο, ότι η εργατική τάξη είναι ο φορέας της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Η αναπομπή στο βασικό προεπαναστατικό έργο του Λένιν, εννοώντας το έργο του, που αναφέρεται σε ζητήματα πραγματικής βάσης της παραγωγής, και στην συνέχεια σε ζητήματα κλασικής πολιτικής οικονομίας, μπορεί να αναδείξει τον ίδιο τον διανοητικό, τον θεωρητικό πλούτο της νόησης και πρακτικής του.

Ι. Έναρξη

Η ανάλυση των υλικών κοινωνικών σχέσεων (δηλαδή των σχέσεων που διαμορφώνονται χωρίς να περνούν από τη συνείδηση των ανθρώπων: οι άνθρωποι ανταλλάσσοντας μεταξύ τους προϊόντα, έρχονται σε σχέσεις παραγωγής χωρίς να έχουν καν επίγνωση ότι εδώ πρόκειται για κοινωνική σχέση παραγωγής) –η ανάλυση των υλικών κοινωνικών σχέσεων δημιούργησε μονομιάς τη δυνατότητα να διαπιστωθεί η επανάληψη και η κανονικότητα και να γενικευθούν τα συστήματα των διαφόρων χωρών έτσι ώστε να φτάσουμε σε μια μόνη θεμελιακή έννοια, στην έννοια κοινωνικός σχηματισμός. Μόνο μια τέτοια γενίκευση έδοσε τη δυνατότητα να περάσουμε από την περιγραφή των κοινωνικών φαινομένων (και την εκτίμησή τους από την άποψη του ιδανικού) στην αυστηρά επιστημονική ανάλυσή τους, που παραμερίζει λχ. εκείνο που ξεχωρίζει τη μια κεφαλαιοκρατική χώρα από την άλλη και ερευνά εκείνο που είναι κοινό σε όλες.

Τέλος, τρίτο, ένας άλλος λόγος, που η υπόθεση αυτή δημιούργησε για πρώτη φορά τη δυνατότητα μιας επιστημονικής κοινωνιολογίας, είναι μόνον ότι η αναγωγή των κοινωνικών σχέσεων στις σχέσεις παραγωγής και αυτών των τελευταίων στον βαθμό ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων έδοσε μια στέρεη βάση για να βλέπουμε την εξέλιξη των κοινωνικών σχηματισμών σαν ένα φυσικό-ιστορικό προτσές. Και είναι αυτονόητο ότι χωρίς μια τέτοια αντίληψη δεν μπορεί να υπάρχει κοινωνική επιστήμη”.1

Όπως έχει τονίσει ο Νέγκρι,2 και είναι γενικά αποδεκτό, ο Λένιν είναι ο Επαναστάτης που έχει μελετήσει εμβριθέστερα και διεισδυτικότερα από οποιονδήποτε άλλον τα έργα της εργατικής κριτικής, και κατ’ αυτόν τον τρόπο εντάχθηκε οργανικά σε αυτήν, στρατολογηθείς (1894) στην Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Εργασίας, και περαιτέρω με το ταξίδι του σε Ελβετία, Παρίσι και Βερολίνο και την συνάντησή του με τον Πλεχάνοφ (1895), και μετά με την εκ μέρους του οικοδόμηση ενιαίας Οργάνωσης στην Πετρούπολη.

Αυτό που εντυπωσιάζει είναι ότι, ως φοιτητής ακόμα, ξεκινά το συγγραφικό έργο του με οικονομικά κείμενα για την αγροτική παραγωγή και τις αγορές:3

Διακρίνεται μια στοχοπροσήλωση επίλυσης των επειγόντων, των με μεγάλη αναγκαιότητα πρακτικών προβλημάτων σε αυτά τα κείμενα, κάτι που προϊδεάζει, ότι αυτός ο τύπος έχει επίγνωση της αποστολής του: να καθοδηγήσει την απελευθέρωση της Ρωσίας και να ηγηθεί πολιτικά αυτής. Στον ίδιο χρόνο, ένα σχετικά αισιόδοξο βουλητικό πνεύμα εντοπίζεται σε αυτά: γράφει σε μια περίοδο αλματώδους εκβιομηχάνιση μιας αχανούς χώρας κολλημένης επί αιώνες στην είτε μισοφεουδαλική, είτε Ασιατικού τύπου αγροτική παραδοσιοκρατία: δεν αφουγκράζεται μόνο, αλλά ζει και δρα μέσα στο χτίσιμο του καινούριου γενναίου κόσμου της βιομηχανίας.

Στο πρώτο κείμενο είναι κάθετος ο διαχωρισμός από κάθε μορφή Ρομαντισμού, από την αρχαϊκή μορφή της αγροτικής κοινότητας, την οποία κριτικά ανέλυσε η Βέρα Ζάσουλιτς, και το βασικό είναι η επικέντρωση στις αλλαγές, που επιφέρει η μηχανοποίηση της αγροτικής παραγωγής. Το περιεχόμενο δεν έχει περάσει ακόμα στην διαλεκτική ανάπτυξη των εννοιών της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, ωστόσο μια διακειμενική αναφορά αρκεί για να πεισθεί ο οποιοσδήποτε, ότι ο συγγραφέας έχει αρχίσει να κατανοεί τις βασικές γραμμές της.4

Το επόμενο5 περί αγορών είναι ένα κείμενο κατ’ εξοχήν παρουσίασης και εφαρμογής της κριτικής πολιτικής οικονομίας, βασισμένο στον Δεύτερο Τόμο του Κεφαλαίου, όπου εξαπολύει κριτική εις βάρος του αγροτικού αντικαπιταλισμού (ως μιας λαϊκής μορφής Φυσιοκρατισμού), αλλά και εις βάρος του Μερκαντιλισμού. Με αυτό το κείμενό του αποδεικνύεται, ότι έχει φτάσει στο επίπεδο κατανόησης της Σμιθικής πολιτικής οικονομίας.

Στο “Οι Φίλοι του Λαού και πώς Πολεμούν του Σοσιαλδημοκράτες” (το πρώτο εκτενές έργο κομματικής στράτευσης και πολιτικής πολεμικής) τίθενται, καθ’ ό εύρος αφορούν την πολιτική οικονομία, ζητήματα μεθοδολογίας και επιστημολογίας σε σχέση με την κοινωνική ανάλυση:

Αναδύεται μια έννοια Naturgeschichte (Φυσικής Ιστορίας), που προφανώς έχει να κάνει με τις θετικιστικής χροιάς αναγνώσεις της Β΄ Διεθνούς στο έργο του Ένγκελς και με την εκ μέρους του επίγνωση κρίσιμων στοιχείων της Γερμανικής Υλιστικής αναζήτησης.

Ο πραγματικά ρηξικέλευθος και πρωτότυπος χαρακτήρας του έργου συνίσταται στο ότι ανάμεσα στα άλλα αντιλαμβάνεται την παραγωγή παιδιών ως βασικό οικονομικό προτσές (ως οικονομικό παράγοντα, όπως επί λέξει λέει) και επιτίθεται στον Μιχαηλόβσκι για κοροϊδία, που το παρουσίαζε ως κάτι με «ψυχικές και φυσιολογικές ρίζες».6

ΙΙ. Κριτική Θεώρηση Πλευρών της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας

Η κριτική του Λένιν στον Σισμόντι είναι το πρώτο μεγάλο συνεκτικό έργο του θεωρίας της πολιτικής οικονομίας, γραμμένο από την εξορία στην Ανατολική Σιβηρία.7

Ενυπάρχει μια υφή αυθεντίας (auctoritatis) στον τρόπο με τον οποίο εκλαμβάνει ως ακρογωνιαίους λίθους (cornerstones) τις κατηγορίες της κριτικής της πολιτικής οικονομίας ως κριτήρια ορθότητας.8 Ωστόσο, η κριτική του υψώνεται ως το κομβικό σημείο της Σμιθικής πολιτικής οικονομίας, στο ζήτημα της πραγμάτωσης (Realization, Realiserung). Κι ακόμα περισσότερο έχει γνωρίσει την πραγματικότητα της εκ μέρους του Εργάτη πραγμάτωσης του μεταβλητού κεφαλαίου.9 Έτσι, είναι από τους ελάχιστους που σε αυτήν την εποχή κατανοούν ουσιωδώς την προβληματική του Δευτέρου Τόμου του Κεφαλαίου.

Συγκεκριμένα, με την επισήμανση, ότι τα μη αναλωτά βιομηχανικά προϊόντα (ορθότερα η αξία των μη αναλωτών βιομηχανικών προϊόντων), όπως και το μεταβλητό κεφάλαιο από την σκοπιά του Εργάτη ως Εργατικό Εισόδημα, δεν πραγματώνονται με τον ίδιο τρόπο, όπως η αξία των αναλωτών αδιαίρετων εμπορευμάτων (αν και το παράδειγμα με το κάρβουνο είναι μάλλον αδόκιμο, καθ’ όσον είναι αναλωτό εμπόρευμα), δείχνει:

-Ότι έχει κατανοήσει τις Μορφικές Διαζεύξεις (διαφοροποιήσεις) μεταξύ του προτσές περιστροφής παγίου, εμπεπηγμένου (fixes) (που σε κάθε περίπτωση στο παραγωγικό προτσές είναι σταθερό κεφάλαιο) κεφαλαίου και κυκλοφορούντος κεφαλαίου.10

Ειδικότερα, έχει κατανοήσει, ότι η κείμενη, η ενσωματωμένη στο πάγιο κεφάλαιο αξιακή μερίδα του παραγωγικού κεφαλαίου, όταν ρίχνεται αιφνιδίως στην κυκλοφορία, αποσύρεται απ’ αυτήν κομματιαστά και σταδιακά, μέσω της πραγμάτωσης των τμημάτων της αξίας, τα οποία το πάγιο κεφάλαιο προσθέτει κομματιαστά στα εμπορεύματα, και έτσι όταν η αξία των μέσων παραγωγής ρίχνεται στην κυκλοφορία και αποσύρεται κατά τον παραπάνω τρόπο απ’ αυτήν, δεν υπάρχει ανάγκη αντικατάστασής της κατά το ίδιο είδος, ούτε αναπαραγωγής της. Η κεφαλαιακή αξία του παγίου κεφαλαίου διέρχεται μόνο για την ιδία αξία της και δεν διέρχεται του κύκλου των μορφών της αξίας του παγίου κεφαλαίου κατά την λειτουργική διάρκεια των μέσων παραγωγής, και έτσι μετατρεπόμενη σε χρήμα δεν επαναμετατρέπεται από χρήμα στην εκπηγαστική, αυθεντική φυσική μορφή της, αλλά η επαναμετατροπή του χρήματος στην Φυσική Μορφή των Μέσων Παραγωγής συντελείται στο τέλος της λειτουργικής περιόδου των, όταν τα μέσα παραγωγής έχουν ολοκληρωτικά καταναλωθεί.

Συνολικά, το πάγιο κεφάλαιο κυκλοφορεί προς διαφοροποίηση από το κυκλοφορούν κεφάλαιο (που είναι σε κάθε περίπτωση εμπορευματικό κεφάλαιο, και στο προτσές παραγωγής ο παραγόμενος σωρός από εμπορεύματα, η μετατροπή της εργασίας από ζώσα σε νεκρή), το οποίο σε κάθε περίπτωση, καθώς αποσύρεται από την κυκλοφορία μετά την πραγμάτωση της αξίας του, επανεισέρχεται κατ’ επανάληψη στην παραγωγή στην μορφή του χρήματος –κι απ’ την πραγμάτωσή του συχνά στο σύγχρονο κυκλοφοριακό προτσές προκύπτουν επιπρόσθετες χρηματομορφές.

-Ότι η περιστροφή του μεταβλητού κεφαλαίου, επειδή σε κάθε περίπτωση πραγματώνεται στο κυκλοφοριακό προτσές από τον Εργάτη ως εισόδημα, διαθέτει μια ιδιότυπη κοινωνική προοπτική, έναν κοινωνικό αναλογισμό.11

Θέτει το ζήτημα που τον απασχολεί: “Το ζήτημα εδώ είναι πώς ακριβώς γίνεται η πραγματοποίηση, δηλαδή η αναπλήρωση όλων των μερών του κοινωνικού προϊόντος”12.

Το εκλαϊκεύει μέσω της διάκρισης μεταξύ μέσων παραγωγής και ειδών κατανάλωσης, και εκλαμβάνει ως κοινωνικό εισόδημα το προϊόν που πάει στην κατανάλωση, ταυτίζοντάς το με το κοινωνικό κεφάλαιο. Πρέπει να ξεκαθαρισθεί, ότι το κοινωνικό συνολικό κεφάλαιο δεν είναι από λειτουργική σκοπιά κύρια το προϊόν που πάει στην κατανάλωση, αλλά η Συνολικότητα της καπιταλιστικής κίνησης.13

Το έργο περιέχει κεφάλαια σχετικά με την Συσσώρευση, την Εξωτερική Αγορά, την Γαιοπρόσοδο και τον Υπερπληθυσμό, τα οποία προοικονομούν την κριτική ανάλυση του ιμπεριαλισμού.

Aσκώντας κριτική στην γραμμή του Σισμόντι, οι Μηχανές παρουσιάζονται σε συνάρτηση με το ζήτημα του Υπερπληθυσμού, ωστόσο, υπάρχουν χωρία, όπου αναδεικνύει τον μοναδικό ρόλο τους στο παραγωγικό προτσές του κεφαλαίου, την όπως λέει “σημασία των μηχανών14.

Ερευνώντας την σημασία των μηχανών μέσα στην κοινωνία και όχι μόνο μέσα στο εργοστάσιο (στην λειτουργική συνάρθρωσή τους προς τον Εργάτη) και παρουσιάζοντάς τες (αφ’ εαυτές, υποτιθεμένων απόντων των εργατών) είναι σαν να ανευρίσκει (σχεδόν με όρους sci-fi) τάση ανεξαρτητοποίησής των. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι χαρακτηριστικό:

Η ανάπτυξη της κεφαλαιοκρατικής μηχανικής βιομηχανίας στα τέλη του περασμένου αιώνα είχε δημιουργήσει υπερπληθυσμό και στην πολιτική οικονομία μπήκε το πρόβλημα να εξηγήσει το φαινόμενο αυτό. Όπως είναι γνωστό, ο Μάλθους προσπάθησε να το εξηγήσει αποδίδοντάς το σε φυσικοϊστορικές αιτίες, αρνιόταν ολότελα την προέλευσή του από ορισμένο, ιστορικά καθορισμένο, σύστημα κοινωνικής οικονομίας και έκλεινε ολότελα τα μάτια μπροστά στις αντιθέσεις που αποκαλύπτει το γεγονός αυτό. Ο Σισμόντι διαπίστωσε αυτές τις αντιθέσεις και την εκτόπιση του πληθυσμού από τις μηχανές. Κι αυτή η διαπίστωσή του αποτελεί αναμφισβήτητη υπηρεσία, γιατί στην εποχή που έγραφε η διαπίστωση αυτή ήταν κάτι το καινούργιο”.15

Το ορθότερο είναι ότι, όπως αναλύεται στην κριτική της πολιτικής οικονομίας, δεν είναι η ύπαρξη των μηχανών ως τέτοιων αυτή που οδηγεί στην προοδευτική παραγωγή σχετικού υπερπληθυσμού (κάτι που φέρνει τις εκτοπίσεις και δυστοπικοποιήσεις) ή εφεδρικού βιομηχανικού στρατού, αλλά το συνολικό προτσές συσπείρωσης κεφαλαίου.16 Προκειμένου οι μηχανές να επιτελούν τον ρόλο του υποκειμένου σε αυτήν την διαδικασία, δηλαδή να εκτοπίζουν πληθυσμό, όπως λέει ο Λένιν, σημαίνει ότι κάποιες από αυτές έχουν αποκτήσει λειτουργία, που εκφεύγει του ελέγχου μας.

Είναι πρόχειρη και χειροτεχνική η στάση να αποδοθεί αυτή η εμμέσως πλην σαφώς άποψη του Λένιν (περί υποκειμενικού ρόλου των μηχανών) σε κάποια εκ μέρους του πρόθεση υπεραπλουστευτικής εκλαΐκευσης, σε κάποια αποστροφή του λόγου του –ο Λένιν (ακόμα και στην μαζική προφορική εκλαΐκευση) είναι πάντοτε ακριβής και κυριολεκτικός.

Στην αντιπαράθεσή του με τον κύριο Ν.-ον,17 από πολύ γενική άποψη, ορθά ο καπιταλισμός δεν ταυτίζεται με την μηχανική βιομηχανία (κάτι που ισχύει για το ξεκίνημά του ως ιστορικό προτσές όπου εμφανίζεται σε προδρομική και πολύ πρώιμη μορφή ως το κεφάλαιο του εμπόρου, του επιτηδευματία κλπ.)18.

Ωστόσο, πρέπει να ειπωθεί, ότι το παραγωγικό προτσές του κεφαλαίου είναι ειδικά προσδιορισμένο (είναι τέτοιο) λόγω των μηχανών: λόγω αυτών γίνεται κατορθωτή η μετάβαση από την τυπική στην πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο, από την παραγωγή απόλυτης πρόσθετης αξίας στην παραγωγή σχετικής πρόσθετης αξίας, και η συσπείρωση κεφαλαίου ως ανεξάρτητο προτσές αναπτύσσεται λόγω της μεγάλης βιομηχανίας, που είναι τέτοια λόγω της μηχανουργίας.19

Συμπερασματικά, σε αυτό το έργο από την σκοπιά της επιστημονικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας, το ζήτημα δεν είναι κατά πόσο τα γραφόμενα είναι λιγότερο ή περισσότερο ορθά, αλλά το βάθος κατανόησης του προτσές της κλασικής πολιτικής οικονομίας, των εννοιών, και της κριτικής της.

III. Για την Πραγμάτωση

Πάλι απ’ την εξορία της Σιβηρικής εκτάσεως, στα 1898, επανέρχεται στον θεωρητικό κόμβο της πραγμάτωσης με το κείμενο του με τίτλο “Σημείωμα Σχετικά με το Ζήτημα της Θεωρίας των Αγορών. (Απ’ Αφορμή την Πολεμική Ανάμεσα στους κ.κ. Τουγκάν-Μπαρανόβσκι και Μπουλγκάκοφ), δημοσιευθέν τον Ιανουάριο του 1899 στο περιοδικό Nauchroye Obozreniye (Επιστημονική Επιθεώρηση) της Πετρούπολης.20

Με αυτό τοποθετείται εντός των αντιπαραθέσεων των κύκλων των λεγόμενων Νομικών Μαρξιστών της περιόδου.21

Εδώ, έχουμε αποφασιστικό προχώρημα του πολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης προς την ανεξαρτησία του από την ασφυκτική παρουσία του Ναροντνικισμού, και την ανάγκη επίμονης κριτικής σε αυτόν τον χώρο, ρήξη ενάντια στους αργόσυρτους και επιβραδυντικούς ρυθμούς πολιτικής δουλειάς (επιβληθέντες υπό του αγροτορομαντικού χαρακτήρα), και πολιτικό πέρασμα κρίσιμων μαζών σε ριζοσπαστικές μορφές σκέψης και πρακτικής, που επικεντρώνουν στην καπιταλιστική ανάπτυξη.

Σε αυτό το άρθρο, διαγράφει μια οικονομική θεωρία “κρίσης κατανάλωσης”, επικεντρώνοντας στην δυσκολία πραγμάτωσης της πρόσθετης αξίας, που ήταν το κεντρικό ζήτημα στις συζητήσεις των Ρώσων Μαρξιστών.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι η δοσμένη θεωρία των αγορών είναι de facto περιορισμένη, καθ’ όσον δεν έχει εισέτι εισέλθει στην Ρωσία η κριτική της παγκόσμιας αγοράς, όπως αναπτύσσεται στα Grundrisse (δηλαδή η πραγματική γνώση της κρίσης των τελών του 1850). Γι’ αυτόν άλλωστε τον λόγο, η γνωριμία του Ρωσικού κινήματος με την θεωρία της παγκόσμιας αγοράς έγινε μέσω του Χόμπσον και στην συνέχεια μέσω του Χίλφερντινγκ, και όχι μέσω της πρωτότυπης εργατικής κριτικής.22

Επιπρόσθετα, η φαινομενολογία των αγορών εξετάζεται μέσα από το κυκλοφοριακό και αναπαραγωγικό προτσές και όχι μέσα από την λειτουργία του χρηματοκεφαλαίου και του τοκοφόρου κεφαλαίου στο συνολικό προτσές καπιταλιστικής παραγωγής, ως επίσης οι αγορές δεν προσεγγίζονται βιομηχανικά, ήτοι ως προϋπόθεση της ίδιας της βιομηχανικής παραγωγής, που έτσι τις κάνει επικράτειές της.

Τον Αύγουστο του 1899 δημοσιεύεται στο ίδιο περιοδικό το άρθρο του με τίτλο “Και Πάλι για το Ζήτημα της Θεωρίας της Πραγματοποίησης”23.

Στις πρώτες παραγράφου του κειμένου περιέχεται μια υποδειγματική σύνοψη της ιστορίας της σχετικής οικονομικής θεωρίας, όπου με άφταστη οξύνοια διακρίνεται τόσο το επί τούτου βασικό έργο του Σμιθ, όσο και η σημασία του Οικονομικού Πίνακα του Quesnay (1758).

Επ’ αυτού, μια παρέκβαση καθίσταται αναγκαία:

Το ζήτημα της πραγμάτωσης ab sich συνιστά Φιλοσοφικό ζήτημα, και από την Φιλοσοφία εισάγεται στην Οικονομική Επιστήμη.

Στον 19ο αιώνα, με την ανάπτυξη της μάτριξ άλγεβρας και των μαθηματικών μάτριξ πολλαπλασιασμού (άλλωστε, ο Πίνακας του Quesnay μπορεί να αντιμετωπισθεί ως κάτι τέτοιο) αποκτά μια ορισμένη τεχνοεπιστημονική διάσταση.24

Ο Βρετανός Νομικός Arthur Cayley (1821-1895) είναι εκ των εισηγητών της μάτριξ άλγεβρας.25 Ο Ρώσος Μαθηματικός Andrey Markov (1856-1922), γνωστός για την ανάπτυξη της αλυσίδας Markov ή του Markov προτσές είναι εκ των εισηγητών του Στοχαστικού Μάτριξ (1906).26

Στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, η πραγμάτωση εμφανίζεται:

-Στο παραγωγικό προτσές του κεφαλαίου (συγκροτώντας την Μορφή της Καπιταλιστικής Παραγωγής) με την ανεξάρτητη μορφή της ενεργοποίησης της εργασίας μέσα από τα μέσα παραγωγής και το υλικό της εργασίας. Έτσι, οι αντικειμενικές συνθήκες εργασίας καθίστανται τα διαπιστευτήρια του Εργάτη. Ο Εργάτης αποκτά αντικειμενική Ύπαρξη ανεξάρτητη της εργασίας, και διαχωρίζεται (με οντική ισχύ) από το Αδιαίρετο.27 Στον ίδιο χρόνο, η μη υλική εργασία είναι άμεσα συναφής και συνδεδεμένη με το ζήτημα της πραγμάτωσης, ειδικά, αν ιδωθεί από την σκοπιά της θεώρησης της πρόσθετης αξίας.

-Στο κυκλοφοριακό προτσές στην τυπική όψη της, μέσα από την φαινομενολογία της εμπορευματικής ανταλλαγής.

-Στην καπιταλιστική συνολικότητα, στο προτσές της συνολικής καπιταλιστικής παραγωγής, και ειδικά στις διαδικασίες και τους μηχανισμούς πραγμάτωσης της πρόσθετης αξίας, η πραγμάτωση τίθεται με την μορφή του ζητήματος του Ζώντος Πράγματος (Lebensding),28 και έτσι παρίσταται επίσης ως τεχνοεπιστημονική προβληματική.

Στην οικονομική εσωτερικότητά του προκύπτει από το ότι το κέρδος ισούται ποσοτικά με την πραγματωνόμενη πρόσθετη αξία, όμως η πρόσθετη αξία χωρίζεται σε ποικίλες υπομορφές: τόκος επί κεφαλαίου, εδαφικοί πρόσοδος, φόροι κλπ.29

Αυτό είναι πιο εμφανές, αλλά και πιο δύσκολο, στην επίδραση της παραγωγικότητας της εργασίας στο ποσοστό πρόσθετης αξίας, όπου έχει άμεση επίδραση στις περιπτώσεις που ένα ενικό κεφάλαιο απασχολείται με μεγαλύτερη από τον κοινωνικό μέσο όρο παραγωγικότητα, πετυχαίνει μικρότερες εμπορευματικές τιμές και κατ’ αυτόν τον τρόπο πραγματώνεται έξτρα κέρδος.30

Δοθέντων των ανωτέρω, ο Λένιν έχει κατανοήσει τις επιστημολογικές και καθαρά πολιτικές απάτες της μπουρζουάδικης στατιστικής, και ειδικότερα ότι η πραγμάτωση δεν είναι ποσοτικό μέγεθος, αλλά ποιοτικό γίγνεσθαι.31

Η συνολική προβληματική περί του ζητήματος της πραγμάτωσης αναδεικνύει, σε αντίθεση προς τις ηθικοθρησκευτικές καταγγελίες, ότι το κεφάλαιο οντολογικά μπορεί να περιγραφεί ως μηχανικά διαμεσολαβημένο κοινωνικό και στον ίδιο χρόνο κοινωνικά διαμεσολαβημένο μηχανικό.

H πραγματική-μάτριξ διάσταση στο κεφαλαιακό προτσές επιθέτει αντικειμενικά την ασυγχρονικότητα (προκύπτουσα από τεχνική άποψη από το ίδιο το τυχαίο-random μάτριξ)32, την κβαντική χρονική λειτουργία, τον χρόνο ως κβαντικό φαινόμενο, κάτι που επίσης σχεδόν αντικειμενικά επιθέτει την δυσλειτουργία του Νόμου της Αξίας (κάτι που έχει γίνει αφάνταστα ευρύτερο με την κατάργηση της θεσμικότητας της στάθμισης του χρυσού).

Η σύγχρονη ασυγχρονική λειτουργία του κεφαλαίου σημαίνει, ότι το κεφάλαιο πλέον προβάλλει ως πηγή δικαιολόγησής του την συνολική παγκόσμια ιστορία, δηλαδή αξιώνει την ύπαρξή του ως a priori της ιστορίας προτσές (και στις Φιλοσοφικά Ρεαλιστικές περιπτώσεις ως a priori οντότητα, υπόσταση). Σε αυτό, συνυπολογιζόμενης της τεχνητής νοημοσύνης και του ανεξαρτητοποιημένου μηχανικού, η κεφαλαιακή οντολογία συγκλίνει όλο και περισσότερο προς την πλευρά του κοινωνικά διαμεσολαβημένου μηχανικού, κάτι που είναι πιο εμφανές στις μεγάλες βιομηχανικές χώρες.

