Common Use E. Αποτροπές. Κείμενα στο blog ταξικές μηχανές 2021-2023


Κανονικές Δουλειές. Νομισματική Θεωρία και τα έργα του Τουκ. 15.5.2023

 

Πρόλογος

Η επιστήμη της πολιτικής οικονομίας λόγω της φύσης του αντικειμένου της και του εποπτικού υλικού της έχει αχανές ιστορικό εύρος, καθ' όσον αυτό ταυτίζεται με την ίδια την ιστορική πορεία του πολιτισμού. Αυτό σημαίνει ότι οι όροι και έννοιές της περιέχουν σε ξεπερασμένες μορφές τις σημασίες και τα περιεχόμενα που είχαν οι ίδιοι όροι και οι ίδιες έννοιες σε παρελθόντες τρόπους παραγωγής, σε παρελθόντες δοσμένους βαθμούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Έτσι, όταν σε κάποιο έργο πολιτικής οικονομίας χρησιμοποιείται πχ. η λέξη χρήμα, για να γίνει κατανοητό ακόμα και το in concreto περιεχόμενό της στο εν λόγω έργο, απαιτείται μια στοιχειώδη γνώση του πως λειτουργούσαν οι συνδεόμενες με αυτό κοινωνικές πρακτικές και κοινωνικές σχέσεις, κύρια το ίδιο ως τέτοιο στους παρελθόντες τρόπους παραγωγής, στους παρελθόντες δοσμένους βαθμούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων

          Σε μια stricto sensu οπτική, η υλιστική κατανόηση της ιστορίας, ο ιστορικός υλισμός είναι το βασικό απαιτούμενο για την κριτική της πολιτικής οικονομίας, και όχι κάτι που μπορεί να κατατμηθεί (θετικιστικά) ως αυτοτελώς ιστάμενο ως προς αυτήν. Όμοια, η κριτική της αστικής κοινωνίας, της ιδεολογίας, της κρατόσφαιρας, όπως συγκροτείται και οργανώνεται σε προλεταριακό κομμουνισμό, είναι αυτό που προσδίδει την εμπροθετότητα της κριτικής της πολιτικής οικονομίας. Εξ αυτών συνάγεται, ότι το συνολικό θεωρητικό έργο της εργατικής κριτικής, η λεγόμενη επαναστατική θεωρία, είναι ένα ενιαίο αναπτυσσόμενο σύνολο.

          Βάσει των ανωτέρω, τα έργα της κλασικής πολιτικής οικονομίας είναι πάντοτε επίκαιρα ως τέτοια, όσο ο επικρατών τρόπος παραγωγής είναι η καπιταλιστική παραγωγή. Η ανάπτυξη, η εμβάθυνση και η διευκρίνιση της κριτικής της πολιτικής οικονομίας επί των έργων της κλασικής ανάπτυξής της τελευταίας δεν είναι θεσμοποιημένη ιστορία της οικονομικής επιστήμης, αλλά μια εργασία, που αφορά με μικρό βαθμό διαμεσολάβησης τις τρέχουσες πολιτικές συγκυρίες, από την στιγμή που οι εκπρόσωποι των βασικών ρευμάτων της κλασικής πολιτικής οικονομίας συνεχίζουν λιγότερο ή περισσότερο να πρωταγωνιστούν στην πολιτική σκηνή των προσίδιων χωρών, μαζί με τους εκπροσώπους των ρευμάτων και των στρατοπέδων της προσίδιας φιλοσοφίας. Απ' αυτήν την άποψη κάθε ρεύμα μέσα στην πολιτική οικονομία, κάθε επικαιροποίηση ή ανανέωσή του καθενός εξ αυτών, δεν είναι απλά ένα πλαίσιο παροχής ιδεολογίας, αλλά ουσιώδης και πραγματική επίδραση στην εργασιακή πραγματικότητα, στις συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης, στους όρους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.

Που έγκειται ο ιστορικός ριζοσπαστικός χαρακτήρας, το εξ ιστορικής άποψης ριζοσπαστικό περιεχόμενο της κλασικής πολιτικής οικονομίας;

 Στον Άνταμ Σμιθ αυτό έχει να κάνει με τον ίδιο τον επαναστατικό, ορμητικό, βίαιο τρόπο της εκπηγαστικής, της υποδειγματικής συσπείρωσης κεφαλαίου, δυνάμει του οποίου κατισχύει των παρελθόντων αυτού τρόπων παραγωγής, κύρια ενάντια στον φεουδαλισμό. Το ίδιο γίνεται κάθε φορά που το εν λόγω προτσές έρχεται in actu σε αντίθεση προς τις πρωτόγονες κοινότητες, προς τον Ασιατικό τρόπο παραγωγής και τα γνωρίσματα του, ως επίσης, όπως αναδεικνύει ιδιαίτερα η εμπειρία του Αμερικανικού πολιτικού πολέμου, ενάντια στην σκλαβιά.

Κατά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα με το έργο του Ρικάρντο αυτή η ποιότητα έγινε διαυγέστερη και οξύτερη:

Δεν είναι απλά συγκυριακό ότι τα βασικά έργα-σημεία αναφοράς της κλασικής πολιτικής οικονομίας γράφτηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1810 και στις αρχές της δεκαετίας του 1820, κάτι που είναι στενά συνδεδεμένο με την επαναφορά του κανόνα, της στάθμισης του χρυσού την άνοιξη του 1821 (4 Μαΐου 1821), γεγονός που έδωσε ώθηση και επιτάχυνση στα επαναστατικά ξεσπάσματα της δεκαετίας του 1820 ενάντια στο status quo της Ιεράς Συμμαχίας και των Ασιατικών Αυτοκρατοριών.[1]

Στην συνολικότητά του, το κυριότερο είναι ότι ο κανόνας του χρυσού από μόνος του επιθέτει εκ των πραγμάτων μια αδιαμεσολάβητα υλιστική δυναμική σε όλες τις οικονομικές υποθέσεις.

Με βάση την εμπειρία της θέσης του σε μη λειτουργία (1970 - ) έχει καταστεί πασιφανέστατο, ότι αν ενεργοποιούταν σήμερα, ipso iure ο εργατικός μισθός και οι αμοιβές των απασχολούμενων στην πραγματική παραγωγή θα πολλαπλασιάζοντο, ώστε το αίτημα επαναφοράς του στις καπιταλιστικές χώρες είναι η εναργέστερη πραγματικά κομμουνιστική αξίωση σε παγκόσμιο επίπεδο, διότι στον ίδιο χρόνο οξύνει στο έπακρο τις καπιταλιστικές αντιφάσεις και τον ανταγωνισμό μεταξύ των αντιμαχόμενων μερίδων του κεφαλαίου, και ισχυροποιεί τις αξιώσεις των εργατών.

Απ' την δεκαετία του 1970 και ύστερα δεν είναι ότι έχει αλλάξει το εννοιολογικό οπλοστάσιο της εργατικής κριτικής, αλλά το θέμα είναι πως ο βαθμός ιδιοποίησης πρόσθετης αξίας έχει απογειωθεί τόσο πολύ [εν είδει μιας κούφιας (hollow) αφαίρεσης], ώστε γενικά ό,τι μετράει η στατιστική επί των κλασικών οικονομικών κατηγοριών είναι a priori μια υποκειμενική σχετική αυθαιρεσία.

Aν στις τρέχουσες μέρες της σύγχρονης πολιτικής οικονομίας οι εκπρόσωποι της κλασικής πολιτικής οικονομίας παρίστανται ως ριζοσπάστες ως προς το υπάρχον, αυτό οφείλεται ακριβώς στην θεσμική μη λειτουργία του κανόνα του χρυσού: στην πραγματική αντίφαση ότι οι υποθέσεις της κλασικής πολιτικής οικονομίας με πραγματικό τρόπο ερείδονται επ' αυτού, και χάρη σ’ αυτό διαθέτουν υλικό περιεχόμενο, ενώ σε αντίθεση οι σύγχρονες οικονομικές υποθέσεις έχουν de facto μεγάλο ποσοστό ιδεαλισμού, επειδή δεν στηρίζονται στον κανόνα του χρυσού.

          Από την άλλη, η κριτική ενασχόληση με τις αλλαγές και τις εξελίξεις στις τράπεζες, στο σύστημα χρέωσης, στις νέες μορφές χρήματος και νομισμάτων δεν είναι κάτι παράπλευρο, ή απλά μια διανοητική παραξενιά, όπως πιθανόν να διατείνεται η vulgar πολιτική οικονομία, αλλά sine qua non για την αντικειμενοποίηση αυτών των λειτουργιών από την σκοπιά της συνολικότερης εργατικής κριτικής:

Οι εργάτες, ευρύτερα οι άμεσοι παραγωγοί σχετίζονται σε πρώτο χρόνο μεταξύ τους είτε στην εργασία, είτε στην αστική κοινωνία μέσα από σχέσεις άμεσα προσδιορισμένες απ' αυτές τις λειτουργίες, και όχι τόσο μέσα από σχέσεις αφηρημένων ιδεών, πολιτικής ιδεολογίας κοκ.

          Τούτων δοθέντων, η προλεταριακή επίγνωση της λειτουργικότητας της καπιταλιστικής νομισματικής, της λειτουργίας του καπιταλιστικού χρήματος, έτσι όπως διαμορφώθηκε στην πηγή της, στο Λονδίνο των 1820’s - 1840’s, είναι συμβολή στην ίδια την ανάπτυξη και μαχητικοποίηση του εργατικού κινήματος. Εν τέλει, με βάση τις ραγδαία αναπτυσσόμενες γνωσιακές και τεχνικές ικανότητες της εργατικής τάξης, με βάση το ανέβασμα του επιπέδου της Γενικής Νοημοσύνης, αυτή η δουλειά δεν είναι τόσο θεωρία, όσο πραγματικά πολιτική διαφώτιση, οργανωμένη με εξ εργατικής άποψης επιστημονικό τρόπο. Όπως λέει ο Λένιν:

“Οι εργάτες διψούν για γνώση γιατί τη χρειάζονται για να νικήσουν. Εννέα από τους δέκα εργάτες αντιλαμβάνονται ότι η γνώση είναι όπλο στον αγώνα τους για χειραφέτηση, ότι οι αποτυχίες τους οφείλονται στην έλλειψη μόρφωσης και ότι τώρα εξαρτάται από αυτούς πραγματικά να προσφέρουν στον καθένα ευκαιρία για εκπαίδευση. Η υπόθεσή μας είναι εξασφαλισμένη γιατί ο ίδιος ο λαός βάλθηκε να χτίσει μια νέα σοσιαλιστική Ρωσία”.[2]

… «the enormous condescension of posterity»[3]

Στα αρχικά έργα της κριτικής της πολιτικής οικονομίας τεκμηριώνεται ότι η χρέωση έχει παραγωγικό ρόλο.

Στον Τούκ, όπως και στους πριν απ’ αυτόν οι τράπεζες έχουν δημιουργικό ρόλο ως προς το χρήμα,[4] το οποίο στα μέσα των 1840’s, δεν μπορούσε εξ αιτίας της πρώτης εισέτι εποχής καπιταλιστικής ανάπτυξης να εκληφθεί στις ειδικές μορφές του, φερ’ ειπείν σε αυτήν του χρεωστικού χρήματος (credit money), -η “προσωρινή ευημερία”[5], όπως έλεγε στα 1842, ο Sir Robert Peel.[6]

Η όπως λέει ο Χάγιεκ δημιουργία χρέωσης εκ μέρους των τραπεζών, στην εξέλιξή και προσαρμογή της στις σύγχρονες συνθήκες συνοψίσθηκε κριτικά υφ’ ημών ως εργοστασιοποίηση των τραπεζών (βλ. εμού του ιδίου, Καταδύσεις. Σύγχρονες Θεωρίες της Πολιτικής Οικονομίας και Αλλαγές στις Μορφές και στην Κίνηση του Χρήματος, ΙΙΙ. Η Εργοστασιοποίηση των Τραπεζών, Αθήνα, 2022. σ. 131-143, https://www.barnesandnoble.com/w/922-913-932-913-916-933-931-917-921-931-athanasios-panos/1141785791).

Επομένως, στην πρώτη εποχή καπιταλιστικής ανάπτυξης, η οποία ολοκληρώνεται στην δεκαετία του 1840 και ξεπερνιέται ιστορικά με επαναστατικό τρόπο στα 1848 και εντεύθεν, η μεταλλική κυκλοφορία του χρήματος φαντάζει ως η τέλεια κατάσταση, και έτσι αυτής της κοπής η κλασική πολιτική οικονομία δεν μπορεί να δει, ότι το συμβολικό χρήμα, οι αναφορές, τα σημεία, οι ενδείξεις της αξίας είναι η ειδικότητα, τα ειδικά χαρακτηριστικά (Spezialität, specialty) ορισμένων καταστάσεων: ότι η ποσοτική αύξηση του fiat money στην κυκλοφορία και η επίταση της κεντρικότητάς του είναι προϊόν της κοινωνικοποίησης και επέκτασης της αφηρημένης εργασίας, προϊόν της κοινωνικοποίησης και επέκτασης της καπιταλιστικής παραγωγής.[7]

Παρότι συχνά συνδέεται ο Τουκ με τον οικονομικό νεοφιλελευθερισμό (όπως ο δεύτερος τυγχάνει εφαρμογής ως μια ανέλεγκτη τραπεζική, χρηματική εξουσία), τα κομβικότερα εκ των συμπερασμάτων του εν λόγω έργου του είναι:

«12. Ότι οι τιμές των εμπορευμάτων δεν εξαρτώνται επί της ποσότητας του χρήματος ενδεικνυόμενης από το μέγεθος των τραπεζογραμματίων (των χαρτονομισμάτων), ούτε επί του μεγέθους του συνόλου του κυκλοφορούντος μέσου, αλλ’ αυτό, εν αντιθέσει, το μέγεθος του κυκλοφορούντος μέσου είναι η συνέπεια/απόρροια των τιμών».

… 14. Ότι ένα μειωμένο ποσοστό τόκου δεν έχει αναγκαία την τάση να αυξάνει τις τιμές των εμπορευμάτων. Εν αντιθέσει, είναι μια αιτία των απομειωμένων κόστων/εξόδων της παραγωγής, και συνεπώς της φτήνιας.

15. Ότι είναι μόνο μέσω του ποσοστού τόκου και της κατάστασης της πίστωσης, που η Τράπεζα της Αγγλίας μπορεί να ενασκεί μια άμεση επίδραση στις αλλοδαπές ανταλλαγές»

… 17. Ότι ένας ολικός χωρισμός της δουλειάς του εκδίδειν απ’ αυτήν της τραπεζικής έχει υπολογισθεί να παράγει μείζονες και πιο αιφνίδιες μεταβάσεις στο ποσοστό τόκου, και στην κατάσταση της πίστωσης, απ’ ότι το τωρινό σύστημα της ένωσης των τμημάτων».[8]

Με τους τρέχοντες όρους αυτό είναι μια πραγματικά αντιπληθωριστική οικονομική πολιτική, με ό,τι καθαρά πολιτικές εφαρμογές και συνεπαγωγές επιφέρει. Ωστόσο, προϋποθέτει την άσκηση σφιχτού κρατικού, πολιτειακού ελέγχου επί των τραπεζών κεντρικών και εμπορικών. Επομένως, άστοχα συχνά ο Τουκ παρουσιάζεται ως πρωτοπόρος του μονεταρισμού, καθ’ όσον η νομισματική θεωρία του (διαφοροποιημένα καλούμενη Σχολή Τραπεζικής) συνιστά δημοσιονομική πολιτική από κρατική σκοπιά, ωστόσο διάφορη του χαρταλισμού και της λεγόμενης Μοντέρνας Χρηματικής Θεωρίας (MMT).

Αξίζει να σημειωθεί ότι η θεωρία του είναι κύρια Νομισματική Θεωρία και όχι, όπως καλείται Banking School, διότι, όπως θα καταδειχθεί στην συνέχεια το κεντρικό έργο του είναι οι συλλογισμοί για την κατάσταση του νομίσματος (1826), όπου πραγματεύεται τα ζητήματα του ποσοστού τόκου.[9]

Η συνάφεια της κριτικής στην σύγχρονη εποχή

Επιστημολογικά, το έργο[10] του Τουκ περί της ιστορίας των τιμών είναι μια πιστή εφαρμογή των επιστημολογικών αρχών του Βρετoνικού εμπειρισμού στο πεδίο που ερευνά.[11] Αυτό μπορεί να ιδωθεί με τους όρους της Γερμανικής Οικονομικής Σχολής, μέσα από τον στερεότυπο του Σουμπέτερ για τον τραπεζίτη ως βιρτουόζο του καπιταλιστικού συστήματος (ως εφόρου του καπιταλιστικού συστήματος), διότι στον 19ο αιώνα επαγγελματικά και εργασιακά τέτοιος ήταν ο Τουκ.[12]

Αυτό, το οποίο απουσιάζει από τις απόψεις του Τουκ τόσο για την κυκλοφορία, όσο και για την διάσπαση του κέρδους και το τοκοφόρο κεφάλαιο, είναι η εργασία του προσδιορισμού αυτού, το οποίο μελετά: η απουσία της αποδοχής ότι ο προσδιορισμός είναι άρνηση. Επομένως, η απουσία προσδιορισμού είναι η κατάφαση, η συγκατάβαση στο υπάρχον, σε αυτό εις βάρος του οποίου διαμαρτύρεται.[13]

Εξ αιτίας αυτού, εκ των ιδίων των όρων της ανάλυσης προκύπτουν και τα μπερδέματα μεταξύ των λειτουργιών της κυκλοφορίας, και δη η μετατροπή της διάκρισης μεταξύ της κυκλοφορίας ως κυκλοφορίας εισοδήματος και ως κυκλοφορίας κεφαλαίου, σε εννοιακή διάκριση μεταξύ κυκλοφορίας και κεφαλαίου, αντίληψη, η οποία επηρεάζει τον προσδιορισμό του χαρακτήρα του χρήματος.

Αυτή η εννοιακή διάκριση μεταξύ κυκλοφορίας και κεφαλαίου έχει προδιαγραφεί στην άποψή του ότι για την ύφεση φταίνε οι «ασυνήθιστα μεγάλες κυβερνητικές δαπάνες στο εξωτερικό», καθ’ όσον κατ’ αυτόν τον τρόπο αντιδιαστέλλει «τις ευρέως επεκτεινόμενες χρηματικές μεταβιβάσεις της χώρας και την τάση προς μια οικονομικοποιημένη χρήση του νομίσματος».[14] Επομένως, δεν γίνεται κατανοητό ότι η ποσότητα του κυκλοφορούντος χρήματος που συνιστά κοινωνικό εισόδημα, κυκλοφορεί στον ίδιο χρόνο τόσο ως εισόδημα όσο και ως κεφάλαιο, δηλαδή δεν μπορεί να υπολογισθεί, ούτε να μετρηθεί διπλά.