Γι’ αυτό τον λόγο, πολύ περισσότερο σήμερα, η μόνη σύγχρονη απάντηση ενάντια στον καπιταλισμό είναι ο εργατικός σοσιαλισμός. Κάθε τι που αξιώνει μια κάποια αντικαπιταλιστικότητα και είναι εκτός αυτού, περισσότερο αναφύεται ως υπό-/παραπροϊόν του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος, παρά ως genuine εναλλακτική.

Το ότι η πραγμάτωση δεν είναι ποσοτική κατηγοριοποίηση, αλλά ποιοτικό γίγνεσθαι, το ξεκαθαρίζει με την κριτική στον Στρούβε, λέγοντας:

Ο Στρούβε33 άδικα ονομάζει την θεωρία της πραγματοποίησης θεωρία της αναλογικής κατανομής. Αυτό είναι ανακριβές και οδηγεί αναπόφευχτα σε παρανοήσεις. Η θεωρία της πραγματοποίησης είναι μια αφηρημένη θεωρία, που δείχνει πως συντελείται η αναπαραγωγή και η κυκλοφορία όλου του κοινωνικού κεφαλαίου. Απαραίτητες προϋποθέσεις αυτής της αφηρημένης θεωρίας είναι πρώτο, να κάνει αφαίρεση του εξωτερικού εμπορίου, των εξωτερικών αγορών. Κάνοντας όμως αφαίρεση του εξωτερικού εμπορίου, των εξωτερικών αγορών, η θεωρία της πραγματοποίησης δεν υποστηρίζει ότι υπήρξε ποτέ ή ότι μπορούσε να υπάρξει κεφαλαιοκρατική κοινωνία χωρίς εξωτερικό εμπόριο. Δεύτερο, η αφηρημένη θεωρία της πραγματοποίησης προϋποθέτει και πρέπει να προϋποθέτει την αναλογική κατανομή του προϊόντος στους διαφόρους κλάδους της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής. Προυποθέτοντάς το όμως αυτό η θεωρία της πραγματοποίησης δεν υποστηρίζει διόλου ότι στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία τα προϊόντα πάντοτε κατανέμονται ή μπορούν να κατανέμονται αναλογικά.34 Ο κ. Μπουλγκάκοφ πολύ σωστά συγκρίνει τη θεωρία της πραγματοποίησης με τη θεωρία της αξίας”.35

Στην συνέχεια, στα 1899, συγκεκριμενοποιεί την κατανόηση της θεωρίας της πραγμάτωσης (ως εμμενούς στην εσωτερικότητα της καπιταλιστικής παραγωγής) με Απαντητικό άρθρο στον κ. Π. Νεζντάνοφ, στο οποίο διευκρινίζει “ότι για να εξηγήσουμε την πραγματοποίηση αυτή θάταν λάθος να καταφεύγουμε στο εξωτερικό εμπόριο ή στη θεωρία των «τρίτων προσώπων»”36.

Επ’ αυτών, εντυπωσιάζει η εκ μέρους του Λένιν επικέντρωση στο κυκλοφοριακό και αναπαραγωγικό προτσές ως πλαίσιο εργασίας για το ζήτημα της πραγμάτωσης, παρόλο, που, όπως αναφέραμε παραπάνω, εμφανίζεται με αυτοτελή τρόπο τόσο στις δύο φάσεις του κεφαλαιακού κυκλώματος, όσο και στην καπιταλιστική συνολικότητα. Αυτό ίσως είχε να κάνει με κάποιο Μερκαντιλιστικό υπόβαθρο στην τότε ανάπτυξη του Ρωσικού καπιταλισμού, κάτι που είναι σχετικά εύλογο, καθώς τότε η Ρωσία δεν είχε εισαχθεί ως ανεξάρτητη οικονομία στην παγκόσμια αγορά, και επομένως η προσοχή εστρέφετο στην ανάπτυξη της ιδίας σ’ αυτήν αγοράς, νομοτελειακά και με Μερκαντιλιστικούς όρους. Απ’ αυτήν την άποψη, η ανάλυση της αναπαραγωγής του κοινωνικού συνολικού κεφαλαίου αποδίδει μια σχετικά απλή εξήγηση για το ίδιο το συνολικό καπιταλιστικό γεγονός και την κρίση του.

Ωστόσο, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται, ότι η κριτική ανάλυση της αναπαραγωγής χωρεί επί της ανάλυσης της κυκλοφορίας, κι αυτή στηρίζεται εναρκτήρια στην τρισταδιακή (τόσο στην παραγωγή, όσο και στην κυκλοφορία) εμφάνιση, ανάπτυξη και λειτουργία των κυκλωμάτων του χρηματοκεφαλαίου, του παραγωγικού κεφαλαίου, του εμπορευματικού κεφαλαίου.37 Επομένως, η απ’ τα ανάποδα έκθεση της ανάλυσης (από την αναπαραγωγή στην πραγμάτωση, από την πραγμάτωση στην αναπαραγωγή) προϋποθέτει ab initio κατ’ αφαίρεση μια αδιαφοροποίητη μάζαποσότητα κεφαλαίου, που ταυτίζεται με το κοινωνικό συνολικό κεφάλαιο.

Στον ίδιο χρόνο, από την πολεμική (αφού έχει συμμαχήσει με τους Νομικούς Μαρξιστές) του Λένιν στον Στρούβε, όπως και προηγούμενα στους Ναρόντνικους και Ρομαντικούς, εντοπίζεται στους αντιπάλους του μια στριφνή επιστημολογία (στην οποία υποπίπτουν συχνά και οι Νομικοί Μαρξιστές):

Μελετούν ένα τρίτο ως προς αυτούς κειμενικό σώμα, την κλασική πολιτική οικονομία και την κριτική της, ενθέτοντας μια αλλότρια προς αυτό στοχοθεσία: όχι την εξήγηση και ανάλυση των οικονομικών φαινομένων, ακόμα πιο προωθημένα την σφυρηλάτηση και διαμόρφωση συστήματος πολιτικής οικονομίας, αλλά την ανεύρεση με σχεδόν Σχολαστικιστικό τρόπο λαθών.

Μπορεί να ειπωθεί, ότι αυτό το επιστημολογικό ύφος φέρνει στον νου τους Κριτές της Παλαιάς Διαθήκης: σίγουρα πρόκειται για την κρατική Ρωσική επιστήμη της εποχής, που αποτυπώνει στον ίδιο χρόνο την κρατική παραδοσιοκρατία, την αρχαϊκή κοινοτική μορφή του Ρωσικού κράτους. Σ’ αυτήν την Ρωσική κρατική επιστήμη, τόσο ο εντός της κλασικής πολιτικής οικονομίας Βρετανικός εμπειρισμός, όσο και η Γερμανική θεωρησιακή νόηση εντοπίζονται με πολύ αποσπασματικό τρόπο, ατελώς, σε υπανάπτυκτες μορφές.

Ο Λένιν ξέρει να μιλάει την γλώσσα αυτών των κρατικών ανθρώπων, μετέρχεται των μεθόδων τους. Αυτό δεν γίνεται τόσο για την stricto sensu επιστημονική ανάπτυξη της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, αλλά για την προώθηση της σκοποθεσίας της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας ως της δοσμένης μορφής που έλαβε το πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης σ’ εκείνη την εποχή.

IV. Επί της εδαφικής προσόδου

Από συστηματική άποψη, το έργο οικονομικής επιστήμης του Λένιν στα χρόνια πριν την Επανάσταση του 1905, είναι έργο πολεμικής και κριτικής επί των αντιμαχόμενων θεωρητικοεπιστημονικών τάσεων. Αναπτύσσεται γύρω από το ζήτημα της αγροτικής παραγωγής και της εκβιομηχάνισης της υπαίθρου, και στον ίδιο χρόνο γύρω από την κλασική πολιτική οικονομία.

Στην Ρωσική κριτική, η αγροτική παραγωγή δεν εξετάζεται σε κάθε περίπτωση μέσα από το παραγωγικό προτσές του κεφαλαίου και συγκεκριμένα μέσα από το προτσές υποδειγματικής συσπείρωσης κεφαλαίου, και την έρευνα της μετατροπής της πρόσθετης αξίας σε εδαφική πρόσοδο,38 αλλά αυτοτελώς, ως ξεχωριστός οικονομικός πόλος.

Είναι αυτό κάτι που επιβάλλεται από τα ίδια τα υπερογκώδη αγροτικά μεγέθη των Ρωσικών χωρών, ή κάτι που υποκρύπτει έναν θεωρητικό διπολισμό;

Στην κριτική της πολιτικής οικονομίας, η εκβιομηχάνιση της υπαίθρου και η διάλυση των παλαιών κοινοτικών σχέσεων είναι εμμενής κοινωνική διαδικασία. Στον Ρωσικό Μαρξισμό της εποχής, συχνά εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της «κατακτητικής» ιδιότητας του κεφαλαίου, ως κάτι πλήρως εξωτερικό προς την ύπαιθρο.39

Ο Λένιν –θα μπορούσαμε να πούμε- ξεκινάει μια εκστρατεία εις βάρος αυτής της αντίληψης, υπέρ του Κάουτσκι και εις βάρος του Μπουλγκάκοφ:

Τον Απρίλιο του 1899 δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nachalo40 (Ξεκίνημα) της Πετρούπολης Βιβλιοκρισία του για το «Die Agrarfarge» του Κάουτσκι,41 στο οποίο σημειώνει:

“Ο Κάουτσκι δείχνει ότι το σύστημα των φάρμερ και το σύστημα των υποθηκών δεν αποτελούν παρά δύο διαφορετικές μορφές ενός και του ίδιου προτσές … Θα ήταν παράλογο να νομίζουμε, λέει καταλήγοντας ο Κάουτσκι, πως στην κοινωνία το ένα μέρος αναπτύσσεται προς την μια κατεύθυνση και το άλλο προς την αντίθετη. Στην πραγματικότητα «η κοινωνική εξέλιξη στην αγροτική οικονομία ακολουθεί την ίδια κατεύθυνση με τη βιομηχανία»”.42

Κατά τους μήνες Ιανουάριο-Φεβρουάριο 1900 δημοσιεύεται σε δύο άρθρα στο λαϊκό περιοδικό της Πετρούπολης Zhizn43 (Ζωή), το εκτενές διαφωτιστικό κείμενο με τίτλο “Ο Καπιταλισμός στην Αγροτική Οικονομία. (Σχετικά με το Βιβλίο του κ. Κάουτσκι και το Άρθρο του κ. Μπουλγκάκοφ)”.44

Ωστόσο, πρωτύτερα, τον Απρίλιο του 1899, με την δημοσίευση της βιβλιοκρισίας του για τον Χόμπσον, η εισαγωγική πρόταση περί του ότι ο συγγραφέας δεν καταπιάνεται καθόλου με την γεωργία,45 δείχνει, ότι ακόμα κι η συνεπής Ρωσική εργατική κριτική είχε τότε πολύ δρόμο να διανύσει για την πλέρια κατανόηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην γενέτειρά της, στην Αγγλία.

Κατ’ αυτήν την έννοια, στα 1899, έχουν απομείνει υπολείμματα -του όπως τον ονομάσαμε- αγροτικού διπολισμού στην Λενινική σκέψη, τα οποία εξαλείφονται με αλματώδη και θεαματικό τρόπο με τα κείμενά του στα 1900. –Αυτό είναι εκ μέρους της Ρωσικής εργατικής κριτικής επίλυση μιας θεωρητικής και πραγματικής αντίφασης.

Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι στα 1900 ο Λένιν απολύθηκε από την εξορία στην Σιβηρία και μετεγκαταστάθηκε στο Πσκοβ, όπου με πρωτοβουλία και ενέργειές του άρχισε να εκδίδεται και να κυκλοφορεί η Ίσκρα, ως όργανο του ΣΔΕΚΡ -είχε αρχίσει να αναπνέει τον αέρα της πολιτικής λευτεριάς,

Στα 1900 επανήλθε στο αγροτικό ζήτημα, με ένα κείμενο, που δημοσιεύθηκε διακεκομμένα σε διάφορα περιοδικά.46

Σ’ αυτό μπορεί να παρατηρηθεί η επιστημονική επικράτηση του Λένιν στην σχετική αντιπαράθεση, καθ’ όσον έχει καταφέρει να τοποθετήσει τον Μπουλγκάκοφ από την διπολική παρουσίαση του ζητήματος, στην θεωρία της εδαφικής προσόδου και στην Αγγλική οικονομική θεωρία. Με τα κεφάλαια για την “γαιοπρόσοδο” και τις “μηχανές στην αγροτική οικονομία”47 αναπτύσσεται η Ρωσική εργατική κριτική για το ζήτημα της αγροτικής παραγωγής και αναλύεται ο καπιταλιστικός μετασχηματισμός της υπάιθρου. Αυτό το πετυχαίνει, διότι δείχνει την ισοδυναμία μεταξύ γεωργικού πρόσθετου προϊόντος και πρόσθετης αξίας:

… στη γεωργία η αναλογία του μεταβλητού κεφαλαίου στη γενική σύνθεση του κεφαλαίου είναι πάνω από τη μέση (μια πέρα για πέρα φυσική προϋπόθεση, όταν παρθεί υπόψη η αναμφισβήτητη καθυστέρηση της γεωργικής τεχνικής σε σχέση με τη βιομηχανική). Συνεπώς, μια και έτσι έχουν τα πράγματα, η αξία των γεωργικών προϊόντων γενικά είναι ανώτερη από την τιμή παραγωγής τους, και η υπεραξία ανώτερη από το κέρδος. Στο μεταξύ το μονοπώλιο της ατομικής ιδιοχτησίας γης εμποδίζει αυτό το πλεόνασμα να μπει ολόκληρο στο προτσές της εξίσωσης του κέρδους και η απόλυτη γαιοπρόσοδος προέρχεται απ’ αυτό το πλεόνασμα.

Ο κ. Μπουλγκάκοφ είναι πολύ δυσαρεστημένος απ’ αυτήν την εξήγηση και αναφωνεί: “Τί πράγμα είναι λοιπόν αυτή η υπεραξία που μπορεί σαν το ύφασμα ή το βαμβάκι ή οποιαδήποτε άλλο εμπόρευμα να είναι αρκετή ή όχι για την κάλυψη της ενδεχόμενης ζήτησης. Πριν απ’ όλα η υπεραξία δεν είναι πράγμα υλικό, είναι μια έννοια που χρησιμεύει για να εκφράσει κανείς μια καθορισμένη κοινωνική σχέση παραγωγής” (Ι. 105). Αυτή η αντιπαράθεση του “υλικού πράγματος” στην “έννοια” αποτελεί φανερό δείγμα σχολαστικισμού, που με τόσον ζήλο τον σερβίρουν σήμερα με τη μορφή “κριτικής”. Τι σημασία θα μπορούσε να έχει η “έννοια” μέρος του κοινωνικού προϊόντος, αν σ’ αυτήν την έννοια δεν αντιστοιχούσαν συγκεκριμένα “υλικά πράγματα”; Η υπεραξία είναι το χρηματικό ισοδύναμο του υπερπροϊόντος που αποτελείται από ένα καθορισμένο μέρος υφάσματος, βαμβακιού, σταριού και όλων των άλλων εμπορευμάτων”.48

Σε αυτό, η Λενινική κριτική έχει εμβαθύνει στην εννοιολογική κατανόηση της επιστήμης της πολιτικής οικονομίας σχετικά με το συνολικό προτσές καπιταλιστικής παραγωγής, καθ’ όσον διακρίνει και αποτυπώνει με συγκεκριμένο τρόπο την υλικότητα των εννοιών και κατηγοριών, δείχνοντας την μεταφυσική αντίληψη του Μπουλγκάκοφ, ο οποίος αντιλαμβάνεται την πρόσθετη αξία μισο-ιδεαλιστικά και εντελώς μεταφυσικά, ως μια δήθεν (θαυματουργικού τύπου) κρυμμένη ουσία που σχετίζει ως τέτοια -έστω με έναν ορισμένο τρόπο- υποκείμενα στην οικονομική διαδικασία, χωρίς να έχει υλικό περιεχόμενο. Δηλαδή, ο Μπουλγκάκοφ αντιλαμβάνεται την πρόσθετη αξία ως ένα αδιόρατο ding in sich, κι όχι ως αποτέλεσμα του μη διαμεσολαβημένου παραγωγικού προτσές. Το κεφάλαιο δεν είναι κάτι υλικό, η πρόσθετη αξία δεν είναι κάτι χειροπιαστό, αλλά κεφάλαιο και πρόσθετη αξία είναι απολυτοποιημένες κοινωνικές σχέσεις, σχέσεις μεταξύ ανθρώπων, όπως πχ. η φιλία, η ερωτική σχέση, ο αρραβώνας, ο γάμος, το διαζύγιο, ακόμα και το χρήμα ως τέτοιο (παρότι σε κάθε περίπτωση ανταλλάσσεται κατ’ ιδανικά μερίδια, δηλαδή πάντοτε ως καθορισμένη ενικά ποσότητα, ήτοι ανταλλάσσεται πάντοτε με συγκεκριμένο υλικά τρόπο) είναι κοινωνική σχέση-. Εν ολίγοις, αυτό είναι η κατανόησή του.

Στον Μπουλγκάκοφ, το όλο αποκλειστικά σχεσιακό θεωρητικό οικοδόμημα είναι σαθρό και αθεμελίωτο, διότι δεν κατανοείται το ίδιο το προτσές της υλικής εργασίας, το περιεχόμενο της συγκεκριμένης εργασίας παράγουσας χρηστική αξία, της αφηρημένης εργασίας παράγουσας ανταλλακτική αξία, το εργασιακό factum ως εμπρόθετη, σκοποθετημένη, τελολογικά προσδιορισμένη υλική επίδραση εκ μέρους του Εργάτη πάνω στο υλικό της εργασίας, σε ένα πιο γενικό επίπεδο η εργασία ως υλική ανταλλαγή με το φυσικό υλικό.

Επομένως, αυτό που περιέχεται στο εμπόρευμα ως πρόσθετη αξία μαζί με την αξία του σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίου που απασχολήθηκε για την παραγωγή του (κάτι που κατ’ αναλογία νοητικά προσιδιάζει στην κατηγορία του εξ αδιαιρέτου, στην κατηγορία της κοινωνίας δικαιώματος του εμπράγματου δικαίου), στο κυκλοφοριακό προτσές πραγματώνεται και περιστρέφεται ξεχωριστά, και έτσι στο συνολικό προτσές της καπιταλιστικής παραγωγής έχει πάντοτε χρηματομορφή, λειτουργεί σε αυτό ως ποσότητα χρηματοκεφαλαίου.

V. Έξοδος

Όσο η Ρωσική εργατική τάξη πλησιάζει στο 1905, τόσο ο Λένιν από την Ευρώπη πλέον, αφοσιώνεται στην κομματική επαναστατική δουλειά και στην εμβάθυνση στην Ελληνική και Κλασική Γερμανική Φιλοσοφία. Η μετέπειτα ιστορία και διαδρομή του είναι πιο γνωστή στο ευρύ κοινό. Η ενασχόληση με ζητήματα πολιτικής οικονομίας επανέρχεται επιτακτικά μετά την στρατιωτική επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης, πριν και κατά την διάρκεια της ΝΕΠ, κύρια με το ζήτημα των τιμών των προϊόντων και με το ζήτημα της οργάνωσης και της εξειδίκευσης των μορφών της κοινωνικής εργασίας.

 

1Λένιν, Άπαντα, τόμος 1ος, Τι Είναι οι Φίλοι του Λαού και πώς Πολεμούν τους Σοσιαλδημοκράτες; Απάντηση στα Άρθρα του «Ρουσκόγε Μπογκάτστβο» Ενάντια στους Μαρξιστές), (1894), εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, σ. 137.

2Βλ. Antonio Negri, Factory of Strategy. Thirty-Three Lessons on Lenin, 2. From the Theory of Capital to the Theory of Organization, Economic Struggle and Political Struggle: Class Struggle, Translated by Arianna Bove, Columbia University Press, New York, 2004, pp. 15 επ.

3Βλ. Λένιν, Νέες Οικονομικές Αλλαγές στην Αγροτική Ζωή, Απ’ Αφορμή το Βιβλίο του Β.Ε. Ποστνίκοφ «Το Αγροτικό Νοικοκυριό της Νότιας Ρωσίας» (1893), οπ., σ. 3-68.

4Βλ. οπ., σ. 63: “Γι’ αυτό το λόγο η χρησιμοποίηση μισθωτής εργασίας στην ανώτερη ομάδα πρέπει να έχει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις απ’ ό,τι υπολογίζει ο συγγραφέας, έτσι που τα μεγάλα χρηματικά έσοδα που παίρνουν οι αγρότες αυτής της ομάδας αποτελούν σε σημαντικό βαθμό (αν όχι στο ακέραιο) εισόδημα από το κεφάλαιο με την ειδική σημασία που δίνει σ’ αυτόν τον όρο η επιστημονική πολιτική οικονομία”.

5Βλ. οπ., Απ’ Αφορμή το Λεγόμενο Πρόβλημα των Αγορών (1893), σ. 69-123.

6Βλ. οπ., σ. 149.

7Βλ. Β.Ι. Λένιν, Χαρακτηρισμός του Οικονομικού Ρομαντισμού. Ο Σισμόντι και οι Οπαδοί του στη Χώρα μας (1897), Άπαντα, τόμος 2ος, σ. 125-174, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2013.

8Βλ. οπ., ΙΙ. Οι Απόψεις του Σισμόντι για το Εθνικό Εισόδημα και το Κεφάλαιο, σ. 23

9Βλ. οπ., ΙΙΙ. Τα Συμπεράσματα του Σισμόντι από τη Λαθεμένη Θεωρία για τα Δυο Μέρη της Χρονιάτικη Παραγωγής στην Κεφαλαιοκρατική Κοινωνία, σ. 29, απόσπασμα: “Έτσι από την ταύτιση του εισοδήματος με την «παραγωγή» (δηλαδή μ’ όλα εκείνα που έχουν παραχθεί) απορρέει η ταύτιση της πραγματοποίησης με την ατομική κατανάλωση. O Σισμόντι ξέχασε κιόλας ότι η πραγματοποίηση τέτοιων προϊόντων, όπως λχ., του σιδήρου, του κάρβουνου, των μηχανών κτλ., γενικά των μέσων παραγωγής, γίνεται με άλλον τρόπο, αν και προηγούμενα έθιξε άμεσα το πρόβλημα αυτό. Από την ταύτιση της πραγματοποίησης με την ατομική κατανάλωση απορρέει, φυσιολογικά, η θεωρία ότι οι κεφαλαιοκράτες δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν ίσα-ίσα την υπεραξία, επειδή από τα δύο μέρη του κοινωνικού προϊόντος το μεροκάματο το πραγματοποιούν με την κατανάλωσή τους οι εργάτες”.

10Βλ. Das Kapital, II. Band: Der Zirkulationsprozeß des Kapitals, 8. Fixes Kapital und zirkulierendes Kapital, I. Die Formunterschiede, απόσπασμα: 3. Der im fixen Kapital ausgelegte Wertteil des produktiven Kapitals ist ganz, auf einmal vorgeschossen worden, für die ganze Funktionsdauer desjenigen Teils der Produktionsmittel, woraus das fixe Kapital besteht. Dieser Wert wird also auf einmal vom Kapitalisten in die Zirkulation geworfen; er wird aber der Zirkulation nur stückweis und allmählich wieder entzogen durch die Realisierung der Wertteile, die das fixe Kapital den Waren stückweis zusetzt. Andrerseits: Die Produktionsmittel selbst, worin ein Bestandteil des produktiven Kapitals fixiert wird, werden auf einmal der Zirkulation entzogen, um dem Produktionsprozeß für ihre ganze Funktionsdauer einverleibt zu werden, aber sie bedürfen für dieselbe Zeit nicht des Ersatzes durch neue Exemplare derselben Art, nicht der Reproduktion. Sie fahren während längrer oder kürzrer Zeit fort, zur Bildung der in Zirkulation geworfenen Waren beizutragen, ohne selbst der Zirkulation die Elemente ihrer eignen Erneuerung zu entziehn. Während dieser Zeit erheischen sie also auch ihrerseits keine Erneuerung des Vorschusses von seiten des Kapitalisten. Endlich: Der im fixen Kapital ausgelegte Kapitalwert durchläuft den Kreislauf seiner Formen während der Funktionsdauer der Produktionsmittel, worin er existiert, nicht stofflich, sondern nur für seinen Wert, und auch das nur teilweise und allmählich. D.h. ein Teil seines Werts wird fortwährend als Wertteil der Ware zirkuliert und in Geld verwandelt, ohne sich aus Geld in seine ursprüngliche Naturalform rückzuverwandeln. Diese Rückverwandlung des Gelds in die Naturalform des Produktionsmittels findet erst statt am Schluß seiner Funktionsperiode, wenn das Produktionsmittel gänzlich verbraucht ist.

11Βλ. οπ., 16. Der Umschlag des variablen Kapitals, III. Der Umschlag des variablen Kapitals, gesellschaftlich betrachtet

12Βλ. Λένιν, οπ., IV. Ποιο είναι το Λάθος των Θεωριών του Άνταμ Σμιθ και του Σισμόντι για το Εθνικό Εισόδημα;, σ. 35.

13Βλ. Das Kapital, οπ., III. Die Reproduktion und Zirkulation des gesellschaftlichen Gesamtkapitals, 18. Einleitung, I. Gegenstand der Untersuchung, απόσπασμα: Jedes einzelne Kapital bildet jedoch nur ein verselbständigtes, sozusagen mit individuellem Leben begabtes Bruchstück des gesellschaftlichen Gesamtkapitals, wie jeder einzelne Kapitalist nur ein individuelles Element der Kapitalistenklasse. Die Bewegung des gesellschaftlichen Kapitals besteht aus der Totalität der Bewegungen seiner verselbständigten Bruchstücke, der Umschläge der individuellen Kapitale. Wie die Metamorphose der einzelnen Ware ein Glied der Metamorphosenreihe der Warenwelt – der Warenzirkulation – ist, so die Metamorphose des individuellen Kapitals, sein Umschlag, ein Glied im Kreislauf des gesellschaftlichen Kapitals.

14Βλ. Λένιν, όπ., IX. Οι Μηχανές στην Κεφαλαιοκρατική Κοινωνία, σ. 81 επ.

15Βλ. οπ., VIII. Η Κεφαλαιοκρατική Γαιοπρόσοδος και ο Κεφαλαιοκρατικός Υπερπληθυσμός, σ. 72.

16Βλ. Das Kapital, I. Band: Der Produktionsprozeß des Kapitals, VII. Der Akkumulationsprozeß des Kapitals, 23. Das allgemeine Gesetz der kapitalistischen Akkumulation, 3. Progressive Produktion einer relativen Übervölkerung oder industriellen Reservearmee, 4. Verschiedne Existenzformen der relativen Übervölkerung. Das allgemeine Gesetz der kapitalistischen Akkumulation

17Βλ. Λένιν, οπ., IX, σ. 87: “Πρώτο, ο κ. Ν.-ον ταυτίζει έτσι τον καπιταλισμό με τη μηχανική βιομηχανία. Αυτό είναι χοντρό λάθος. Η σημασία της επιστημονικής θεωρίας βρίσκεται ακριβώς στο ότι ξεκαθάρισε την πραγματική θέση της μηχανικής βιομηχανίας, που αποτελεί ένα στάδιο του καπιταλισμού”.

18Βλ. Das Kapital, III. Band: Der Gesamtprozeß der kapitalistischen Produktion, IV. Verwandlung von Warenkapital und Geldkapital in Warenhandlungskapital und Geldhandlungskapital (kaufmännisches Kapital), 20. Geschichtliches über das Kaufmannskapital

19Βλ. οπ., I. Band: Der Produktionsprozeß des Kapitals, IV. Die Produktion des relative Mehrwerts, 13. Maschinerie und große Industrie

20Βλ. Λένιν, οπ., Τόμος 4ος, σ. 46-56.

21Βλ. https://en.wikipedia.org/wiki/Legal_Marxism

22Βλ. Λένιν, οπ., Κριτική του Βιβλίου του Χόμπσον «Η Εξέλιξη του Σύγχρονου Καπιταλισμού», 1899, σ. 155-158.

23Βλ. Λένιν, οπ., σ. 68-88.

24Ενδεικτικά βλ. M. Stepanova, «The Change of Paradigm in the Matrix Theory», WDS’11 Proceedings of Contributed Papers, Part I, 85–90, 2011

25Βλhttps://en.wikipedia.org/wiki/Arthur_Cayley

26Βλhttps://en.wikipedia.org/wiki/Andrey_Markov

27Βλ. Formen, die der kapitalistischen Produktion vorhergehen, Auszug aus den ökonomischen Manuskripten der Jahre 1857/58, απόσπασμα: Wenn freie Arbeit und Austausch dieser freien Arbeit gegen Geld, um das Geld zu reproduzieren und verwerten, um von dem Geld als Gebrauchswert nicht für den Genuß, sondern als Gebrauchswert für Geld verzehrt zu werden, Voraussetzung der Lohnarbeit und eine der historischen Bedingungen des Kapitals ist, so ist die Trennung der freien Arbeit von den objektiven Bedingungen ihrer Verwirklichung – von dem Arbeitsmittel und dem Arbeitsmaterial – eine andre Voraussetzung. Also vor allem Loslösung des Arbeiters von der Erde als seinem natürlichen Laboratorium – daher Auflösung des kleinen freien Grundeigentums sowohl wie des gemeinschaftlichen, auf der orientalischen Kommune beruhenden Grundeigentums. In beiden Formen verhält sich der Arbeiter zu den objektiven Bedingungen seiner Arbeit als seinem Eigentum; es ist dies die natürliche Einheit der Arbeit mit ihren sachlichen Voraussetzungen. Der Arbeiter hat daher unabhängig von der Arbeit eine gegenständliche Existenz. Das Individuum verhält sich zu sich selbst als Eigentümer, als Herr ||51| der Bedingungen seiner Wirklichkeit. Es verhält sich ebenso zu den andren – und je nachdem diese Voraussetzung gesetzt ist als von dem Gemeinwesen ausgehend oder als von den einzelnen Familien, die die Gemeinde konstituieren –, verhält es sich zu den andren als Miteigentümern, ebensoviel Inkarnationen des Gemeineigentums, oder als selbständigen Eigentümern neben ihm, selbständigen Privateigentümern – neben denen das früher alles absorbierende und über alle übergreifende Gemeineigentum selbst als besondrer ager publicus neben den vielen Privatgrundeigentümern gesetzt ist.

28Βλ. Martin Heidegger, What is a Thing?, translated by W . B . Barton, Jr. and Vera Deutsch with an analysis by Eugene T. Gendlin, Henry Regnery Company, Chicago, 1967. Στην εκ μέρους του παρουσίαση συμπεραίνει: “According to this, the thing is material, a point of mass in motion in the pure space-time order, or an appropriate combination of such points. The thing so defined is from then on considered as the ground and basis of all things, their determinations and their interrogation. The animate is also here, insofar as one does not believe that some day one will be able to explain it from out of lifeless matter with the help of colloidal chemistry. Even where one permits the animate its own character, it is conceived as an additional structure built upon the inanimate; in the same way, the implement and the tool are considered as material things, only subsequently prepared, so that a special value adheres to them. But this reign of the material thing (Stoffdinges), as the genuine substructure of all things, reaches altogether beyond the sphere of the things into the sphere of the “spiritual” (Geistigen), as we will quite roughly call it; for example, into the sphere of the signification of language, of history, of the work of art, etc”, οπ., p. 51, απόσπασμα

29Βλ. Das Kapital, III. Band: Der Gesamtprozeß der kapitalistischen Produktion, I. Die Verwandlung des Mehrwerts in Profit und der Rate des Mehrwerts in Profitrate, 3. Verhältnis der Profitrate zur Mehrwertsrate

30Βλ. οπ., απόσπασμα: “Drittens kommt in Betracht die Produktivität der Arbeit, deren Einfluß auf die Rate des Mehrwerts in Buch I, Abschnitt IV, ausführlich erörtert worden ist. Sie kann aber auch noch einen direkten Einfluß auf die Profitrate, wenigstens eines Einzelkapitals, ausüben, wenn, wie Buch I, Kap. X, S. 323/314 entwickelt, dies Einzelkapital mit größerer als der gesellschaftlich-durchschnittlichen Produktivität arbeitet, seine Produkte zu einem niedrigem Wert darstellt, als dem gesellschaftlichen Durchschnittswert derselben Ware, und so einen Extraprofit realisiert. Dieser Fall bleibt hier aber noch unberücksichtigt, da wir auch in diesem Abschnitt noch von der Voraussetzung ausgehn, daß die Waren unter gesellschaftlich-normalen Bedingungen produziert und zu ihren Werten verkauft werden. Wir gehn also in jedem einzelnen Fall von der Annahme aus, daß die Produktivität der Arbeit konstant bleibt. In der Tat drückt die Wertzusammensetzung des in einem Industriezweig angelegten Kapitals, also ein bestimmtes Verhältnis des variablen zum konstanten Kapital, jedesmal einen bestimmten Grad der Produktivität der Arbeit aus. Sobald also dies Verhältnis anders als durch bloße Wertänderung der stofflichen Bestandteile des konstanten Kapitals, oder durch Änderung des Arbeitslohns, eine Veränderung erfährt, muß auch die Produktivität der Arbeit eine Änderung erlitten haben, und wir werden daher oft genug finden, daß die mit den Faktoren c, v und m vorgehenden Veränderungen ebenfalls Änderungen in der Produktivität der Arbeit einschließen”.

31Βλ. Λένιν, οπ., Σχετικά με το Ζήτημα της Εργοστασιακής μας Στατιστικής. Νέοι Στατιστικοί Άθλοι του Καθηγητή Καρίσεφ, σ. 1-36.

32Βλhttps://en.wikipedia.org/wiki/Random_matrix#:~:text=In%20probability%20theory%20and%20mathematical,represented%20mathematically%20as%20matrix%20problems, https://en.wikipedia.org/wiki/Euclidean_random_matrix, Alan Edelman, N. Raj Rao, Random Matrix Theory, Acta Numerica, 2005, pp. 1-65, Greg W. Anderson, Alice Guionnet, Ofer Zeitouni, An Introduction to Random Matrices, Cambridge University Press, 2009, Ramon van Handel, Structured Random Matrices, Submitted on 17 Oct 2016, https://arxiv.org/abs/1610.05200

33Βλhttps://en.wikipedia.org/wiki/Peter_Struve

34Παράβαλε, Ο Χαρακτήρας του Οικονομικού Ρομαντισμού, VI. Η Εξωτερική Αγορά ως «Διέξοδος από τη Δυσκολία» της Πραγματοποίησης της Υπεραξίας, σ. 48, 49, αποσπάσματα: “Δεν υπάρχει καμία απολύτως λογική βάση να χωρίζουμε την υπεραξία απ’ όλο το προϊόν στο ζήτημα της πραγματοποίησής της … Και η εξωτερική αγορά; Μήπως εμείς αρνιόμαστε την ανάγκη της εξωτερικής αγοράς για τον καπιταλισμό; Φυσικά όχι. Μόνο που το ζήτημα της εξωτερικής αγοράς δεν έχει απολύτως τίποτε το κοινό με το ζήτημα της πραγματοποίησης και η προσπάθεια να συνδεθούν τα δύο αυτά ζητήματα σ’ ένα ενιαίο σύνολο χαρακτηρίζει απλώς το ρομαντικό πόθο «να αναχαιτιστεί» ο καπιταλισμός και τη ρομαντική ανικανότητα να σκεφτούν λογικά”.

35Λένιν, οπ., Τόμος 4ος, σ. 71.

36Βλ. οπ., σ. 161.

37Βλ. Das Kapital, II. Band: Der Zirkulationsprozeß des Kapitals, I. Die Metamorphosen des Kapitals und ihr Kreislauf, 1. Der Kreislauf des Geldkapitals, 2. Der Kreislauf des produktiven Kapitals, 3. Der Kreislauf des Warenkapitals

38Βλ. Das Kapital, I. Band: Der Produktionsprozeß des Kapitals, VII. Der Akkumulationsprozeß des Kapitals, 24. Die sogenannte ursprüngliche Akkumulation, ιδιαίτερα, 4. Genesis der kapitalistischen Pächter, 5. Rückwirkung der agrikolen Revolution auf die Industrie. Herstellung des innern Markts für das industrielle Kapital, οπ., III. Band: Der Gesamtprozeß der kapitalistischen Produktion, VI. Verwandlung von Surplusprofit in Grundrente

39 Αντιπαράβαλε Das Kapital, III. Band: Der Gesamtprozeß der kapitalistischen Produktion, VI. Verwandlung von Surplusprofit in Grundrente, 45. Die absolute Grundrente, 47. Genesis der kapitalistischen Grundrente

40https://en.wikipedia.org/wiki/Nachalo

41Βλ. Λένιν, οπ., σ. 89-95.

42Βλ. οπ., σ. 91, 93-94.

43Βλ. https://en.wikipedia.org/wiki/Zhizn

44Βλ. Λένιν, οπ., σ. 97-154.

45Βλ. οπ., σ. 155.

46Βλ.οπ., Τόμος 5ος, Το Αγροτικό Ζήτημα και “Οι Κριτικοί του Μαρξ”, σ. 97-272.

47Βλ. οπ., σ. 114-125, 125-143.

48Βλ. οπ., σ. 122-123.

 

Απ’ την προεπαναστατική Γερμανία. Η Πάλη του Στίρνερ ενάντια στον Αντιδραστισμό. 5.2.2024

 

Εισαγωγή

Σε ένα γενικό περίγραμμα μπορεί να ειπωθεί, ότι στην αυγή της δεκαετίας του 1840, η Πνευματική κατάσταση στις Γερμανικές χώρες αποτελείτο από τις ακόλουθες δυναμικές:

–την κληρονομιά και την επίδραση μέσα στους κόλπους του λαού του καλλιτεχνικού Ρομαντισμού, της Θύελλας και Ορμής, καθώς και της Φιλοσοφίας του Χέρντερ και των αδελφών Σχλέγκελ.1

–την Κλασική Φιλοσοφία του Καντ, του Γιακόμπι, του Φίχτε, του Σέλινγκ, που συνιστούσε τον Πανεπιστημιακό κανόνα εκμάθησης και παραγωγής Φιλοσοφίας.

–την Ιστορική Σχολή Δικαίου, η οποία ήτο το κυρίαρχο ρεύμα στα Πανεπιστημιακά και καθεστωτικά πράγματα.

–την μειοψηφία του Χεγκελιανισμού.

Σε μαζικό πολιτικό επίπεδο, στην περίοδο Vormärz (από το 1815 και έως την Γερμανική επανάσταση του Μαρτίου του 1848), το Zolverein (τελωνειακή ένωση) του 1833 είχε επικαιροποιήσει το αίτημα για πολιτειακή ενοποίηση στα πλαίσια της από το 1815 (χαλαρής) Γερμανικής Ένωσης (Deutscher Bund), η οποία είχε επέλθει ως ενδιάμεση πολιτική μορφή μετά την ανατροπή της Αυτοκρατορίας στα 1806 κατά τους Ναπολεόντειους Πολέμους.

Στους πιο ριζοσπαστικούς κύκλους ωρίμαζε ο σκοπός της ενιαίας και αδιαίρετης δημοκρατικής Γερμανικής respublica και του πολέμου με την Ρωσία, που περιλάμβανε την ανασυγκρότηση της Πολωνίας, κάτι που εξωτερικεύθηκε στην Επανάσταση κύρια μέσα από την Νέα Ρηνανική Εφημερίδα – Όργανο της Δημοκρατίας (1848-1849).2

Στον ίδιο χρόνο, οι πολιτικές τάσεις, οι οποίες εμπνέονταν από την ιδεολογία της Φραγκικής Επανάστασης είχαν αναθερμανθεί λόγω της Αντιμοναρχικής Επανάστασης του Ιουλίου του 1830 στο Παρίσι και σε άλλες Φραγκικές μητροπόλεις (η Επανάσταση του Αλωνάρη).

Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1830 άρχισε να διαμορφώνεται το Γερμανικό εργατικό κίνημα με τις πρώτες εργοστασιακές απεργίες και τοπικές εξεγέρσεις. Πρέπει να σημειωθεί, ότι τόσο πριν, όσο και κατά την Επανάσταση, το Γερμανικό κομμουνιστικό κίνημα ήταν σε πολιτική διαφορά προς τους μικροαστικής καταγωγής Γερμανούς επαναστάτες, που εμπνέονταν συνολικά από το 1789-1814.3

Η μπάντα της πολιτικής Αντίδρασης μορφοποιείτο από τις συντηρητικές δυνάμεις κυρίως της Καθολικής Εκκλησίας, από τον Πρωσικό κατασταλτικό Κρατικισμό, από τους πολιτικούς κύκλους των Μοναρχικών και υψηλά Αριστοκρατικών οίκων, κι από όσους παλιούς άρχοντες είχαν καταφέρει την διατήρηση προνομίων θεσμικής ή οιονεί θεσμικής εξουσίας.

Μέσα σε όλο αυτό το κλίμα, σε διανοητικό και επιστημονικό επίπεδο ξεχώριζε το έργο του Φόιερμπαχ, καθ’ όσον αναπτυσσόμενο στο Χεγκελιανό συγκείμενο σφυρηλάτησε μια υλιστική ερμηνεία κύρια του Γερμανικού Προτεσταντικού Χριστιανισμού, και δι’ αυτού κομβικών στιγμών της Γερμανικής Ιστορίας και κατανόησης.4 Το δημοσιευθέν στα 1841 έργο του με τίτλο “Η Ουσία του Χριστιανισμού”, επί του πρακτέου ώθησε τις κριτικές, ριζοσπαστικές νεανικές δυνάμεις της εποχής, προκειμένου να βγουν στο πολιτικό και διανοητικό προσκήνιο.

Κριτικές Επισημάνσεις για τον Στίρνερ

Ο Στίρνερ είναι εκπρόσωπος της Γερμανικής Ιδεολογίας.5 Για να κατανοηθεί αυτό και συνολικά η ιδιοτυπία της Γερμανικής Ιδεολογίας, πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη, ότι στην λειτουργικότητά της είναι ένα κρατικό σύστημα εγκεφάλων, εντός του οποίου ξεχωρίζει ή γίνεται ανταγωνισμός για το ποιος θα ξεχωρίσει ως ο (Ιδεολογικός) Ένας. Το έργο του Στίρνερ και ο πολιτικός χαρακτήρας του, παρότι μετέπειτα συγκαταλέχθηκε στον πηγαίο Αναρχισμό, δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός εκτός αυτού του συστήματος.

Με την εναρκτήρια6 πρόταση περί Θεού-Ανθρώπου στο δεύτερο κεφάλαιο του “O Μοναδικός και η Ιδιοκτησία” (1844/-45) τροποποιούνται7 με εμφατικό τρόπο κεντρικές διατυπώσεις8 του έργου του Φόιερμπαχ περί της Ουσίας του Χριστιανισμού, και στον ίδιο χρόνο διαπιστώνεται, ότι το Έργο του Διαφωτισμού είναι το ξεπέρασμα του Θεού.

Ωστόσο, πρόκειται για έναν Θεό-Άνθρωπο, εισέτι Κατεχόμενο9 από το Πνεύμα. Επομένως, κατά την λογική του Στίρνερ, ο Διαφωτισμός απέτυχε, διότι η εκφραζόμενη στο Πνεύμα έννοια του Θεϊκού συνεχίζει να κατέχει (τον Άνθρωπο, ακόμη και στην μορφή του Θεού-Ανθρώπου), όχι πια μέσα από την ανθρωπομορφική θεϊκή προσωπικότητα, αλλά απ’ το ίδιο το Πνεύμα. Αυτό είναι μια διατρέχουσα το βιβλίο του λογική αντίφαση.

Προς τα τελικά κεφάλαια, το λέει ρητά: “Φτωχές εσείς υπάρξεις … Η Σκέψη αναδείχθηκε, ο Κατεχόμενος Κόσμος πειθάρχησε”.10

Ιδιαίτερα, στο κεφάλαιο της αυτοανάλωσης/αυτοαπόλαυσης (Selbstgenuss), το ζήτημα της κατοχής και του κατεχόμενου δεικνύεται ως ο Σισύφειος λίθος, ώστε, όπως χαρακτηριστικά λέει, ένας απ’ την ανάπτυξή του πάει στο τρελάδικο, κι άλλος από την ανάπτυξή του στην Βαλχάλλα.11

Ο αποκαλούμενος Αναρχικός Ατομικισμός του Στίρνερ είναι μόνο μια τάση, αναπτυχθείσα προεπαναστατικά, μειοψηφική τότε, σε σύγκριση με την επίδραση του Ρούγκε στο κέντρο της Γερμανικής πολιτικής σκηνής, ή με την επιρροή του Προυντόν στην διανόηση και τα μικροαστικά λαϊκά στρώματα, αλλά επιδραστική στις μετέπειτα δεκαετίες, ειδικά όσον αφορά την πολιτιστική και ψυχαναλυτική συγκρότηση της Μεταπολεμικής “μεσαίας τάξης”. Στην χώρα, ο Στιρνερισμός είχε καταστεί φιλελεύθερο modus vivendi.12

Συνολικά, το βιβλίο του για τον Μοναδικό και την Ιδιοκτησία θέτει μια διαχωριστική γραμμή στο ζήτημα του τρόπου προσέγγισης της χειραφέτησης μέσα από συλλογικά υποκείμενα ή μέσα από την Αδιαιρετότητα/Εαυτότητα ως μορφή Σελλινγκικής Φιλοσοφίας της Ταυτότητας, αν και δεν πρέπει να παραμελώνται οι απόπειρες συνδυασμού.13

Το Αδιαίρετο είναι ένα Αρχιμήδειο σημείο αναφοράς για την Φιλοσοφία και την στάση του. Στον Στίρνερ, το Αδιαίρετο συνιστά πάντοτε το Επικούρειο άτομο αρχή, ταυτιζόμενο με το Ich.

Η ανάλυση της αυτοανάλωσης στην παρουσίαση του Εγώ, του Εαυτού, εμφανίζει μια αναλογία με την λειτουργία του εαυτικού αδιαίρετου κεφαλαιου: με τον τρόπο που το καπιταλιστικό φυσικό πρόσωπο παρίσταται στην αστική κοινωνία ως αδιαμεσολαβητη εκπροσώπηση του αδιαίρετου κεφαλαίου, του οποίου είναι κτήτορας και δικαιούχος. Αυτή η εκπροσώπηση εκτείνεται σε τέτοιο εύρος, ώστε γίνεται ταύτιση: η ανάλωση κεφαλαίου που εκφράζει στην λογιστική το κυκλοφοριακό κόστος, τα κυκλοφοριακά έξοδα, καθίσταται η ίδια η αυτοκατανόηση, η αυτοσυνειδησία του ελεύθερου αδιαιρέτου.14

Είναι δύσκολο να αποδοθεί καθαρά Ιδεαλιστικός χαρακτήρας στο έργο του Στίρνερ. Κι αυτό έχει να κάνει με την οικονομική διάστασή του, κάτι που κορυφώνεται στα 1845-1847 με την εκ μέρους του μετάφραση έργων του Σμιθ και του Σέυ. Ωστόσο, στην εκ μέρους του έκθεση του Πνεύματος αναπαράγει την Ιδεαλιστική άποψη, ότι ο Πνευματικός Κόσμος έρχεται δι’ αποκαλύψεως απ’ τον εαυτό του,15 και στις ίδιες γραμμές διευκρινίζει, ότι το δημιουργικό Πνεύμα λαμβάνει διά της παραγωγής του Πνευματικού Κόσμου, υποκειμενικότητα, καθίσταται υποκείμενο.16

Παρότι έχει μια συνάφεια στην Φαινομενολογία του Πνεύματος, στο έργο του, ο όρος Πνεύμα συνδέεται περισσότερο με την Καντιανή έννοια του “Genie” (διάνοιας) της Κριτικής της Αποφαντικής Ικανότητας/Δύναμης (Kritik der Urteilskraft). Πρόκειται δηλαδή στην κύρια πλευρά της για μια Αισθητική Φιλοσοφία, για μια θεωρία του Καλλιτεχνικού Πνεύματος. Το γεγονός, ότι ανετράφη στην Bayreuth, με την έντονη φολκλορική παράδοση, ενισχύει αυτήν την διαπίστωση.

Άλλωστε, όπως περιγράφεται στην Εισαγωγή της, η Φαινομενολογία του Πνεύματος έχει να κάνει με την Φυσική σύλληψη περί της ενεργούς γνώσης του αληθούς, ενώ στον Στίρνερ το Πνεύμα έχει μερικό χαρακτήρα.

Η πολιτική δράση του Στίρνερ στα 1842-1843

Η εργατική κριτική σε πρακτικό επίπεδο στην προεπαναστατική Γερμανία είχε καταφέρει την συμμετοχή στην έκδοση και κυκλοφορία της Ρηνανικής Εφημερίδας για την Πολιτική, το Εμπόριο και τα Εγχειρήματα (της λεγόμενης Εφημερίδα του Ρήνου), στην έκδοση και κυκλοφορία των περιπετειωδών ΓερμανοΦραγκικών Χρονικών, και την λειτουργία μια συλλογικής λέσχης λογοτεχνίας, στον ίδιο χρόνο με την δραστήρια και έμπρακτη συμμετοχή σε εργατικές διεκδικήσεις και διαδικασίες του ευρύτερου κοινωνικοταξικού ανταγωνισμού, καθώς και την συμμετοχή στην έκδοση και κυκλοφορία του Εμπρός – Παρισινά Σημεία από τις Τέχνες, την Επιστήμη, το Θέατρο, την Μουσική, την Λογοτεχνία και την κοινωνική Ζωή, από 3/7/1844 μετονομασθέντος σε Εμπρός – Παρισινό Γερμανικό Περιοδικό.

Όλη αυτή η εξωστρεφής δραστηριότητα, ήδη με την κυκλοφορία της Ρηνανικής Εφημερίδας είχε λάβει την δυναμική ενός διευρυμένου πολιτικού και θεωρητικού χώρου, στον οποίο συμμετείχαν τύποι και δυνάμεις από διαφορετικές αφετηρίες και στοχεύσεις, όμως με συμφωνία στην αναγκαία πολιτικοδημοκρατική πάλη. Τον πολιτισμικό τόνο σε αυτόν τον χώρο έδινε ο ελευθεριακός (αποκλήθηκε «αριστερός») Εγελιανισμός, οι λεγόμενοι Ελεύθεροι (Freien)17.

Το κατεστημένο της χώρας παρουσίαζε όλον αυτόν τον χώρο ως περιπλανώμενους αναρχικούς αλήτες, η Πρωσική λογοκρισία είχε εθιστεί στην επιβολή λογοκρισίας και αστυνομικής καταστολής επ’ αυτού, με πιο χαρακτηριστικό το κλείσιμο της Ρηνανικής Εφημερίδας στις 21 Ιανουαρίου 1843, ενώ η δημοσίευση του Ιουδαϊκού Ζητήματος στα ΓερμανοΦραγκικά Χρονικά (Φεβρουάριος 1844) επέφερε την κατηγορία περί «προδοσίας» και νομικές εμπλοκές με τις κατασταλτικές αρχές.

Εντός αυτού του χώρου, τον Μάρτιο του 1842, ο Μαξ Στίρνερ, γράφοντας απ’ το Βερολίνο, παρουσιάστηκε στην Ρηνανική Εφημερίδα με το άρθρο με τίτλο “Deutschland” (7/3/1842), με το οποίο εναντιώθηκε ρητά στην κρατική καταστολή, και κατήγγειλε την “έλευση εν ζωή ως εναι” ενός νέου Ινστιτούτου περί των ξένων σε Ρωσία και Αυστρία, και την δράση της μυστικής αστυνομίας, ως αντίθετα στην Χριστιανική Κατήχηση της εποχής.18

Στο ίδιο μήκος κύματος, στις 29/3/1842 κατήγγειλε την άρνηση των αρχών να δώσουν άδεια διαμονής στον συγγραφέα Dr. Mügge.19

Με την σύντομη από 4/4/1842 αναφορά του παρενέβη στα φοιτητικά τεκταινόμενα υπέρ του καθηγητή Friedrich Adolph Wilhelm Diesterweg, που πάλευε για την εκκοσμίκευση της εκπαίδευσης.