          Αυτή η άποψη έχει να κάνει με την μη ικανότητα θέασης επί παραδείγματι του εργατικού μισθού ως στον ίδιο χρόνο μεταβλητό κεφάλαιο και εισόδημα, όπως και το ατομικό εισόδημα του καπιταλιστή ως καπιταλιστικό κέρδος (είτε προήλθε από το κέρδος της επιχείρησης, είτε από τόκο), δηλαδή ως μορφή χρηματοκεφαλαίου-μορφή χρήματος λειτουργούντος ως κεφάλαιο, απ’ την στιγμή που θα επανεισρεύσει ως χρήμα στην παραγωγή (για να παραχθεί εκ νέου ως κεφάλαιο), είτε αν δεν επανεισρεύσει, θα αποθεματοποιηθεί ως χρηματική ορδή, ή θα θησαυρικοποιηθεί

Ο Τουκ για το ποσοστό τόκου και η εργατική κριτική

Στο γραφέν κατά το 1826 έργο του συνδέει το ποσοστό τόκου με τις διακυμάνσεις των τιμών και με το κανόνισμα του χάρτινου νομίσματος στην χώρα.[15]

Θεωρεί εσφαλμένη την άποψη του Κ. Τζόν Ραμσέυ Μακ Κούλοχ, ότι το ποσοστό τόκου είναι ενδείκτης (index) του ποσοστού κέρδους, και ότι το πρώτο εξαρτάται από το δεύτερο, διότι ενδεικνύει τον βαθμό προσδοκίας κέρδους.[16] Προσέτι, αντιτίθεται στην άποψη ότι όσο πέφτει το ποσοστό τόκου, πέφτει το ποσοστό κέρδους, και απομειώνεται η δυνατότητα συσσώρευσης στην χώρα.[17] Θεωρεί δε ότι από την σκοπιά της αναπαραγωγής οι επιστροφές στο σύνολο του εθνικού κεφαλαίου υπολογίζονται και πρέπει να υπολογίζονται σε είδος (εμπορεύματα), παρότι, όπως λέει, το ποσοστό τόκου και τα αδιαίρετα κεφάλαια υπολογίζονται σε χρήμα.[18] Εδώ, πάλι έχουμε την εννοιακή διάκριση σε αναπαραγωγή και κεφάλαιο (και τούτο διότι οποιοδήποτε κεφάλαιο κατά την ολοκλήρωση της περιστροφής του επιστρέφει στο προτσές παραγωγής ως χρήμα), η οποία οδηγεί στην διάκριση μεταξύ εθνικού κεφαλαίου και αδιαίρετων κεφαλαίων.

          Σε μια υπέρβαση του εμπειρισμού, προβαίνει σε έναν ρητό προσδιορισμό, ότι «το ποσοστό τόκου είναι το μέτρο του δικτυωμένου κέρδους επί κεφαλαίου».[19]

Στην συνέχεια σταχυολογεί την θεωρία του Σέυ περί διαθέσιμων (disponsible) κεφαλαίων, βιομηχανικών κερδών και κερδών του κεφαλαίου: επί της ουσίας μορφοποιώντας μια στενή θεωρία περί παραγωγικού και μη παραγωγικού κεφαλαίου. Έπειτα, ορθά διακρίνει περί κεφαλαίου ως σταθερού κεφαλαίου και χρηματικοποιημένου κεφαλαίου ή ονομαστικού κεφαλαίου, το οποίο προκύπτει από την μεγέθυνση του κυκλοφορούντος μέσου που είναι αντιστρόφως ανάλογη του ποσοστού τόκου.[20]

          Το ύψος του ποσοστού τόκου ερμηνεύεται κατά βάση με Σμιθικούς όρους προσφοράς-ζήτησης, όπου σε αυτό ως εμπόρευμα λειτουργεί το ονομαστικό κεφάλαιο.[21]

          Στην κατακλείδα δηλώνει, ότι το κακό αναπτύχθηκε από το υπερβάλλον του χαρτιού και της χρέωσης, και η μόνη θεραπεία είναι το ξεκούνημα αυτού του υπερβάλλοντος.[22]

          Απ’ αυτό το έργο βγαίνει ότι αφενός έχουμε μια σχετικά ικανοποιητική αποκρυστάλλωση (επειδή συνδιαλέγεται με τον Σέυ) στους δηλούντες τα προτσές χρησιμοποιούμενους όρους, και αφετέρου ότι στο μυαλό του Τουκ όλα τα είδη του χρήματος (χρήμα στο παραγωγικό προτσές, χρήμα-κέρδος από πραγματωθείσα αξία, ονομαστικό χρήμα, χρεωστικό χρήμα) και οι μορφές του κεφαλαίου ως χρήματος [χρηματοκεφάλαιο, γινόμενο (fiktives) κεφάλαιο, τοκοφόρο κεφάλαιο, χρηματοθετικό κεφάλαιο, χρηματιστηριακές αξίες] υπάρχουν αδιαφοροποίητα ως sum χρήματος.

          Χάρη σε αυτό, η οικονομική θεωρία έχει κάνει λόγο για σκέψη περί ενδογενούς χρήματος στον Τουκ.[23]

          Κατά τον ίδιο τρόπο, ο τόκος και το ποσοστό τόκου δεν εξετάζονται εντός της λειτουργίας του τοκοφόρου κεφαλαίου, δηλαδή ποιοτικά διαφοροποιημένα ως προς τον μερκαντιλισμό, αλλά ως in sich.

          Από την σκοπιά του παραγωγικού προτσές κεφαλαίου, τόκος (αν ιδωθεί ως κυκλικό προτσές Χ-Χ΄) είναι μόνο μια μέσω του χρήματος διαμεσολάβηση της αφηρημένης εργασίας: διαμεσολάβηση πρόσθετης αξίας τόσο παραχθείσας και πραγματωθείσας, όσο και κυρίως παραχθησόμενης και πραγματωθησόμενης. Γι’ αυτό ο τόκος κατανοείται συνολικά με την κατανόηση του παραγωγικού ρόλου της χρέωσης (kredit) και των τραπεζών.

Το ρηξικέλευθο στοιχείο που εισφέρει η εργατική κριτική στην ανάλυση και κατανόηση του τόκου από την σκοπιά του συνολικού προτσές της καπιταλιστικής παραγωγής, είναι ότι ο τόκος προκύπτει από την διάσπαση του κέρδους, και ότι το ποσοστό τόκου διέρχεται κυκλωματικά του βιομηχανικού κύκλου. Σε κάθε περίπτωση, παρά την επί τούτου διαφωνία του Τουκ, το μέσο ποσοστό κέρδους είναι το τελικό ορίζειν του ανώτατου ορίου του τόκου, και το ποσοστό τόκου προσεγγίζει το ακραίο ύψος του κατά την διάρκεια κρίσεων, αν και αντιφατικά υπάρχει και η τάση πτώσης του ποσοστού τόκου, ανεξάρτητα των διακυμάνσεων του ποσοστού κέρδους.

Από μόνη της η ύπαρξη και η λειτουργία των συστημάτων social credit συνιστά απόδειξη για την ευστάθεια και την ατσαλένια λογική της εργατικής κριτικής, διότι η χρέωση στις χώρες, στις οποίες εφαρμόζουν αυτά τα συστήματα, κοινωνικοποιήθηκε και κοινωνικοποιείται έτι περαιτέρω, όσο επεκτείνονται αυτές οι λειτουργίες, ενώ, αν το ποσοστό τόκου ήταν απλά μια σπέκουλα (όπως, σε γενικές γραμμές υποστηρίζει η μπουρζουά πολιτική οικονομία και δη ο οικονομικός ρομαντισμός και τα συστήματα εθνικής οικονομίας), δεν θα μπορούσε να αποκτήσει ποιότητα άμεσης κοινωνικής λειτουργίας και σχέσης.

Το νέο στοιχείο αυτής της εξέλιξης είναι ότι η κοινωνικοποίηση της χρέωσης την έκανε άμεση δυναμική του προτσές αναπαραγωγής του κοινωνικού συνολικού κεφαλαίου, κάτι που δεν υπήρχε πρωτύτερα, καθ’ όσον μέχρι να αναπτυχθούν αυτά τα συστήματα, το χρεωστικό χρήμα δεν εισρέει αδιαμεσολάβητα ως τέτοιο στην αναπαραγωγή, αλλά μόνο επενδύεται στο προτσές παραγωγής (εμπορικά, επενδυτικά δάνεια), μπαίνει στην κυκλοφορία (καταναλωτικά δάνεια), δίνεται για την εξόφληση χρεών (ας τα καλέσουμε ρυθμιστικά δάνεια).

Ύστερα από τα πλήγματα, τα οποία άρχισε από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 να δέχεται η κοινωνική πρόνοια και τα συστήματα δημόσιας δωρεάν υγείας, ήτοι οι ίδιοι οι βασικοί όροι αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, αναπτύχθηκαν μορφές δανεισμού για νοσοκομειακές και εκπαιδευτικές ανάγκες. Αυτό ήτο εκείνη την εποχή η πρώτη μορφή (gestalt) αδιαμεσολάβητης λειτουργίας του χρεωστικού χρήματος στην κοινωνική αναπαραγωγή. Σήμερα, ακόμη και στις καπιταλιστικές χώρες, κύρια οι ασφάλειες ζωής, υγείας, οχημάτων έχουν αρχίσει να λειτουργούν με παράπλευρο (subside) τρόπο με χαρακτηριστικά social credit.

Δεν πρόκειται περί μιας κάποιας υβριδικότητας (αν και προσήκει στην ανάπτυξη του ίδιου του παραγωγικού ρόλου της χρέωσης το ξεπέρασμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής μέσα στον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής: ως αυτό-αναιρούμενη αντίφαση είναι ένα σημείο μετάβασης σε μια νέα παραγωγική μορφή, ώστε το «κεφάλαιο πέθανε» είναι απλά μετάβαση σε μια νέα τέτοια μορφή), αλλά για κάτι που αναπτύχθηκε αφενός λόγω του εργατικού ανταγωνισμού, και αφετέρου λόγω των αναγκών της αναπαραγωγής του κοινωνικού συνολικού κεφαλαίου εν μέσω κρίσεων, αν και, όπως φαίνεται αυτές οι λειτουργίες τείνουν προς την μείωση της ποσότητας του κυκλοφορούντος μέσου, δηλαδή δημιουργούν αντίφαση προς την κυκλοφορία του κεφαλαίου και δη προς την κυκλοφορία της πρόσθετης αξίας.



[1] Βλ. Representation of the Bank of England on the Expediency of resuming Cash Payments: ‘Representation, agreed upon the 20th of May 1819, by the Directors of the Bank of England and laid before the Chancellor of the Exchequer [on the Expediency of the Bank resuming Cash Payments]’. With the resumption of cash payments by the Bank of England, Britain returned to a gold standard σε https://www.gold.org/sites/default/files/documents/1819may21.pdf,https://hansard.parliament.uk/Lords/1821-05-04/debates/2f0e1183-b955-4127-8f0f-f6591ce8889d/BankCashPaymentsBill.

Σημειωτέον, ότι στην διεθνή βιβλιογραφία έχει αρχίσει να αναδεικνύεται και να τεκμηριώνεται ότι η χρονολογική σύμπτωση μεταξύ της επαναφοράς και καθιέρωσης του κανόνα του χρυσού στην Αγγλία και της Επανάστασης του ’21 - του Αγώνα για την Ελληνική Ανεξαρτησία, τελούν σε σύνδεση μεταξύ των ως προτσές, τόσο διότι το πρώτο ώθησε το δεύτερο, όσο και διότι τα δάνεια ήταν από τα πρώτα που συνήφθησαν υπό την ισχύ του κανόνα του χρυσού. Απ’ αυτήν την άποψη μια όλως αντιφατική περιφερειακή εθνικοδημοκρατική Επανάσταση, με έντονα θρησκευτικά στοιχεία στο επίπεδο του λαϊκού πνεύματός της (“Volksgeist”), αν ιδωθεί από την οπτική του κανόνα του χρυσού, μετατρέπεται σε γενετήρια δυναμική του προτσές δημιουργίας παγκόσμιας αγοράς. Ενδεικτικά βλ. William St. Claire, That Greece Might Still be Free. The Philhellenes in the War of Independence. 22. The English Gold, Open Book Publishers, Cambridge, 2008, pp. 205-223, σε https://books.openedition.org/obp/725?lang=en

[2] Λένιν, Άπαντα, τομ. 28, σ. 88

[3] E.P. Thompson, The Making of the English Working Class, Preface, Penguin Books, England, 1991, p. 12

[4] Βλ. Thomas Tooke, An Inquiry into the Currency Principle. The Connection of the Currency with the Prices and the Expediency of a Separation of Issue from Banking, Longman, Brown, Green and Longmans, Paternoster-Row, London, 1844, p. 37, απόσπασμα: «And even to this day, with all the light of subsequent experience, it should seem, judging by speeches and publications, and the declamations against excessive paper issues, which still appear occasionally on the subject, that the dogma of the power of banks of issue to create paper money ad libitum prevails to nearly as great an extent as ever», p. 45, απόσπασμα: «What a commentary upon the received doctrine of the power of banks to increase their issues of paper money as suits their interests or convenience; and that it is the effect of the competition of banks of issue to create a vast mass of worthless paper. p. 69, απόσπασμα: « It is quite clear that paper created and so paid away by the Government, not being returnable to the issuer, will constitute a fresh source of demand, and must be forced into and permeate all the channels of circulation».

[5] Βλ. οπ., p. 64.

[6] Ενδεικτικά βλ. F.A. Hayek, Monetary Theory and the Trade Cycle (1933), 4. The Fundamental Cause of Cyclical Fluctuations στο Prices and Production and Other Works: F.A. Hayek on Money, the Business Cycle, and the Gold Standard. Preface by Danny Quah. Foreword by Toby Baxendale. Edited with an Introduction by Joseph T. Salerno, Ludwig von Mises Institute, Auburn, Alabama, 2008 pp. 80-81.

[7] Για την εμφάνιση ειδικών μορφών χρήματος ενδεικτικά παράβαλε John Milios, Department of Humanities, Social Sciences and Law, National Technical University of Athens, On the Question of Money Endogeneity: Marx vs. the Post-Keynesians, Christian Kerslake, «Marxism and Money in Deleuze and Guattari’s Capitalism and Schizophrenia: On the Conflict Between the Theories of Suzanne De Brunhoff and Bernard Schmitt», Parrhesia, Number 22, 2015, pp. 38-78. 

[8] Βλ. Thoams Tooke, οπ., pp. 123-124.

[9] Για την επί του χαρακτηρισμού αντίθετη άποψη αντιπαράβαλε Costas Lapavitsas, «The Banking School and the monetary thought of Karl Marx», Cambridge School of Economics, Vol. 18, No. 5 (October 1994), pp. 447-461.

[10] Βλ. Thomas Tooke, A History of Prices and of the State of Circulation from 1793 to 1837. Preceded by a Brief Sketch of the State of the Corn Trade in the Last Two Centuries. In Two Volumes, Vol. 1., οπ., London, 1838.

[11] Παράβαλε Matthew Luke Smith, Ricardo the ‘Logician’ versus Tooke the ‘Empiricist’: on their different vital contributions to classical economics, Working Papers 2014-12, University of Sydney, School of Economics.

[12] Βλ. Joseph A. Schumpeter, Business Cycles, A Theoritical. Historical and Statistical Analysis of the Capitalist Process, Chapter III. How the Economic System Generates Evolution. D. The Role of Money and Banking in the Process of Evolution (Money Market; Capital), McGraw-Hill Book Company, New York Toronto London, 1939, p. 116.

[13] Βλ. Georg Wilhelm Friedrich Hegel, Wissenschaft der Logik. Erster Teil. Die objektive Logik. Erstes Buch: Die Lehre vom Sein. Erster Abschnitt: Bestimmtheit (Qualität). Zweites Kapitel: Das Dasein. A. Dasein als solches. b. Qualität, απόσπασμα: “Die Bestimmtheit ist die Negation als affirmativ gesetzt, – ist der Satz des Spinoza: Omnis determinatio est negatio. Dieser Satz ist von unendlicher Wichtigkeit; nur ist die Negation als solche die formlose Abstraktion; der spekulativen Philosophie muß aber nicht schuld gegeben werden, daß ihr die Negation oder das Nichts ein Letztes sei; dies ist es ihr sowenig als die Realität das Wahrhafte”.

[14] Βλ. Thomas Tooke, οπ., pp. 375-376: «8. That the unusually large government expenditure abroad, and the extraordinary sums paid for freights to foreigners, during the greater part of the interval under consideration, while the Continent was almost hermetically sealed against exports from this country, (so that a vast amount of transatlantic produce and manufactured goods, which would, in an ordinary state of commercial intercourse, have served to discharge the greater part or the whole of those payments, were locked up and unavailable,) account tor the great pressure upon, and the low state of, the exchanges, without the supposition that an excess of paper (except by mere comparison with its standard), was the originating and determining cause of that depression. 9. That, according to all the means accessible for forming a computation of the amount of the circulating medium, there was no such increase of it, taking into consideration the greatly extended pecuniary transactions of the country on the one hand, and the tendency to an economised use of the currency on the other, as would not have been compatible with a maintenance of the value of the paper on a level with that of gold, had it not been for the enormous foreign expenditure, which, under the extraordinary impediments that existed to the export of commodities to the Continent of Europe, operated as a violently depressing cause upon the exchanges, and conferred a great temporary increase of value on gold».

[15] Βλ. Thomas Tooke, Considerations on the State of Currency, Section I. Upon the causes which determine the rate of interest, and the application of these to the late fluctuations, John Murray, Albemarle Street, London, 1826, p. 5, απόσπασμα: «It will appear, moreover, that the rate of interest enters as cause and effect into every consideration of the regulation of the paper currency in this country;».

[16] Βλ. οπ., p. 6-7.

[17] Βλ. οπ.., p. 8.

[18] Βλ. οπ., p. 9-10.

[19] Βλ. οπ., p. 12.

[20] Βλ. οπ., p. 22-24.

[21] Βλοπ., Section II. Upon the High and the Low Prices of the last three Years, and  upon the Degree in which these have been connected with the State of Currency, p. 24.

[22] Βλοπ., Section VI. Upon the Defects in the System of our Circulation, which call for an immediate Remedy, p. 128.

[23] Christopher J. Niggle, «The Endogenous Money Supply Theory: An Institutionalist Appraisal», Journal of Economic Issues, Vol. 25, No. 1 (Mar., 1991), pp. 137-151, Matthew Smith, «Endogenous money, interest and prices: Tooke's monetary thought revisited», Contributions to Political Economy, Volume 20, Issue 1, January 2001, p. 31–55.

Απ’ αυτήν την άποψη, μπορεί να ειπωθεί ότι η θεωρία του Ρουμπινί είναι από την σκοπιά της ειδικότητας η εν μέρει αντεστραμμένη θεωρία του Τουκ περί, όπως ονομάσθηκε, «ενδογένειας του χρήματος». Βλ. εμού του ιδίου, οπ., I. Πλευρές από την κατάσταση των θεωριών της πολιτικής οικονομίας γ. Περί των ετερόδοξων οικονομικών, σ. 58, απόσπασμα: Η γενετικοποίηση του χρηματοκεφαλαίου πάει στον ίδιο χρόνο χέρι – χέρι, όπως εύστοχα επί λέξει το λέει ο Ρουμπινί, με την ειδικοποίηση (specification) των λειτουργιών των νομισματικών αρχών με στόχο την διασφάλιση της ενδογένειας (endogeneity) της εγχώριας (domestic) χρέωσης και των αλλοδαπών αποθεματικών μεταβλητών (foreign reserve variables).