Από 10/4/1842 έως και 19/4/1842 σε 4 συνέχειες δημοσιεύθηκε το δοκίμιό του με τίτλο “Η Αναληθής Αρχή της Μόρφωσής μας ή Ουμανισμός και Ρεαλισμός”.20

Μ’ αυτό οικοδόμησε μια προνομιακή σχέση με τους πανεπιστημιακούς και εκπαιδευτικούς χώρους της εποχής. Στο δοκίμιό του διακρίνει μεταξύ αφενός της εκ των “Ρεαλιστών” τυπικής ή υλικής εκπαίδευσης, της εκπαίδευσης για την πρακτική Ζωή, κάτι που προσιδιάζει στην ίδια την διαμορφωτική της εργατικής δύναμης προπαρασκευαστική διαδικασία της τυπικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο, και αφετέρου της εκ των “Ουμανιστών” οικουμενικής, ενικής εκπαίδευσης του Σχολείου. Διαμορφώνει ένα ιδεώδες περί της Μόρφωσης του αληθούς Ανθρώπου. Στην οπτική του, η Μόρφωση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ευρύτερη γνώση, με την σοφία. Είναι δε τέτοια, όταν αφορά την Προσωπικότητα. Όπως λέει, στην νέα Εποχή της ελευθερίας της βούλησης, το ξεκίνημα και το τέλος της Παιδαγωγικής πρέπει να είναι η εκπαίδευση της ελεύθερης Προσωπικότητας, κόντρα στους περιορισμούς των Ουμανιστών και των Ρεαλιστών. Στην αποφράδα του κειμένου:

η Γνώση/Σοφία πρέπει να πεθάνει, προκειμένου να αναστηθεί ως βούληση και να δημιουργεί τον εαυτό της καθημερινά ως ελεύθερο Πρόσωπο”.21

Στις 6/5/1842 αρθρογράφησε κατά του Βασιλικού φόρου στις εφημερίδες. Στις 11/5/1842 αρθρογράφησε κατά του χωρικού διαχωρισμού των Εβραίων, με αφορμή την απονομή ελευθεριών στους Εβραίους του Βερολίνου. Στις 15/5/1842 έκανε σκωπτικό σχόλιο εις βάρος της λογοκρισίας με προσωπική αναφορά στον Μπρούνο Μπάουερ. Στις 30/5/1842 παρενέβη επί του περιεχομένου διδασκαλίας και περί διαλέξεων συγκεκριμένων καθηγητών. Στις 31/5/1842 παρενέβη αντικατασταλτικά εις βάρος του “αστυνομικού Φιλισταϊσμού”. Στις 7/6/1842 παρενέβη (πριν την δημοσίευση του Φιλοσοφικού Μανιφέστο στις 9/8/1842, και όσο αυτό γραφόταν) εις βάρος του Σαβινύ και της Ιστορικής Σχολής Δικαίου. Στην ίδια κατεύθυνση, στις 13/6/1842 αναδημοσιεύθηκε το κείμενό του με (τον μάλλον ειρωνικό) τίτλο “Die Sitte ist besser als das Gesetz” (το Έθιμο του Νόμου βέλτιον εστί). Στο ίδιο φύλλο ανέφερε υπέρ μιας υπόθεσης του Μπρούνο Μπάουερ. Στις 20/6/1842 παρενέβη υπέρ της ακαδημαϊκής ελευθερίας των φοιτητών. Στις 22/7/1848 στο άρθρο πάλι με τίτλο “Deutschland” στηλίτευσε την καταστολή της ακαδημαϊκής ελευθερίας και την λογοκρισία, παρομοίως στις 20/9/1842. Στις 24/1/1843 τοποθετήθηκε με εκτενές πρωτοσέλιδο άρθρο με τίτλο “Αναλογισμοί περί Φιλελευθερισμού και Λογοκρισίας” (“Betrachtungen über Liberalismus und Censur”). Επίσης, καθ’ όλο αυτό χρονικό διάστημα δημοσίευσε κάποια μικρά άρθρα κοινωνικής κριτικής με σκωπτικό χαρακτήρα και μια βιβλιοκρισία.

Επηρεασθείς από το γενικότερο φιλελεύθερο κλίμα της Φραγκικής Επανάστασης, με τα ως άνω άρθρα του δήλωσε inter alia την πεποίθησή του υπέρ της “Νέας Εποχής” (“Neue Zeit”), μάλλον αγνοώντας την στον ίδιο χρόνο ανάπτυξη της υλιστικής ιστορίας, μέσα από το έργο λχ. του Wilhelm Schulz.22 Κατ’ αυτόν τον τρόπο προώθησε την Γιακωβίνικη αντίληψη του “Έτους Μηδέν” του 1792. Άλλωστε, η τρόπω τινί υποτίμηση της κριτικής κατανόησης της παρελθούσας ιστορίας ήταν χαρακτηριστικό της προεπαναστατικής θέρμης των Ελεύθερων, κάτι το οποίο εκδήλωσε με το άρθρο του στις 13/10/1842 εις βάρος καθηγητών Ιστορίας και ιστορικών έργων.

Συνολικά, δεν αποτυπώνεται κάποιο ιδιαίτερο Ατομικιστικό πνεύμα, καθ’ όσον το περιεχόμενο των άρθρων του στην Ρηνανική Εφημερίδα εξυπηρετούσε την τολμηρή πολιτικοδημοκρατική πάλη.

Στον ίδιο χρόνο αρθρογράφησε με εκτενέστερα κείμενα στην Λειψιακή Αλλεμανική Εφημερίδα (Leipziger Allgemeine Zeitung) με το ψευδώνυμο Πρώσος.23 Πρόκειται για κείμενα επικεντρωμένα στο περιεχόμενο των πανεπιστημιακών σπουδών, και στην διανοητική κίνηση, με αιχμές εις βάρος της λογοκρισίας, της καταστολής και του Καθηγητικού και Θεολογικού κατεστημένου, έχοντα άμεσες πολιτικές, κυρίως αντιμοναρχικές αναφορές.

Ξεχωριστής αξίας είναι το δημοσιευθέν στις 23/6/1842 άρθρο του περί του προτιθέμενου Ιουδαϊκού Νόμου, διά του οποίου προσέδωσε στο Ιουδαϊκό Ζήτημα ευρύτερες πολιτικές εφαρμογές, που είχαν να κάνουν με την ίδια την ευημερία της χώρας.24

Προσέτι, ξεχωρίζει το δημοσιευθέν στις 14/7/1842 (επέτειος της πτώσης της Βαστίλης) με σχεδόν διακηρυκτικό χαρακτήρα κείμενο για τους Ελεύθερους, καθώς και το με νεο-ρομαντικά στοιχεία και μοτίβα “Die Lebenslustigen” (“Οι Λάγνοι της Ζωής”) (δημοσιευθέν στις 9/11/1842 – επέτειος της 18ης Μπρυμαίρ του 1799).

Αξιοσημείωτο είναι, ότι με τα κείμενά του στην Λειψιακή εφημερίδα διαμόρφωσε ένα χαρακτηριστικό και διαχρονικό κειμενικό ύφος αναπαραστατικής περιγραφής στιγμιότυπων της Βερολινέζικης κοινωνικής ζωής. Αυτό το ύφος αντηχεί στα με σημείο αναφοράς το Βερολίνο κείμενα του Μπένγιαμιν.

Το σημαντικό είναι, ότι αυτά τα κείμενά του σχηματοποιούν με συγκροτημένο τρόπο αυτό, που ο ίδιος στο δημοσιευθέν στις 21/5/1842 άρθρο του, ονομάζει “θεωρητικό Αγώνα” (theoretischen Kämpf)25.

Σε αυτό, μπορεί κάποιος να συναισθανθεί ένα μακρινό προανάκρουσμα της σχετικής θέσης του Αλτουσέρ περί θεωρητικής ταξικής πάλης (η λεγόμενη θεωρία της θεωρητικής πρακτικής)26. Αναμφίβολα, κάτι τέτοιο εμφανίζεται και αναπτύσσεται στην προεπαναστατική Γερμανία κύρια μέσα απ’ τα πολιτικά κείμενα του Στίρνερ.

Η διαφορά των στον ίδιο χρόνο κειμένων της εργατικής κριτικής συνίσταται στο ότι δεν έχουμε να κάνουμε με την παρέμβαση-τοποθέτηση του (έστω και συλλογικού, συνδεσμιακού) Εγώ/Εαυτού (του στην περίπτωση του Στίρνερ Εγώ/Εαυτού του Συνδέσμου των Ελεύθερων) στην δοσμένη συγκυρία, αλλά με την εξωτερίκευση-κοινοποίηση (Veräußerlichung) του βαθμού ανάπτυξης του εργατικού πολιτικού κινήματος σε όλα τα επίπεδα, καθώς και των όποιων (ευρισκόμενων σε θεωρησιακή διάσταση) αντιφάσεών του. Πρόκειται για πολιτική διαφορά, κι όχι απλά για μεθοδολογική ή επιστημολογική.

Η Αντιπαράθεση μεταξύ Στίρνερ και Φίσερ

Ο Κούνο Φίσερ ήταν ένας κατά το κοινώς λεγόμενο αρχαΐζων ευπρεπής και συστηματικός Φιλόσοφος, όταν ολοκλήρωσε στην Χαϊδελβέργη την συνταγμένη στα Λατινικά Διδακτορική Θέση του (1847) με τίτλο “De Parmenide Platonico”27. Μπορεί να ειπωθεί, ότι στο προσωπικό Φιλοσοφικό φαντασιακό του εντοπίζεται η αναπαράσταση (αν όχι η προσαρμογή) της Γερμανικής Φιλοσοφίας στο πραγματικό συγκείμενο της Αρχαίας Αθήνας.

Όσο ακόμη έγραφε το διδακτορικό του, επιτέθηκε εις βάρος των Ελεύθερων με ένα κείμενο τιτλοφορούμενο “Οι Μοντέρνοι Σοφιστές”28. Στο κείμενο αυτό απάντησε ο Στίρνερ με το “Die philosophischen Reaktionäre. Die modernen Sophisten von Kuno Fischer”29, δημοσιευθέν με το ψευδώνυμο G. Edward στην Λειψιακή Εφημερίδα. Σε αυτό, ο Στίρνερ εμφανίζεται, μετερχόμενος μιας ειθισμένης τεχνικής πειθούς, ως τρίτο ως προς τον εαυτό του πρόσωπο.

Εν ολίγοις, ο Φίσερ μέσα από την Ακαδημαϊκή αυστηρότητα του περιβάλλοντος της Χαϊδελβέργης κατηγόρησε τους Ελεύθερους για τον “χύδην” φιλοσοφικό χαρακτήρα τους, για την “αγύριστη” και “συμπτωτική” υποκειμενικότητά τους.

Είναι αληθές, ότι τα κείμενα των Ελεύθερων, σε αντίθεση με τα έργα του Χέγκελ, δεν είχαν συστηματικό, αλλά συμβεβηκότα χαρακτήρα (κι ίσως γι’ αυτό αυτοπροσδιορίζονται ως Ελεύθεροι). Αυτό, από την σκοπιά του εξωτερικού παρατηρητή, αφορά μια εκ των έσω, δηλαδή εντός των Ακαδημαϊκών Φιλοσοφικών πλαισίων αντιπαράθεση.

Πλην, όμως, για τον Στίρνερ, αυτός ο τυχαίος, συμβεβηκός, πρόχειρος, ελεύθερος χαρακτήρας είναι το φυσιογνωμικό χαρακτηριστικό της πάλης ενάντια στον Αντιδραστισμό. Η κριτική εις βάρος του ελεύθερου χαρακτήρα συνιστά τον ίδιο τον κατά Στίρνερ Φιλοσοφικό Αντιδραστισμό.

Μπορεί να ειπωθεί, ότι κάποια από τα κεφάλαια του “Η Αγία Οικογένεια ή Κριτική της κριτικής Κριτικής” έχουν γραφτεί κατά φαινόμενο με τον πρόχειρο/ελεύθερο τρόπο των Ελευθέρων, ως παίγνιο της διαλεκτικής της αναγνώρισης, ως μια στιγμή της Πανουργίας του Λόγου.

Με έναν αταξινόμητο, αλλά ρέοντα λόγο, ο Στίρνερ κατηγόρησε τον Φίσερ περί ισοπεδωτικής κριτικής, καθ’ όσον κατά την λογική του στην κατηγορία των Σοφιστών μπορούν να χωρέσουν: ο ιδεαλισμός των σκέψεων των Ελεατών, ο Ιησουιτισμός ως η Σοφιστική του καθολικού Ιδεαλισμού, το Φιχτεϊκό Εγώ ως Ρομαντική Σοφιστική, ο Θεοσοφιστής Νοβάλις, και οι Χέγκελ, Στράους, Μπρούνο Μπάουερ, Φόιερμπαχ ως φιλοσοφικές προϋποθέσεις της μοντέρνας Σοφιστικής.

Στο επίκεντρο της καθαρής Φιλοσοφικής αντιπαράθεσης μεταξύ Φίσερ και Στίρνερ τίθεται το θέμα της σχέσης μεταξύ του εαυτού και της Σκέψης, και αν η τελευταία έχει ανεξαρτησία ως προς τον σκεπτόμενο εαυτό, ή αν ο εαυτός καθίσταται Δεσπότης της Σκέψης.

Εντύπωση προκαλεί, ότι ο Στίρνερ (προκειμένου να αποδείξει ενώπιον του Φίσερ, ότι δεν είναι Σοφιστής) μάλλον με απολογητική και υποχωρητική διάθεση διαχωρίζει ρητά τον εαυτό του από τον “Ουμανισμό” του Φόιερμπαχ, ο οποίος έχει επιτύχει μια γενική αποδοχή -όπως λέει- από τους Γερμανούς κομμουνιστές και σοσιαλιστές, και αναφέρει, ότι έχει καταφερθεί εις βάρος του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διαχωρίζεται πολιτικά και βάζει απέναντι τους Γερμανούς κομμουνιστές και σοσιαλιστές, ήτοι την εργατική κριτική στην Γερμανία:

Αυτό δείχνει μόνο την άνοδο του εργατικού πολιτικού κινήματος και το ποιοτικό ανέβασμα από την πολιτικοδημοκρατική πάλη στην αδιαμεσολάβητη ταξική σύγκρουση, την εκ μέρους των Γερμανών κομμουνιστών και σοσιαλιστών προετοιμασία της γενικής επαναστατικής εξέγερσης εν όψει του 1848.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι ο Ρούγκε με επιστολή του στον Φίσερ στις 14/3/1847, καταλόγισε σφάλμα στον Στίρνερ, και δη “κύρια ηλιθιότητα” (Hauptdummheit), ενώ χαρακτηριστικά ανέφερε, ότι “το Αδιαίρετο είναι μια πύρινη Ιδέα στα μυαλά” τύπων, όπως ο Στίρνερ.30

Τρέχον Συμπέρασμα

Ο χαρακτήρας των κειμένων στις εφημερίδες και τα περιοδικά του πολιτικοδημοκρατικού31 χώρου στην προεπαναστατική Γερμανία αναδεικνύει την παραγωγική δυναμική της σύμπλεξης φιλοσοφίας, τρέχουσας πολιτικής και πολιτισμικής κριτικής. Σε επίπεδο θεωρίας της ταξικής πάλης σφραγίζει την αναντικατάστατη αξία της ενότητας δράσης επί του πολιτικοδημοκρατικού ζητήματος. Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο υπενθυμίζει την αδήριτη ανάγκη και την υπεροχή της ελεύθερης, ισότιμης, διεπόμενης από ευγένεια πολιτικής διαπάλης, που κατατείνει στην παραγωγή μιας ανταγωνιστικής ενεργούς σφαίρας δημοσιότητας, διαλόγου και (αντί-)πληροφόρησης.

Η κριτική στο έργο του Στίρνερ δεν είναι ζήτημα προσωπικής διαφοράς. Προκύπτει από την κριτική της Γερμανικής Ιδεολογίας, από την διαπίστωση του Μανιφέστο, ότι οι Κομμουνιστές δεν είναι ένα ιδιαίτερο Κόμμα ως προς τα υπόλοιπα Εργατικά Κόμματα.

Το έργο του Στίρνερ συντείνει στην χειραφέτηση του ανθρώπινου από τα δεσμά του θρησκευτικού και του εθνικού. Αυτό είναι το περιεχόμενο της πάλης του ενάντια στον Αντιδραστισμό της εποχής.

Ωστόσο, ο Στιρνερικός ατομικισμός ως τέτοιος είναι κάτι, που de facto απορρίπτεται καθημερινά από τις ανάγκες και επιθυμίες της σύγχρονης εργασιακής και κοινωνικής ζωής. Όσοι τον εφαρμόζουν, φτάνουν μόνο μέχρι την πικρή σχετική διαπίστωση της Θάτσερ, σε μια συνθήκη Χομπσιανής φυσικής κατάστασης πολέμου όλων εναντίον όλων, η οποία στην καλύτερη περίπτωση εξυπηρετεί κάποιο προτσές πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου.

Η σύγχρονη μεγάλη βιομηχανική παραγωγή διεξάγεται όλο και πιο πολύ μέσα από την λειτουργική συνεργασία και συνεπιχείρηση μεταξύ της άμεσα υλικής και της γνωσιοπληριοφοριακής εργασίας, ώστε το συλλογικό συμφέρον της εργασίας είναι η συγκρότηση και η οργάνωση της παραγωγής σε μια παγκόσμια εργατική κοοπερατίβα32. Η εργατική τάξη επιβάλλει διά της ισχύος της την συλλογικότητα μέσα στο ίδιο το εργοστάσιο, σε κάθε χώρο εργασίας. Ακόμη και τον αποσπασμένο οργανικό διανοούμενο των Ατομικιστικών ψευδαισθήσεων και της θεωρητικής ζωής τον τραβάει στην κοινή, συλλογική δουλειά.

Τούτων δοθέντων, αυτό που έχει επικαιρότητα από το έργο του Στίρνερ και σχετική συνάφεια στην σύγχρονη βιομηχανική πραγματικότητα, είναι η εκ μέρους του αποδοχή των ιδεολογικών μορφών του αντιανθρώπινου, μέσα από την πολεμική του στον Ουμανισμό.33

Η πρώιμη εργατική κριτική στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1840 έθεσε στην κορυφή της ημερήσιας διάταξης το ζήτημα της ποιοτικής μετάβασης από τον προσδιορισμό του αφηρημένου Ανθρώπου της Ιδεαλιστικής Σφαίρας, στον προσδιορισμό του συγκεκριμένου Υλιστικού Ανθρώπου της κοινωνικής εργασίας. Σε όλες τις περιστάσεις αυτή η μετάβαση συνιστά sine qua non για την ίδια την κριτική της πολιτικής οικονομίας.

Αυτό το ζήτημα είναι ένα σημείο εξόδου από τον εθιμικό και λαϊκό ιστορικισμό της Ιστορικής Σχολής του Δικαίου, ένα σημείο εισόδου στην κριτική της Δικαιικής Φιλοσοφίας, στην κριτική του Κρατικού Δικαίου, ήτοι στην κριτική της (Πρωσικής) ιδέας περί τέλειου κράτους, περί τέλους της ιστορίας.

Στον ίδιο χρόνο, αναπτυσσόμενος, ο υλιστικός προσδιορισμός του συγκεκριμένου Ανθρώπου της κοινωνικής εργασίας συνιστά ως τέτοιος κριτική της πολιτικής οικονομίας, παρά τα περί τούτου αντιθέτως λεγόμενα. Και τούτο διότι αυτό που επικρατούσε στην Γερμανία και στην Φραγκική Επικράτεια προ του 1848 σχετικά με την κατανόηση του ανθρώπου, με την ίδια την κατασκευή της ανθρώπινης κατάστασης,34 ήταν οι Φυσιοκρατικές αντιλήψεις και οι Ροβινσωνιάδες.

Στην καλύτερη περίπτωση, μέσα από τον τον αστικό Υλισμό της εποχής ο Άνθρωπος προβάλλεται ως ένα φυσικό άτομο, στον δε χυδαίο υλισμό ως κάτι εφάμιλλο του ζωικού, αργότερα στον Γερμανικό Υλισμό των δεκαετιών του 1850-1860 ως κάτι σχεδόν μηχανικό.

Ο εργασιακός μετασχηματισμός του ανθρώπινου μέσα από την μεγάλη βιομηχανία της μεταλλουργίας στις δεκαετίες προ και κατά την Δεύτερη Βιομηχανική Επανάσταση, και δη ο τρόπος συνάρθρωσης μεταξύ Εργάτη και μηχανής, η σχέση μεταξύ βιομηχανικής εργασίας και Γενικής Νοημοσύνης, πόσω μάλλον το Αυτόματον της Γενικής Νοημοσύνης, δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά με επιστημονικό και θεμελιωμένο τρόπο, χωρίς την ενδελεχή γνώση αυτής της διαπάλης της δεκαετίας του 1840.

 

1 Ενδεικτικά βλ. Friedrich Engels, Deutscher Sozialismus in Versen und Prosa, Geschrieben Ende 1846 bis Anfang 1847, “Deutsche-Brüsseler-Zeitung” Nr. 73 vom 12. September 1847, Seitenzahlen verweisen auf: MEW, Band 4, S. 207 – 247, Dietz Verlag, Berlin/DDR 1972.

2 Βλ. Friedrich Engels, Marx und die “Neue Rheinische Zeitung” 1848-49, in Der Sozialdemokrat, March 13, 1884, MEW, Band 21, Dietz Verlag Berlin, 1962, S. 16-24, απόσπασμα οπ. S 19: “Das politische Programm der „Neuen Rheinischen Zeitung” bestand aus zwei Hauptpunkten: Einige, unteilbare, demokratische deutsche Republik und Krieg mit Rußland, der Wiederherstellung Polens einschloß”.

3 Βλ. Die heilige Familie oder Kritik der kritischen Kritik gegen Bruno Bauer und Kunsorten Geschrieben September bis November 1844. Erstmals erschienen Ende Februar 1845, 6. Kapitel. die absolute kritische Kritik oder die kritische Kritik als Herr Bruno, 3. Feldzug der absoluten Kritik, 3. Kritische Schlacht gegen die französische Revolution σε http://www.mlwerke.de/me/me02/me02_082.htm#VI3c

4 Ενδεικτικά βλ. Thesen über Feuerbach (1845) σε http://www.mlwerke.de/me/me03/me03_533.htm, Die deutsche Ideologie, Kritik der neuesten deutschen Philosophie in ihren Repräsentanten Feuerbach, B. Bauer und Stirner und des deutschen Sozialismus in seinen verschiedenen Propheten. Geschrieben 1845-1846, I. Feuerbach. Gegensatz von materialistischer und idealistischer Anschauung, σε http://www.mlwerke.de/me/me03/me03_017.htm#I_I

5 Βλ. Die deutsche Ideologie, οπ., ΙΙΙ. Sankt Max, σε http://www.mlwerke.de/me/me03/me03_101.htm#I_III

6 Βλ. Max Stirner, Der Einzige und sein Eigentum, Zweite Abteilung. Ich, απόσπασμα: “An dem Eingange der neuen Zeit steht der „Gottmensch“. Wird sich an ihrem Ausgange nur der Gott am Gottmenschen verflüchtigen, und kann der Gottmensch wirklich sterben, wenn nur der Gott an ihm stirbt? Man hat an diese Frage nicht gedacht und fertig zu sein gemeint, als man das Werk der Aufklärung, die Überwindung des Gottes, in unsern Tagen zu einem siegreichen Ende führte;“

7 Βλ. “The Essence Of Christianity” in Relation to “The Ego And Its Own” * by Ludwig Feuerbach (anonymous) translated by Frederick M. Gordon, σε http://www.lsr-projekt.de/poly/enfeuerbach.html

8 Βλ. Ludwig Feuerbach, Das Wesen des Christentums, Zweiter Teil. Das unwahre, d.i. theologische Wesen der Religion 24. Der Widerspruch in der spekulativen Gotteslehre, απόσπασμα: “Die Persönlichkeit Gottes ist also das Mittel, wodurch der Mensch die Bestimmungen und Vorstellungen seines eignen Wesens zu Bestimmungen und Vorstellungen eines andern Wesens, eines Wesens außer ihm macht. Die Persönlichkeit Gottes ist selbst nichts andres als die entäußerte, vergegenständlichte Persönlichkeit des Menschen“.

9 Βλ. Stirner, ibid, Erste Abteilung, Der Mensch. II. Menschen der alten und neuen Zeit, 2. Die Neuen,§. 2. Die Besessenen, απόσπασμα: “Du hast Geist, denn Du hast Gedanken. Was sind Deine (47) Gedanken? – Geistige Wesen. – Al- so keine Dinge? – Nein, aber der Geist der Dinge, die Hauptsache an allen Dingen, ihr Innerstes, ihre – Idee. – Was Du denkst, ist mithin nicht bloß Dein Gedanke?“

10 Βλ. ibid, Zweite Abteilung. Ich, II. Der Eigner, 3. Mein Selbstgenuss, απόσπασμα: “Ihr armen Wesen, … Der Gedanke, wurde eben gezeigt, beherrscht die besessene Welt”.

11 Βλ. ibid, απόσπασμα: „Der Eine bringt sich mit seiner Entwicklung ins Narrenhaus, der Andere bringt sich damit ins Pantheon* und um die – Walhalla”.

12 Βλ. Diverses zu Max Stirner, Stirneriana, Nr. 2 (26), 3. Mai 2004 (160 n. St. E.), Paulette Gensler, “Stirner, Mittelklasse und existentielle Ideologiekritik“, 4/9/2017, σε

https://redaktion-bahamas.org/aktuell/2017/09/04/stirner-mittelklasse-und-existenzielle-ideologiekritik/

13 Βλ. Jörg Ulrich, Max Stirner: Kritik der Menschenrechte Oder: Die Geburt des Un-Menschen aus dem Geist des freien Individuums, 3. Stirner und Marx: Dialektik der Emanzipation – Individualität als extremste Form des Kollektivismus, Stirneriana 31, Satz, Layout & Umschlag: Kurt W. Fleming Verlag Max-Stirner-Archiv Leipzig, 1. Auflage 2007, σ. 50-64

14 Παράβαλε Die deutsche Ideologie, οπ., C. Mein Selbstgenuß, σε http://www.mlwerke.de/me/me03/me03_380.htm#I_III_1_5_C

15 Βλ. Stirner ibid, Erste Abteilung. Der Mensch, II. Menschen der alten und neuen Zeit, 2. Die Neuen, §. 1. Der Geist, απόσπασμα: “Woher soll ihm diese geistige Welt aber kommen? Woher anders als aus ihm selbst! Er muß sich offenbaren, und die Worte, die er spricht, die Offenbarungen, in denen er sich enthüllt, die sind seine Welt”.

16 Βλ. Stirner, ibid, απόσπασμα: “… so muß der Geist sich seine Geisterwelt erschaffen, und ist, bevor er sie erschafft, nicht Geist”.

17 Βλ. Die deutsche Ideologie, οπ., 6. Die Freien, σε http://www.mlwerke.de/me/me03/me03_168.htm#I_III_1_6

18 Βλ. Zeitungskorrespondenzen der Rheinischen Zeitung, No. 66., 7. März 1842, Deutschland, απόσπασμα: “Seit Kurzem soll ein Institut ins Leben getreten sein, deren in Rußland und Oestreich schon längst recht gründliche existiren”, σε https://de.m.wikisource.org/wiki/Zeitungskorrespondenzen_der_Rheinischen_Zeitung

19 Βλhttps://de.wikipedia.org/wiki/Theodor_M%C3%BCgge

20 Βλ. Stirner, Das unwahre Princip unserer Erziehung oder Humanismus und Realismus, σε https://de.wikisource.org/wiki/Das_unwahre_Princip_unserer_Erziehung

21 Βλ. ibid, απόσπασμα: “das Wissen muss sterben, um als Wille wieder aufzuerstehen und als freie Person sich täglich neu zu schaffen“.