 

H Μαλθουσιανή περίπτωση και η κλασική πολιτική οικονομία. 2.5.2023

 

“At least we have teeming Malthusian robot hordes to look forward to”.[1]


Στην βαθιά εσωτερική λογική της εργατικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας, ό,τι δεν ξεκινάει την ανάπτυξή του με την τοποθέτηση της εργασίας στο κέντρο της ανάλυσης, είναι ανοίκειο προς αυτήν, δηλαδή έχει να κάνει με κάποια άλλη επιστημονική πειθαρχία εκτός κλασικής πολιτικής οικονομίας.

            Εκ της ιδίας της αρχικής θεμελίωσής της η κλασική πολιτική οικονομία είναι τέτοια λόγω της σύνδεσης εργασίας και αξίας σε ένα ενιαίο και αδιάσπαστο (οικονομικό) γίγνεσθαι:

«Ο πλούτος, όπως λέει ο κ. Χομπς, είναι εξουσία. Αλλά το πρόσωπο που είτε κτάται ή επιτυγχάνει μιας μείζονος περιουσίας, δεν κτάται ή δεν επιτυγχάνει αναγκαία ουδεμία πολιτική εξουσία, είτε αστική είτε στρατιωτική … Η εξουσία, την οποία αυτή η νομή αδιαμεσολάβητα και ευθέως του μεταβιβάζει, είναι η εξουσία του αγοράζειν μια συγκεκριμένη προσταγή επί της σύνολης εργασίας, ή επί της σύνολης παραγωγής της εργασίας, όταν ευρίσκεται στην αγορά … Η ανταλλάξιμη αξία κάθε πράγματος πρέπει πάντοτε να είναι ακριβώς ίση με το εύρος αυτής της εξουσίας, την οποία μεταβιβάζει στον κύριό της.

Ωστόσο, η εργασία είναι το πραγματικό μέτρο τη ανταλλάξιμης αξίας όλων των εμπορευμάτων, αν και η αξία των συνήθως δεν υπολογίζεται έτσι».[2]

Αντίθετα, στην περίπτωση του Μάλθους η εργασία είναι ταυτόσημη μονομερώς με τον μισθό ως κόστος του κεφαλαίου, και δευτερευόντως συνδεδεμένη με την αξία. Έτσι, αντιπαρατίθεται με άμεσο τρόπο στον Σμιθ και του καταλογίζει σφάλμα, διότι παρουσιάζει κάθε αύξηση του εισοδήματος ή του αποθέματος της κοινωνίας (που είναι ίδιο με τα μέσα διατήρησης της εργασίας, που όταν αυξάνονται, αυξάνονται και οι ανέσεις των πτωχών, όπως λέει ο Μάλθους) ως μια αύξηση αυτών των μέσων διατήρησης της εργασίας. Στην συνέχεια του κειμένου του αντιπαρατίθεται στην εκ μέρους του Σμιθ σύσταση του πλούτου ενός έθνους [παραγωγής εκ της γης (μη απόλυτη εισέτι εδαφική πρόσοδος) και παραγωγή από εργασία], διότι, όπως λέει, διακρίνει το απόθεμα των προμηθειών/εφεδρειών («stock of provisions»), το οποίο (υποτίθεται) δεν προσμετρά ο Σμιθ –λές και αυτό το απόθεμα είναι ουρανοκατέβατο σαν το μάνα εξ ουρανού, και δεν είναι κι αυτό προϊόν της εργασίας.[3]

Η κατηγοριοποίηση τη Μαλθουσιανής περίπτωσης με βάση τις μετέπειτα του βίου του ιστορικές εμπειρίες γενοκτονιών, εθνοκαθάρσεων κλπ., είναι τόσο επιστημονικά, όσο και ηθικά μη έντιμη, παρότι ιδεολογικά ο αντικομμουνιστικός ευρωενωσιακός αγώνας εν είδει μια βρυκολακιασμένης Ιερής Συμμαχίας βρήκε έρεισμα ακριβώς σ’ αυτήν την ψευδομεθοδολογία. Ομοίως, είναι αδόκιμος ο αναγωγισμός της Μαλθουσιανής περίπτωσης στο ότι ο ίδιος ήτο ιερέας, και στο έργο του μπορούν να εντοπισθούν απόψεις απηχούντες την περιφρονητική περί του κόσμου στάση της Μεσαιωνικής Εκκλησίας του μέσου Μεσαίωνα.

            Κατά έναν απριοριστικό τρόπο στον Μάλθους ό,τι ανεβάζει τους μισθούς είναι κακό, διότι δι’ αυτού ανεβαίνει ο πληθυσμός, ενώ το ακριβώς το αντίθετο στον Σμιθ που θεωρεί το ανέβασμα των μισθών ως την υγεία της οικονομίας της χώρας:

«Η ελευθέρια ανταμοιβή της εργασίας, καθώς ενδυναμώνει την καλλιέργεια, έτσι αυξάνει την βιομηχανία, την επιτηδειότητα των απλών ανθρώπων. Οι μισθοί της εργασίας είναι η ενδυνάμωση της βιομηχανίας …».[4]

            Όπως έχουμε ξαναγράψει, στην κλασική πολιτική οικονομία λόγω του ωφελιμιστικού συγκειμένου της, η οικονομία της χώρας (η οποία δεν κατανοείται ακόμα ως συνολικό προτσές καπιταλιστικής παραγωγής) έχει σκοπό την ικανοποίηση των ατομικών αναγκών, την χειραφέτηση των προσώπων, ένα επιθυμητό επίπεδο ευμάρειας και ευζωίας. Στον Μάλθους, η οικονομία είναι αυτό που πρέπει πάση θυσία να αποφύγει τους κινδύνους του υπερπληθυσμού, ώστε, αν τότε ετίθετο απ’ τον Σέυ και τον Ρικάρντο εμμέσως πλην σαφώς, σήμερα μπορεί να τεθεί ρητά, το θέμα, αν η Μαλθουσιανή περίπτωση ως τέτοια εντάσσεται με επιστημολογικά κριτήρια στο παράδειγμα της κλασικής πολιτικής οικονομίας.

            Αν όμως, στην γνησιότητα της κλασικής πολιτικής οικονομίας, το ως άνω θέμα είναι λίγο-πολύ απαντημένο, στις χώρες που κατά την Μαλθουσιανή περίπτωση αντιμετωπίζουν πρόβλημα υπερπληθυσμού, και ιδιαίτερα όσον αφορά στις σχέσεις τους με τις άλλες ισχυρές χώρες, η Μαλθουσιανή περίπτωση κάθε τόσο επικαιροποιείται, αυτήν την φορά όχι από την σκοπιά των συμφερόντων της υψηλής Βρετανικής αριστοκρατίας, όπως στον 19ο αιώνα, αλλά μέσα από την μετατροπή της δημογραφικής σύνθεσης και των δημογραφικών ποσοτικών μεγεθών σε γενικότερο δείκτη συσχετισμών δύναμης («Kraft») και ισορροπιών ισχύος («Macht»).

            Απ’ αυτήν την άποψη, το γεγονός ότι ο πληθυσμός της Ινδίας είναι πλέον περισσότερος από τον πληθυσμό της Κίνας (κάτι που οφείλεται στον κεντρικό προγραμματισμό και σχεδιασμό του Κινέζικου εργατικού κράτους περί σταδιακής μείωσης του πληθυσμού της χώρας), ή αντίθετα ότι ο πληθυσμός της Ελλάδας μειώνεται, και κατά την ίδια προβληματική ο Ευρωπαϊκός πληθυσμός παρουσιάζει δημογραφική γήρανση, είναι τάσεις ενδεικτικές της διαμόρφωσης του σύγχρονου κόσμου («Welt»).

            Ο υπερπληθυσμός μιας χώρας κάπου συνδέεται με την υπογεννητικότητα κάποια άλλης, την δημογραφική γήρανση κάποιας τρίτης κοκ, ώστε σε αντίθεση με αυτά, τα οποία υποστηρίζει ο αξιοσέβαστος Αιδεσιμότατος κ. Μάλθους (και οι οπαδοί του), ο υπερπληθυσμός δεν είναι ποτέ ένα απόλυτο μέγεθος, αλλά είναι μόνο μια ποσοτικά εκφραζόμενη σχέση με το αντίθετό του. Φιλοσοφικά, η Μαλθουσιανή περίπτωση περί υπερπληθυσμού είναι μόνο η απολυτοποίηση της αφηρημένης ιδέας περί υπερπληθυσμού, έτσι όπως κείται στα μυαλά του κ. Μάλθους.

            Στο επίπεδο των τεχνών η πιο πρόσφατη κριτική σε μία μόνο εκδοχή εφαρμοσμένου Μαλθουσιανισμού είναι η βρετανική σειρά «Utopia», που παρουσιάσθηκε στο Κανάλι 4 στην σεζόν 2013-2014. Μπορούμε να ευελπιστούμε ότι οι πολιτικές υποθέσεις στο Commonwealth έχουν ξεμπερδέψει με τέτοιου είδους ιδέες.

            Ωστόσο, για τις χώρες του παλιά λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου» που στην συνολικότητά τους εισέρχονται με ανεξάρτητους όρους στην πολιτική οικονομία, όπως διαμορφώνεται από τις συνθήκες και τις περιστάσεις της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, η επιμονή στην ανάδειξη της κριτικής των βασικών εκπροσώπων της κλασικής πολιτικής οικονομίας εις βάρος της Μαλθουσιανής περίπτωσης, έχει πάντα χρηστική αξία πρώτα απ’ όλα για το εργατικό κίνημα.

            Το έργο του Ρικάρντο έχει πολεμικό χαρακτήρα εις βάρος του έργου του Μάλθους περί προσόδου, τον οποίο παρουσιάζει αντιθετικά ετεροπροσδιοριζόμενον από τον Σμιθ.[5] Από την άλλη, στην ανάπτυξη της εργασιακής θεωρίας του περί αξίας τρόπω τινί τους αντιμετωπίζει ενιαία.[6]

            Έτσι, καταλογίζει στον Μάλθους στρέβλωση της θέσης του περί αξίας και εργασίας και τεχνηέντως ταύτισή της με την δική του, ο οποίος υποστηρίζει ότι κόστος και αξία ενός πράγματος είναι το ίδιο. Άλλωστε, ο Μάλθους διακρίνει μέσω γραμματικής ερμηνείας περί «πραγματικής αξίας ως εργασίας απασχοληθείσας επί ενός εμπορεύματος» και «κόστους», διάκριση, η οποία είναι «το κύριο διεγερτικό στην παραγωγή πλούτου».[7]

Στην συνέχεια ασκεί κριτική στη θεωρία του Μάλθους περί προσόδου, την οποία εν μέρει ορθώς, διατύπωσε ως υπερβάλλον της τιμής επί του κόστους της παραγωγής (προσεγγίσας δι’ αυτού του τρόπου την εδαφική πρόσοδο ως ειδική, προνομιακή εκ της γαιοκτησίας εξουσία), πλην όμως εν μέρει εσφαλμένα διότι αυτό το υπερβάλλον κείται επί του γεγονότος, ότι η αξία των γεωργικών προϊόντων υπερβάλλει, υπερβαίνει της παραγωγικής τιμής λόγω μιας εννοιακά διάφορης της διαφορικής προσόδου πρόσοδο, λόγω της καλούμενης απόλυτης προσόδου –πρόκειται δηλαδή η Μαλθουσιανή προσοδική θεωρία για μια ορολογικά μπερδεμένη θεωρία.

            Πρέπει να σημειωθεί, ότι στον Μάλθους η πρόσοδος είναι πάντοτε η διαφορική εδαφική πρόσοδος (αυτή η οποία αναλύεται με εναρκτήριο σημείο πως το χειρότερο έδαφος ουδεμία εδαφική πρόσοδος προσδίδει, έχουσα την παραξενιά ότι διακόπτει το πρόσθετο κέρδος, το οποίο αλλιώς ο μισθωτής θα τσέπωνε)  στην οποία, όπως ορθά λέει ο Ρικάρντο, προσδίδει οικουμενικό χαρακτήρα, δηλαδή την απολυτοποιεί ως τέτοια, καθ’ όσον στο μυαλό του είναι απόλυτα εξαρτημένη από το έδαφος, το οποίο εγκεφαλικά λαμβάνει χαρακτήρα φετίχ: παρίσταται ως πράγμα εν εαυτώ.[8] Εν τούτοις, δεν εμφορείται από φυσιοκρατισμό, διότι, όπως επισημαίνει ο Ρικάρντο, σχολιάζοντας τον Buchanan, υποστηρίζει (στην ίδια γραμμή με τον Σισμοντί) ότι η πρόσοδος δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα εισόδημα μεταβιβαζόμενο από την μια τάξη στην άλλη.[9]

            Στην κατακλείδα του κεφαλαίου του βιβλίου του, ο Ρικάρντο διαπιστώνει, υπολαμβάνοντας κριτικά τις σχετικές αναφορές του Μάλθους, ότι η θεωρία του περί προσόδου (και συνεπακόλουθα και η υπόθεση περί υπερπληθυσμού) ταιριάζει επί το πλείστον στην Κίνα εκείνης της εποχής εξ αιτίας της στασιμότητας του πλούτου της.[10]

            Η αντιπαράθεση περί προσόδου και η πολεμική αναπαράγεται και στο Δοκίμιο του Ρικάρντο επί της Επίδρασης της Χαμηλής Τιμής του Καλαμποκιού στα Κέρδη του Χρηματιστηρίου/Κεφαλαίου (Stock) (τα οποία εσφαλμένα, όπως έχουμε ξαναγράψει, παρουσιάζει ανά χωρία ταυτισμένα).[11] Επ’ αυτού ο Μάλθους, ακολουθώντας τον Χιουμ, υπεραμύνεται των υψηλών τιμών, καθώς, όπως λέει, το ανέβασμά τους έχει μαγική επίδραση στην βιομηχανία, και λειτουργούν ως αντίβαρο στην υποτίμηση του χρήματος από μια πραγματική πτώση στην αξία των πολύτιμων μετάλλων.[12] Σ’ αυτό εντοπίζεται μια προκαπιταλιστική, μερκαντιλιστικού τύπου κατανόηση του ίδιου του καπιταλιστικού κέρδους, και σ’ αυτό η κριτική του Ρικάρντο, όπως και η ανάλογη του Σέυ είναι δίκαιη.

            Στον Σέυ η κριτική εις βάρος του Μάλθους συνολικοποιείται και λαμβάνει ως τέτοια χαρακτηριστικά ριζοσπαστικής κριτικής, ήτοι κριτικής ad hominem.[13] Στις επιστολές του η κατηγορία περί τεχνηέντως στρέβλωσης απόψεων και θέσεών του, κάτι για το οποίο άσκησε κριτική και ο Ρικάρντο, παίρνει πιο άμεσο, πιο ρητό χαρακτήρα.

Σε μια par excellence κριτική διατύπωση διερωτάται, απευθυνόμενος προς τον Μάλθους: “Είναι αυτό για να συλλογισθούμε τις παραγωγές ως αλγεβρικά σημεία, διά του αφαιρείν αυτές εκ του αριθμού των καταναλωτών και της φύσεως των βουλήσεών των;”[14]

Η κεντρικότητα της κριτικής του συνίσταται στην θεωρία του περί παραγωγικών υπηρεσιών και ανταλλαγής παραγωγών με παραγωγών. Για την διευρυμένη θεωρία του περί παραγωγικής εργασίας (εμπεριέχουσας την μη υλική εργασία) έχουμε ξαναγράψει. Άλλωστε, η κριτική του στην απόρριψη εκ μέρους του Μάλθους της ύπαρξης της μη υλικής εργασίας αποτελεί βασική θεματική των επιστολών του, και επ’ αυτής καταλογίζει στον Σμιθ μονομέρεια, μη συμπερίληψη στην ανάλυσή του όλων των φαινομένων της παραγωγής. Με αυτόν τον τρόπο ο Σέυ κομίζει στην επιστήμη της πολιτικής οικονομίας την φαινομενολογία, όχι απλά ως μέθοδο, αλλά ως πραγματική εκδήλωση του παραγωγικού γίγνεσθαι.

            Δημιουργεί εντύπωση, ότι στις επιστολές και κύρια στην Κατήχηση του Σέυ η αντιπαράθεση διεξάγεται και σε ένα κατά κάποιο τρόπο εκκλησιολογικό πλαίσιο, καθ’ όσον ο ανθρωπισμός των εμπλεκόμενων έχει την μορφή της θρησκευτικής, χριστιανικής ευλάβειας. Εν τούτοις, η κριτική του Σέυ στον Μάλθους δεν έχει την πολεμική εμπροθετότητα του Ρικάρντο (με την μαεστρία του στον ρητορικό χειρισμό του λόγου), αλλά είναι μια προσωπική απεύθυνση με σκοπό να τον πείσει σε μια πρακτική μετανόησης, και γι’ αυτόν τον εκκαλεί κύρια γι’ αυτά που δεν λέει και όχι τόσο για αυτά τα οποία λέει. Αναπτύσσει δε συνολική απόρριψη της Μαλθουσιανής περίπτωσης περί υπερπληθυσμού.[15] Από τα συμφραζόμενα του Κατηχητικού του Σέυ προκύπτει ότι υπόρρητα τον κατηγορεί περί άρνησης της επιταγής του «αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε».

            Στην Λαντική κριτική ο σύγχρονος Μαλθουσιανισμός ή νέο-Μαλθουσιανισμός είναι οργανικά ενταγμένος στην εσχατολογία, στον αποκαλυπτισμό, στους κρισιακούς discourses των «ριζικών νεοπεριβαλλοντιστών», και στην προπαγάνδα περί πλανητικής (υπέρ)θέρμανσης.[16]

Διαβλέπει την διαμόρφωση μιας Μαλθουσιανής (θεαματικής) τρομοκρατίας, η οποία όμως συνδέεται με εφαρμογές κοινωνικού Δαρβινισμού.[17] Η Λαντική απόρροια της ίδιας του της κριτικής είναι ότι, αν σε κάποια χώρα λειτουργεί ως εγκατάσταση κάποια σύγχρονη μορφή Μαλθουσιανισμού, αυτό είναι από μόνο του γεγονός για την αντιμετώπιση του οποίου πρέπει να σημάνει συναγερμός. Επί της ουσίας είναι μια υπαρξιακή απειλή: “Η Μαλθουσιανή τελολογία διαλύει τον άνθρωπο σε νατουραλιστική ανθρωπολογία (και εσχάτως σε γενικοποιημένο Δαρβινισμό)”[18] Αναπόδραστα, σε αυτήν την κριτική εμπειρία ο “σκληροπυρηνικός τρόμος της Μαλθουσιανής ανάλυσης” συνδέεται με πανδημικές επιδράσεις.[19]

            Από την άλλη, κάποιος μπορεί να πει την εξυπνάδα, ότι αυτό είναι απλά το ψάρωμα ενός αγγλοβρετανού ελευθεριακού εν όψει megaproject κοινωνικής μηχανικής που μπορεί να συσκοτίζονται με λεξιλόγιο και αισθητική Μαλθουσιανής ανάλυσης. Αυτό σίγουρα είναι μια παρήγορη σκέψη μέχρι την εισβολή της γενετικής μηχανικής στην καθημερινότητα της πλειοψηφίας του παγκόσμιου πληθυσμού εξ αιτίας των λοκ ντάουνς, των εμβολιασμών κλπ, ώστε είναι εύλογη η αντίφα παρουσίαση των οικονομικών θεωριών περί υπερπληθυσμού ως προσίδιων στην γενετική.

Αν οξύνουμε την ιστορικοπολιτική εργατική μνήμη μας, θα θυμηθούμε ότι μια ανάλογη ταξική σύγκρουση περί κοινωνικού Δαρβινισμού και εφαρμοσμένου Μαλθουσιανισμού διεξήχθη έντονα στην Μεγάλη Βρετανία από τις απεργίες των ανθρακωρύχων και μέχρι την εκλογική επικράτηση του Εργατικού Κόμματος την Πρωτομαγιά του 1997.

            Στην stricto sensu οπτική της εργατικής κριτικής, η προοδευτική παραγωγή ενός σχετικού υπερπληθυσμού ή εφεδρικού βιομηχανικού στρατού είναι συστατικό του προτσές της συσπείρωσης, συσσώρευσης κεφαλαίου και λειτουργία του γενικού νόμου της καπιταλιστικής συσπείρωσης, συσσώρευσης. Ωστόσο, ο Μάλθους δεν αναφέρεται σε αυτόν τον σχετικό υπερπληθυσμό, αλλά κατά κύριο λόγο στον όπως τον έχει στο κεφάλι του απολυτοποιημένο ποσοτικό «υπερπληθυσμό» των τρίτων χωρών, ο οποίος δεν παράγεται μέσα από τις καπιταλιστικές νομοτέλειες ως τέτοιες, αλλά κυρίως από νομοτέλειες μη καπιταλιστικών τρόπων παραγωγής. Αυτό είναι η ουσία της εις βάρος του κριτικής του Ρικάρντο: ότι πλαγιαριστικά μετέρχεται των προνοιών της κλασικής πολιτικής οικονομίας, προκειμένου να προωθήσει μια θεωρία, η οποία ταίριαζε γάντι στην Κίνα και στην Ινδία των αρχών του 19ου αιώνα.

            Στην σύγχρονη εποχή, στην Κίνα η πολιτικοδημοκρατικά στοχοθετηθείσα μείωση του πληθυσμού ως τέτοια είναι ένα τιτάνιο επίτευγμα του κεντρικού σχεδιασμού, διότι η μείωση του σχετικού υπερπληθυσμού ή του εφεδρικού βιομηχανικού στρατού αντικειμενικά απομειώνει τις δυνατότητες καπιταλιστικής συσσώρευσης, επομένως πάλι δυνητικά η σοσιαλιστική εργατική ισχύς έχει περισσότερο χώρο να αναπτυχθεί και να επιβληθεί.

Από την άλλη, από την σκοπιά της αρχής της αυτοδιάθεσης των λαών και των εθνών, η Ινδία δεν θέτει ενώπιον του εαυτού της ζήτημα υπερπληθυσμού, αλλά αυτό τίθεται –Μαλθουσιανά- από τις άλλες χώρες. Επομένως, ο υπερπληθυσμός είναι ποσοτικά σχετικό μέγεθος (στην διαλεκτική του μόνο μια προσδιορισμένη ποιότητα).[20]

            Ο σύγχρονος Μαλθουσιανισμός πρέπει να αντιμετωπισθεί ως ένα είδος ηθικο-οικιακής οικονομίας, ως μια εκδοχή μιας ξεπεσμένης-χρεωκοπημένης ηθικότητας απευθυνόμενης σε στρώματα που έχουν ακόμα την αυταπάτη μιας αριστοκρατικής κουλτούρας ομίλων αρίστων και εκλεκτών, και ψευδαισθήσεις επιούσιων λαών. Σε τελική ανάλυση, η ανταλλαξιμότητά του ως καπιταλιστικό είδος έγκειται στην διαμόρφωση ενός κανοναρχημένου ηθικού σώματος, στο οποίο ο κάθε σύγχρονος Μάλθους πιθανά να θέλει την αυτοανακήρυξή του ως αρχιμπάτσου της κάθε μπατσαρίας ηθικής.



[1] Reignition, Nick Land’s Writings (2011-), Tome I, Urban Future: Views form the Decopunk Delta, Block 2 – Templexity, Chapter Four, Case Studies, Peak People, May 20, 2011, edited by Uriel Fiori, p. 292.

[2] Adam Smith, An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nation, Book I Of the Causes of Improvement in the Productive Powers of Labour, and od the Order According to which its Produce is Naturally Distributed Among the Different Ranks of the People, Chapter V. On the Real and Nominal Price of Commodities, or of their Price in Labour and their Price in Money, The Electronic Classics

Series, Jim Manis, Editor, PSU-Hazleton, Hazleton, PA 18202, 2005, pp. 31-32.

[3] Βλ. Thomas Robert Malthus, An Essay on the Principle of Population. An Essay on the Principle of Population, as it Affects the Future Improvement of Society with Remarks on the Speculations of Mr. Godwin, M. Condorcet, and Other WritersChapter 16, Probable error of Dr Adam Smith in representing every increase of the revenue or stock of a society as an increase in the funds for the maintenance of labour - Instances where an increase of wealth can have no tendency to better the condition of the labouring poor - England has increased in riches without a proportional increase in the funds for the maintenance of labour - The state of the poor in China would not be improved by an increase of wealth from manufactures, Printed for J. Johnson, in St. Paul’s Church-Yard, London, 1798, pp. 96-97.

[4] Βλ. Smith, οπ., Chapter VIII, Of the Wages of Labour, p. 72.

[5] Βλ. David Ricardo, On the Principles of Political Economy and Taxation, Preface (March 26 1821), 1817 (third edition 1821), Batoche Books, Kitchener 2001, pp. 5-6.

[6] Βλοπ., Chapter 1. On Value, pp. 8-38.

[7] Βλοπ. Section VI (pp. 32-35), υποσημείωση 7, p. 314

[8] Βλοπ. Chapter 32. Mr Malthus’s Opinion on Rent, p. 295.

[9] Βλοπ., pp. 292-293.

[10] Βλοπ., pp. 101-102.

[11] Βλ. David Ricardo, An essay on the influence of a low price of corn on the profits of stock, with remarks on mr. Malthus' two last publications (1815) στο The Works of David Ricardo, London, 1888, pp. 376-390.

[12] Βλ. οπ., p. 387.

[13] Βλ. Jean-Baptiste Say, Letters to Mr Malthus on Several Subjects of Political Economy And on the Cause of the Stagnation of Commerce To Which is Added a Catechism of Political Economy Or Familiar Conversations On the Manner In Which Wealth is Produced Distributed and Consumed in Society, translated by John Richter (1821), Augustus M. Kelley Publishers, New York, 1967.

[14] Βλοπ., Letter I, p. 12.

[15] Βλοπ., Catechism of Political Economy, Chapter XXIV. On Population, pp. 124-128.

[16] Βλ. Nick Land, οπ., Chapter Three – 2012, Perfect Storm, May 5, 2011, p. 276, του ιδίου οπ., End Games, January 17, 2013, p. 288.

[17] Βλοπ., Tome II. The Dark Enlightenment: Neoreactionaries Head for the Exit, Block 1 – Dark Enlightenment, The Dark Enlightment (Par 4f(inal)), Malthusian Horror, November 14, 2014, pp. 142-145, oπ., Block 2 – Social Darwinism, pp. 174-288.

[18] Βλοπ., Tome III. Xenosystems: Involvements with Reality, Block 4 – Cybernetics, Chapter One. Teleology, p. 719

[19] Βλοπ., Tome IV. Abstract Horror: The Unknown, as The Unknown, Chapter Two – Practice, Deeper Darkness, November 18, 2013, p. 48 απόσπασμα: “At the point where people have begun to talk about “a positive Black Death effect” do they realize how far they’ve descended into the shadows? The hard-core horror of Malthusian analysis always has some new depths to fathom”.

[20] Ενδεικτικά βλ. https://www.wsj.com/articles/india-may-face-a-population-implosion-fertility-rate-replacement-levels-children-11640289956

 

Για το ποιοτικό προχώρημα του μητροπολιτικού κινήματος της εργατικής τάξης. 28.3.2023

 

  Προκύπτει από την τρέχουσα καθημερινότητα της ταξικής πάλης, ότι έχουμε εισέλθει σε ένα ποιοτικά αναβαθμισμένο επίπεδο κοινωνικοταξικών συγκρούσεων, σε έναν νέο προσδιορισμό των μορφών που λαμβάνει η αντιπαράθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας.

  Οι δυνάμεις της εργασίας -και λόγω των αντιστάσεων που εγέρθηκαν- ξεπέρασαν την ιστορικά πρωτόγνωρη επίθεση της παγκόσμιας εργοδοτικής ανταπεργίας (2020-2022), και με την στάση τους ενταφίασαν τις ονειρώξεις μερίδων των αφεντικών περί μιας «νέας» «new age». Το υλικό περιεχόμενο αυτής της πάλης είναι ποια τάξη και σε τι ποσοστό έχει την ικανότητα και την δυνητικότητα προσδιορισμού, σε τελική ανάλυση μέσα από τα στοιχεία ποιού τρόπου παραγωγής, παράγονται και διαμορφώνονται οι νέες γενιές και φουρνιές των φορέων της εργατικής δύναμης.

συνολικότητα του πολέμου στην Ουκρανία επέδρασε στο ότι η στρατιωτική βιομηχανία ανέκτησε θέσεις στον κεφαλαιακό ανταγωνισμό έναντι των τμημάτων του κεφαλαίου, τα συμφέροντα των οποίων μυστικοποιούνταν και προωθούνταν μέσα από τα λεγόμενα «υγειονομικά» πραξικοπήματα και τις «new age» ιδεολογίες. Στην συνολικότητά του αυτό έχει ως άμεσο πρακτικό αποτέλεσμα, ότι οι βιομηχανίες με την υψηλότερη οργανική σύνθεση κεφαλαίου αύξησαν την υλική ισχύ τους και επομένως και την πολιτικοσυντακτική επιδραστικότητά τους. Αυτό αποτυπώνεται και στους τρέχοντες κλυδωνισμούς τραπεζών. Άλλωστε, η πολιτική της FED, της ΕΚΤ και της BoE επιβάλλει: εκκαθάριση των αγορών, συγκέντρωση και κεντρικοποίηση κεφαλαίων. Εξ αυτού μπορεί να εξηγηθεί στην Ελλάδα η αντίφαση ότι αφενός μειώνονται οι παραγγελίες στις μεσαίες και μικρές βιομηχανίες, και αφετέρου βλέπουμε το ξεσκάλωμα των μεγάλων βιομηχανικών projects, όπου εμπλέκονται βιομηχανίες του εξωτερικού.

Το θεμέλιο για όλες αυτές τις εξελίξεις, ήτοι αυτό που συγκροτεί το θεμελιακό έδαφος, την θεμελιακή συνθήκη, είναι οι αγώνες στην πραγματική βάση, κύρια στα εργοστάσια, που αναπτύσσονται τα τελευταία 5 έτη σε Κίνα, ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία, συμπεριλαμβάνοντες έναν πλούτο οργανωτικών μορφών και εξωτερικεύσεων, από ανεξάρτητο εργατικό συνδικαλισμό και εργατική αυτό-οργάνωση μέχρι αυτόνομες μορφές συλλογικής οργάνωσης και άγριες απεργίες.

Συνάμα, συνεχίσθηκαν και συνεχίζονται οι εξεγέρσεις και μαζικές ταραχές γύρω από οξυμένα πολιτικοδημοκρατικά ζητήματα (βλ. Χιλή, Ιράν, Ισραήλ). Σε αυτά η εργατική τάξη φτάνει έως το σημείο μιας ενεργητικής συμπαράστασης, αλλά δεν τα συνιδιοποιείται στην συνολικότητά τους, και έτσι δεν αυτοτίθεται με Γραμσιανούς ή/και Λενινικούς όρους επικεφαλής της πολιτικής πάλης. Αυτό οφείλεται τόσο στις σχετικές αποτυχίες των πολιτικών του Πλήθους, οι οποίες επί της ουσίας λειτουργούν ως ο σύγχρονος Ναροντνικισμός, όσο και στο γεγονός ότι σ’ αυτά τα ζητήματα inter alia γίνονται αντικείμενο επαναπραγμάτευσης οι εθνικοθρησκευτικές κατηγορίες και οι εθνοτικοθρησκευτικοί προσδιορισμοί. Σ΄ αυτές τις περιστάσεις, η εργατική τάξη δεν αναγνωρίζει την ενότητα των συμφερόντων της στην αντιπαράθεση μεταξύ θρησκευτικού και πολιτικού κράτους. Επομένως, φύσει και θέσει η σύγχρονη πολυεθνική εργατική τάξη, το κολασμένο παγκόσμιο προλεταριάτο κρατάει πολιτική απόσταση από μια πιο ενεργητική κομματικοπολιτική συμμετοχή στους τρόπους σύστασης της αστικής κοινωνίας ως αφαίρεσης και ως έννοιας.

Στην παλαίστρα της μαζικής πολιτικής αντιπαράθεσης, στην Φραγκική Επικράτεια, όπως συνήθως, παρατηρείται η πιο ενεργητική εισβολή των εργατικών μαζών στο πολιτικό προσκήνιο. Επ’ αυτού όλοι οι εργάτες μπορούν να εξάγουν σύγχρονα πολιτικά συμπεράσματα:

Το νέο ποιοτικό στοιχείο είναι η πολιτικοκινηματική αντιπαράθεση της εργατικής τάξης ενάντια σε μορφές αστικής πολιτικής, προσομοιάζουσες από αριστερό Γιακωβινισμό ψευδο-αυτοκρατορικού τύπου μέχρι Μανδαρινικό σοσιαλισμό ως η κύρια μορφή του σύγχρονου αντιδραστικού μικροαστικού σοσιαλισμού. Μπορεί να ειπωθεί ότι σε επίπεδο ρητορείας και τρόπου πολιτεύεσθαι, ο Μακρόν εκπροσωπεί το πρώτο, η Μπορν το δεύτερο. Στον ίδιο χρόνο, το καθεστώς ξεσκεπάζεται απ’ το γεγονός, πώς πίσω από τα CRS και τα λοιπά κατασταλτικά σώματα υποκρύπτονται οι σύγχρονες «κινητές φρουρές», ως στόχος δόμησης ενός σύγχρονου υποκρυπτόμενου ημι-λουμπενοποιημένου «κόμματος της ευταξίας», το οποίο έχει προνομιακές σχέσεις και συνάφειες προς τον παραδοσιοκρατικό σοβινισμό, του οποίου εκπρόσωπος είναι το κόμμα της Λεπέν.

Η μέγιστη ενότητα των εργατικών δυνάμεων στην βάση των υλικών συμφερόντων, η μέσα στην φωτιά και το ατσάλι της αντιπαράθεσης συνεργασία των πολιτικών και κομματικών δυνάμεων του εργατικού κινήματος, η εξώθηση στην πάλη μαζών νεολαίας και πληβείων, μπορεί να τσακίσει τα σχέδια του ηττημένου στα πεδία των εξωτερικών μαχών Φραγκικού καθεστώτος.

Στους χώρους των Ντόιτς εργατών λόγω της αναπτυσσόμενης κινητικότητας αναιρούνται οι μορφές της νοσταλγικής πολιτικής, που ήταν τις τελευταίες δεκαετίες η κεντρική δυναμική αναπαραγωγής αληθούς σοσιαλισμού. Στον ίδιο χρόνο, οι εργάτες στις μητροπόλεις των κρατών, όπου η ιδεατότητα και ο ιδεαλισμός παίζουν ακόμα ρόλο και ευρίσκονται εντός σκηνής, αντιμετωπίζουν τόσο τις οικολογικίστικες επιθέσεις στην παραγωγή της εργατικής τάξης σε διευρυμένη κλίμακα, όσο και τις συγκεκαλυμμένες Μαλθουσιανικές πρακτικές.

Στο οργανωμένο κίνημα της εργατικής τάξης των εργοστασίων, ιδιαίτερα στην Γερμανία και στην Μεγάλη Βρετανία, έχει τεθεί –και σε θεωρητικό επίπεδο- το ζήτημα του μισθού μέσα από τους αγώνες και τις νικηφόρες απεργίες. Εδώ, παρουσιάσθηκαν μέσα από επίσημες συνδικαλιστικές φωνές και εκπροσωπήσεις Κεϋνσιανής και περιφερειακής κοπής αντιλήψεις δεκαετιών 1970-1980 περί σύνδεσης του μισθού με τον τιμάριθμο, εξ αιτίας του πληθωρισμού. Αυτή η βρικολακιασμένη μισο-Σοσιαλδημοκρατική, μισο-Αντιαμερικανική πτέρυγα, επιδιώκουσα να οπισθοδρομήσει τους εργάτες σε μια εποχή παρελθούσα ανεπιστρεπτί, εκ των πραγμάτων διασπά και υπονομεύει την απεργιακή δυναμική –ο αντίπαλός της είναι οι αυτόνομες πρακτικές άρνησης της εργασίας, και γι’ αυτό παρίσταται σαν ο εκπρόσωπος του ταξικού εχθρού μέσα στο εργατικό κίνημα.

Στην πολιτική οικονομία του τρόπου παραγωγής κεφαλαίου, μισθός είναι η απαιτούμενη χρηματική ποσότητα αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης ως τέτοιας, που στον ίδιο χρόνο λειτουργεί στο προτσές παραγωγής και στο προτσές κυκλοφορίας ως μεταβλητό κεφάλαιο, της οποίας το ύψος καθορίζεται από την πάλη των τάξεων. Στην έμπρακτη κριτική της πολιτικής οικονομίας, δηλαδή από το σημείο θέασης της εργατικής κριτικής, ο μισθός αποτυπώνει την υλική ισχύ της εργασίας έναντι του κεφαλαίου, με τέτοιο τρόπο ώστε κάθε ανέβασμά του μισθού ως απόλυτου μεγέθους, αλλά και το ανέβασμα του ό,τι επιπρόσθετα συμπεριλαμβάνει (κοινωνική ασφάλιση, πρόσβαση στο Εθνικό Σύστημα Υγείας, πρόσβαση στην εκπαίδευση, στις τέχνες, ποσοστό ελεύθερου χρόνου στην μονάδα του χρόνου κοκ), να επιδρά στην διευρυμένη αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, στην εξωτερίκευση και επιβολή της εργατικής ισχύος στο κοινωνικό.