22 Βλ. “Karl Marx und Wilhelm Schulz. Zur offenen Frage der Marxschen Rezeption von Wilhelm Schulz’ „Die Bewegung der Production“ (1843) und ihrer Bedeutung für die Herausbildung des historischen Materialismus und der Kritik der politischen Ökonomie”, Von der Fakultät für Geistes- und Sozialwissenschaften der Universität Hannover zur Erlangung des Grades eines Doktors der Philosophie – Dr. Phil. – genehmigte Dissertation von Michael Schalich, geboren am 1.5.1964 in Stadthagen, Tag der mündlichen Prüfung: 25.01.1994.

23 Βλhttp://max-stirner-archiv-leipzig.de/dokumente/1842-Leipziger-Allgemeine-Zeitung.pdf

24 Βλ. ibid, απόσπασμα: “Jahren jedes gegen die Juden erlassene Gesetz auf der Stelle irgend ein Unglück zur Folge hatte“.

25 Βλ. ibid, απόσπασμα: “Sie schließt sich den allgemeinen Grundsätzen der historischen Schule an, hüllt sich aber außerdem in ein mystisch-religiöses Gewand und verfolgt hierarchische und reactionaire Zwecke unter dem Vorgeben, die Revolution bekämpfen zu wollen.“ Zu diesen theoretischen Kämpfen kommt aber neuerdings ein derberer Anstoß hinzu, indem die Praxis des preußischen Rechts an der Philosophie eine Vermittlerin fand, um sich selbst zu einer Wissenschaft zu erheben”.

26 Ενδεικτικά βλ. Δ. Δημούλης, Γ. Μηλιός, Θεωρητική Συνέχεια και πολιτικές ασυνέχειες στο έργο του Λουί Αλτουσέρ, Θέσεις, Τεύχος 34, Ιανουάριος-Μάρτιος 1994, σε http://theseis.com/index.php?option=com_content&view=article&id=325

27 Βλ. https://archive.org/details/deparmenideplat00fiscgoog/page/n18/mode/2up?view=theater

28 Βλ. K. Fischer, Moderne Sophisten, in: Leipziger Revue. Zeitschrift für Literatur, Kunst und Leben. No. 2-4, 6-7. Leipzig 1847, p. 9-11, 13-14, 17-20, 30-32, 45-49, 50-52.

29 Βλhttps://de.wikisource.org/wiki/Die_philosophischen_Reaction%C3%A4re

30 Βλ. A. Ruge, Brief vom 14.März 1847 an Kuno Fischer, in: Briefwechsel und Tagebuchblätter aus de Jahren 1825-1880, Band 1. 1825-1847, Berlin, 1886, pp. 429-430.

31 Ο όρος αποδίδει την έκφραση του Ένγκελς: demokratische deutsche Republik.

32ΒλΛένιν, On Cooperation, Pravda (No. 115-116) May 26-27, 1923, σε https://www.marxists.org/archive/lenin/works/1923/jan/06.htm

33 Ενδεικτικά βλ. Maynard Whitlow, «Max Stirner and the Heresy of Self-Abundance», A Review of General Semantics,

Vol. 7, No. 4 (Summer 1950), pp. 277-286, Saul Newman, «Max Stirner and the Politics of Posthumanism», Contemporary Political Theory, June 2002, 1(2), pp. 221-238, Theory of Der Einzige: Stirner, Bataille, and Anarchic Abnormality, σε https://happyhourathippels.wordpress.com/2022/11/10/theory-of-der-einzige-stirner-bataille-and-anarchic-abnormality/, Nihilism as Egoism: Max Stirner, σε https://www.anarchistfederation.net/nihilism-as-egoism-max-stirner/#/

34 Ενδεικτικά βλ. Hannah Arendt, The Human Condition (1958), The University of Chicago Press, Chicago and London, 1998.

 

Η Θεωρητική Επεξεργασία του Ουκρανικού Πολέμου στον Γερμανικό Κριτικό Χώρο. 3.1.2024

 

Πρόλογος

Η μονομερής αντίληψη της πραγματικότητας είναι ίδιον μιας πολιτισμικά κατεστραμμένης ύπαρξης. Αυτός που δεν μπορεί να δει έξω από την ίδια την ιδεολογική αναπαράσταση της χώρας του ως κάτι σφαιρικού, είναι στην καλύτερη περίπτωση ο εκπρόσωπος ενός κατ’ αυτόν τον τρόπο πλανητικοποιημένου Εθνικού Εγωισμού. Δίπλα σε αυτόν, ως απαραίτητο συμπλήρωμα, υπάρχει κι ο οικουμενιστής των a priori δύο στρατοπέδων, ο εκπρόσωπος του οικουμενιστικού διπολισμού.

O Oυκρανικός Πόλεμος, από το 2014, στην γενικότητά του είναι ιστορική διαδικασία άμεσα συναφής στην εξέλιξη του ίδιου του ΠΠΔ. Η στρατιωτική επιχείρηση του Ρωσικού Στρατού, που ξεκίνησε στις 24/2/2022 με την επίθεση στην Ουκρανία, και η ανάπτυξη των δύο φάσεων του πόλεμου (εκκαθαριστική επιχείρηση ενάντια στον γενετικό φασισμό των φαντασιακών υποστάσεων, και κατά το λεξιλόγιο της Ρωσικής Πολιτικής απελευθέρωση εδαφών στις ανατολικές επαρχίες της χώρας), με όλες τις συνέπειες που επιφέρει εξ ίσου στην Ευρωπαϊκή Πολιτική και στο εσωτερικό της Ρωσίας, συνιστά ένα σημείο καμπής συνολικά για αυτό που ξέρουμε ως βιομηχανικό πολιτισμό στην ευρύτερη γεωγραφικά Ευρώπη.

Στην ιστορική διάστασή του, ο Ουκρανικός Πόλεμος εμπλέκει την ιστορική μνήμη της περιπετειώδους εδραίωσης της Σοβιετικής εξουσίας στην Ουκρανία, του ΠΠΒ, και του ΠΠΓ (Ψυχρού Πολέμου) -λίγο ως πολύ την μνήμη της ιστορίας του 20ου αιώνα. Αυτό de facto καθιστά δύσκολη μια καθαρή ανάλυση του Πολέμου, ανεξάρτητα του σημείου θέασης. Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τον Λόγο (vernunft), που εκφέρει η Ρωσική πολιτική ηγεσία για τον Πόλεμο, αλλά και με τα αντικομμουνιστικά και ρατσιστικά1 αντανακλαστικά, που λειτούργησαν μέσα στην προπαγάνδα των ΗΠΑ, της Μεγάλης Βρετανίας και των συνοδοιπόρων χωρών τους.

Πρόκειται για έναν Πόλεμο, που θέτει επί τάπητος το ζήτημα της καπιταλιστικής συνολικότητας, το ζήτημα των τρόπων συσσώρευσης αξίας, ιδιαίτερα όπου έχει μεταμορφωθεί σε χρήμα ή εμφανίζεται ab initio ως τέτοιος φαινότυπος, δηλαδή στις περιπτώσεις ονομαστικής αξίας. Φυσικά, υπάρχει πάντοτε η με αναφορά στην αντιιμπεριαλιστική θεωρία και στα ίδια τα έργα του Λένιν ανάλυση μέσα από τις κατηγορικές διακρίσεις δίκαιο-άδικο, άμυνα-επίθεση, ανεξαρτησιακό-εξαρτημένο, ιμπεριαλιστικό-εθνικό.

Αποφεύγουμε μια ανάλυση μέσα από τέτοιες συμπυκνωτικές (σχεδόν ουσιοκρατικές πια) κατηγορίες, όχι επειδή έχουν χάσει απολύτως την εγκυρότητά τους, αλλά επειδή στην δοσμένη συγκυρία, μέσα από αυτές, αυτό που τίθεται ως κύριο, είναι περισσότερο η per se πολιτική της αντιϊμπεριαλιστικής, εθνικοανεξαρτησιακής αριστεράς, και λιγότερο η κριτική κατανόηση των επιδίκων του Πολέμου και των κοσμοϊστορικών επιπτώσεών του, συν το ότι –θέλοντας και μη- αυτή η ανάλυση εγγενώς απαιτεί την τοποθέτηση στο αφηρημένο Ουκρανικό εθνικό ζήτημα, όπως τέθηκε στον ΠΠΑ, στα πρώτα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης και στα χρόνια του ΠΠΒ, και τούτο διότι το αντιμετωπίζει fur sich ως βασικό στην ιστορική διάσταση του Πολέμου.

Ακόμη και στο ίδιο το έργο του Λένιν, το ζήτημα της εθνικής ανεξαρτησίας τίνων εκ των χωρών της Αυτοκρατορικής Ρωσίας εμφανίζεται συχνά με έναν κρυπτικό και μυστικιστικό τρόπο μέσα από αναφορές στον Ταλμουδισμό.2 Αυτό –δεν ντρεπόμαστε να το πούμε- μας προκαλεί μια έντονη πολιτισμική και αναλυτική αποστροφή, όχι για το Λένιν, αλλά για την φύση των εν λόγω θεμάτων.

Αλήθεια, οι σοφοί της Ουκρανικής ανεξαρτησίας είναι κρυμμένοι πίσω από τσελεμεντέδες και συνταγές μαγειρικής, με τον ίδιο τρόπο που οι σοφοί της Πρωσικής κρατικής ολοκλήρωσης στα 1840’s ήταν κρυμμένοι μέσα σε πυκνά δάση;

Πολιτικό Κίνημα της Εργατικής Τάξης και η επιδίωξη του πολιτισμικά ενιαίου Γερμανο-Ρωσικού Χώρου

Η πολιτική ανάπτυξη του Ρωσικού εργατικού κινήματος σημείωσε αλματώδη άνοδο, όταν πρωτοπόρα πρακτικά μέλη του ήλθαν σε επαφή με την πολιτική των χωρών της Δυτικής Ευρώπη, και βρέθηκαν σε αυτές.

Η Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Εργασίας ιδρύθηκε στα 1883 στην Γενεύη. Στο γραμμένο απ’ τον Πλεχάνωφ πρόγραμμά της στα 1884 γίνεται ρητή αναφορά στην Διεθνή Ένωση Εργατών, και παραλληλίζεται η πολιτική κατάσταση της Ρωσίας με την προ του 1848 κατάσταση στις Ευρωπαϊκές χώρες.3

Η ίδρυση του ΣΔΕΚΡ στα 1898 στο Μινσκ σηματοδότησε την αμφίπλευρη σχέση μεταξύ της Γερμανικής και της Ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας. Αυτή η σχέση σφραγίσθηκε μέσα από την από τα 1897 εμπλοκή της Ρόζας Λούξεμπουργκ στο επαναστατικό κίνημα στην Ρωσία.4 Στα 1905 το Συνέδριο του SPD στην Ιένα έκανε ξεχωριστή αναφορά στην Επανάσταση στην Ρωσία.5

Η τομή στην σχέση των δύο κομματικών χώρων συντελέσθηκε στα 1903 με την διάσπαση του ΣΔΕΚΡ. Μετά την διάσπαση στα 1903 του ΣΔΕΚΡ, και την πολιτική σχηματοποίηση των Μπολσεβίκων αναπτύχθηκαν προσωπικές σχέσεις μεταξύ Ρόζας και Λένιν. Η Ρόζα έγραψε επ’ αυτού στα 1904 το βαρυσήμαντο κείμενο με τίτλο Organisationsfragen der Russischen Sozialdemokratie (Οργανωτικά Ζητήματα της Ρωσικής Σοσιαλδημοκρατίας), ως απάντηση στο “Ένα Βήμα Μπρος, Δυο Βήματα Πίσω. Η Κρίση στο Κόμμα μας” του Λένιν, κείμενό της που δημοσιεύθηκε στον ίδιο χρόνο (Ιούλιος 1904) στο Die Neue Zeit, και στην Ίσκρα.6 Ο Λένιν απάντησε, στέλνοντας κείμενο στον Κάουτσκυ για δημοσίευση στο Die Neue Zeit, πλην όμως η απάντηση δεν δημοσιεύθηκε.7 Τον Ιανουάριο του 1908, κατά την στάση τους στο Βερολίνο κατά την διάρκεια του ταξιδιού τους από την Γενεύη στην Στοκχόλμη, ο Λένιν και η Κρούπσκαγια επισκέφθηκαν την Ρόζα.8 Στην μετά την επίσκεψη από 18/5/1909 επιστολή του Λένιν προς την Ρόζα της πρότεινε να γραφτεί σημείωμα για το έργο του “Υλισμός και Εμπεριοκριτικισμός” στο Die Neue Zeit, όπερ και εγένετο τον Οκτώβριο του 1909.

Μπορεί να ειπωθεί, ότι στην εσωτερικότητά τους αυτές οι σχέσεις διέπονται από μια δυναμική αντιμετάθεσης (Gegenübertragung), κάτι που κατ’ αυτόν τον τρόπο συνεχίσθηκε μεταξύ Γερμανικού και Ρωσικού κινήματος μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1930.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό που είναι το πιο βασικό σε όλο αυτό, είναι η κίνηση μετασχηματισμού και αναίρεσης των εθνικοπολιτισμικών διαφοροποιήσεων, κάτι που επιβάλλεται από την ίδια την ανάπτυξη της ταξικής πάλης, και κύρια από την Αντικειμενικότητά της. Μέσα σ’ αυτήν την πορεία, η αφηρημένη εθνική ιδιότητα αναιρείται εκ της κίνησης του συγκεκριμένου, όπως αναπτύσσεται στα πεδία της ταξικής πάλης, όπως συναρθρώνεται (Gestalt) στο διεθνιστικό πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης. Αυτό το Αναιρετικό προτσές οδηγεί στην δυνητικότητα παραγωγής ενός νέου χώρου με πολιτισμική ενιαιότητα.

Απ’ αυτήν την σκοπιά, το αφηρημένο εθνικό πλέον εμφανίζεται στην ανηρημένη μορφή του μερικού εθνοτικού. Αφ’ ής στιγμής εμφανίσθηκε σ’ αυτήν την μορφή (στο συγκεκριμένο ως ακόμη ένας μειονοτισμός), η επαναστατική κατάργησή του εναπόκειται στην ίδια την ανάπτυξη της ταξικής πάλης.

Η επιδίωξη της πολιτισμικής ενιαιότητας μεταξύ Γερμανικού και Ρωσικού χώρου διαθέτει γραμμές δικαιολόγησης στην ίδια την μακρά ιστορική διαδρομή. Από την μια Βίκινγκ προελεύσεις (οι λεγόμενοι απ’ τους Βυζαντινούς Βαράγγοι) στις περιοχές της Πετρούπολης και της Καρελίας σχηματοποιήθηκαν ως Ρως και επεκτάθηκαν κατά μήκος των μεγάλων ποτάμιων οδών κατά τους 8ο-9ο αιώνες, και από την άλλη, από τις αρχές του 13ου αιώνα επιτεύχθησαν (παρά τις επί του πεδίου ήττες) Τευτονικές εγκαταστάσεις στον βορειοδυτικό Ρωσικό γεωγραφικό χώρο.

Παρουσίαση της Επεξεργασίας

Η Γερμανική κριτική θεωρητική ανάπτυξη δεν έχει φτάσει εισέτι έως το σημείο μιας διαλεκτικής παρουσίασης (Darstellung) του Ουκρανικού Πολέμου ως ανταγωνιστικής συνολικότητας. Αυτό δεν είναι τόσο αποτύπωση της όποιας αδυναμίας της, όσο φανέρωμα του ότι τα κεντρικά χαρακτηριστικά του Πολέμου αποκαλύπτονται με ελλειπτικό και αντιφατικό τρόπο.

Η πρώτη εμπεριστατωμένη προσπάθεια ανάλυσης και καταγραφής των πλαισίων του Ουκρανικού Πολέμου έγινε τον Μάιο του 2022 μέσα από το παρένθετο, συμπληρωματικό τεύχος του με αριστερή τοποθέτηση περιοδικού του κριτικού χώρου “Das Argument”, δημοσιευόμενο στο Αμβούργο.9

Στο εν λόγω τεύχος, στο πικρό κείμενο του Wolfgang Fritz Haug με τίτλο (Το Αίμα των Άλλων – Das Blut der anderen – Editorial), ο Ουκρανικός Πόλεμος τρόπω τινί απέρρευσε από τις ίδιες τις συνισταμένες και ορίζουσες του Μετασοβιετικού χώρου, απ’ τα ίδια τα δεινά της διάλυσης της ΕΣΣΔ.10 Ωστόσο, δηλώνεται ρητά η μεθοδολογική αποστασιοποίηση από την θρυλικότητα του Μπενγιαμινικού Aγγέλου της Iστορίας, ήτοι η αποστασιοποίηση από την ερμηνεία μέσα από το πρίσμα του καταστροφισμού.11 Αυτό πρακτικά σημαίνει πλήρη ρήξη προς κάθε μορφή μυστικιστικής αντίληψης.

Στην συνέχεια, τίθεται το μνημονικό καθήκον περί του αναλογισμού, ότι η ΗΠΑ-χρηματιστική κρίση του 2008 σηματοδότησε την θραύση της δοσμένης μέχρι τότε συνολικής Κοσμικής Τάξης.12 Επομένως, καταβάλλεται προσπάθεια εντοπισμού των αρθρώσεων του Ουκρανικού Πολέμου προς τον διακρατικό ανταγωνισμό σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς και ο γεωπολιτικός προσδιορισμός του.13 Αναδεικνύεται δε η διάσταση του πολέμου μέσα από μια υπονοούμενη θεωρία παιγνίου.14

Στον ίδιο χρόνο, μέσα από τις αναρτήσεις και την δουλειά του έχοντος εκ της συστάσεώς του πιο μαχητικό χαρακτήρα “exit! Krise und Kritik der Warengesellschaft” άρχισε να μορφοποιείται η εξ αρχής της επίθεσης διακηρυχθείσα θέση περί του Πολέμου ως Πάλη για Κοσμική Τάξη.15

Ωστόσο, αναπτύχθηκε και η θέση, ότι πρόκειται στην κύρια πλευρά του για Πόλεμο επί της καταπίπτουσας παλαιάς Κοσμικής Τάξης, ήτοι σε μερική αντιδιαστολή προς την θέση για Πόλεμο για Κοσμική Τάξη.16

Βέβαια, στο στην συνέχεια κείμενο του Herbert Böttcher αναδεικνύεται ο από την Ρωσική μπάντα προοπτικισμός του Πολέμου προς την κατεύθυνση των Αυτοκρατορικών στοχεύσεών της Ρωσίας.17 Στο ίδιο κείμενο υπάρχει σύγκλιση με το Editorial (Μάιος 2022) του Das Argument, η οποία στο Exit λαμβάνει την μορφή της κατά Robert Kurz Κριτικής της γήινης Πραγματικής Μεταφυσικής ως Κριτικής της Φετιχιστικής Συγκρότησης της Κοινωνίας.18

Αξίζει να σημειωθεί, ότι στο πιο πρόσφατο (12/12/2023) σχετικό κείμενο, ο Tomasz Konicz με αναφορά στον Ρώσο Πρόεδρο ανακοινώνει την πολεμική νίκη της Ρωσίας.19

Αυτό που έχει την μεγαλύτερη πολιτική κεντρικότητα και βαρύτητα, είναι ότι στο τρέχον 340ο τεύχος (Μάιος 2023) του Das Argument, που είναι ολόκληρο αφιερωμένο στον Πόλεμο, ρητά απ’ το εξώφυλλο αναπτύσσεται η θέση περί Weltordnungskrieg (Πόλεμος Κοσμικής Τάξης). Αυτό αφορά την ίδια την Οργανικότητα του Πολέμου.

Επομένως, το ευτύχημα είναι, ότι στον Γερμανικό Κριτικό Χώρο αυτή η θέση λειτουργεί πολιτικά ως ένα κοινό θεωρητικό κεκτημένο.

Στο εν λόγω τεύχος, έχουμε κριτική περιγραφή των βασικών οριζουσών του Πολέμου μέσα από την μεγάλη σκοπιά των πολιτικοοικονομικών και οικολογικών συνεπειών της εμπειρίας και της πραγματικότητας του Ιμπεριαλιστικού Πολέμου.20

Στο editorial τίθεται διακηρυκτικά το άμεσο πολιτικό καθήκον της πάλης για ειρήνη.21 Βέβαια, αυτό ίσως ξενίζει τύπους σαν κι εμάς, που έχουμε βυθισθεί στις πραγματικότητες και τις εμπειρίες της ταξικής έχθρας, επομένως και σε μια καταστατικά Ηρακλείτεια σύλληψη του πολιτικού. Εν τούτοις, από την σκοπιά του πολιτικοδημοκρατικού κινήματος, όπου το “Das Argument” έχει την κύρια αναφορά του, αυτό δεν μπορεί παρά να είναι η μαζική γραμμή.

Στα άρθρα κατανόησης των μορφών του Πολέμου ξεχωρίζουμε το τολμηρό κείμενο περί της πυρηνικής διάστασης.22

Το μόνο σίγουρο είναι, ότι με το εκτενές περιεχόμενο του 340 έχουμε μια συγκροτημένη Γερμανική κατανόηση του Ουκρανικού Πολέμου.

Διευκρινίσεις

Μέσα από την θέση για Πόλεμο Κοσμικής Τάξης τίθεται στο επίκεντρο η ίδια η έννοια του Κόσμου, και επομένως η διαπάλη μεταξύ των ποιοτικά ab initio διαφορετικών κοσμοαντιλήψεων και κοσμοθεωρήσεων.

Η αλήθεια είναι, ότι κατά την επαύριο της διάλυσης της ΕΣΣΔ στο εγχώριο επίπεδο επικράτησε η Γερμανο-Ρωμαϊκή κατανόηση του όρου «νέα τάξη πραγμάτων», η οποία στην νοήμονα εκδοχή της έχει να κάνει με προσδιορισμούς του κατά Σαβινύ εκγερμανισμένου Ρωμαϊκού Δικαίου ως της βαθιάς εσωτερικής λειτουργικότητας του ίδιου του διεθνούς δικαίου (Volkerrecht).

Ωστόσο, στην Ρωσική κατανόηση, ο Κόσμος παρίσταται ως το άνοιγμα στον διαστημικό χώρο, όπως αυτή η κατανόηση θεμελιώθηκε εκ νέου από τον Ιλιένκοφ έως τον Boris Groys.23

Στην διαμεσολαβημένα συναφή στην πολιτική οικονομία λειτουργικότητά του είναι η ανίχνευση της παγκόσμιας αγοράς. Στην νοήμονα αναπτυγμένη περιεχομενικότητά του διέπεται από την αντίληψη, ότι η γλώσσα είναι η πιο άμεσα διαθέσιμη κομμουνιστική παραγωγική δύναμη. Μπορεί να ειπωθεί, ότι ο Ουκρανικός Πόλεμος ως Πόλεμος Κοσμικής Τάξης είναι η προσπάθεια οικοδόμησης ή παρεμβολής μιας ανταγωνιστικής Κοσμικής Τάξης μέσα στην ίδια την παγκόσμια αγορά.

Η Ουκρανική μπάντα είναι η μπάντα της αμηχανίας, καθ’ όσον αυτό που αντιπαραβάλλει (όπως ορθά έχει διαπιστώσει η Αμερικανική ανάλυση), είναι μόνος ένας μετα-νεωτερικός εθνοκρατισμός, περιστρεφόμενος γύρω από την πρωτόλεια Πρωσική εμφάνιση της νεωτερικής πολιτικής κοινωνίας. Αυτό –παραδόξως- στα μάτια της Δυτικής μπουρζουαζίας εμφανίζεται αφηρημένα ως Δημοκρατία κόντρα στον Αυτοκρατισμό της Ρωσίας:

Το ότι εντοπίζεται μια διαδικασία εθνογένεσης ή εθνοποίησης στην Ουκρανική πολιτική έχει διαπιστωθεί και από φιλικές κριτικές προσεγγίσεις.24

Αυτό (η Ουκρανική θεώρηση) στην μη διαμεσολαβημένα συναφή στην πολιτική οικονομία λειτουργικότητά του είναι η σώρευση χρηματικών αποθεμάτων, η άμεση χρηματικοποίηση ονομαστικής αξίας, η συσσώρευση προϋποθέσεων για την μεταμόρφωση χρηματικών ποσοτήτων σε χρηματοκεφάλαιο.

Βέβαια, αν το δεις αντεστραμμένα μιλιταριστικά ως μια σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και ΝΑΤΟ, κάτι που ισχύει μόνο σε ένα μερικό στρατιωτικό επίπεδο, τα παραπάνω έχουν ήσσονα σημασία εν όψει αυτού του γεγονότος. Απ’ αυτό το σημείο θέασης, ο Ουκρανικός Πόλεμος είναι καθαρά πόλεμος αναπαραγωγής της καπιταλιστικής κυριαρχίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Πρόκειται για μια ανάλυση, που διατηρεί την θεωρησιακή εγκυρότητά της, ωστόσο στο Μητροπολιτικό επίπεδο εσωτερίκευσης των πολεμικών σχέσεων ως εσωτερικών συνθηκών αναπαραγωγής, η συγκεκριμένη ανάλυση λέει το τίποτα για τα πάντα και τα πάντα για το τίποτα.

Εκτιμούμε, ότι στον συγκεκριμένο βαθμό ανάπτυξης, το κύριο δεν είναι η πρόβλεψη (η μοναδικά υπαρχουσα σχετικά ασφαλής πρόβλεψη είναι αυτή του Tomasz Konicz), αλλά η κριτική της εκδίπλωσης όλου αυτού: η αναγνώριση και εντοπισμός του τρόπου διεξαγωγής και πραγμάτωσής του μέσα στις βιομηχανικές Μητροπόλεις. Και τούτο διότι το παγκόσμιο κίνημα συλλήβδην δεν κατάφερε να αποτρέψει την θέση σε κίνηση της κρεατομηχανής.

Στην κατακλείδα, συμφωνούμε με τον Γερμανικό Κριτικό χώρο, εμπλουτίζοντας την ίδια την στρατηγική παράδοση του Γερμανικού κομμουνιστικού κινήματος, ότι το τρέχον καθήκον είναι η με όλους τους τρόπους πάλη ενάντια στην μιλιταριστικοποίηση της κοινωνικής και εργασιακής ζωής, ακόμα κι αν αυτή προπαγανδιστικά παρουσιάζεται ως εχέγγυα βλάβη.