Κάθε φορά κατά την οποία κάποιος προπαγανδίζει στις σύγχρονες συνθήκες σύνδεση του μισθού με τον τιμάριθμό, είτε το γνωρίζει είτε το αγνοεί, προπαγανδίζει την δημιουργία πληθωριστικού χρήματος, δηλαδή οπισθοδρόμηση πιο πίσω κι από τις δεκαετίες 1970-1980, υποτροπή σε συνθήκες ύστερης Βαϊμάρης. Βέβαια, μέσα στην φενάκη αυτών των συνδικαλιστών, πληθωρισμός, ακρίβεια, «αγοραστική δύναμη» (sic) είναι ένα πράγμα. Γι’ αυτό, από την μια φωνασκούν περί σύνδεσης μισθού και τιμάριθμου, και την ίδια στιγμή, όλως αυτοαντιθετικά, στην άλλη μεριά -ένεκα της διπροσωπίας τους- τα βάζουν με τον τόκο, παρόλο που μπορούν να αντιληφθούν, ότι το ανέβασμα του τόκου κάνει το χρήμα ακριβότερο, επομένως αντικειμενικά επιβραδύνει τον πληθωρισμό, και στον ίδιο χρόνο επίσης αντικειμενικά ανεβάζει την αξία του μισθού ως μεταβλητού κεφαλαίου, και αναπόδραστα την κοινωνικοπολιτική κεντρικότητα της εργατικής τάξης. Την ίδια πρακτική τηρούν και σχετικά με την φορολόγηση: δηλαδή από την μια φωνασκούν με Λασσαλικό τρόπο περί του Λαϊκού Κράτους των δωρεάν παροχών, και την ίδια στιγμή τα βάζουν με την φορολόγηση.

Αυτές οι υποτροπές εκφράζονται και αναπαράγονται επί το πλείστον στην Ελλάδα, όπου αντί το επίσημο συνδικαλιστικό κίνημα να θέσει ως προτεραιότητα την κατάργηση της ντροπής ο βασικός μισθός να καθορίζεται με κυβερνητική απόφαση, διαπραγματεύεται μόνο με την κυβέρνηση για το σε ποιο ύψος θα καθορίσει τον βασικό μισθό, αποδεχόμενοι έτσι τους ίδιους τους όρους της in actu κατάργησής των. Δηλαδή, έχει πάει πολύ πιο πίσω κι από τον μαχητικό ρεφορμισμό της παραδοσιακής πάλης για κλαδικές συλλογικές συμβάσεις.

Εδώ επανέρχεται το ζήτημα της πολιτικής οργάνωσης της εργατικής τάξης όχι μόνο φορμαλιστικά ως πρόγραμμα, δηλαδή ως μια δοσμένου βαθμού αυτοματοποίηση/μηχάνευση, που και σ’ αυτό εκφράζεται διάστιξη μεταξύ του πλειοψηφικού αντικαπιταλισμού και του ιστορικού Προγράμματος του Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά ως τρόπος κατανόησης του προτσές άμεσης υλικής παραγωγής, της σύγχρονης εργατικής τάξης, και της πάλης της.

Εν τούτοις, δεν είναι αυτό το βασικό ζήτημα. Η πολιτικοποίηση των εργατικών αγώνων γίνεται εντός των αγώνων, και όχι παράπλευρα μέσα από αυτοαναγορευόμενες κομματικές διαδικασίες της ιντελιγκέντσιας πραγματοποιούμενες μάλιστα ερήμην των εργατών. Όσο η κομμουνιστική αριστερά δεν υποτάσσεται στην de facto μητροπολιτική υπεροχή της εργατικής τάξης, και ζει μέσα στο φενακισμένο, ψευδαισθησιακό είναι της μεταπολεμικής ιδεολογικού τύπου «πρωτοπορίας», τόσο το έργο της είναι Σισύφειο.

 

 

Ξανά; Μια κριτική της κριτικής της κριτικής. Περί της μητροπολιτικότητας της θεωρίας του Γκράμσι. 23.2.2022

 

I. αριστερός γαλλογερμανικός νεοεγελιανισμός είναι πολιτικά και εγκεφαλικά νεκρός, και δεν προβλέπεται να αναστηθεί. Οι κρίσεις, τις οποίες φιλοδοξούσε να επιβάλει σε άλλους, του γύρισαν μπούμερανγκ. Το κενό θα καλυφθεί, ακόμα και με αριστοτελικούς τρόπους.

            Το πολιτικό κίνημα της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης δεν μπορεί, παρά να ανασυγκροτηθεί, αφού πρώτα ξεμπερδέψει με τους καθαρούς, πραγματικούς, αστικούς, συνθετικούς σοσιαλισμούς. Στον ίδιο χρόνο, ο προοδευτικός μητροπολιτισμός της ευρύτερης Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής πρέπει να ξεμπερδέψει με τις αυταπάτες και τις ψευδαισθήσεις, που οι αγίες οικογένειες ενέσπειραν στο εσωτερικό του.

            Αλλά, δεν ανήκει στην δουλειά μου, να προτείνω σημεία εξόδου. Μπορώ απλά να αναδείξω από το σημείο θέασης της εργατικής κριτικής αυτά που εμφανίζονται εντός του προτσές ως ιδεολογικοποιημένα και μυστικοποιημένα. Ούτε από την άλλη, είναι κάτι που το βλέπω με τον τρόπο του Λένιν, δηλαδή ντε και σώνει κομματικά και καταληψιακά, και δεν με αφορά κάτι τέτοιο. Επομένως, πρέπει να ξεκαθαρισθεί:

Όσοι μένουν στην στατικότητα των κειμένων και των ρηθέντων, τα οποία κάποτε είχαν αξία χρήσης, διότι σε αυτά ήταν εντοπίσιμες πολιτικές και κινηματικές δυναμικές, μεταφυσικοποιώντας τα, δεν θα βρουν χώρο, τουλάχιστον στον χώρο μας. Προσέτι, οι επιβαλλόμενοι αποκλεισμοί από την βιοπολιτική (δηλαδή οι αποκλεισμοί μας από τον αισθητικό, σεξουαλικό, ψηφιοσαρκικό πλούτο που εμείς οι ίδιοι ως αυτόνομοι εργάτες, παράγουμε, διοχετεύοντας την εργασία μας στα σώματα της Γενικής Νοημοσύνης), οι οποίοι μόνο στόχο έχουν την ένταξή μας στην θανατοπολιτική (δηλαδή η προσπάθεια υποδούλωσης και εξανδραποδισμού μας, διότι αυτός είναι ο στόχος των, στο όνομα πάντα … των τεχνών και των φιλοθέαμων δημοσίων), όσο άθλιοι κι αν είναι, δεν αποτελούν δικαιολογία για να μην συνεχίσουμε να γράφουμε με συστηματικό τρόπο, να σκεφτόμαστε πάντα διεθνιστικά, να δρούμε παντού, όπου το επιτάσσουν τα συμφέροντα της τάξης μας.

Είναι αλήθεια ότι, πριν κάμποσα χρόνια, από διάφορα ερεθίσματα, έκανα μια marginal καταστασιακή έρευνα του Γκράμσι και του μεσοπολεμικού PCI. Αυτό αφενός είχε να κάνει με την προσπάθεια σχεδίασης και παραγωγής μιας νέας αρχιτεκτονικής της Εργατικής Αυτονομίας, πρόσδοσης μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας και επιδραστικότητας, και αφετέρου με μια προσπάθεια χύτευσης μαχητικών στρατηγικών και πρακτικών καταπολέμησης του σύγχρονου φασισμού, ανεξαρτήτως του προσωπείου υπό το οποίο εμφανίζεται.

            Εν τούτοις, εδώ δεν θα πω, όσον αφορά το PCI, από τότε που πήρε τα ηνία ο Τολιάτι, ούτε είναι κυρίως δική μου δουλειά. Θα εστιάσω σε μια κριτική κατανόηση κεντρικών στοιχείων από τον πλούτο των Τετραδίων Φυλακής του Γκράμσι.

ΙΙ. Η θεωρία του Γκράμσι δεν μπορεί prima facie να κατανοηθεί με τα αυστηρά κριτήρια της ταξικής πολιτικής οικονομίας. Προκύπτει απ’ όλα τα κείμενά του, ότι θεωρεί πως το οικονομικό στην κορύφωση της ταξικής πάλης, στις στιγμές της επαναστατικής ρήξης, υποτάσσεται στο πολιτικό. Αυτό κρατάει από τον θωμιστικό πολιτικό σχολαστικισμό, και χαρακτηρίζει την πολιτική κουλτούρα της ιταλικής αριστεράς, ίδιον του μεσογειακού βιταλισμού και βολουνταρισμού. Συνδεδεμένη με αυτό είναι και η αντίληψη περί οργανικότητας: τα στοιχεία του οικονομικού οργανικοποιούνται εντός των πολιτικών corporum. Αλλά, η αποκοπή από τον σχολαστικισμό, δηλαδή από την οργανικότητα της σχολαστικής ιντελιγκέντσιας, επιτευχθείσα στα χρόνια των προλεταριακών συμβουλιακών απεργιών, κυοφόρησε το Βαλτερικό Jetztzeit, το συνιδιοποιημένο εξεγερτικά θεολογικό nunc stans, το αναρχικoκαταστασιακό “here and now[1].

            Προσέτι, οι εφαρμογές της θεωρίας του στην αισθητική και στις καλές τέχνες είναι μόνο μια πλευρότητα (sideness) αυτής. Δεν μπορεί να γίνει κατανοητή στο σύνολό της, αν δεν γίνει αντιληπτή η επιχειρησιακότητα (operationality) της στρατηγικής του θεωρίας. Επομένως, ο Γκράμσι δεν απευθύνεται τόσο σε κουλτουριάρηδες, αλλά πρωτίστως σε στρατηγικούς, επιχειρησιακούς, επιτελικούς νόες, σε υποκείμενα της πράξης που αποζητούν και δρουν εμπρόθετα για τις ταξικές και πολιτικές νίκες.

ΙΙΙ. Στην προοπτική της, η σκέψη του Γκράμσι αποτυπώνει όχι τον par excellence καισαροπαπισμό, και σε καμία περίπτωση τον βοναπαρτισμό, αλλά έναν διεθνιστικό πρακτικό Γουελφισμό που έχει μητροπολιτική ποιότητα, ώστε η μελλοντικότητα αυτής της εννοιολόγησης τροχιοδεικτεί προς ενώσεις και δίκτυα πόλεων – κρατών, τα οποία σε αυτήν την περίπτωση συνιστούν την εξωτερικότητα, και η σύνδεση με τις συγκροτήσεις των κέντρων (που αντικαθιστούν τις παπικές έδρες, και εδώ συνίσταται ο Γουελφισμός), μάλλον (rather) αποδίδει την εσωτερικότητα αυτής της ποιότητας. Ο Γουελφισμός του εξασφαλίζει την ηγεμονικότητα της στρατηγικής του: οι χώροι των διαθετουσών κρατικότητα πόλεων σε σύνδεση με τα κέντρα της ταξικής πολιτικής οικονομίας.

            Σε αυτό το in potentia σύστημα, λόγω ακριβώς αυτών των ποιοτικών χαρακτηριστικών, η όποια αυτοκρατορική περιεχομενικότητα διασφαλίζεται από το ίδιο το in potentia σύστημα, και όχι από το sacrum romanum imperium, το οποίο στην Γουελφική αντίληψη, είναι αυτό, στην αντίθεση, προς το οποίο συγκροτείται η ιταλική πολιτική τάξη. Επομένως, σε κάθε περίπτωση μεταξύ ιταλικής πολιτικής τάξης και “sacrum romanum imperium” υπάρχει σχέση ανταγωνιστική.

            Εξ αιτίας αυτού, ξεκίνησε ο όχι μόνο κατ’ αναγκαιότητα, αλλά κατά νομοτέλεια επιλεγείς διαχωρισμός από το PCI στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Τρόντι, αξιοποιώντας τον Βόλπε, συνέλαβε το πρόβλημα πολιτικοθεωρητικά και κομματικά, και το έθεσε με την μεγαλύτερη ευκρίνεια. Στους ίδιους χρόνους ο Παντσιέρι και ο Αλκουάτι το ερεύνησαν στο επίπεδο της εργοστασιακής παραγωγής και των προλεταριακών και πληβειακών βίων: Το τότε εγχείρημα του PCI να εκφράσει την ιταλική πολιτική τάξη, εξόκειλε στον γνωστό ευρωκομμουνιστικό πατριωτισμό, και αργότερα στις αντεπαναστατικές συμπεριφορές, και εν τέλει στις κατασταλτικομπατσέικες αθλιότητες του κάθε Callogerισμού, που συχνά φτάνουν μέχρι το σημείο της φρίκης. Όμως, αυτά είναι γνωστά πεπραγμένα, για τα οποία ουδόλως ευθύνεται ο ίδιος ο Γκράμσι, αλλά αρχικά η ηλιθιοσταλινικότητα του PCI, επιβληθείσα διά της κατασυκοφάντησης του Μπορντίγκα.

ΙV. Τα παραπάνω έχουν κυρίως ιστορική αξία. Αυτό που έχει ωφελιμότητα και αξία χρήσης, είναι να ξεκαθαρίσουμε κριτικά τον θεωρητικό και γνωσιακό πλούτο του Γκράμσι από τον ρεφορμισμό, και από αυτό που ο ίδιος εννοούσε ως μεταμορφισμό.

Στις μέρες μας ο μεταμορφισμός δυστυχώς έχει μηχανοποιηθεί, ήτοι δεν μένει μόνο στο επίπεδο της υποκριτικής, αλλά έχει μηχανουργία, και έτσι ο σύγχρονος φασισμός αποκτά πολλά πρόσωπα και μορφές, ώστε έχει multiformist μηχανουργία, επιθυμώντας πάντα την φυγή προς το ιστoρικορομαντικό, αν όχι ατοπικό, παρελθόν.

Το ξεκαθάρισμα από τον ρεφορμισμό σημαίνει στην περίπτωση του Γκράμσι, και πιο πολύ στις περιπτώσεις όσων αναφέρονται σε αυτόν, να δοκιμάσουν να παράξουν και να οργανώσουν πραγματικά κομμουνική εμπειρία με τους όρους της Διεθνούς Ένωσης Εργατών. Τα αποτελέσματα είναι οικτρά, αλλά τουλάχιστον θα συνειδητοποιήσουν τί σημαίνει αυτό που με άνεση κατηγορούν οι ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες, και συγκεκριμένα οι Σπαρτακιστές, το Εργατικό Κόμμα, ήτοι για να δούμε τί προϋποθέτει και τί συνεπάγεται στους δοσμένους συσχετισμούς ο εργατικός ρεφορμισμός μέσα στα εργοστάσια.

Συνολικότερα, ο ρεφορμισμός (κατηγορία την οποία επινόησαν οι σοσιαλδημοκράτες) έχει αλλοιωθεί: ενώ, όταν εμφανίσθηκε στους κόλπους των σοσιαλδημοκρατών, προσέβλεπε προς το κράτος, τα τελευταία έτη προσβλέπει στα πολιτικά κόμματα. Το ζήτημα που τίθεται, είναι, αν όντως υφίσταται ρεφορμισμός, όπως έλεγαν οι σοσιαλδημοκράτες. Εν τέλει, αυτή η κατηγορία δεν είναι ένα καναλιζάρισμα της ίδιας της ταξικής πάλης, που χρησιμοποιηθήκε από τις Διεθνείς των σοσιαλδημοκρατικών και στην συνέχεια των κομμουνιστικών κομμάτων; Αν η εργατική τάξη δι’ εαυτή σε μια δοσμένη χρονική περίοδο θέσει ως στόχο την αλλαγή ενός θεσμού, ενός νόμου, του συσχετισμού ισχύος κάπου μερικά, έχει ρεφορμιστική στρατηγική; Τελικά, δικαιώνεται μέσα από τις ίδιες τις φωτιές των συγκρούσεων της πάλης των τάξεων, η γραμμή του Τρόντι ότι η κάθε πολιτική στρατηγική ανήκει στην εργατική τάξη, οι πολιτικές τακτικές στα πολιτικά κόμματα. Όποιος θέτει ζήτημα ρεφορμισμού, είναι επειδή βρίσκεται ο ίδιος μέσα στους θεσμούς κάποιου Burgerlijke Staat, αδυνατεί να πράξει επαναστατικά και ριζοσπαστικά, και αντιμετωπίζει ρικαρντιανές δυσκολίες.

            Θα πρέπει, όμως, σε κάθε περίπτωση να ξεκαθαρισθεί και κάτι ακόμη, και αυτό αφορά τον ουμανισμό, τον οποίο ο ίδιος ο Γκράμσι έθετε σε διάστιξη προς τον ιστορικισμό. Αν και βλέπω ότι στην περίπτωσή του η προτίμησή του πάει προς τον ιστορικισμό.

Δεν υπάρχει νεαρός και ύστερος Γκράμσι. Το αυτό ισχύει για οποιονδήποτε. Και τούτο διότι στο επίπεδο της υποκειμενικότητας και της προσωπικότητας (όπως αποδεικνύει ο βρετανικός νομιναλισμός) η ζωή ενός εκάστου, ως βιολογικά ορισμένο προτσές, είναι πάντα κάτι ενιαίο. Κάποιος πρέπει να σκέφτεται εντελώς αφαιρετικά, ή να θεωρεί ότι η cloud ή η digital data theory είναι η theory of everything, προκειμένου να νομίζει ότι δήθεν υπάρχουν οντολογικές τομές στην ζωή τίνος ως βιολογικό προτσές. Τα υποκείμενα ξεχνάνε και ξαναθυμούνται εαυτά μέσα στο κοινωνικό, αναπτύσσουν και βελτιώνουν εαυτά μέσα στο προτσές της (ανα)παραγωγής. Ο παλαιοντικός, dna-ικά προσδιορισμένος homo ως τέτοιος δεν μπορεί να γίνει cyborg ως τέτοιο, το robot ως τέτοιο δεν μπορεί να γίνει cyborg ως τέτοιο. Ουδείς mensch ως τέτοιος μπορεί να γίνει andere mensch ως τέτοιος. Το μερικά (partially) καθορισμένο υποκείμενο, το οποίο μπορεί να επιτελέσει ή να υποκριθεί κάτι που δεν είναι, είναι μόνο το υποκείμενο του θεάτρου και του θεάματος αντίστοιχα. Επομένως το είναι, το Sein, η οντολογία του κάθε υποκειμένου είναι διαλεκτική καθοριζόμενη από το ίδιο το προτσές της παραγωγής.

Λόγω αυτής της εννοιολόγησης, ο Γκράμσι είναι ο θεωρητικός της ηγεμονίας της δυτικής κουλτούρας, και γι’ αυτό συνεπής στον Χέγκελ. Όσες δυνάμεις πάνε οπουδήποτε να εφαρμόσουν την θεωρία του Γκράμσι, τα ζητήματα και τα ερωτήματα της δυτικής κουλτούρας θα αναδυθούν. Ώστε προκαλεί εντύπωση το πώς δυτικά ιστορικά υποκείμενα επίσης ελαφρά τη καρδία διακηρύσσουν ρήξεις από την Δύση, εννοούμενη ως πολιτισμό, και ουδόλως γεωγραφικά.