Σημειώσεις

1 Αξίζει να σημειωθεί, ότι σε αυτές τις οριακές περιστάσεις ο επίσημος ρατσισμός εμφανίζεται μέσα από την κατηγορία του ζωικού, ανεξάρτητα αν υιοθετεί την οπτική του θύματος ή την οπτική του θύτη, και γι’ αυτό είναι ρατσισμός, που υποκρύπτει τουλάχιστον γενοκτονικές προθέσεις. Η αποκτήνωση των ηθών, την οποία επισείει ο εκάστοτε πόλεμος, δεν αποτελεί αποδεκτή δικαιολογία περί τούτου. Παράβαλε Giorgio AgambenΤο Ανοιχτό. Ο Άνθρωπος και το Ζώο, μτφ. Τσιαμούρας Παναγιώτη, εκδ. Κυαναυγή, Αθήνα, 2021. Συνολικά, αυτά τα δείγματα έκπτωσης από την έννοια και την πραγματικότητα της ανθρωπινότητας είναι ενδείξεις οντολογικής κρίσης της εμπορευματικά οργανωμένης κοινωνίας.

2 Βλ. Lenin, A Caricature of Marxism and Imperialist Economism, 2. Our Understanding of the New Era, August-October 1916, First published in the magazine Zvezda Nos. 1 and 2, 1924, Translated: M. S. Levin, The Late Joe Fineberg and and Others, και οπ., 5. Monism And Dualism.

3 Βλ. G.V. Plekhanov, Programme of the Social-Democratic Emancipation of Labour Group

(1884), Georgi Plekhanov: Selected Philosopohical Works, Vol I, σε https://www.marxists.org/archive/plekhanov/1883/xx/sdelg1.htm

4 Βλ. The Complete Works of Rosa Luxemburg, Volume III: Political Writings, On Revolution, 1897-1905, Edited by Peter Hudis, Axel Fair-Schulz, and William A. Pelz, Translated by George Shriver, Alicja Mann, and Henry Holland, Verso, London, New York, 2019.

5 Βλ. Remarks at the Jena Congress on Relations Between the Party and the Trade Unions, with Reference to the 1905 Revolution in Russia [September 1905], στο οπ.

6 Βλhttps://www.marxists.org/deutsch/archiv/luxemburg/1904/orgfrage/text.htm

7 Βλhttps://www.marxists.org/archive/lenin/works/1904/sep/15a.htm#fwV07E143

8 Βλ. V. I. Lenin, 1909 179 To: Rosa Luxemburg, First published in 1925. Sent from Paris to Berlin, Translated by Clemens Dutt, σε https://www.marxists.org/archive/lenin/works/1909/may/18rl.htm

9 Βλ. Das Argument 338, Zeitschrift für Philosophie und Sozialwissenschaften, Inhaltsverzeichnis Online-Supplement, 63. Jahrgang heft 3 / 2021 (Erschienen Mai 2022), pp. 1-57.

10 Βλ. Wolfgang Fritz Haug, Das Blut der anderen. Editorial, Ein Blick zurück, um nicht in den Emotionen des geschichtlichen Moments zur Salzsäule zu erstarren, pp. 3-4. Επίσης παράβαλε Dachauer Symposien zur Zeitgeschichte Band 21, Die Ukraine, Russland und die Deutschen, 1990/91 bis heute

11 Βλ. οπ., p. 4.

12 Βλ. οπ., p. 7.

13 Βλ. Peter Wahl, Der Ukraine-Krieg und seine geopolitischen Hintergründe, pp. 27-42.

14 Βλ. Wolfgang Streeck, Die Rückkehr des Königs, οπ., pp. 43-53.

15 Βλ. Tomasz Konicz, Angriff auf die Ukraine – Kampf um die Weltordnung, σε https://www.akweb.de/politik/russlands-angriff-auf-die-ukraine-kampf-um-die-weltordnung/https://www.exit-online.org/textanz1.php?tabelle=aktuelles&index=74&posnr=805

16 Βλ. Herbert Böttcher, Ukraine: Ein Krieg um die zerfallende Weltordnung, σε https://exit-online.org/textanz1.php?tabelle=aktuelles&index=2&posnr=808

17 Βλοπ., Eskalation des Weltordnungskrieges um die Ukraine, 1. Strukturelle Zusammenhänge, σε https://www.exit-online.org/textanz1.php?tabelle=aktuelles&index=59&posnr=820

18 Βλοπ., 8. Was bleibt (zu tun)?

19 Βλ. Tomasz Konicz, Putins Rechnung geht auf. Mittelfristig wird die Ukraine den Krieg gegen Russland verlieren – die Frage ist nur, wie hoch der Preis ausfällt, σε https://www.exit-online.org/textanz1.php?tabelle=aktuelles&index=0&posnr=881

20 Βλ. Das Argument 340, Zeitschrift für Philosophie und Sozialwissenschaften, (Erschienen Mai 2023), Politisch-ökonomische Folgen, Ökologische Folgen, pp. 113-138, 139-173.

21 Βλ. Peter Wahl, Den Frieden gewinnen, nicht den Krieg! Editorial, οπ., pp. 13-21.

22 Βλ. Alexej Gromyk, Kuba-Krise 2.0? Zur nuklearen Dimension in Stellvertreterkriegen, pp. 174-181.

23 Βλ. Evald Ilienkov, «Cosmology of Spirit», Stasis, No2, vol. 5, 2017, pp. 164-190, Boris Groys, The Communist Postscript, translated by Thomas H. Ford, Verso, London, New York, 2009.

24 Βλhttps://ourbabadoesntsayfairytales.wordpress.com/2022/03/01/%ce%bb%ce%af%ce%b3%ce%b1-%ce%bb%cf%8c%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%8e%cf%83%cf%84%ce%b5-%ce%bd%ce%b1-%ce%bc%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b5%ce%b9-%ce%ba%ce%ac%cf%84%ce%b9-%ce%b1%cf%80-%cf%8c%ce%bb%ce%b1-%ce%b1/

 

Μικρός Πανηγυρικός για την εξέγερση του 1968. 26.4.2018

 

Το καθοριστικό χαρακτηριστικό μίας μαύρης τρύπας είναι η εμφάνιση ενός ορίζοντα γεγονότων (event horizon) σε ένα όριο στον χωροχρόνο, μέσα από το οποίο η ύλη και το φως μπορούν να περάσουν μόνο προς τα μέσα για τη μάζα της μαύρης τρύπας. Τίποτα, ούτε καν το φως, δεν μπορεί να δραπετεύσει από το εσωτερικό του ορίζοντα γεγονότων. Ο ορίζοντας γεγονότων αναφέρεται ως τέτοιος, διότι, αν κάτι συμβεί εντός των ορίων του, οι πληροφορίες από αυτό το γεγονός δεν μπορούν να φτάσουν σε ένα εξωτερικό παρατηρητή, καθιστώντας αδύνατο να προσδιοριστεί αν κάτι τέτοιο συνέβη.
(Wheeler J. Craig, απόσπασμα από το Cosmic Catastrophes, Κέιμπριτζ 2007)

 

Δικαιούμεθα μετά από μισόν αιώνα να εκφράσουμε την εδραία πεποίθηση ότι η εικόνα της σημερινής κοινωνίας ως σύνολο συνιστά το προϊόν της θεαματικοποίησης την οποία υπέστησαν οι εξεγέρσεις του 1968 -αποτελεί απόρροια του θεάματος του 1968 το οποίο με τη σειρά του απέρρευσε από την ίδια την εξέγερση ως λανθάνον υποπροϊόν της, ως μπάσταρδο τέκνο της.

Ωστόσο, η ήττα της εξέγερσης είναι ετερογενής προς αυτήν. Τα σφάλματα που διαπράχθηκαν από ένα αληθινά επαναστατικό κίνημα είναι ιστορικά απείρως γονιμότερα και πολυτιμότερα από το αλάθητο της καλύτερης κεντρικής επιτροπής (Ρόζα Λούξεμπουργκ, απόσπασμα από το Σοσιαλισμός και Δημοκρατία):

Το ιστορικό προϊόν της εξέγερσης του Μάη του 1358 (Jacquerie) στο επίπεδο της νίκης της ήταν το σάρωμα της φεουδαλικής αριστοκρατίας, στο επίπεδο της ήττας της η αποτελεσματική για τους μετέπειτα δύο αιώνες (μέχρι τους Θρησκευτικούς Πολέμους) ανασυγκρότηση της γαλλικής μοναρχίας.

Για τον επαναστατικό στρατό δεν υπάρχει πεδίο μάχης το οποίο δεν είναι συγχρόνως πεδίο νίκης και ήττας για τον ίδιο. Και γι’ αυτό κανένας πόλεμος δεν τελείωσε ποτέ! Για τις προχειροδουλειές και τις εκκρεμότητες της μιας εξέγερσης θα έλθει η επόμενη να καταπιαστεί μαζί τους. Κι αυτή είναι η αδιάκοπη αυτοκριτική στην οποία η επανάσταση υποβάλλει τον εαυτό της, όχι για να ζητήσει συγχωροχάρτι από τον εχθρό, αλλά για να έχει καλολαδωμένες τις μηχανές των τανκ της, την επόμενη φορά που θα παραταχθούν για μάχη.

Πρέπει λοιπόν να αναγνωρίσουμε και να κατανοήσουμε την κεντρικότητα την οποία είχε για δύο δεκαετίες από το ξέσπασμά της η εξέγερση του ’68. Μία κεντρικότητα η οποία εξέπεμψε την σκοτεινή της αύρα μέσα από την αντι-εξέγερση η οποία ακολούθησε. Σε διανοητικό επίπεδο η αντι-εξέγερση σηματοδοτήθηκε από τους τους Γάλλους «νέους φιλοσόφους», τον «αντιϊμπεριαλισμό» της αριστεράς, τα «νέα κοινωνικά κινήματα» την αδύναμη σκέψη του μεταμοντέρνου, τον μεταδομισμό, την αθλιότητα των φοιτητικών κύκλων οι οποίο επρόσκειντο στον Αλτουσέρ (ο κατάλογος είναι ανοιχτός προς συμπλήρωση).

Όχι κύριοι, όλα τα παραπάνω δεν ήταν τα παιδιά του ’68, ούτε η προδοσία του. Ήταν η εξ αρχής διανοητική-πολιτική αντίδραση στην εξέγερση η οποία αναγκάσθηκε να δανεισθεί με επίτηδες αποσπασματικό τρόπο στοιχεία από το λεξιλόγιό της, για να την πολεμήσει, κι αυτό επειδή είχε την ελάχιστη ευφυία να αντιληφθεί την κεντρικότητά της.

Υπήρχε, όμως, ένας αφανής στρατηγός στην εξέγερση. Στρατηγός με την έννοια της τέχνης και της θεωρίας του πολέμου, όπως αυτή αναπτύσσεται στον Σουν Τσου, τον Θουκυδίδη, τον Μακιαβέλλι και τον Κλαούζεβιτς.

Πρόκειται για τον Γκυ ντε Μπορ και τους Καταστασιακούς. Και δεν μιλάμε προφανώς για υποκινήσεις και καθοδηγήσεις, ούτε για σχέδια επί χάρτου και διαταγές απευθυνόμενες σε ένα ανύπαρκτο στράτευμα. Αλλά, για εκείνο το χέρι το οποίο δράττει γυμνό την αστραπή και την κάνει όπλο του. Μιλάμε για εκείνη τη σκέψη και την πρακτική η οποία προείδε την επίθεση που ερχόταν, που την προετοίμασε, όπως ακριβώς κάνει ο τυφλοπόντικας. η οποία ψηλάφησε την ποιητική της εξέγερσης όχι στο νεκρό παρελθόν, ούτε στο ουτοπικό της μέλλον, αλλά στο τώρα της, στο ενθάδε και όχι στο επέκεινα. Μετά από μισόν αιώνα μπορούμε να το πούμε με ευθυκρισία: τα γεγραμμένα και τα καμωμένα του Γκυ ντε Μπορ μέχρι το 1968 ήταν το Geist της εξέγερσης τη στιγμή της παρασκευής και της εκδήλωσής της.

φες τος νεκρος θάψαι τος αυτν νεκρούς (Κατά Ματθαίον, Η΄:17)

Γνωρίζουμε ότι έρχονται, χαμογελώντας και κουνώντας συγκαταβατικά το κεφάλι, οι ειδικοί, όπως έκαναν και πέρυσι για τα 80χρονα της Μεγάλης Επανάστασης, να μιλήσουν για ιστοριογραφία, για την αποκαθήλωση του μαρξισμού, για συνέχειες, τομές, μετα-, μικρό- και «υποκείμενα». Μην τους ακούτε.

Καμία σημασία δεν έπαιξε στην ήττα της εξέγερσης η πολιτική του ΚΚΓ. Ο Κον Μπεντίτ δεν πρόδωσε την εξέγερση, γιατί ποτέ δεν ήταν μέρος της. Οι εικόνες του Μάο και του Λένιν στην είσοδο της Σορβόννης ήταν αποκλειστικά και μόνο τα αντεστραμμένα είδωλα του ντε Γκολ στα Ηλύσια Πεδία.

Το καθήκον της εξέγερσης επικρέμαται βαρύ πάνω από τα κεφάλια μας, όχι ως επιτέλεση θεοδικίας, αλλά σαν την επίγνωση ότι «είναι εύκολο να χάνεις λίγα, αν έχεις πάντοτε στο νου, ότι το σημαντικό δεν είναι ποτέ ένα καλό χτύπημα, αλλά η παρτίδα. Είναι πιο δύσκολο να κερδίσει κάνεις πολλά την σωστή στιγμή, και αυτό είναι το μυστικό των καλών παικτών, αυτό είναι που θεμελιώνει την μόνιμη διάφορα τους» (απόσπασμα από τις Σημειώσεις για το Πόκερ του Γκυ ντε Μπορ).

Σαν πρώτη κίνηση το καθήκον της εξέγερσης αξιώνει τη συγκρότηση μίας εικονοκλασίας ως πρώτης χειρονομίας της Εξόδου. Η εξέγερση, όμως, είναι εργώδης, επίπονη, επίμοχθη και επώδυνη διαδικασία. Ο σφος Όλιβερ θα μας συνιστούσε ότι η επανάσταση προστάζει την υπομονή του Ιώβ, τον σχεδιασμό του Γεδεών και την τόλμη του Αώδ.

Η εξέγερση του 1968 υπερνίκησε την μέχρι τότε ορθή νομιναλιστική απαίτηση να εκτυλιχθεί όχι πάνω ή έξω από τον χρόνο, αλλά μόνο μέσα σε αυτόν. Κι αυτό το κατάφερε, καταργώντας μέσα στην φαντασμα-γορία της τον χρόνο, από τη στιγμή που διαμόρφωσε αποκλειστικά έναν καινούριο χώρο. Με αυτήν την έννοια η εξέγερση χάσκει κάπου απόμερα (σχεδόν απόκοσμα) ως μελανή οπή, προτείνοντάς μας έναν ορίζοντα γεγονότων.

Εξέγερση είναι η σύγκρουση του χώρου απέναντι στον χρόνο. Οι λογαριασμοί παραμένουν ανοιχτοί.

 

Επιδόματα-μερίσματα, κρατική στρατηγική, αποδιάρθρωση της εργατικής τάξης και φασισμός. 23.12.2017

 

«Κι όπως ήταν ανα­μενόμενο, μια ανεργία τέτοιας κλίμακας προκάλεσε βαθιά ρήγματα στην τεχνική σύνθεση της εργατικής τάξης και επηρέασε εξίσου βαθιά τις ιδέες και την πο­λιτική συμπεριφορά της. Το πρώτο ρήγμα ήταν μετα­ξύ εργαζομένων και ανέργων, και κατά συνέπεια ανά­μεσα στη βάση του Σοσιαλδημοκρατικού και του Κομ­μουνιστικού Κόμματος, ενώ το δεύτερο ήταν μεταξύ α­νέργων που έπαιρναν το επίδομα, ανέργων που δεν έ­παιρναν το επίδομα, αλλά είχαν κάποιου είδους προσωπική στήριξη και ανέργων που δεν είχαν καμία στή­ριξη. Η ανεργία εξασθένησε το θεσμό του συνδικάτου και το ρόλο του επί του κοινωνικού ελέγχου, μέσω του οποίου δημιουργούσε ένα συνεκτικό κοινωνικό ιστό, μία μεσολάβηση ανάμεσα στα σχετικά εξασφαλισμένα κοινωνικά στρώματα και τα αντίστοιχα περιθωριακά. Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μια κατάσταση κατά την οποία τόσο το Κομμουνιστικό όσο και το Σο­σιαλδημοκρατικό Κόμμα είχαν βαθύτατα χτυπηθεί από τη μαζική ανεργία, γεγονός που επηρέαζε την ικανότητα παρέμβασής τους μέσα στην κοινωνία».

Σέρτζιο Μπολόνια, Ναζισμός και Εργατική Τάξη. Κρίση, Κράτος Πρόνοιας και Αντιφασιστική Βία στην Γερμανία του Μεσοπολέμου, εκδ-μτφ. antifa scripta, Αθήνα 2011, σ. 71-72.

Στα πλαίσια της αντιφασιστικής πολιτικής και πρακτικής του κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου το οποίο είχε ως βασικό σημείο αναφοράς την Γ΄ Διεθνή, έγινε σχετικά νωρίς αντιληπτό, ότι ο φασισμός στοχοποιούσε την «οργανικότητα» -το «οργανικό οικοδόμημα» του προλεταριάτου. Ο Γκράμσι πολύ πρώιμα, στα 1924, στο κείμενό του με τίτλο «Φασισμός και Δημοκρατία» το οποίο δημοσιεύθηκε στην «Ordine Nuovo», επισήμανε και ανέλυσε την παραπάνω φασιστική στρατηγική η οποία συγχρονιζόταν με αντίστοιχες κρατικές πολιτικές του αστισμού οι οποίες όλες είχαν ως βασικό στόχο τη μετατροπή του προλεταριάτου από «τάξη» σε «μάζα εργασίας».

Επρόκειτο για μία στρατηγική η οποία σε πρώτο χρόνο εκδιπλωνόταν εντός και επί της διαλεκτικής μεταξύ της αστικής δημοκρατίας και του φασισμού και είχε ως αποτέλεσμα τη συγχώνευση και ενσωμάτωση του μέχρι τότε εξεγερμένου και σε κάθε περίπτωση ανήσυχου και επικίνδυνου προλεταριάτου σε μία ομοιογενοποιημένη και ισοπεδωμένη έννοια «λαού-έθνους» και στη συνέχεια «εθνικο-λαϊκής κοινότητας».

Ο στόχος δεν ήταν άλλος από το να παύσει να υπάρχει το προλεταριάτο όχι μόνο ως τάξη δι’ εαυτή, αλλά και ως τάξη καθ’ εαυτή. Ο στόχος αυτός, μετά την φασιστική επικράτηση και όσο η Ευρώπη όδευε προς τον πόλεμο, εξυπηρετήθηκε με τον καλύτερο τρόπο από τον εξαναγκασμό σε εργασία και τη μαζική στρατιωτικοποίηση της τελευταίας, δηλαδή από την μερική μετατροπή της εργατικής δύναμης από ελεύθερο εμπόρευμα σύμφωνα με τον αφηρημένο νόμο της αξίας, σε μία κοινωνική πρακτική/μηχανική η οποία επιβάλλεται με τη βία και την επιβολή. Σε αυτή την κατεύθυνση αφενός ο τρόπος με τον οποίο ανα-συγκροτήθηκε η πολεμική βιομηχανία και αφετέρου σχεδιάσθηκε η κατασκευή των «autobahn» στην Γερμανία και των «autostrada» στην Ιταλία, αποτέλεσε το πιο λαμπρό και επιτυχημένο δείγμα της φασιστικής στρατηγικής αποδιάρθρωσης του προλεταριάτου ως τάξης.

Το μάθημα το οποίο κληροδότησε ο φασισμός στο αστικό κράτος και το κεφάλαιο συνίστατο στην αποδιάρθρωση του προλεταριάτου όχι μόνο ως ιστορικο-πολιτικής δυναμικής (ως πολιτικής σύνθεσης), αλλά πολύ πιο βαθιά ως τεχνικής σύνθεσης (του ειδικού τρόπου με τον οποίο εντάσσεται το προλεταριάτο στο σύστημα κοινωνικής παραγωγής-αναπαραγωγής). Από αυτήν την άποψη ο φασισμός στάθηκε πρωτοπόρος όσον αφορά την ένταση με την οποία στα πλαίσια της κοινωνικής σχέσης κεφάλαιο η νεκρή εργασία επιτίθεται στην ζωντανή, με στόχο όχι μόνο την εντατικοποίηση της τυπικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο, αλλά την πλήρη υποβάθμιση της πρωταρχικότητας και υπεροχής της ζωντανής εργασίας στο σύστημα κοινωνικής παραγωγής:

Αν στα ίδια χρόνια με τον φασισμό στον αγγλοσαξονικό κόσμο ο φορντισμός και ο τεϊλορισμός συμπυκωμένοι πολιτικά σε μεγάλο βαθμό στον κεϋνσιανισμό αναγκάζονταν να αναγνωρίσουν τον εργατικό ανταγωνισμό, ούτως ώστε να τεθούν σε κίνηση οι μηχανισμοί της πραγματικής υπαγωγής και της τεχνολογικής επίθεσης στην εργασία, την ίδια στιγμή το κεφάλαιο και το αστικό κράτος κληρονομούσαν από τον φασισμό ένα ακόμη όπλο του οποίου οι στοχεύσεις κείνται παραπλεύρως της αξίας ως μίας αφηρημένης κατηγορίας της πολιτικής οικονομίας, έτσι όπως της άσκησε κριτική ο Μαρξ. Σε αντίθεση έτσι, με ό,τι θεωρεί (ή θεωρούσε) η υπεραισιόδοξη μετα-«αυτόνομη» αντίληψη περί «άυλης εργασίας», στη φαρέτρα της σύγχρονης καπιταλιστικής στρατηγικής βρίσκονται (προφανώς βρικολακιασμένες) μορφές επίθεσης στην εργατική δύναμη οι οποίες δύνανται να οδηγούν στην περιθωριοποίηση της ζωντανής εργασίας με εργαλεία και πολιτικές οι οποίες ανασύρονται έξω από τις λογικές οι οποίες διέπουν το κύκλωμα κεφαλαίου ως έναν ειδικό τρόπο κοινωνικής παραγωγής και αναπαραγωγής.

Το βασικό του οποίου το κεφάλαιο αποζητά την υποβάθμιση και υποτίμηση, είναι η κοινωνική κεντρικότητα της εργατικής δύναμης. Mέσα από αυτή τη διαδικασία μπορεί να επιτευχθεί η ανασυγκρότηση του κεφαλαίου ως μίας κοινωνικής σχέσης η οποία φαντάζει ότι μπορεί να υπάρξει, χωρίς ζωντανή εργασία:

Ας φανταστούμε λοιπόν μία στα όρια του δυστοπικού συνθήκη σύμφωνα με την οποία η εργατική τάξη ακόμα και ως κατηγορία της κοινωνιολογίας είναι δυσδιάκριτη, κατατεμαχισμένη και κατακερματισμένη στις πολλαπλές κατηγοριοποιήσεις της στατιστικής και της κρατικής γραφειοκρατίας…Ας φανταστούμε Χριστούγεννα, χωρίς εργατική τάξη, αλλά με ένα χαώδες σύνολο από φυτοζωούντες άνεργους, ημι-άνεργους, ημι-εργαζόμενους, οι οποίοι δεν «κυνηγάνε» μεγαλύτερο μισθό και μικρότερο ωράριο (το διακύβευμα της ταξικής πάλης σε ένα πρωτόλειο επίπεδο), αλλά στήνονται με τις ώρες στις οθόνες των υπολογιστών με την ελπίδα ότι θα συμπεριλαμβάνονται στους δικαιούχους των μερισμάτων και επιδομάτων της Αχτσιόγλου…welcome to Christmas Greece 2017.

Η διαχείριση της εξαθλίωσης και στη συνέχεια της ανεργίας συνιστούν τις βασικές προμετωπίδες της «εργατικής πολιτικής» του καπιταλιστικού κράτους σε συνθήκες κρίσης. Από αυτήν την άποψη η στρατηγική του «κοινωνικού μερίσματος» σηματοδοτεί την καπιταλιστική στόχευση περί αντικατάστασης της εργατικής δύναμης από μία «μάζα εργασίας», του «εργατικού μισθού» από περιοδικές ή έκτακτες κρατικές παροχές (στη μορφή των επιδομάτων και μερισμάτων), ενώ την ίδια στιγμή, επειδή ακριβώς μέσα στην κρατική παροχή μυστικοποιείται ο ίδιος ο φετιχισμός του χρήματος, το τελευταίο δεν προβάλλει πλέον (έστω και ρεφορμιστικά) ως η υλική αποτύπωση της έκβασης του ταξικού ανταγωνισμού, αλλά ως ένα χαρισμένο «κουπόνι» για να εξοφλήσουμε τις οφειλές μας και αν περισσέψει τίποτα να καταναλώσουμε.

Για να μην παρεξηγηθούμε, δεν ισχυριζόμαστε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι φασιστικός, αλλά αυτό στο οποίο ασκούμε κριτική, είναι οι δοσμένες με βάση την ίδια την ιστορική εμπειρία μορφές καπιταλιστικής επιθετικότητας απέναντι στο προλεταριάτο. Από αυτή τη σκοπιά το ερώτημα «τι να κάνουμε τον λαό, να τον αφήσουμε να πεινάσει;» είναι ένα ερώτημα το οποίο έχει αξία χρήσης μόνο για την διάχυση της καπιταλιστικής προπαγάνδας. Από την σκοπιά του κριτικού μαρξισμού και της εργατικής αυτονομίας και επί του προκειμένου το μόνο ερώτημα το οποίο έχει αξία, είναι: «προλεταριάτο ή τί;»

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Gramsci Antonio, Democracy and fascism, URL: http://marxism.halkcephesi.net/Antonio%20Gramsci/1924/11/democracy_fascism.htm

Negri Antonio, Keynes and the Capitalist Theory of the State post-1929, (1967), URL: https://libcom.org/library/keynes-capitalist-theory-state-post-1929

Μαρξ Καρλ, Το Κεφάλαιο, Α΄ Τόμος, μτφ. Παναγιώτης Μαυρομάτης, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2011.