V. Αυτό που χρήζει ιδιαίτερης ανάδειξης, είναι η μητροπολητικότητα της θεωρίας του, από την στιγμή που οι εφαρμογές της θεωρίας του στις στρατιωτικές και πολεμικές υποθέσεις έχουν αναλυθεί.

            Πάλι, το κλειδί σε αυτό, είναι η ηγεμονία της δυτικής κουλτούρας η οποία αποκτά παραγωγικό περιεχόμενο στο μέτρο που συνδέεται με το πώς αναλύει ο Κατσιάρι την μητρόπολη ως την γενική μορφή υποτιθέμενη από το προτσές ελλογοποίησης (rationalization) των κοινωνικών σχέσεων, αν και η ανάλυσή του Κατσιάρι είναι πιο σφαιρική και κριτική, καθ’ όσον αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο τον οποίο επιτελεί το χρήμα.[2]

            Στο Αμερικανισμός και Φορντισμός έχει ένα κεφάλαιο με τίτλο Η Ελλογοποίηση της Δημογραφικής Σύνθεσης της Ευρώπης. Συνδέει έτσι τον βιομηχανικό μετασχηματισμό με τις ίδιες τις μεταμορφώσεις των υποκειμένων που αποτελούν τον πληθυσμό της Ευρώπης, ως απάντηση στα μεταναστευτικά ρεύματα, στις αλλοιώσεις των γηγενών πληθυσμών, ως επίσης σε προβλήματα δημόσιας υγείας. Πίσω από αυτό φανερώνεται το ζήτημα που ο μητροπολιτισμός θέτει, της αντίθεσης μεταξύ πόλης και χωριού. Άλλωστε, οι αυτόνομοι αρχιτέκτονες Κατσιάρι, Αγκάμπεν τεκμηριώνουν και αποδεικνύουν την μητρόπολη ως σύνολο χώρων εντός των οποίων αναπτύσσονται μορφές ζωής και ύπαρξης. Προσέτι, ο Γκράμσι αναλύει στο προτσές ελλογοποίησης στην Αμερική τον σχεδιασμό ενός νέου τύπου ανθρώπου προσαρμοσμένου στον νέο τύπο εργασίας και παραγωγικού προτσές.

            Απ’ την άλλη το πώς αναλύει ο Γκράμσι την ηγεμονία της δυτικής κουλτούρας πάνω σε όλη την παγκόσμια κουλτούρα, είναι επί του πρακτέου μια από τις πρώτες σφυρηλατήσεις της έννοιας του technological singularity.[3] Ήτοι, εδώ η πολιτισμική κριτική είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ανάπτυξη της τεχνολογίας, με την επαναστατικοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων.

-.-.-.-.-.-

            Πολλές φορές, έχω μια αίσθηση ότι σε κάποιους εκ των ιστορικορεβιζιονιστικών θυλάκων στην ΕΕ ζούμε και ξαναζούμε τα όσα έγραφε ο Ένγκελς στο Revolution und Konterrevolution in Deutschland. Αυτό σήμερα παίρνει την μορφή ότι κάποιες εκ των μάτριξ γεννητριών λειτουργούνται έτσι, ώστε να εμφανίζουν φασιστικές, ναζιστικές μορφές, παρά το ότι έχουν καταδικασθεί για τις εγκληματικές των πράξεις. Εν τέλει, αυτό είναι η ίδια η αντεπαναστατική μηχάνευση, μηχανουργία απαξίωσης (devaluation), απατεωνιάς και πολιτικής εγκληματικότητας.

Τι σχέση έχει αυτό το πράγμα, ακόμα και στο επίπεδο των διακηρύξεων, με τα ιδρυτικά κείμενα του δικαίου των ευρωπαϊκών κοινοτήτων και με την κανονιστικότητα, η οποία τις διέπει;



[1] Βλ. https://libcom.org/library/here-now-magazine

[2] Βλ. Massimo Cacciari, Architecture and Nihilism: On the Philosophy of Modern Architecture, Yale

University, 1993 (pp. 3-23)

[3] Βλ. Αντόνιο Γκράμσι, Ιστορικός Υλισμός, Τετράδια της Φυλακής, μτφ. Τίτος Μυλωνόπουλος, εκδ. Οδυσσέας, σ. 146-148.

 

 

Συμβολή στην κριτική του γινόμενου (“fictitious”[1]) κεφαλαίου. 12.1.2022

 

0_ Γινόμενο κεφάλαιο γενικά, και η φορολόγηση ως γινόμενο κεφάλαιο

Πραγματικό κεφάλαιο είναι αυτό, το οποίο προκύπτει κατά την διαίρεση του κέρδους σε τόκο και κέρδος της επιχείρησης. Πιο συγκεκριμένα, προκύπτει κατά την διάρκεια πραγμάτωση της αξίας, αφού το κεφάλαιο το οποίο παράγεται, εισέλθει στο προτσές της κυκλοφορίας με την μορφή του εμπορευματικού κεφαλαίου, και σε αυτό (στο προτσές κυκλοφορίας) βαίνει μεταμορφούμενο σε χρηματικό κεφάλαιο.

Το πραγματικό κεφάλαιο αποτυπώνεται συνήθως σε μετοχές, χρεόγραφα και αξιόγραφα, τα οποία εμπεριέχουν νομικούς τίτλους κυριότητας σε ποσότητες πρόσθετης αξίας, οι οποίες είτε έχουν παραχθεί, είτε παράγονται, είτε είναι να παραχθούν.

Επομένως, πάντοτε το πραγματικό κεφάλαιο τελεί σε σύνδεση και βρίσκεται σε συνάρτηση με το προτσές της άμεσης υλικής παραγωγής. Όμως, η ίδια η ύπαρξή του πραγματικού κεφαλαίου συνιστά μια άμεση πρόκληση στην φιλοσοφία, εξ αιτίας της επακόλουθης διάκρισης: Κεφάλαιο παραγωγής διάφορο του πραγματικού κεφαλαίου, και επομένως το προτσές της κυκλοφορίας γίνεται κατανοητό μόνο ως Realität, την ίδια στιγμή που το προτσές παραγωγής είναι κατανοήσιμο μόνο ως Materialität. Σημειωτέον, ότι το προτσές ως όλο γίνεται ακόμα πιο σύνθετο, λαμβανομένων υπ’ όψη των υπάρξεων και των λειτουργιών του τοκοφόρου και του χρηματοθετικού κεφαλαίων, τα οποία δεν πρέπει να ταυτίζονται με το πραγματικό κεφαλαίο, αλλά ούτε και μεταξύ των. Στην συνέχεια, θα δούμε το κεφάλαιο ως Fiktitionalität (γινομενικότητα), όπου εμφανίζεται η διαφοροποίηση: Κεφάλαιο παραγωγής διάφορο του πραγματικού κεφαλαίου διάφορο του γινόμενου κεφαλαίου.

Κατά κάποιο τρόπο, οι τίτλοι κυριότητας σε ποσότητες πρόσθετης αξίας διπλασιάζουν με χάρτινο τρόπο το πραγματικό κεφάλαιο. Έτσι φτάνουν στο να αντιπροσωπεύουν μη υπαρκτό κεφάλαιο, κεφάλαιο το οποίο δεν έχει παραχθεί εισέτι, διότι το πραγματικό κεφάλαιο υπάρχει δίπλα σε αυτά, και δεν αλλάζει χέρια, ως αποτέλεσμα των μεταβιβάσεών των από το ένα πρόσωπο στο άλλο. Αυτοί οι τίτλοι υποθέτουν (assume) την μορφή του τοκοφόρου κεφαλαίου (παρόλο που δεν είναι), όχι μόνο επειδή εγγυώνται ένα σίγουρο έσοδο, αλλά και επειδή, μέσω της πωλήσεώς των η δυο φορές αποπληρωμή των ως κεφαλαιακών αξιών είναι δυνατή. Στο εύρος κατά το οποίο η συσσώρευση αυτών των χαρτιών εκφράζει την συσσώρευση των μέσων παραγωγής και γενικά των παραγωγικών δυνάμεων, σε αυτό το εύρος εκφράζει την επέκταση του ενεργού προτσές αναπαραγωγής.

Αλλά, καθώς αυτοί οι τίτλοι από χαρτί διπλασιάζουν κρυφά την ονομαστική αξία, την οποία φέρουν κατά τις μεταβιβάσεις των (και τούτο διότι κατ’ αυτές καταχωρούνται στον ίδιο χρόνο σε λογιστικά βιβλία διαφορετικών επιχειρήσεων και εταιρειών, ως μεταβιβάσεις χρηματικών αξιώσεων και αντίστοιχα ως εξοφλήσεις τέτοιων, ενώ στην αλήθεια αυτό που άλλαξε χέρια, ήταν πχ. η επιταγή, δηλαδή ο χάρτινος τίτλος, για την ακρίβεια η χάρτινη διαταγή προς πληρωμή, και όχι χαρτονομίσματα), τότε ως αντικείμενα μεταβιβάσεων λειτουργούν ως οιονεί εμπορεύματα, και κυκλοφορούν ως οιονεί κεφαλαιακές αξίες, και έτσι είναι φαντασιακά. Οι δε αυξομειώσεις των τιμών τους (ιδιαίτερα στις περιπτώσεις των μετοχών και των ομολόγων) διεξάγονται ανεξάρτητα από την κίνηση της αξίας του πραγματικού κεφαλαίου, του οποίου είναι τίτλοι.

Η αξία των μετοχών έχει να κάνει με την προσφορά τους στο χρηματιστήριο, και αναγκαία έχει την τάση να αυξάνεται με μια πτώση του ποσοστού τόκου (διότι αυτό που θα χάσει το τοκοφόρο κεφάλαιο από την μείωση του επιτοκίου, θα ζητήσει να το λάβει το χρηματοθετικό κεφάλαιο (ή ο καπιταλιστής άτομο έχων την οπτική εμπόρου) από την αύξηση των χρηματιστηριακών τιμών, χωρίς αυτό να σημαίνει παίγνιο μηδενικού αθροίσματος, διότι αυτό εμφανίζεται μερικά μόνο στο προτσές κυκλοφορίας, και πρέπει να ιδωθεί εντός αυτού του προτσές). Έτσι, όσο το επιτόκιο πέφτει, τούτου οφειλομένου στην τάση του μέσου ποσοστού κέρδους να πέφτει, γι’ αυτόν τον λόγο ο φαντασιακός πλούτος θα αυξάνεται και θα επεκτείνεται, ξεκινώντας από την καπιταλιστική παραγωγή.

Συχνά λοιπόν, παρατηρείται, ότι κατά την κίνηση αυτού του συνολικού τεχνητού συστήματος εξαναγκασμένης επέκτασης του προτσές αναπαραγωγής, μια απότομη αύξηση της απαίτησης για χρήμα, σημαίνει απότομη αύξηση της ανάγκης όλοι αυτοί οι χάρτινοι τίτλοι να πληρωθούν σε χρήμα (το οποίο δεν έχει εισέτι παραχθεί ή απλά δεν βρίσκεται στους τραπεζικούς λογαριασμούς). Με αυτόν τον τρόπο εκδηλώνονται οι κρίσεις πίστης και οι κρίσεις χρήματος. Οι κρίσεις αυτές γίνονται πιο εμφανείς και έντονες στα μητροπολιτικά κέντρα, όπου το προτσές της αναπαραγωγής κυρίαρχα διεξάγεται, απ’ ότι στις ενδοχώρες όπου υπάρχουν συμπαγείς βαριοβιομηχανικές περιοχές.

Είναι που είναι πολυσύνθετο, πολύπλοκο και λαβυρινθώδες αυτό το σύστημα, γίνεται ακόμη περισσότερο, τόσο από το απλό γεγονός της φορολόγησης, όσο και από το ότι η δημόσια εξουσία εμφανίζεται ως φορολογική διοίκηση, ως δημόσιο ταμείο, ως θησαυροφυλάκειο (treasury), ως fiscality.[1] Επομένως, ένα αρχικά παράπλευρο και στην συνέχεια υπέρτερο κύκλωμα εμφανίζεται: κράτος ως φορολογική διοίκηση – ανταλλασσόμενα επιχειρηματικά (επίρρημα) άτομα – τεχνητό σύστημα επέκτασης του προτσές αναπαραγωγής.

Έτσι, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο το κράτος ως φορολογική διοίκηση μετατρέπει την φορολόγηση κομμάτι του ήδη υπάρχοντος ή ενός νέου κρατικά οργανωμένου συστήματος τεχνητής επέκτασης.

Ο Ρικάρντο τεκμηριώνει, ότι οι φόροι είναι μερίδες του παραγόμενου προϊόντος στην διάθεση της Κυβέρνησης, και πληρώνονται τελικά από το κεφάλαιο ή από το εισόδημα της χώρας.[2] Όπως λέει, πρόκειται για μια πρακτική κατεστημένη και καθιερωμένη από το Λευιτικό.

Όμως, το κάθε κράτος εμφανίζεται στις παγκόσμιες αγορές και στις διεθνείς σχέσεις, όχι ως διοικητικό δίκαιο, αλλά ως κατά “fictio iuris” αδιαίρετος καπιταλιστής, δανειζόμενο και ανταλλασσόμενο, όχι με τους όρους της κυριαρχικής εξουσίας του εντός της επικράτειάς του, αλλά με τους όρους των δικαίων και των εθιμικών κανονιστικών πλαισίων των διεθνών και παγκόσμιων αγορών, και κυρίως με τους όρους των συμφωνιών κυρίων (gentlemen’s agreements).

Οι μοντέρνοι πόλεμοι έχουν την ρίζα τους σε αυτό. Δεν είναι τόσο επιθετικές εισβολές για κατάληψη εδαφών, πρώτων υλών (όπως πχ. στην εποχή του “romanum imperium”), αλλά ο μοντέρνος πόλεμος έρχεται ως συνέπεια της αθέτησης υποσχέσεων, ως συνέπεια της ανώμαλης εξέλιξης των διακρατικών και διεθνών ενοχών.

Από την σκοπιά της φιλοσοφίας και τη θεωρίας δικαίου είναι χρήσιμο να προσεγγισθεί, κατά πως το λέει ο Χέγκελ:

“§ 333

Der Grundsatz des Völkerrechts, als des allgemeinen, an und für sich zwischen den Staaten gelten sollenden Rechts, zum Unterschiede von dem besonderen Inhalt der positiven Traktate, ist, daß die Traktate, als auf welchen die Verbindlichkeiten der Staaten gegeneinander beruhen, gehalten werden sollen. Weil aber deren Verhältnis ihre Souveränität zum Prinzip hat, so sind sie insofern im Naturzustande gegeneinander, und ihre Rechte haben nicht in einem allgemeinen zur Macht über sie konstituierten, sondern in ihrem besonderen Willen ihre Wirklichkeit. Jene allgemeine Bestimmung bleibt daher beim Sollen, und der Zustand wird eine Abwechslung von dem den Traktaten gemäßen Verhältnisse und von der Aufhebung desselben.

Es gibt keinen Prätor, höchstens Schiedsrichter und Vermittler zwischen Staaten, und auch diese nur zufälligerweise, d. i. nach besonderen Willen. Die Kantische Vorstellung eines ewigen Friedens durch einen Staatenbund, welcher jeden Streit schlichtete und als eine von jedem einzelnen Staate anerkannte Macht jede Mißhelligkeit beilegte und damit die Entscheidung durch Krieg unmöglich machte, setzt die Einstimmung der Staaten voraus, welche auf moralischen, religiösen oder welchen Gründen und Rücksichten, überhaupt immer auf besonderen souveränen Willen beruhte und dadurch mit Zufälligkeit behaftet bliebe.

§ 334

Der Streit der Staaten kann deswegen, insofern die besonderen Willen keine Übereinkunft finden, nur durch Krieg entschieden warden”.[3]

Είναι αυτή η διάσταση της Αυτοκρατορίας, την οποία ανέλυσε η αυτόνομη εργατική σκέψη, σε διαφοροποίηση, προς τις θεωρίες του ιμπεριαλισμού της Ρόζας Λούξεμπουργκ, του Χίλφερντινγκ, του Κάουτσκυ (χωρίς να τσουβαλιάζονται μεταξύ τους), οι οποίοι προσέγγισαν μόνο ένα (ιδεατό, αν όχι υποτιθέμενο/assumed) υπερ- επίπεδο συσσώρευσης, ενώ τα μόνα υπερ- επίπεδα αναπτύσσονται στο προτσές κυκλοφορίας και αναπαραγωγής, καθ’ όσον το προτσές συσσώρευσης ανήκει στο προτσές παραγωγής κεφαλαίου, που είναι παντού και πάντα γειωμένο.[4]

Εν τω ιστορικό γίγνεσθαι, στον ίδιο πραγματικό χρόνο, ο Λένιν είχε μέσα από τον επαναστατικό υποκειμενισμό και τον εργατικό εμπειρισμό κατανοήσει τις πρώτες εκδηλώσεις της εξωτερίκευσης αυτής της πρωτοφανέρωτης τότε λειτουργίας, συνδέοντας «τις μονοπωλιακές αγορές με την συγκέντρωση του τραπεζικού κεφαλαίου».[5]

Όμως, το μονοπώλιο δεν αποτελεί μια νέα διαφορετική ποιότητα, αλλά εκφράζει μόνο υψηλότερες και συχνά δυσθεώρητες οργανικές συνθέσεις κεφαλαίου, το ίδιο το προτσές συσσώρευσης και αναπαραγωγής σε υψηλότερες και μεγαλύτερες κλίμακες και σε μεγαλύτερο εύρος επέκτασης και αυτοπολλαπλασιασμού, καθώς και τα ντιλς μοιράσματος των πλανητικών αγορών μεταξύ των μεγάλων εταιρειών.

 

Ήτοι, η οντολογία του κεφαλαίου, είτε αναλυθεί σε ένα κλωστοϋφαντουργείο της Νέας Ιωνίας, είτε στην Silicon Valley, μένει αμετάβλητος. Και τούτο διότι το κεφάλαιο παράγεται μόνο από την αφηρημένη εργασία, η οποία είναι τέτοια, εξ αιτίας της ταυτολογικής ποιότητας, φύσης, χαρακτήρα της. Ήτοι είναι αφηρημένη και μένει ίδια είτε σε ένα οποιοδήποτε τραχύ κλωστοϋφαντουργείο, μηχανουργείο, συνεργείο κλπ, είτε στο πιο εξελιγμένο εργοστάσιο. Έτσι λοιπόν, το μονοπώλιο είναι κατηγορία δανεισμένη από αυτό που μετέπειτα κλήθηκε (μικρο/μακρο-)οικονομική, θεμελιωμένη πρωτίστως στα βιβλία του Άνταμ Σμιθ, και δεν ανήκει στις έννοιες της εργατικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας.