Μπολόνια Σέρτζιο, Ναζισμός και Εργατική Τάξη. Κρίση, Κράτος Πρόνοιας και Αντιφασιστική Βία στην Γερμανία του Μεσοπολέμου, εκδ-μτφ. antifa scripta, Αθήνα 2011

 

Συμβολή στην κριτική στην Χάννα Άρεντ: απόπειρα διανοητικής ιστορίας πάνω στη δίκη Άιχμαν. 6.3.2017

 

Ι. Η προβληματική της ηθικής ευθύνης του υποκειμένου

Ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα τα οποία έχουν απασχολήσει την ανθρώπινη σκέψη και ειδικά εκείνη η οποία αναπτύχθηκε σε χριστιανικό πλαίσιο, είναι το ζήτημα του ρόλου τον οποίο επιτελεί στη συγκρότηση του ανθρώπινου υποκειμένου, η ελευθερία και η κανονιστικότητα. Το πρώιμο (378-379 στη Ρώμη και 391-395 στην Ιππώνα1) έργο του επισκόπου της Ιππώνος Αυγουστίνου2 (354-430) με τίτλο «De Libero Arbitrio»3, συνταγμένο κατά τα πλατωνικά πρότυπα στη μορφή διαλόγου, ως κριτική στις σχετικές αντιλήψεις του Πελαγιανισμού4 και του Μανιχαϊσμού5, συνιστά μία ολοκληρωμένη θεολογική θεώρηση υπέρ της ελευθερίας της βούλησης (voluntas libera/libertas voluntatis) και συγχρόνως διαμορφώνει το αρχετυπικό σημείο αναφοράς μέσα στη χριστιανική σκέψη για την πολεμική σε εκείνη τη διανοητική τάση την οποία στο νεωτερικό λεξιλόγιο αποκαλούμε ντετερμινισμό και η οποία στην εποχή του Αυγουστίνου περιγραφόταν ως «νάγκη», «προκαταβεβλημένα/προηγούμενα ατια» και στη συνέχεια μέσα στις δυτικές θεολογίες έβρισκε χώρο αναπαραγωγής στην έννοια της «providentia» (πρόνοια).

Αν στην ελληνική σκέψη το ζήτημα ετίθετο κατά κύριο λόγο από τη σκοπιά της φυσικής φιλοσοφίας, στα πλαίσια του ενδο-χριστιανικού debate τοποθετήθηκε στους όρους της ηθικής. Έτσι, στον πυρήνα της προβληματικής τέθηκε ο προσδιορισμός της ανθρώπινης επιλογής προς το καλό (bonus) και το κακό (malus). Το βασικό ερώτημα στο οποίο κλήθηκε να απαντήσει ο Αυγουστίνος, είναι το γιατί ο Θεός έδωσε ελεύθερη βούληση στον άνθρωπο από τη στιγμή που με βάση αυτήν την ιδιότητά του ο άνθρωπος μπορούσε να επιλέξει ελεύθερα το κακό.6

Η απάντηση την οποία δίνει ο Αυγουστίνος στο παραπάνω ερώτημα, παραπέμπει στη σφυρηλάτηση μίας θεωρίας δικαιοσύνης (iustitia). Κατά τον Αυγουστίνο η ελευθερία επιλογής/βούλησης είναι απαραίτητη ως sine qua non, προκειμένου να εκδηλώνεται το καλό το οποίο συνίσταται στη διασφάλιση της δικαιοσύνης μέσω της καταδίκης (damnatio) των αμαρτημάτων (peccata) και της επιβράβευσης (honor) των δικαίων και ορθών πεπραγμένων (facta recta).7

Με τα παραπάνω η «iustitia» (δικαιοσύνη) αναγορεύεται από τον Αυγουστίνο σε μία ανώτερη ηθική/μεταφυσική αρχή, καθ’ όσον συνδέεται και απορρέει απευθείας από τον Θεό και συγχρόνως επιβάλλει την ιδιότητα της ανθρώπινης ελευθερίας βούλησης και επιλογής της οποίας εξωτερίκευση είναι το καλό και το κακό. Με άλλα λόγια κάποιος για να τύχει είτε καταδίκης, είτε επιβράβευσης, θα πρέπει να έχει οδηγηθεί στις πράξεις του από ελευθερία επιλογής και βούλησης: χωρίς ελευθερία δεν υφίσταται (τόσο από λογική, όσο και από οντολογική άποψη) κρίση-δεν υπάρχει προσδιορισμός. Συνεπώς η ελευθερία στον Αυγουστίνο δεν είναι απλά μία υποκειμενική/ψυχολογική ενδιάθεση, μία –για να μιλήσουμε με σχολαστικούς όρους- «intentio» (τάση/πρόθεση) της ψυχής (anima), αλλά συνιστά μία οντολογική δύναμη η οποία συγκροτεί και συνέχει τον κόσμο ως ένα σύστημα το οποίο διαθέτει λογικότητα.

Αντίστοιχη συλλογιστική ακολουθεί και ο Χέγκελ στην «φιλοσοφία δικαίου» του: προκειμένου να υπάρξει όχι μόνο το δίκαιό της, αλλά η ίδια η αστική κοινωνία προϋποτίθεται οντολογικά η ελευθερία βούλησης. Το μόνο που αλλάζει σε σχέση με την εποχή του Αυγουστίνου, είναι ότι πλέον η βασική εξωτερίκευση της ελευθερίας δεν είναι το κακό και το καλό, αλλά η ιδιοκτησία.8

Πώς λοιπόν το Περιφερειακό Δικαστήριο της Ιερουσαλήμ θα μπορούσε να εξετάσει για τα αποδιδόμενα εις βάρος του εγκλήματα τον Ρούντολφ Άιχμαν και να τον καταδικάσει, αν ο τελευταίος δεν έκανε ό,τι έκανε από ελευθερία επιλογής και βούλησης; Αν οι πράξεις του Άιχμαν ήταν απλά και μόνο το αποτέλεσμα της τυφλής και νομικά επιβαλλομένης υπακοής και συμμόρφωσή του προς τους νόμους του Γ΄ Ράιχ, πώς θα μπορούσε να είναι υπεύθυνος γι’ αυτά τόσο από νομική, όσο και από ηθική άποψη; Μήπως λοιπόν στην περίπτωση του Άιχμαν συντρέχει –για να χρησιμοποιήσουμε ένα τεχνικό όρο της ποινικής δογματικής- «άρση καταλογισμού» ως απόρροια μία «κατάστασης ανάγκης»9, ή ακόμα περισσότερο μήπως οι πράξεις του δεν ήταν (επίσης με ποινικοδογματική έννοια νοούμενες) «άδικες», καθ’ όσον εκτελέσθηκαν στα πλαίσια «προσταγών» οι οποίες είχαν δοθεί σε αυτόν.10

Τα παραπάνω ερωτήματα βρίσκονται στον πυρήνα της παρέμβασης11 στην οποία προέβη η Χάννα Άρεντ επί της δίκης του Άιχμαν (11/4/1961-15/12/1961) η οποία διεξήχθη κατόπιν της σύλληψής του από τις ισραηλινές δυνάμεις στην Αργεντινή και η οποία δίκη οδήγησε στην εκτέλεσή του (31/5/1962). Είναι γνωστό ότι το κείμενο της Άρεντ ξεσήκωσε θύελλα (δικαιολογημένων) αντιδράσεων και κριτικών από πολλές σκοπιές. Ως τις πιο ολοκληρωμένες απαντήσεις μπορούμε να ξεχωρίσουμε από ιστορική-πραγματολογική σκοπιά το έργο με τίτλο «Eichmann vor Jerusalem. Das unbehelligte Leben eines Massenmörders» της ιστορικού και φιλοσόφου από την Γερμανία Bettina Stangneth και τις από μία σιωνιστική σκοπιά επικρίσεις του Γκέοργκ Σόλεμ οι οποίες διατυπώθηκαν στην αλληλογραφία του με την Άρεντ.12

Με βάση τα παραπάνω το παρόν κείμενο δεν έχει κάτι νέο να εισφέρει όσον αφορά την τεκμηρίωση του γιατί ο Άιχμαν έπρεπε να εκτελεστεί, κάτι το οποίο εδώ εκλαμβάνεται ως σχεδόν αυτονόητο. Ωστόσο, με βασική παραδοχή ότι το όλο debate το οποίο προκάλεσε η Άρεντ για τη δίκη του Άιχμαν, από φιλοσοφική και οντολογική άποψη αναφέρεται στη θεωρία για το υποκείμενο, ευελπιστούμε ότι συμβάλλουμε στην κριτική τόσο των σχετικών θέσεων της Άρεντ, όσο και βασικών όψεων της αστικής σκέψης.

ΙΙ. Το νομικό περιεχόμενο της δίκης

Ήδη από τις πρώτες σελίδες του κειμένου της η Άρεντ αναπαριστά την δίκη του Άιχμαν, ως ένα θεατρικό δρώμενο, ως μία performanceAν και γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του 1960, με αυτόν τον τρόπο το γραπτό της Άρεντ προοικονομεί μία βασική τάση της μεταμοντέρνας αντίληψης για το δίκαιο η οποία ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στα 80’s, ως απόρροια της «γλωσσικής στροφής» (linguistic turn): η δικαιοδοτική διαδικασία ως λόγος (discourse) και ομιλία (parole) η οποία παράγει και συγχρόνως προϋποθέτει επιτελεστικότητα (performativity).

Aν σε μία δίκη υπάρχει από τη μία ένα φαινομενολογικό επίπεδο το οποίο συντίθεται από το νομικό φορμαλισμό (τόσο τον δικονομικό, όσο και τον ουσιαστικό) ο οποίος διέπει τη δοσμένη δίκη, και από την άλλη ένα μυστικοποιημένο (από τον ίδιο το νομικό φορμαλισμό) περιεχόμενο το οποίο σε τελική ανάλυση απορρέει από το κοινωνικό, η Άρεντ «κατασκευάζει» ένα παράπλευρο επίπεδο (του οποίου την ύπαρξη δεν αμφισβητούμε, αλλά το πρόβλημα είναι η αναγωγή του σε κύριο) το οποίο αναδύεται από την σύλληψη της δίκης όχι μέσα από την οντολογία της, αλλά ως μία επιτέλεση στην οποία εμπλέκονται οι ίδιοι οι παράγοντες της δίκης.

Είναι το παραπάνω στοιχείο μάλλον που ώθησε την Τζούντιθ Μπάτλερ να συγγράψει ένα απολογητικό υπέρ της Άρεντ κείμενο στο οποίο με πολύ έντεχνο και ευφυή τρόπο επιχειρείται η πολιτική απονεύρωση του έργου της Μπάτλερ και η αναγωγή του μέσω αφαιρέσεων σε μία εκδοχή της κριτικής του δικαίου.13 Παρά, όμως, τα όσα επιχειρεί η Μπάτλερ σε επίπεδο θεωρίας δικαίου, το κείμενό της είναι εύστοχο διότι συλλαμβάνει ότι στον πυρήνα του βιβλίου της Άρεντ βρίσκεται η θεωρία για το υποκείμενο, κάτι στο οποίο θα επανέλθουμε παρακάτω.

Η δίκη του Άιχμαν από το Δικαστήριο της Ιερουσαλήμ είναι από δικονομική άποψη μία δίκη η οποία διεξήχθη από ένα ποινικό δικαστήριο το οποίο προσιδιάζει σε εκείνα της αστικής κοινωνίας. Με αυτήν την έννοια η δίκη Άιχμαν δεν επρόκειτο για κάποια «εξαιρετική» διαδικασία, αλλά ήταν σύμφωνη με την ποινική κανονικότητα. Ωστόσο, αν εκφύγουμε των δικονομικών ζητημάτων και εισέλθουμε στο πιο βαθύ επίπεδο του ουσιαστικού ποινικού δικαίου το οποίο εφαρμόσθηκε στη δίκη, έχουμε να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα:

Γνωρίζουμε ότι με βάση την ποινική κανονικότητα της αστικής κοινωνίας, ποινικό αδίκημα (έγκλημα) είναι η διασάλευση της εθνικά προσδιορισμένης έννομης τάξης η οποία έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση βλάβης σε ένα προστατευτέο έννομο αγαθό (πχ. ζωή, περιουσία, δημόσια ασφάλεια, γενετήσια ελευθερία κλπ), η οποία πράξη ενέχει μίας ηθικοκοινωνικής απαξίας, η οποία δικαιολογεί την επιβολή στη μορφή της ποινής μίας ιδιαίτερης αποδοκιμασίας εις βάρος του δράστη.

Με βάση τον παραπάνω (ασάλευτο στον ευρωπαϊκό χώρο από τον 19ο αιώνα και ύστερα) νομικό προσδιορισμό η δίκη του Άιχμαν είχε κάποια μοναδικά χαρακτηριστικά τα οποία από άποψη περιεχομένου της προσδίδουν εξαιρετικότητα. Κι αυτό γιατί ο Άιχμαν δεν δικάστηκε από το Ισραήλ, επειδή διασάλευσε κάποια έννομη τάξη, επειδή δηλαδή είχε παραβιάσει νόμους, αλλά αντίθετα δικάσθηκε, επειδή ακριβώς συμμορφώθηκε απόλυτα και εφάρμοσε την γερμανική έννομη τάξη. Δεν έχουμε συνεπώς μία έννομη τάξη (του Ισραήλ) η οποία δικάζει τον αλλοδαπό δράστη (τον Άιχμαν), επειδή με τις πράξεις του την παραβίασε, αλλά έχουμε μία έννομη τάξη (Ισραήλ) η οποία δικάζει τον αλλοδαπό κατηγορούμενο (Άιχμαν), επειδή εφάρμοσε την έννομη τάξη (γερμανική), στην οποία από νομική άποψη αυτός όφειλε υπακοή. Αυτό ακριβώς είναι το παράδοξο και εξαιρετικό νομικό περιεχόμενο της δίκης Άιχμαν που την καθιστά θετικά συγκλονιστική:

Στην δίκη Άιχμαν έχουμε επί της ουσίας την αναδρομική σύγκρουση δύο εννόμων τάξεων (Ισραήλ και Γερμανίας) –και φυσικά η έκβασή της σύγκρουσης δεν κρίθηκε στο επίπεδο της νομικής επιχειρηματολογίας και της αποδεικτικής διαδικασίας, αλλά είχε ήδη κριθεί στα πεδία των αντιφασιστικών μαχών το 1945, το 1948 και σε ένα αριστοκρατικό περίχωρο του Μπουένος Άιρες τον Μάη του 1960. Είναι ακριβώς αυτή η υλικότητα-η οντολογία της δίκης την οποία με τόσο έντεχνο τρόπο υποκρύπτει ή παραγνωρίζει η Άρεντ και ακολουθεί στην ίδια γραμμή και η Μπάτλερ.

Προσπαθώντας να εντάξουμε τη δίκη Άιχμαν σε κάποια ποινική γενεαλογία, δυσκολευόμαστε να βρούμε κάτι ανάλογο. Δεν μπορεί να συγκριθεί ούτε με τις δίκες της Νυρεμβέργης, γιατί εκεί το βασικό σημείο νομικής αναφοράς ήταν η ενιαία διεθνής έννομη τάξη και το κοινά παραδεδεγμένο δίκαιο του πολέμου. Στη δίκη Άιχμαν έχουμε μία πολιτειακή οντότητα (Ισραήλ) η οποία δικάζει τον Άιχμαν για εγκλήματα (που διαπράχθηκαν κατ’ εφαρμογή των γερμανικών νόμων) κατά των ανθρώπων (Εβραίων) οι οποίοι πιθανόν να αποτελούσαν πολίτες αυτής της οντότητας, αν είχαν επιζήσει της «Τελικής Λύσης» (Endlösung), στο σχεδιασμό και την εκτέλεση της οποίας έπαιξε σημαντικό ρόλο ο Άιχμαν.

ΙΙΙ. Το πολιτικό περιεχόμενο της δίκης.

Σε ένα ακόμα πιο βαθύ επίπεδο και αφήνοντας τα νομικά, μπορούμε να πούμε ότι η δίκη Άιχμαν ήταν η κυριαρχική επικύρωση μίας «Εξοδι-κής» διαδικασίας, κάτι το οποίο η Άρεντ εντοπίζει, ασκώντας κριτική στην ισραηλινή «μεταφυσική της καταστροφής και της σωτηρίας» η οποία αναπαραγόταν συνειδητά από τις ισραηλινές αρχές στα πλαίσια του περικειμένου (context) της δίκης. Από αυτήν την άποψη και ακολουθώντας τη σχετική θέση του Michael Walzer, η δίκη Άιχμαν ήταν η διαδικασία εκκοσμίκευσης-αντιφασιστικοποίησης του «μεσσιανικού ζήλου» ο οποίος χαρακτηρίζει το σιωνιστικό πρόταγμα.14 Η ιστορική απαρχή αυτής της διαλεκτικής σε πολιτικό-πολιτειακό επίπεδο μπορεί να εντοπισθεί στους Αγγλικούς Εμφυλίους του 17ου αιώνα και ιδιαίτερα στη δίκη του άγγλου βασιλιά Καρόλου Στιούαρτ (1649) έπειτα από τη νίκη των δυνάμεων του «New Model Army» (Νew Model Army) η οποία οδήγησε στην εκτέλεσή του.15

IV. Ξανά για το υποκείμενο

Η Μπάτλερ εντοπίζει την εκ μέρους της Άρεντ περιγραφή ενός νέου «ιστορικού υποκειμένου» το οποίο προσωποποιείται στον Άιχμαν και το οποίο συγκροτείται σύμφωνα με τις απολογίες και τα λεγόμενα του ίδιου του Άιχμαν μέσα από καντιανού τύπου κανονιστικές, φορμαλιστικές και προστακτικές διαδικασίες. Η κατά Άρεντ «υποκειμενικότητα Άιχμαν», αν ενταχθεί σε ένα θεολογικό πλαίσιο, είναι «αγγελική». Ο Άιχμαν είναι ο φορέας της προσταγής-ο «άγγελος του θανάτου», χωρίς ιδίαν βούληση και ελευθερία επιλογής.16 Η κανονιστικά προσδιορισμένη και προκατασκευασμένη βούλησή του εξαντλείται αποκλειστικά και μόνο στην εκτέλεση της προσταγής του Θεού-Führer, ο οποίος (σύμφωνα με τον Αγκάμπεν) συνιστά τον «έμψυχο νόμο».17

Είναι ο Άιχμαν υποκείμενο από οντολογική άποψη;

Πρόκειται για ένα ερώτημα το οποίο δεν συμβάλλει απλά και μόνο στον εμπλουτισμό της κριτικής θεωρίας αλλά πρώτα από όλα στην εν γένει αντιφασιστική κουλτούρα και αντίληψη.

Αν εκλάβουμε τα όσα καντιανά διατύπωσε και ανέπτυξε ο Άιχμαν στη δίκη του ως απολύτως ειλικρινή και όχι ως μία δικανική ρητορική, δεν ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα νέο «ιστορικό υποκείμενο», αλλά με μία ρητορική-διανοητική απόπειρα θανάτωσης-εξολόθρευσης κάθε εκδοχής ανθρώπινης υποκειμενικότητας, η οποία ακολούθησε την με ίδιο στόχο υλική απόπειρα των ναζί η οποία πραγματώθηκε μέσω του Ολοκαυτώματος.

Θεωρούμε ότι την καλύτερη τεκμηρίωση για την πηγή προέλευσης αυτής της μη-υποκειμενικότητας την οποία εισηγήθηκε ο ναζισμός, την εισφέρει ο ίδιος ο Άιχμαν ο οποίος στην διαδικασία της ανάκρισης μετά τη σύλληψή του, ανέφερε ότι (στις 9/5/1945) «κατάλαβα πως θα έπρεπε να ζω χωρίς καθοδήγηση, χωρίς κατευθύνσεις και διαταγές, δεν θα μπορούσα πια να συμβουλεύομαι διατάγματα, κοντολογίς θα ζούσα σε τελείως καινούριες συνθήκες, άγνωστες σ’ εμένα μέχρι τότε»18.

Η δίκη Άιχμαν μας υποδεικνύει ότι ο ναζιστικός θάνατος του υποκειμένου προκύπτει (στο επίπεδο αναφοράς του Άιχμαν) από την ένταση μεταξύ της ελευθερίας και της κανονιστικότητας, με την τελευταία να αφανίζει την πρώτη. Στη ναζιστική περίπτωση αυτές οι δύο συνθήκες δεν τελούν μεταξύ τους σε διαλεκτική σχέση: η μία είναι η απόλυτη άρνηση της άλλης. Από αυτήν την άποψη η σύλληψη, η δίκη και η εκτέλεση του Άιχμαν είναι (συμβολικά) ο θάνατος του θανάτου υποκειμένου, μία διαδικασία ανα-γεννητική, εξοδική και ριζοσπαστική.

1 Πρόκειται για περιοχή της αρχαίας Φοινίκης. Σήμερα ανήκει στο βορειοανατολικό παραθαλάσσιο τμήμα της Αλγερίας.

2 Πρόκειται για τον θεμελιωτή της δυτικής θεολογίας και έναν από τους πιο επιδραστικούς στοχαστές όλων των εποχών. Ήταν επηρεασμένος από πλατωνικές και νέο-πλατωνικές αντιλήψεις της εποχής του τις οποίες επιχείρησε να συνθέσει με τον χριστιανισμό. Η ανάδυση του σχολαστικισμού κατά την μεσαιωνική περίοδο υποβάθμισε την ακτινοβολία του έργου του, δίνοντας προτεραιότητα στον αριστοτελισμό, ωστόσο ο Αυγουστίνος ποτέ δεν έπαυσε να αποτελεί πηγή έμπνευσης και σημείο αναφοράς για μία σειρά διανοητικών ρευμάτων.

3 Στα ελληνικά μπορεί να αποδοθεί ως «Για την ελευθερία επιλογής της βούλησης».

4 Πρόκειται για χριστιανική αίρεση του 5ου αιώνα η οποία πήρε το όνομά της από τον ιδρυτή της Ιρλανδό μοναχό Πελάγιο. Αναπτύχθηκε ως αντίδραση στη θεωρία του Αυγουστίνου για την «gemina praedestinatio» (διπλός προορισμός).

5 Συγκριτικό θρησκευτικό και φιλοσοφικό ρεύμα που εμφανίστηκε στην περιοχή της Μεσοποταμίας στον 3ο αιώνα με έντονη επιρροή από τις γνωστικές αντιλήψεις.

6 Βλ. Augustinus, De Libero Arbitrio, Liber Secundus. 1.1: « Iam, si fieri potest, explica mihi quare dederit Deus homini liberum voluntatis arbitrium: quod utique si non accepisset, peccare non posset.
Aug. – Iam enim certum tibi atque cognitum est, Deum dedisse homini hoc, quod dari debuisse non putas?
».

7
Βλοπ. 1.3: «Quod iniuste fieret, si non solum ut recte viveretur, sed etiam ut peccaretur, libera esset voluntas data. Quomodo enim iuste vindicaretur in eum, qui ad hanc rem usus esset voluntate, ad quam rem data est? Nunc vero Deus cum peccantem punit, quid videtur tibi aliud dicere nisi, Cur non ad eam rem usus es libera voluntate, ad quam tibi eam dedi, hoc est ad recte faciendum? Deinde illud bonum, quo commendatur ipsa iustitia in damnandis peccatis recteque factis honorandis, quomodo esset, si homo careret libero voluntatis arbitrio? Non enim aut peccatum esset, aut recte factum, quod non fieret voluntate. Ac per hoc et poena iniusta esset et praemium, si homo voluntatem non haberet liberam. Debuit autem et in supplicio, et in praemio esse iustitia; quoniam hoc unum est bonorum quae sunt ex Deo. Debuit igitur Deus dare homini liberam voluntatem».

8
Βλ. Χέγκελ, Βασικές κατευθύνσεις της Φιλοσοφίας του Δικαίου ή Φυσικό Δίκαιο και Πολιτειακή Επιστήμη, μτφ. Γιακουμής Σταμάτης, Ιωάννινα 2004.

9
Βλ. άρθρο 32παρ. 1 ΠΚ: «Δεν καταλογίζεται στο δράστη η πρά­ξη που τελεί για να αποτρέψει παρόντα και αναπότρεπτο με άλλα μέσα κίνδυνο, ο οποίος απειλεί χωρίς δική του υ­παιτιότητα το πρόσωπο ή την περιουσία του ίδιου ή συγ­γενούς του, ανιόντος ή κατιόντος ή αδελφού ή συζύγου του αν η βλάβη που προκλήθηκε στον άλλον από την πράξη είναι κατά το είδος και τη σπουδαιότητα ανάλογη με τη βλάβη που απειλήθηκε». Η φιλοσοφική ρίζα της παραπάνω διάταξης μπορεί να εντοπισθεί στο ηθικό ερώτημα που περιγράφεται ως «σανίδα του Καρνεάδη» το οποίο τόσο έχει απασχολήσει τη θεωρία και τη φιλοσοφία του ποινικού δικαίου διαχρονικά. Ενδεικτικά βλ. Βαθιώτης Κωνσταντίνος, Τραγικά διλήμματα στην εποχή του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας».
Από τη σανίδα του Καρνεάδη στο «Ποινικό δίκαιο του εχθρού»
, Αθήνα 2010.

10

Βλ. άρθρο 21 ΠΚ: «Δεν είναι άδικη η πράξη την οποία κάποιος επιχειρεί για να εκτελέσει προσταγή που του έδωσε, σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, η αρμόδια αρχή, αν ο νόμος δεν επιτρέπει στον αποδέκτη της προσταγής να εξετάσει αν είναι νόμιμη ή όχι. Στην περίπτωση αυτήν ως αυτουργός τιμωρείται εκείνος που έδωσε την προσταγή». Η παραπάνω διάταξη είναι μια γενική αρχή του ποινικού δικαίου της αστικής κοινωνίας.

11

Βλ. Χάννα Άρεντ, Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού, μτφ. Βασίλης Τομανάς, Αθήνα 2009.

12

Για μία καταγραφή των βασικών κριτικών που δέχθηκε η Άρεντ βλ. Michael Ezra, «The Eichmann Polemics: Hannah Arendt and Her Critics», Democratiya, 9, Summer 2007, σσ. 141-165. Επίσης για μία μαρξιστική κριτική στη βασική θέση της Άρεντ περί ολοκληρωτισμού βλ. Domenico Losurdo,«Towards a Critique of the Category of Totalitarianism», Historical Materialism, 12 (2), 2004, σσ. 25-55.

13

Βλ. Judith Butler, «Hannah Arendt’s Challenge to Adolf Eichmann», The Guardian, 29/8/2011

14

Βλ. Michael Walzer, Exodus and RevolutionΠρίνστον 1986, σσ. 144-145.

15

ΒλΜichael Walzer, The Revolution of the Saints: A Study in the Origins of Radical PoliticsΧάρβαρντ 1982.

16

Ενδεικτικά βλ. Γένεσις, Γ:24: «κα ξέβαλε τν δὰμ κα κατκισεν ατν πέναντι το παραδείσου τς τρυφς κα ταξε τὰ Χερουβμ κα τν φλογίνην ομφαίαν τν στρεφομένην φυλάσσειν τν δν το ξύλου τς ζως», Αποκάλυψις, Ζ΄:1-3: «Κα μετὰ τοτο εδον τέσσαρας γγέλους σττας π τὰς τέσσαρας γωνας τς γς, κρατοντας τος τέσσαρας νέμους τς γς, να μ πνέ νεμος π τς γς μτε π τς θαλάσσης μτε π πν δένδρον. κα εδον λλον γγελον ναβανοντα π νατολς λου, χοντα σφραγδα Θεο ζντος, κα κραξε φων μεγάλ τος τέσσαρσιν γγέλοις, ος δθη ατος δικσαι τν γν κα τν θάλασσαν, λέγων· μ δικσητε τν γν μτε τν θάλασσαν μτε τὰ δένδρα, χρις ο σφραγσωμεν τος δολους το Θεο μν π τν μετπων ατν» και οπ. Η:2: «Κα εδον τος πτὰ γγέλους ο νπιον το Θεο στκασι, κα δθησαν ατος πτὰ σάλπιγγες».