Επανερχόμενος στα επί του προκειμένου hot stakes, λέω:

Ώστε, τίθεται το ερώτημα, περί του αν ένα κράτος, το οποίο ενεπλάκη λόγω της δυσκολίας και της αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του έναντι των διεθνών και παγκόσμιων αγορών, και έναντι των άλλων κρατών, σε εμπόλεμες καταστάσεις, προκειμένου να διεξάγει τους πολέμους του (κάτι που στον ίδιο χρόνο προϋποθέτει και συνεπάγεται την συνέχιση της εντεινόμενης εμφάνισής του στις αγορές ως κατά fictio iuris αδιαίρετος καπιταλιστής), θα προσπαθήσει να μετατρέψει την φορολόγηση σε γινόμενο κεφάλαιο.

Αυτό το υπονόησε εμμέσως πλην σαφώς ο Σισμοντί, όταν έγραψε ότι «το δημόσιο ταμείο δεν είναι τίποτε άλλο από φαντασιακό κεφάλαιο, το οποίο αναπαριστά την μερίδα του ετήσιου εισοδήματος το οποίο έχει τεθεί παράμερα, προκειμένου να αποπληρωθεί το χρέος».[6]

Το παράδειγμα των δανείων, τα οποία το νεοπαγές ελληνικό κράτος έλαβε κατά την διάρκεια του πολέμου της ανεξαρτησίας, αλλά και μετά, είναι χαρακτηριστικό τούτου.[7] Είναι εύλογο, ότι ένας θεωρητικός του οικονομικού ρομαντισμού κατάφερε να το δει, προφανώς επειδή μελετούσε τέτοιες περιπτώσεις ως τα προνομιακά πεδία των αντιλήψεων του οικονομικού ρομαντισμού. Κάτι ανάλογο σε αρκετές περιπτώσεις αναφορικά με το σχέδιο Μάρσαλ.[8]

Αναμφίβολα, αυτό, δηλαδή η πικρή για τις πλατιές μάζες επίγνωση, ότι όλο το ρουσσοϊκό συμβόλαιο από την κρίση τη δεκαετίας του 1970 και εντεύθεν στηρίζεται πάνω στην δημιουργία τεχνητού συστήματος εξαναγκασμένης επέκτασης του προτσές της αναπαραγωγής, φέρει ή εντείνει αυτό, το οποίο οι πολιτικοί επιστήμονες, οι εκλογολόγοι, οι δημοσκόποι, οι καιροσκόποι, και οι επαγγελματίες της πολιτικής αποκαλούν κρίση εμπιστοσύνης, κρίση εκπροσώπησης, πολιτική αποστοίχιση μαζών κλπ.

-Σας καλωσορίζουμε στα ηλιόλουστα δικαστικά πρωινά του φορολογικού κρατικού

1_ Το δικαίωμα στο χρήμα, επαύξηση νοημοσύνης, εξωτερικές σχέσεις

Διά των πρωτοβουλιών και των ενεργειών αυτών των κρατών, διαμορφώνεται ένα οικουμενικό/παγκόσμιο δικαίωμα στο χρήμα. Και τούτο διότι το κάθε κράτος επιφυλάσσει εαυτώ τα προνόμια και τις λειτουργίες της οιονεί ανθρώπινης δράσης, δηλαδή της δράσης ως αδιαίρετο, ως άτομο.[9]

Με αυτόν τον τρόπο, σε όλα τα συστήματα ασφαλείας, τα οποία συγκροτούνται από κράτη και (δια-)κρατικούς οργανισμούς, εμφανίζονται φαινόμενα αναρχικού κατακερματισμού, εμφανίζεται αναρχία στις διεθνείς και στις διακρατικές σχέσεις: αυτό το οποίο έχει ονομαστεί νέο-μεσαιωνισμος των διεθνών σχέσεων.[10]

Βραχυμεσοπρόθεσμη απάντηση σε αυτό δίνει η Αυστριακή Σχολή Οικονομικών και η θεωρία της ανθρώπινης δράσης του Ludwig Von Mises.[11] Πέρα, όμως, από τα οικονομικά, το παράδειγμα διακυβέρνησης της Θάτσερ ήταν η πρώτη τέτοια πολιτική, ειδικά, όπως υλοποιήθηκε στον πόλεμο στα Falklands.

Στην οπτική μου πρόκειται για έναν κόμβο:

Πάρτε μια χώρα συγκροτημένη επί δεκαετίες σε ένα σύστημα λαϊκιστικής οικονομίας, με μπόλικες δόσεις ρομαντισμού και φασιζόντων ως ανοιχτά φασιστικά χαρακτηριστικών, η οποία προσφέρει υπηρεσίες, facilities, και άγνωστα ακόμα installations, σε αμετανόητους καραβανικούς εθνικοσιαλιστικούς τύπους, οι οποίοι θέλουν ρεβάνς για τον ΠΠΒ, η οποία στο απόγειο του εθνικιστικού της μεγαλείου, ένεκα των ποδοσφαιρικών της επιτυχιών, τυγχάνει να διακυβερνάται στρατιωτικά, η οποία προβαίνει σε κίνηση θερμοπολεμικής συνέχισης του ΠΠΒ.

Στην αυστηρή οπτική της επιστήμης της πολιτικής οικονομίας, η πολεμικοστρατιωτική και εκδηλούμενη και στο επίπεδο των διεθνών και εξωτερικών σχέσεων νίκη της Μεγάλης Βρετανίας ήταν η επιτυχής ανακοπή της εκτενούς εμφάνισης αυτής της χώρας στα πεδία των αγορών με τα προνόμια της ανθρώπινης δράσης. Δεν έχουν ερευνηθεί όλες οι παράμετροι και οι διαστάσεις αυτού του πολέμου.[12] Ίδιας ποιότητας στοχεύσεις είχε και η εκ μέρους της Θάτσερ απαγόρευση των επιχειρήσεων των μυστικών υπηρεσιών στην Αγγλία, ανεξάρτητα του αν ήτο επιβεβλημένη υπό τα κριτήρια της αρχής της αναλογικότητας. Αλλά, αυτό θα πρέπει να ιδωθεί, σχεδόν αποκλειστικά ενταγμένο στην ταξική πάλη της Μεγάλης Βρετανίας εκείνης της εποχής.

Σε κάθε περίπτωση, αυτό το σύστημα φιλελευθερισμού εχθρεύεται τον μηχανισμό: επιβολή φόρων γεννάει γινόμενο κεφάλαιο γεννάει προσδοκία χρήματος γεννάει την επανεμφάνιση του ατομικού κράτους στις αγορές.

Ίδιες στοχεύσεις θεραπεύει και ο ορντοφιλελευθερισμός.[13] Ο ορντοφιλελευθερισμός σε αληθινά ευρωπαϊκές κοινωνίες είναι αυτό, που τις τρέχει, αυτό που βλέποντας μέσα από την κανονιστική οπτική του τα αποτελέσματα και τις σχέσεις (ανα)παραγωγής, προτείνει, και αποφασίζει περί της ταχύτητας, με την οποία θα τρέχει το όλο σύστημα.

Αλλά, σε κάθε περίπτωση το κεντρικό μονεταριστικό πρόβλημα παραμένει: η ανθρώπινη δράση εμπλέκεται συνεχώς σε διαδικασίες γινόμενου κεφαλαίου, και μάλιστα διαρκώς πάρα πολλά χαρτιά γινόμενου κεφαλαίου βρίσκονται σε χέρια πολλών ιδιωτών. Σε αυτό το σημείο, εντοπίζεται η πιο οξυμένη συγχρονική δομική καπιταλιστική ιδεολογική αντίφαση: στο ότι από την μια ευνοεί και ευαγγελίζει την ατομικοποίηση, την ανθρώπινη δράση, αλλά από την άλλη οι συνέπειές της εμφανίζονται μπροστά της ως οι συνεχείς εφιάλτες, και ως οι μεγάλοι πονοκέφαλοι.

Σε πρώτο χρόνο, το πλανητικό σύστημα δίνει πλανητική απάντηση μέσω της ενεργοποίησης της agency αναφορικά με τις κινησιολογίες, τις συμπεριφορές, τις διεκδικήσεις, τις πολιτικές των τάξεων. Η agency είναι η συνεκτική δυναμική πρώτα της εργατικής τάξης, και στη συνέχεια και των άλλων τάξεων. Είναι η συνειδητή δράση στο εύρος που η τάξη αποκτά συνειδητότητα εξ αιτίας ακριβώς της ταξικής δράσης.

Τα σύνολα όλων αυτών των δραστηριοτήτων σχεδόν άμεσα συλλέγονται ως πληροφορίες στο Σώμα της Γενικής Νοημοσύνης. Οι τυφλοπόντικες της επανάστασης, τα σπουργίτια της εξέγερσης, τα κοράκια των αντεπιθέσεων, οι καθαρίστριες του πραγματικού, ανεβάζουν τους ρυθμούς της συλλογής και διαβιβάσεων. Οι λεπτομερειακοί εργάτες καθώς επισκοπούν τα άμεσα αποτελέσματα του εβδομαδιαίου προτσές παραγωγής, προκειμένου να κατανοήσουν τι παράγουν, εκλαμβάνουν -και ορθά, αυτά ως εργασίες master of sciences, τα αποτελέσματα της εργοστασιακής παραγωγής στο τρίμηνο ήδη κάπου μεταφράζονται σε διδακτορικές θέσεις φιλοσοφίας. Με αυτόν τον τρόπο το σύστημα πανεπιστημίων συνδέεται αυτόνομα με την αυτονομία της υλικής παραγωγής, ήτοι αυτόνομα ως προς τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια των αγορών. Ο συλλογικός εργάτης αναγιγνώσκει, εξηγεί, ερμηνεύει όλα αυτά τα αποτελέσματα ως γενικές τάσεις του προτσές ως όλο. Ο Επιτυγχάνων Μηχανικός/Adaptus Mechanicus τεχνικοποιεί και παράγει σχέδια, διαγράμματα,  υποδείγματα και νόρμες για την υλικοποίηση των ροών, προς επέκταση του προτσές.

Όλο αυτό τροποποιεί, μεταβάλλει όλα τα σύνολα των σχέσεων, χωρικά, περιφερειακά διακρατικά, διεθνικά, πλανητικά, ώστε πλέον ο εργάτης προβάλλει ως ένα διαφοροποιημένο υποκείμενο: νέες υποκειμενικότητες αναδύονται.

Το κάθε εθνικιστικά προσδιορισμένο σύστημα μέσα στην κρετινική μιζέρια του προβαίνει σε νέες εξουσιαστικές τεχνικές περιορισμών, καταστολής, επιχειρεί την «ιδεατοποίηση» (idealization), την καθυστέρηση των υλοποιήσεων όλων των αποτελεσμάτων, διότι αντιλαμβάνεται μέσα στην στενόχωρη αθλιότητά του, ότι ο κοινός πλούτος της εργατικής τάξης αυξάνεται, εκτείνεται, πληθύνεται, εντείνεται.[14]

Αλλά, οι αυτοκρατορικοί μηχανισμοί έχουν ήδη διαπιστώσει ορατή και εμφανή επαύξηση της νοημοσύνης σε όλα τα επίπεδα. Σε αυτό το σημείο η βιομηχανία παραγωγής του εμπορεύματος εργατική δύναμη κλπ, ιδιοποιείται μερίδια από την επαύξηση της νοημοσύνης με στόχο την μελλοντική διαμόρφωση του εμπορεύματος με το οποίο ασχολείται.[15]

Είναι τέτοια η ορμή και η δυναμική αυτών των ποιοτικών αλλαγών, ώστε πέρα από τις διεθνείς σχέσεις, ένα νέο επίπεδο ποιοτήτων αποκαλύπτεται: οι εξωτερικές (external) σχέσεις.[16]

Κατά το κοινώς λεγόμενο, δεν είναι στους σκοπούς αυτού του κειμένου, να δώσει έναν περιεκτικό κλπ προσδιορισμό για το τι είναι εξωτερικές σχέσεις. Μπορεί να ειπωθεί ότι η ευρύτητά τους ξεκινά από τις επίσημες και ανεπίσημες έρευνες περί UFO και εξωγήινης νοημοσύνης,[17] οργανώνεται κύρια γύρω από τις προσφυγικές και μεταναστευτικές μετακινήσεις, και φτάνει έως την έρευνα μηχανών και μηχανολογίας που δεν είμαστε σίγουροι αν έχουν παραχθεί από εμάς. Τα κράτη, οι οργανισμοί, οι καπιταλιστικές ενώσεις κλπ, ζητούν και φιλοδοξούν τον έλεγχο αυτών των σχέσεων και σε τελική ανάλυση την υπαγωγή των στο ίδιο το κεφάλαιο.

Αλλά, η ίδια η ύπαρξή των είναι μια υπονόμευση των τυπικών καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας, σε τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε το γενικό καπιταλιστικό σύστημα προσπαθεί να τις μυστικοποιήσει, να τις εσωτερικεύσει, να τις εγγενεύσει, να τις συγγενεύσει.

Πάνω σε αυτό οικοδομείται η σχέση στο ανώτερο επίπεδο μεταξύ ιδεολογίας – νοημοσύνης οργανωμένης σε υπηρεσίες – κεφαλαίου.[18]

2_ Μερικά καθορισμένα συστήματα πολιτικής οικονομίας και κοσμικές τάξεις (world orders)

Η σύλληψη περί κοσμικής τάξης ανήκει στο κομμουνιστικό κίνημα, και δη προκύπτει από τα κείμενα, ειδικά του Γκράμσι, στην Ordine Nuovo. Η αλήθεια είναι ότι στις δεκαετίες του 1960 και 1970, οι νέο-φασίστες έκλεψαν και την εμφάνισαν ως δήθεν δική τους.

Από την άλλη, σε μια ιστορική προοπτική, στον ευρωπαϊκό χώρο και στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, η στρατηγική για την δημιουργία “ordo” ξεκινά με την Παπική Επανάσταση του 11ου αιώνα και το αίτημα για την “ecclesia militans”. Στην μακραίωνη πολιτική θεωρία του ιταλικού χώρου, η έννοια της κοσμικής τάξης πρέπει να γίνει κατανοητή ως η έκβαση των ανταγωνισμών, καθ’ ό διάστημα λαμβάνει σταθερά πολιτικά και νομικοθεσμικά χαρακτηριστικά. Είναι δηλαδή μια σταθερή κατάσταση δυναμικής ισορροπίας.

Σε ένα πιο βαθύ επίπεδο, επ’ αυτού ανοίγει η μεγάλη διερεύνηση της σύμφωνα με τον Τρόντι αυτονομίας του πολιτικού.[19]

Είναι σίγουρο, ότι το σχήμα βάση - εποικοδόμημα δεν επαρκεί για την όποια κατανόηση και εξήγηση. Αλλά, αυτό δεν σημαίνει ότι η αυτονομία του πολιτικού φτάνει έως την ουτοπία της πλήρους αποοικονομικοποίησής του.

Επομένως, για την εργατική κριτική, κάθε ordo στοιχίζεται, συνδέεται, (αντ)αποκρίνεται σε, και προκύπτει, απορρέει από δοσμένα μερικά συστήματα πολιτικής οικονομίας, ήτοι σε και από μερικότητες του προτσές της παραγωγής κεφαλαίου ως όλο. Το προτσές δεν είναι αριστοτελικό αυτόματο, ούτε διεξάγεται, ούτε πραγματώνεται με αυτούς τους όρους, αλλά προϋποθέτει και συνεπάγεται την συνειδητή και εμπρόθετη δράση των εμπλεκόμενων σε αυτό υποκειμένων. Αυτό σημαίνει ότι επιδέχεται και εντός του χωρούν σχεδιασμοί, πρότζεκτς, πλάνα, νοηματοδοτήσεις κλπ.

Έτσι, η γεωπολιτική θεωρία, η θεωρία των διεθνών σχέσεων, και κατ’ εξοχήν η στρατηγική σκέψη, ο στρατηγικός νους, συγκροτούν περιγραφές και θεωρητικά σύνολα για το πώς τα συστήματα πολιτικής οικονομίας εκφράζονται και προωθούνται στρατηγικά.

Δεν ήταν ποτέ, ούτε είναι, ούτε θα είναι καθήκον της εργατικής κριτικής ως τέτοιας να κάνει αυτό, χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι δεν λαμβάνει αυτά σοβαρά υπ’ όψη. Στο μέτρο, όμως, κατά το οποίο η κάθε στρατηγική αφορά την πολιτική οικονομία, αποτελεί αντικείμενο της εργατικής κριτικής.

Επομένως, μπορούν να ξεχωρισθούν η ευρωατλαντική στρατηγική, η ευρασιατική στρατηγική, το βόρειο πέρασμα, το οποίο εφάπτεται των δύο πρώτων, και η στρατηγική της ανοιχτής κοινωνίας. Δεν πρόκειται για παγκόσμιες συνομωσίες, ούτε για πρότζεκτ των (υπερ-)ελίτ κλπ, ούτε για a priori αλληλοαποκλειόμενα, αλλά για πραγματικές και ενεργείς κινήσεις, οι οποίες τείνουν με αντιφατικούς συχνά τρόπους και μεθόδους, στην διαμόρφωση και συγκρότησή τους σε συστήματα πολιτικής οικονομίας.

3_ H θεωρία των κρίσεων περί του γινόμενου κεφαλαίου

Τα κριτικά ρεύματα μέσα στην οικονομική επιστήμη είναι τέτοια, διότι θέτουν στο επίκεντρο τις οικονομικές κρίσεις. Η κρίση του 2008 είχε ως αποτέλεσμα ανάμεσα στα άλλα μια πλημμυρίδα λαϊκών πολεμικών εις βάρος του χρηματιστικού, του χρηματιστηριακού, του καζινικού κλπ κεφαλαίου. Όλες αυτές οι αντιλήψεις λίγο έως πολύ συνδέονται με αντιιμπεριαλιστικές θεωρίες εξάρτησης. Γράψαμε τότε περί αυτών. Εδώ, όμως, θέλω να αναδείξω τις επιστημονικές εύστοχες κριτικές στο γινόμενο κεφάλαιο.