17

Βλ. Giorgio AgambenΚατάσταση εξαίρεσης. Όταν η έκτακτη ανάγκη μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα, μτφ. Μαρία Οικονομίδου, Αθήνα 2007.

18

Παρατίθεται Χάννα Άρεντ οπ. σ. 33.

 

Κομμουνιστική Παρεμβολή. Κριτικές παρατηρήσεις πάνω στον αντι-κρατικό αντιφασισμό. 27.6.2018

 

«Η ουσία του σύγχρονου κόσμου των γυρολόγων, το χρήμα, είναι η πραγματοποιημένη ουσία του χριστιανισμού. Το κράτος των γυρολόγων, το λεγόμενο «ελεύθερο» κράτος, είναι το υποσχόμενο βασίλειο του Θεού, ο κόσμος των γυρολόγων είναι η υποσχόμενη βασιλεία των ουρανών –όπως αντιστρόφως ο Θεός είναι μόνο το εξιδανικευμένο κεφάλαιο, ο ουρανός είναι μόνο ο θεωρητικός κόσμος των γυρολόγων»

(Μωυσής Χες, Περί του Χρήματος, στο 1840 Karl Marx, Kείμενα από τη δεκαετία του 1840, μία ανθολογία, μτφ. Θανάσης Γκιούρας, ΚΨΜ (εκδ.), Αθήνα 2014, σ. 640).

Ι. Το αστικό κράτος είναι η πολιτική μορφή του κεφαλαίου ως κινούμενης αντίφασης. Το κράτος από τη μία συνιστά την ανασύνθεση και την μετάθεση της κοινωνικής σχέσης κεφάλαιο σε ένα αφηρημένο επίπεδο μυστικοποίησης, και από την άλλη μέσα από την φαντασμαγορία του ως πολιτική μορφή επιδιώκει να προβάλει ως κάτι δήθεν αυτοτελές από το κεφάλαιο.

Το κράτος της αστικής κοινωνίας (Bürgerliche Gesellschaft)1 απέρρευσε ως ιστορικό προϊόν από το εσωτερικό της τελευταίας (ως η βασική προϋπόθεση για την πολιτική της κυριάρχηση), φέροντας εντός του όλες τις αντιφάσεις οι οποίες χαρακτηρίζουν την κίνηση του κεφαλαίου.

Δεν υπάρχει κάποια υπερ-αιώνια κρυμμένη ουσία στον κρατικό φορμαλισμό. Η νομικοτυπική συγκρότηση της κρατικής μορφής η οποία σε πρώτο χρόνο έχει να κάνει με τον «Λεβιάθαν» κρατικό χαρακτήρα (δηλαδή το οργανωμένο μονοπώλιο της βίας και του δικαίου)2, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αναχθεί στο επίπεδο της κρατικής ουσίας.

Ο κρατικός φορμαλισμός ο οποίος αποκρυσταλλώνεται κυρίαρχα στο γραφειοκρατικό σύμπλεγμα στρατού, αστυνομίας, δικαστηρίων, φυλακών, σχολείων, νοσοκομείων, φορολογίας κλπ λειτουργεί ως φετίχ: αντικαθιστά μία καθορισμένη πραγματική σχέση μεταξύ συλλογικών κοινωνικών υποκειμένων με μία φανταστική σχέση μεταξύ δημόσιας εξουσίας και διοικούμενου ιδιώτη, η οποία (φανταστική σχέση) ρυθμίζεται από το δημόσιο δίκαιο.3 Έτσι με αυτόν τον σχεδόν ταχυδακτυλουργικό τρόπο η ιστορικά προσδιορισμένη φαινομενολογία της κρατικής μορφής δίνει την θέση της σε μία αμετάβλητη, αδιαφοροποίητη και αναλλοίωτη γραφειοκρατική-εξουσιαστική ουσία. Εδώ έγκεινται τα «arcana imperii» (τα μυστικά της εξουσίας) για τα οποία έκανε λόγο ο Ρωμαίος ιστορικός Τάκιτος: στο ότι δηλαδή το κράτος μέσω της νομικοτυπικής συγκρότησής του μυστικοποιεί το ίδιο το εναργές περιεχόμενό του. Το κράτος εγκαθιδρύεται ταυτόχρονα με την θεολογία/ιδεολογία η οποία προσήκει σε αυτό, επειδή το μυστικοποιεί.

Και εδώ ακριβώς είναι που ο αντι-κρατικός λόγος «μαγεύεται» από την μεταφυσική της γραφειοκρατίας και έτσι αδυνατεί να αναγνωρίσει την φαινομενολογία της κρατικής μορφής όχι ως μία νομικοτυπική παγίωση, αλλά ως αντιφατική ιστορική κίνηση η οποία τελεί σε διαλεκτική με το κοινωνικό. Με τον ίδιο τρόπο, η αριστερή ιδεολογία στο όνομα της αντι-δογματικής στάσης προσκολλάται στα επιμέρους χαρακτηριστικά της κρατικής λειτουργίας, από τα οποία επιλέγει εντελώς ευκαιριακά εκείνο το οποίο μπορεί να εξυπηρετήσει τις μανούβρες της στην εκάστοτε πολιτική συγκυρία.

Ο αντι-κρατικός λόγος είναι αφηρημένος: προσκολλάται στην στατικότητα της κρατικής μορφής, αδυνατώντας να εντοπίσει την ιστορική μεταβολή. Πρόκειται έτσι για έναν λόγο ο οποίος αναπτύσσεται κυρίαρχα σε ηθικό και ιδεολογικό επίπεδο. Ο αντι-κρατιστής βλέπει ένα κράτος-Ιδέα απέναντι στο οποίο τοποθετεί μία Ιδέα-μη κράτους.

ΙΙ. Πώς, όμως, συνδέεται το ζήτημα του κράτους με την πάλη ενάντια στον φασισμό; Το πρόβλημα έχει τεθεί με επιτακτικό τρόπο από την ίδια την ιστορική εμπειρία: από το ότι στον 20ο αιώνα ο φασισμός έγινε κράτος, όπως και από το ότι την ίδια στιγμή υπήρξαν κράτη τα οποία διεξήγαγαν με υλικούς-πραγματικούς όρους αντιφασιστικό αγώνα.

Σε αυτό το πλαίσιο ο πόλεμος πχ του κράτους των ΗΠΑ εναντίον της ναζιστικής Γερμανίας εκδηλώνει το βαθμό ανάπτυξης της ίδιας της αστικής κοινωνίας στις ΗΠΑ, όπως αντίστοιχα ο αντιφασιστικός αγώνας του Κόκκινου Στρατού εκδηλώνει το βαθμό ανάπτυξης του εργατικού κράτους. Δεν επρόκειτο επομένως για κάποια κρατική «πονηριά», ούτε για μία εργαλειοποίηση του αντιφασισμού εκ μέρους της κρατικής πολιτικής. Το ότι το βρετανικό κράτος διεξήγαγε πόλεμο κατά του φασισμού, είχε να κάνει με τις ίδιες τις ιστορικές συνθήκες ανάδυσης και εδραίωσης της αστικής κοινωνίας στον αγγλικό χώρο. Όπως αντίστροφα το ότι το γερμανικό κράτος έγινε ναζιστικό, είχε να κάνει με τις ίδιες τις αξεδιάλυτες αντιφάσεις ανάπτυξης της γερμανικής αστικής κοινωνίας η οποία στον 19ο αιώνα, αντί να τραβήξει τον δρόμο της δημοκρατικής επανάστασης, επέλεξε τόσο την ανάθεση στην πρωσική γραφειοκρατία πρωταγωνιστικού ρόλου στην διαδικασία πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου, όσο το χτίσιμο της εθνικής της μυθολογίας πάνω στον ρομαντισμό και όχι πάνω στην εθνικοδημοκρατική ιδεολογία.

Aπό την άλλη, η αναγνώριση της οντολογίας της αντιφασιστικής πάλης του 20ου αιώνα δεν πρέπει να οδηγήσει την υλιστική κριτική της εποχής μας σε μία ιδεολογική «νεκροφιλία» της «Μεγάλης Αντιφασιστικής Νίκης». Στο μέτρο κατά το οποίο η υλιστική κριτική θα εγκλωβίζεται στην «νεκροφιλία», τόσο θα εμφανίζεται ως μία καρικατούρα του νεκρού παρελθόντος, κατ’ αντιστοιχία της κριτικής του Μαρξ στις επαναστάσεις του 1789 και του 1848 στην Εισαγωγή της «18ης Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη»

Με δεδομένα τα παραπάνω είναι μεγάλης αξίας η παραδοχή ότι η βασική υλική και διανοητική συνθήκη του φασισμού και του ναζισμού, ο αντισημιτισμός, είναι είτε λιγότερο είτε περισσότερο εγγενής ως δυναμική σε κάθε μορφή αστικής κοινωνίας. Κι αυτό γιατί η τελευταία βασίζεται πάνω στην αξεδιάλυτη αντίφαση ότι η χριστιανική της μήτρα αντιμετωπίζει την κυκλοφορία του χρήματος μόνο ως το ανεπιθύμητο, τερατόμορφο, μπάσταρδο και τρισκατάρατο τέκνο της.4 Το κυκλοφορούν-τοκοφόρο χρήμα (Χ-Χ΄) το οποίο στο χριστιανικό και εν γένει ηθικό-ιδεολογικό λεξιλόγιο αναπαρίσταται ως αδικία, τοκογλυφία και φιλαργυρία, είναι ανεκτό από τον εκκοσμικευμένο-«απομαγευμένο» χριστιανισμό της αστικής κοινωνίας μόνο στο μέτρο κατά το οποίο στο φαντασιακό του προβάλλει ως κρυπτο-περιτετμημένος μεν, αφομοιωμένος δε Εβραίος (κι αυτό είναι ένα από τα κομβικά στοιχεία της «διαλεκτικής του διαφωτισμού»5).6

Αν η όλη προβληματική μετατεθεί στη σφαίρα του πολιτικού, τότε πρόκειται για την προβληματική του «πολιτικού-δημοκρατικού κράτους» (politischer Staat), σε αντιδιαστολή με το «χριστιανικό κράτος», την οποία έθεσε ο Μαρξ στο «Εβραϊκό Ζήτημα», διαπιστώνοντας ότι στην εποχή του, σε αντίθεση με την Ευρώπη, μόνο οι ΗΠΑ είχαν λύσει με πολιτικό-δημοκρατικό τρόπο το εν λόγω ζήτημα.7 Αν, όμως, οι ΗΠΑ στην εποχή του Μαρξ προέβαλλαν ως η προηγμένη αστική κοινωνία, ο Μαρξ αναγνώρισε έναν καθολικό-οικουμενικό δρόμο επίλυσης του ζητήματος: τον πλήρη επαναστατικό μετασχηματισμό της αστικής κοινωνίας στην υλιστική αντιστροφή της, δηλαδή στον κομμουνισμό. Αυτή είναι, σε αντίθεση με την «διαλεκτική του διαφωτισμού», η διαλεκτική αστικής κοινωνίας-κομμουνισμού. Εδώ συνίσταται το νόημα της Ι΄ θέσης του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ: «Η άποψη του παλιού υλισμού είναι η αστική κοινωνία (bürgerliche Gesellschaft). Η άποψη του καινούργιου υλισμού είναι η ανθρώπινη κοινωνία ή η κοινωνικοποιημένη ανθρωπότητα (gesellschaftliche Menschheit)»8.

Από αυτήν την άποψη υπάρχει ένα κομμουνιστικό κριτήριο για τα κράτη. Το κριτήριο αυτό είναι συγκεκριμένο, εμμενές και διαθέτει οντολογική ισχύ. Κι αυτό γιατί έχει να κάνει με την κριτική ερμηνεία της κοινωνικοϊστορικής κίνησης. Το κριτήριο αυτό είναι αυτόνομο από την διάκριση «καλό-κακό», επειδή ακριβώς είναι υλιστικό και συνεπώς αντι-ιδεολογικό. Συνίσταται στην ενεργοποίηση ή μη της διαλεκτικής αστικής κοινωνίας-κομμουνισμού, όπως εκτέθηκε από την μαρξική κριτική.

ΙΙΙ. Σε σχέση με το ζήτημα της πάλης ενάντια στον αντι-σημιτισμό (με αυτό το πυρηνικό στοιχείο του «γρίφου της ιστορίας») ο αντι-κρατικός λόγος αναγκάζεται σε νοητική ισοπέδωση και εξομοίωση όλων των κρατών. Με αυτόν τον τρόπο (και όταν οι εκδοχές του αντι-κρατισμού δεν ουρλιάζουν για την αντι-σιωνιστική διάλυση) ο αντι-κρατιστής ανέχεται την ύπαρξη του «εβραϊκού» κράτος και της αντίστοιχης κοινωνίας, μόνο στο μέτρο κατά το οποίο το εβραϊκό κράτος θα είναι στενά και ασφυκτικά εργαλειοποιημένο και περιορισμένο αποκλειστικά και μόνο ως «κράτος-καταφύγιο». Συνεπώς ο αντι-κρατιστής αποδίδει στους Εβραίους το «προνόμιο» της κρατικής υπόστασης μόνο ως μία κατά τύχη εξαίρεση η οποία δημιουργήθηκε μέσα από τις εντελώς ακατανόητες σε αυτόν σχιζο-παρανοϊκές ιστορικές καμπές του 20ου αιώνα.

Ωστόσο, όσο ο αντι-κρατιστής καταδύεται στον αντι-κρατισμό του, πηγαίνει πίσω ακόμα και από αυτήν την ορισμένη ανοχή του στο «κράτος των Εβραίων», διακηρύττοντας ότι «όλα τα κράτη είναι σκατά» και συνεπώς «η αντίληψη για κράτος-καταφύγιο είναι εθνικισμός». Με αυτόν τον τρόπο ο αντι-κρατιστής όχι μόνο δεν μπορεί να ξεχωρίσει μεταξύ πολιτικού και θρησκευτικού κράτους, όχι μόνο δεν μπορεί να κατανοήσει την διαλεκτική αστικής κοινωνίας-κομμουνισμού, αλλά πολύ περισσότερο, ευρισκόμενος μέσα σε νοητική ισοπέδωση και γενίκευση, αδυνατεί να αναγνωρίσει την ιστορική μοναδικότητα του κράτους του Ισραήλ.

Η μοναδικότητα αυτή συνίσταται στο ότι το εν λόγω κράτος είναι αποτέλεσμα του Ολοκαυτώματος και της στρατιωτικής ήττας του φασισμού και δεν προήλθε ως άμεσο ιστορικό προϊόν των μηχανισμών οι οποίοι οδηγούν στην πολιτική κυριαρχία της αστικής κοινωνίας (ενιαία εσωτερική εθνική αγορά κόντρα στους φεουδαλικούς και συντεχνιακούς κατακερματισμούς και δεσμά, ομοιογενής εθνική συνείδηση κατασκευασμένη από τα πάνω κλπ).

Συνεπώς, αφού o αντι-κρατιστής απέρριψε και το «κράτος-καταφύγιο», τσουβαλιάζοντας το με όλα τα υπόλοιπα, το μόνο το οποίο του απέμεινε, είναι η αναδίπλωσή του μέσα στην μερικότητα του περιβάλλοντος το οποίο τον περικλείει, δηλαδή του εθνικού του σχηματισμού. Mετά από όλα αυτά το μόνο καταφύγιο το οποίο έχει ο αντι-κρατιστής, είναι, να πετάξει την μπάλα στην εξέδρα, επικαλούμενος εντελώς αλυσιτελώς και προσχηματικά το σύνθημα «ο εχθρός είναι εδώ», όχι για να έλθει σε πραγματική αντιπαράθεση με τον εχθρό, αλλά για να βρει μία δίοδο διαφυγής από το αβάσταχτο (γι’ αυτόν) καθήκον ότι πρέπει να πάρει ξεκάθαρη θέση ενώπιον εχθρών και φίλων.

IV. Υπό το φως των συνολικότερων εξελίξεων των τελευταίων δεκαετιών το πολιτικό κράτος δεν είναι κάτι αμετάκλητα λυμένο σε κανένα από τα τέσσερα ημισφαίρια του πλανήτη. Μάλιστα τα τελευταία χρόνια εντοπίζεται μέσα στην ίδια την ΕΕ η ανάδυση μορφών ρατσιστικής και αντι-εβραϊκής καταπίεσης, για να μην μιλήσουμε για το τι επικρατεί στις κοινωνίες και τις κοινότητες οι οποίες κυριαρχούνται από το φονταμενταλιστικό Ισλάμ.9

Ο οποιοσδήποτε τύπος και η οποιαδήποτε μορφή κράτους δεν εγκαθιδρύονται άπαξ και διά παντός, παγιωμένα μέσα στο τυπικό Σύνταγμα. Αντίθετα είναι το ίδιο το υλικό Σύνταγμα ως αποτύπωση της ταξικής πάλης και του κοινωνικού ανταγωνισμού αυτό το οποίο αποκτά υπεροχή και κεντρικότητα. Mε αυτήν την έννοια το κράτος πέρα από αντίφαση, είναι πολύ βαθύτερα και πόλεμος.10 Αυτό σημαίνει ότι εντός του ενυπάρχει τόσο η δυνατότητα για ριζική αλλαγή, όσο και η απειλή της υποτροπής. Ο αντι-κρατισμός δεν διαλέγει στρατόπεδο σε αυτή την διελκυστίνδα, με αποτέλεσμα να κρύβεται μέσα στο καβούκι του αφελούς κοινοτισμού του.

Στην κομμουνιστική αντίληψη η κριτική της θρησκείας είναι προϋπόθεση για την κριτική του κράτους και της πολιτικής οικονομίας.11 Η κομμουνιστική κριτική δεν τοποθετεί απέναντι στο κράτος ένα αντι-κράτος ή ένα μη-κράτος, αλλά μία διαλεκτική-αρνητική διαδικασία απονέκρωσής του η οποία έχει τις δικές της αντιφάσεις (ανάμεσα στις οποίες και η μεταβατική ύπαρξη της κρατικής μορφής), επειδή ακριβώς προέρχεται από την υλιστική αντιστροφή της αστικής κοινωνίας.

 

1 Βλ. Γκέοργκ Χέγκελ, Βασικές Κατευθύνσεις της Φιλοσοφίας του Δικαίου ή Φυσικό Δίκαιο και Πολιτειακή Επιστήμη, μτφ: Σταμάτης Γιακουμής, Αθήνα-Ιωάννινα, 2004, σ. 203-251.

2 Βλ. Τόμας Χομπς, Λεβιάθαν ή Ύλη, Μορφή και Εξουσία μίας Εκκλησιαστικής και Λαϊκής Κοινότητας, μτφ: Γρηγόρης Πασχαλίδης-Αιμίλιος Μεταξόπουλος, Αθήνα, 2006, σ. 240-241.

3 Βλ. Καρλ Μαρξ, Για το Εβραϊκό Ζήτημα στο Karl Marx, Kείμενα από τη δεκαετία του 1840, μία ανθολογία, μτφ: Θανάσης Γκιούρας, Αθήνα, 2014, σ. 168: «Όλες οι προϋποθέσεις του εγωιστικού βίου διατηρούνται εκτός της σφαίρας του κράτους στην αστική κοινωνία, ως ιδιότητες της αστικής κοινωνίας. Εκεί όπου το πολιτικό κράτος έχει επιτύχει την αληθινή διαμόρφωσή του, ο άνθρωπος διάγει όχι μόνο στην σκέψη, στη συνείδηση, αλλά και στην πραγματικότητα, στον βίο, έναν βίο διπλό, έναν ουράνιο και έναν επίγειο βίο, τον βίο στην πολιτική κοινότητα όπου ισχύει ο ίδιος ως κοινότητα, και τον βίο στην αστική κοινωνία όπου είναι δραστήριος ως ιδιώτης, θεωρεί τους άλλους ανθρώπους μέσα, υποβιβάζεται αυτός ο ίδιος σε μέσο και γίνεται παίγνιο ξένων δυνάμεων. Το πολιτικό κράτος συμπεριφέρεται με τον ίδιο πνευματικοκρατικό τρόπο στην αστική κοινωνία όπως ο ουρανός στην γη. Βρίσκεται στην ίδια αντίθεση προς αυτήν, την υπερβαίνει με τον ίδιο τρόπο όπως η θρησκεία υπερβαίνει την περιοριστικότητα του κοσμικού (profanen) κόσμου, δηλαδή αναγνωρίζοντάς την και αποκαθιστώντας την εκ νέου, αφήνοντας τον εαυτό του να κυριαρχηθεί από αυτή. Στην αμεσότερη πραγματικότητά του, στην αστική κοινωνία, ο άνθρωπος είναι ένα κοσμικό ον. Εδώ, όπου ισχύει για τον εαυτό του και για άλλους ως πραγματικό άτομο, είναι ένα αναληθές φαινόμενο. Απεναντίας, στο κράτος, όπου ο άνθρωπος ισχύει ως ον γένους, είναι το φανταστικό μέλος μιας εικαζόμενης κυριαρχίας, είναι στερημένος από τον πραγματικό ατομικό βίο του και πληρούται με μια εξωπραγματική γενικότητα».

4 Παράβαλε Βάλτερ Μπένγιαμιν, Ο Καπιταλισμός ως Θρησκεία στο Πανοπτικόν, τεύχος 7, Ιανουάριος 2005, σ. 183-186.

5 Βλ. Τεοντόρ Αντόρνο-Μαξ Χορκχάιμερ, Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού, μτφ: Ζήσης Σαρίκας, Αθήνα 1986, σ. 195: «Η διαλεκτική διαπλοκή διαφωτισμού με την κυριαρχία, η διπλή σχέση της προόδου με την ωμότητα και την απελευθέρωση, την οποία έμαθαν οι Εβραίοι από τους μεγάλους φιλοσόφους του Διαφωτισμού και από τα δημοκρατικά λαϊκά κινήματα, αντανακλώνται και στην ίδια την ουσία των αφομοιωμένων. Η φωτισμένη αυτοσυγκράτηση, με την οποία οι αφομοιωμένοι Εβραίοι ξεπερνούν την οδυνηρή ανάμνηση της καταδυνάστευσής τους από άλλους (αυτοσυγκράτηση που μοιάζει με δεύτερη περιτομή), τους έχει φέρει κατευθείαν από τη δική τους, λιωμένη κοινότητα στη σύγχρονη αστική τάξη, η οποία επιστρέφει αμετάκλητα στην ψυχρή καταπίεση, στην αναδιοργάνωσή της σε αμιγή φυλή».

6 Βλ. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος Α΄, μτφ: Παναγιώτης Μαυρομμάτης, Αθήνα 2013, σ. 167: «Ο κεφαλαιοκράτης ξέρει ότι όλα τα εμπορεύματα, όσο ψωραλέα όψη και αν έχουν ή όσο άσχημα κι αν βρωμάνε, είναι «εν πίστει και αληθεία» χρήμα, κρυπτοπεριτετμημένοι Εβραίοι και επιπρόσθετα θαυματουργά μέσα για να φτιάχνουν από χρήμα περισσότερο χρήμα».

7 Βλ. Καρλ Μαρξ, Για το Εβραϊκό Ζήτημα στο Karl Marx, Kείμενα από τη δεκαετία του 1840, μία ανθολογία οπ., σ. 165: «Μόνο στις Βορειοαμερικανικές ανεξάρτητες Πολιτείες –τουλάχιστον σε ένα τμήμα τους- χάνει το εβραϊκό ζήτημα τη θεολογική σημασία του και καθίσταται ένα πραγματικά κοσμικό (wirklich weltlichen) ζήτημα. Μόνο εκεί όπου το πολιτικό κράτος υπάρχει στην πλήρη διαμόρφωσή του μπορεί η σχέση του Εβραίου, εν γένει (η σχέση) του θρησκευτικού ανθρώπου προς το πολιτικό κράτος, δηλαδή η σχέση της θρησκείας προς το κράτος, να αναδειχθεί στην ιδιομορφία και στην καθαρότητά της. Η κριτική αυτής της σχέσης παύει να είναι θεολογική κριτική από τη στιγμή που το κράτος παύει να συμπεριφέρεται στην θρησκεία ως κράτος, δηλαδή πολιτικά. Η κριτική γίνεται τότε κριτική του πολιτικού κράτους».

8 Kαρλ Μαρξ, Για τον Feuerbach στο οπ., σ. 362.

9 Βλ. Robert KruzΡεαλιστές και Φονταμενταλιστές, μτφ: Shades MagazineURLhttps://theshadesmag.wordpress.com/2016/11/29/realisteskaifontamentalistes/

10 Παράβαλε Εmmanuel Levinas, Ολότητα και Άπειρο: Δοκίμιο για την Εξωτερικότητα, μτφ: Κωστής Παπαγιώργης, Αθήνα, 1989, σ. 9: «Η διαύγεια –διάνοιξη του πνεύματος στο αληθές- δεν συνίσταται τάχα στο να διαβλέψουμε την διαρκή δυνατότητα του πολέμου; Η κατάσταση πολέμου απογυμνώνει την ηθική. Απογυμνώνει τους αιώνιους θεσμούς και τις αιώνιες υποχρεώσεις από την αιωνιότητά τους, και στο εξής, εκμηδενίζει πρόσκαιρα τις κανονιστικές προσταγές. Ρίχνει από τα πριν την σκιά του πάνω στις πράξεις των ανθρώπων. Ο πόλεμος δεν εγγράφεται μόνο –ως η μέγιστη δοκιμασία που περνά η ηθική. Την γελοιοποιεί. Η τέχνη του να προβλέπεις και να κερδίζεις με κάθε μέσο τον πόλεμο –η πολιτική- επιβάλλεται στο εξής ως η καθ’ εαυτή εξάσκηση του Λόγου. Η πολιτική αντιστρατεύεται την ηθική, όπως η φιλοσοφία την αφέλεια».

11 Βλ. Καρλ Μαρξ, Για την Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου στο οπ., σ. 147-159.

 

https://theshadesmag.wordpress.com/tag/%ce%b8%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%83%ce%b7%cf%82-%cf%80%ce%ac%ce%bd%ce%bf%cf%82/

No comments:

Post a Comment

Όλα πρέπει να τεθούν στις φλόγες. Von Tomasz Konicz / 16. März 2025

Μια σύντομη επισκόπηση της κρισιακά οδηγουμένης αποδιάρθρωσης των απομειναριών της αμερικανικής ηγεμονίας από τη διοίκηση του Τραμπ   Γροιλα...