            Στην ίσως πιο διεισδυτική και συστηματική από αυτές, η Rebecca Carson αποδεικνύει την σύνδεση των μηχανισμών του γινόμενου κεφαλαίου με την επανεμφάνιση εμπρόσωπων μορφών ιδιοκτημοσύνης, και συμβάλλει στην ανάδειξη της διάκρισης μεταξύ εμπρόσωπου και απρόσωπου.[20] Οι ίδιες οι νομοθεσίες της ΕΕ και του ΗΒ περί αντιμετώπισης και εξάλειψης της σύγχρονης σκλαβιάς επιβεβαιώνουν τις θέσεις της.[21]

            Ο Shimshon Bichler και ο Jonathan Nitzan σε μια καθαρά wildcat κριτική τεκμηριώνουν τις συνδέσεις μεταξύ των μηχανισμών εμφάνισης και διαχείρισης του γινόμενου κεφαλαίου, της κυρίαρχης ιδεολογίας και του κεφαλαίου ως σχέσης εξουσίας, κάνοντας εμφανώς προφητικά λόγο για τον αλγόριθμο του καπιταλιστικού τρόπου εξουσίας.[22]

            Αντιθέτως, ο Michael Hudson σε μια απόπειρα κριτικής της κριτικής, στηριζόμενος πάνω σε μια λήψη ζητουμένου, ξεκινάει από την ιδεολογία, κάνοντας μια γύρα γύρω από αυτήν, προκειμένου να επιστρέψει στους κόλπους της.[23]

            Ο Μichael Perleman επιχειρεί την ανασυγκρότηση μιας συστημ(ατ)ικής κριτικής θεωρίας του γινόμενου κεφαλαίου, και επομένως το κείμενό του είναι απαραίτητο.[24]

            Επίσης, αδιαμφισβήτητα, ο Γιάννης Μηλιός σε πρόσφατη δημοσίευσή του υπονοεί την πιο κρίσιμη, αλλά αφανή διάσταση του ζητήματος του γινόμενου κεφαλαίου, αυτήν του χρόνου.[25]

            Είναι ευτύχημα, το ότι υπόρρητα αποδέχεται κεντρικές υποθέσεις του επιταχυντισμού, ακόμη κι αυτού το οποίο ειρωνικά (αυτό)αποκαλείται «rightwing marxism». Αυτό σημαίνει ότι είναι η ίδια η πραγματική κίνηση προς τα μπρος …, και η οποία εξωθεί στοχαστές, διανοούμενους, δασκάλους να αποκοπούν από τον ιδεολογικισμό, και από τους δυϊσμούς.

            Εν τούτοις, και σε αυτό, το γινόμενο κεφάλαιο αναλύεται ως τίνι τρόπω κομμάτι της χρηματιστικής (finance), και όχι ως κάτι, το οποίο (κατά λογική συνέπεια) προηγείται της δράσης του χρηματοθετικού και τοκοφόρου κεφαλαίου, ή οργανώνεται και κινείται σε άλλο χρόνο, καθ’ όσον το γινόμενο κεφάλαιο είναι τέτοιο, επειδή προκύπτει κατά την διαίρεση του κέρδους σε τόκο και κέρδος του εγχειρήματος.

Σχολικό παράδειγμα: κάποιος αποφασίζει να μην πληρώσει μετρητά, αλλά να εκδώσει μεταχρονολογημένη επιταγή για να εξοφλήσει την απαίτηση ενός προμηθευτή του, και τούτο διότι θέλει, ας πούμε, να πάει παίξει τζόγο ή να κάνει ένα ακριβό δώρο στην ερωμένη του. Η μεταχρονολογημένη επιταγή είναι per se γινόμενο κεφάλαιο. Ο κομιστής και δικαιούχος της δεν θα την μεταβιβάσει, οπισθογραφώντας την, αλλά θα την εμφανίσει στην τράπεζα προς πληρωμή. Δεν θα υπάρχει υπόλοιπο, διότι ο εκδότης της επιταγής στοιχημάτισε ή ήλπισε μέσα του, ότι ο υπέρ ου η έκδοση θα την οπισθογραφούσε, και έτσι θα σφραγισθεί. Μετά, αν ο εκδότης της επιταγής, θέλει να συνεχίσει να έχει εγχείρημα, θα πάει στην τράπεζα ή σε κάποιον χρηματοδανειστή, ή σε κάποιο ενεχυροδανειστήριο, ώστε να ζητήσει δάνειο, πίστωση, προκειμένου να αποπληρώσει τον δικαιούχο της επιταγής προμηθευτή του.

Σε αυτήν την τυπική περίπτωση, το γινόμενο κεφάλαιο εμφανίσθηκε μέσα στην εσωτερικότητα της επιχείρησης, ή μέσα στον βιοτικό κύκλο του αδιαίρετου καπιταλιστή, εμπόρου κλπ, καθώς το κέρδος διασπάται σε αυτό που πρέπει να πληρωθεί για τόκο, και σε αυτό που του μένει στην τσέπη, ήτοι σε κέρδος του εγχειρήματός. Το τοκοφόρο κεφάλαιο, στην περίπτωση αυτή με την θεσμικότητα της τράπεζας, εμφανίζεται, αφού το γινόμενο κεφάλαιο εξαντλήσει τα μέσα για να πληρωθεί, για να γίνει χρήμα. Εδώ δεν πρόκειται για λήψη ζητουμένου αλλά για την εμπορική πραγματικότητα μιας κανονικά οργανωμένης κεφαλαιακής χώρας.

Επομένως, το γινόμενο κεφάλαιο αφορά την εσωτερικότητα, τον έκαστο ατομικό καπιταλιστικό χαρακτήρα, το πώς λειτουργεί ο κάθε αδιαίρετος καπιταλιστής ως βεμπερικός στερεότυπος. Από την σκοπιά της τράπεζας είναι μόνο μια διαδικασία αξιολόγησης της αξιοπιστίας και του αξιόχρεου.

Έτσι, το γινόμενο κεφάλαιο ουδέν ρυθμιστικό ρόλο παίζει, αλλά, όπως λέει ο μονεταρισμός και η Σχολή του Σικάγο, μάλλον είναι αυτό που προκαλεί τα μπερδέματα και τις αρρυθμίες.

            Αλλά, έχει μια ευεργετική επίδραση: φανερώνει την ανάγκη για παραγωγή διαφοροποιημένων χρόνων, κάτι το οποίο θέλοντας και μη βάζει μπρος την επιτάχυνση.[26] Και από την άλλη, καθώς διαγιγνώσκει ο Μηλιός, εξωθεί την χρηματιστική σε ρυθμίσεις, επομένως επιτελεί ρόλο στην ανασυγκρότηση του κεφαλαίου ως εξουσίας. Έτσι, βασισμένο, και πάνω στην κίνηση του γινόμενου κεφαλαίου, το τοκοφόρο κεφάλαιο όλο και πιο έντονα εμφανίζεται και αναπτύσσεται ως η εξωτερίκευση των σχέσεων του κεφαλαίου.

          Συμπερασματικά, το γινόμενο κεφάλαιο εμπλέκεται σε διαδικασίες παραγωγής μελλοντικότητας.

            Επιτρέψτε μας να επιστρέψουμε στο ως άνω παράδειγμα: Ο εκδότης υπόσχεται: πάρε την επιταγή και θα πληρωθείς τότε. Αν στην στιγμή, κατά την οποία δίνει την επιταγή, δεν υπάρχει επαρκές υπόλοιπο στον τραπεζικό του λογαριασμό, τότε θα πρέπει μέχρι να έλθει η ημερομηνία πληρωμής, να σχισθεί να βρει χρήματα, δηλαδή να οργανώσει και να διευθύνει την παραγωγή και την παροχή υπηρεσιών του εγχειρήματός με τέτοιο τρόπο, να εξαντλήσει την καπατσοσύνη του και την επιτηδειότητά του, ώστε να είναι εμπρόθεσμος στην ημερομηνία εμφάνισης της επιταγής στην τράπεζα, δηλαδή κατά την ημερομηνία αυτή να υπάρχει το απαιτούμενο χρηματικό υπόλοιπο στον τραπεζικό του λογαριασμό. Αν στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα η επιταγή αλλάξει χέρια, δηλαδή αν ο δικαιούχος της την μεταβιβάσει σε τρίτον, οπισθογραφώντας την, τότε αρχίζει να αναπτύσσεται το τεχνητό σύστημα επέκτασης του προτσές αναπαραγωγής. Κι αν στο τέλος, κατόπιν κάποιων μεταβιβάσεων από χέρι σε χέρι, η επιταγή σφραγισθεί, τότε η αξίωση θα γίνει αναδρομικά έντοκη, επομένως θα έχει προκύψει και γινόμενος τόκος.

Αναλογισθείτε πόσο όλο αυτό υπερμεγενθύνεται στις περιπτώσεις μετοχών, ομολογιών, ή ακόμα πιο πολύ στις περιπτώσεις κατά τις οποίες κάποιοι κάνουν μπίζνες μέσω δοσίματος προφορικών υποσχέσεων.

Αν θέλετε, το παράδειγμα μπορεί να έχει πιο ενδιαφέρουσα πλοκή και τροπή: αν ο τελικός κομιστής δεν εμφανίσει την επιταγή για σφράγιση, και παρέλθει η προθεσμία παραγραφής της αξίωσής του, και μετά το πέρας, δημιουργηθεί νέα ενοχική αξίωση με σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους (βλ. άρθρο 873 Αστικού Κώδικα). Σε αυτό, ο χάρτινος τίτλος γινόμενου κεφαλαίου μεταμορφώνεται με διαφορετικό τεχνητό τρόπο.

Έτσι, το γινόμενο κεφάλαιο, φτιάχνεται (και εδώ έγκειται η τεχνητότητά του, artificiality), μέσα από το αμήν, μέσα από το fiat, μέσα από το γενηθήτω.

            Ώστε, σε κάθε περίπτωση μπορεί να ειπωθεί, ότι το γινόμενο κεφάλαιο ξεκινά και τελειώνει στο θα…

4_ Φιλοσοφία περί γινομενικότητας

Φιλοσοφικά, το γινόμενο κεφάλαιο μπορεί να ιδωθεί ως άπειρα συμβεβηκότα (accidentalia), ή ως αναπαραστάσεις (Vorstellungen) του πραγματικού κεφαλαίου, αν και σε αυτήν την περίπτωση η χρήση του όρου εκφράσεις, μου κάνει πιο δόκιμη.

Ωστόσο, επειδή στον Χέγκελ η αναπαράσταση προϋποθέτει την ύπαρξη πνεύματος/φάσματος (geist), εν τέλει ο όρος εκφράσεις είναι πιο δόκιμος, καθ’ όσον το γινόμενο κεφάλαιο (Fiktitionalität) εκφράζει πραγματικό κεφάλαιο (Realität) το οποίο παράγεται, όντας μεταμόρφωση του κεφαλαίου παραγωγής (Materialität), καθώς μεταμορφώνεται σε εμπορευματικό κεφάλαιο.

            Επομένως, μπορεί να ειπωθεί ότι το γινόμενο κεφάλαιο διαθέτει έναν αριστοτελικό χαρακτήρα, ή μπορεί να εννοιολογηθεί φιλοσοφικά μέσα από αριστοτελικές κατηγορίες.

Αν θέλουμε, όμως, να τεθεί το εν λόγω ζήτημα με μεγαλύτερη ακρίβεια (accuracy) και ευστοχία, πρέπει να ειπωθεί ότι οντολογικά το γινόμενο κεφάλαιο εμφανίζεται ως συμβεβηκότα, και σύμφωνα με την αρχαία σκέψη διαθέτει δαιμονικούς χαρακτήρες.

            Μια από τις ελεγείες του Θεόγνιδος του Μεγαρέως (6ος αιώνας) κάνει λόγο για αξιόπιστους άνδρες οι οποίοι αξίζουν σε αργυρό και χρυσό, αξιόπιστοι σε χαλεπά εγχειρήματα, τους οποίους το κέρδος δεν οδηγεί σε αισχρά εγχειρήματα.

«Πιστὸς ἀνὴρ χρυσοῦ τε καὶ ἀργύρου ἀντερύσασθαι

ἄξιος ἐν χαλεπῆι, Κύρνε, διχοστασίηι.

Παύρους εὑρήσεις, Πολυπαΐδη, ἄνδρας ἑταίρους

πιστοὺς ἐν χαλεποῖς πρήγμασι γινομένους,

οἵτινες ἂν τολμῶιεν ὁμόφρονα θυμὸν ἔχοντες

ἶσον τῶν ἀγαθῶν τῶν τε κακῶν μετέχειν.

Τούτους οὔ χ’ εὕροις διζήμενος οὐδ' ἐπὶ πάντας

ἀνθρώπους, οὓς ναῦς μὴ μία πάντας ἄγοι,

οἷσιν ἐπὶ γλώσσηι τε καὶ ὀφθαλμοῖσιν ἔπεστιν

αἰδώς, οὐδ' αἰσχρὸν χρῆμ’ ἔπι κέρδος ἄγει».[27]

Στον Ηράκλειτο ΗΘΟΣ ΑΝΘΡΩΠΩ ΔΑΙΜΩΝ, ήτοι ο δαίμων είναι ο ηθικός καθορισμός μίας εκάστης των υποκειμενικοτήτων. Στην δαιμονολογία του Εμπεδοκλή, οι δαίμονες, όντες μακραίωνοι, αλλά όχι αιώνιοι, αποκτούν κοσμολογικά, αλλά ουδέποτε οντολογικά (δεν είναι δυνάμεις) χαρακτηριστικά, καθώς απορρέουν από την διαλεκτική φιλότητας και νείκους.[28]

“αὐτὰρ ἐπεὶ κατὰ μεῖζον ἐμίσγετο δαίμονι δαίμων,

ταῦτα τε συμπίπτεσκον, ὅπῃ συνέκυρσεν ἕκαστα,

ἄλλα τε πρὸς τοῖς πολλὰ διηνεκῆ ἐξεγένοντο”[29]

Η σύμμειξη και η ανάμειξη των δαιμόνων, των δαιμονικών στοιχείων, εξάγει πολλά, ήτοι πολλά, των οποίων δεν είναι δυνατός a priori ο καθορισμός και ο προσδιορισμός των, επομένως εδώ εισάγεται μια δυναμική συμβεβηκότος.

Λαμβανομένων υπ’ όψη όλων των ανωτέρω, δεν είναι τυχαίο ότι, ο Χάιντεγκερ κατά τις διαλέξεις του στο 1921-1922 στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ, για τον Αριστοτέλη, εστιάζοντας σε φαινομενολογικά θέματα, αφιερώνει το τρίτο μέρος της στην γινόμενη/γεγονοτική (factical) ζωή.[30]

Στον Χάιντεγκερ, η factical ζωή είναι η ζωή ως τέτοια, η οποία επιδέχεται εμμενούς ερμηνείας.

Στην ερευνώμενη περίπτωση αυτό σημαίνει (και ορθά), ότι το γινόμενο κεφάλαιο γίνεται κατανοητό κατά την διάσπαση του κέρδος σε τόκο και κέρδος του εγχειρήματος. Είναι αυτή η διάσπαση που καθορίζει το επίπεδο εμμένειάς του, και όχι σε πρώτο χρόνο η απόπειρα ανεύρεσης συνδέσεων στο υπερ-, καθ' όσον αυτή η εργασία έρχεται μετά. Επομένως, η κριτική ανάλυση του γινόμενου κεφαλαίου, πιο πολύ από τα άλλα, είναι, όπως το θέτει ο Χαίντεγκερ, «συγκεκριμένο έργο», «concretum».

Στην συνέχεια της διάλεξης, αποδίδοντας τον αριστοτελικό οπτιμισμό περί ανθρώπου ως ζώου έλλογου, ταυτίζει την ζωή με το εἶναι, και έτσι λέει ότι η ζωή μπορεί να κατηγοριοποιηθεί, και από την έρευνά της παράγονται νέες κατηγορίες.

Κατά τον Χάιντεγκερ, ο ορθολογισμός αυτής της γινόμενης/γεγονοτικής ζωής συνίσταται στο ότι ψάχνει να βρει την easiness, δηλαδή την αριστοτελική μεσότητα. Έτσι, μια από τις κατηγορικές εμπροθετότητες/τάσεις (intentiones) αυτής της ζωής είναι το να παραδίδεσαι.[31] Σε αυτό το σημείο, οι ροές, οι διαδρομές του γινόμενου κεφαλαίου αναβαθμίζονται στον ίδιο τον οντολογικό ρουν, και έτσι τα εμπλεκόμενα υποκείμενα, για να το πω πιο συγκεκριμένα τα αντισυμβαλλόμενα μέρη, τα ανταλλασσόμενα υποκείμενα, αυτοπαραδίδονται, όπως έχει αναλύσει ο Γκέοργκ Λούκατς, παραδίδονται στον οδοστρωτήρα της πραγμοποίησης.

Κρατώντας αυτά, μπορούμε να προχωρήσουμε την διερεύνησή μας, κάνοντας μια στάση στον Jeremy Bentham και στα έργα του περί των γινόμενων/φτιαχτών οντοτήτων (fictitious entities).[32] Πρόκειται για οντότητες και ονόματα/ουσιαστικά (nomina) στα οποία η πραγματικότητα δεν νοείται να αποδοθεί.

Έτσι, επιστρέφουμε στις διακρίσεις υλικότητα / πραγμότητα / έκφραση – γινομενικότητα, γεγονοτικότητα. Εδώ, δεν πρόκειται μόνο για κάτι εννοιολογικό, αλλά για κάτι που έχει να κάνει με διακριτά επίπεδα εμμένειας, με διακριτές χωρικότητες. Αυτή η δυναμική φανερώνεται μέσα από το προτσές ως όλο, ήτοι η μέσω του αφανισμού της απόστασης, οιονεί καταργηση της συγχρονικότητας. Μ’ αυτόν τον τρόπο το γινόμενο κεφάλαιο (στην οπτική του συλλογικού εργάτη) εργαλειοποιείται στο όλο προτσές, συμβάλλοντας στον αφανισμό, στον εκμηδενισμό των αποστάσεων.

 

5_ Από το εμπρόσωπο και το απρόσωπο, στο ανθρώπινο και στο μη ανθρώπινο

Άρα, η κίνηση και το σύστημα του γινόμενου κεφαλαίου έχει μια πολύ ισχυρή πραγμοποιητική λογική και διαδικασία. Αυτό το οποίο απέδειξε η Rebeca Carson ως διαλεκτική μεταξύ του εμπρόσωπου και απρόσωπου. Και σωστά:

Διότι στο προτσές της παραγωγής αντιπαρατίθενται πάντα εμπρόσωπα, ενσώματα υποκείμενα, ενώ στο σύστημα τεχνητής επέκτασης του προτσές αναπαραγωγής χάρτινες αποφάσεις, αξιώσεις και απαιτήσεις: είναι ένας χαρτοπόλεμος: χάρτινες μορφές διαμεσολάβησης διπλά, τριπλά και βάλε νεκρής εργασίας, επειδή όλες αυτές οι χάρτινες διαταγές και αξιώσεις πάντα αποτιμώνται σε χρήμα, ώστε εξ αιτίας αυτού στην γενικότητά της η υλική παραγωγή έρχεται σε όλο και πιο έντονη και οξυμένη αντίθεση προς τις κοινωνικές της μορφές.

            Πάλι στο θεωρησιακό (speculative) επίπεδο, με όλα αυτά, καταπώς λέει ο Reza Negasterani, οδεύουμε σε μια μη ανθρώπινη (inhuman) εννοιολόγηση του καπιταλισμού.[33]

Αυτό οφείλεται στο ότι ως εργατικά υποκείμενα αρνητικού από την μια διαχωριζόμαστε (με σχίζο- τρόπους) από το προτσές κυκλοφορίας και αναπαραγωγής, παρότι στον ίδιο χρόνο είμαστε μέσα στο προτσές της παραγωγής, και από την άλλη στο ότι επιδιώκουμε όλο και πιο πολύ να προσεγγίσουμε τις οπτικές του συλλογικού εργάτη, αναζητώντας τις στρατηγικές μας.

Έτσι, η κοινωνική πρακτική συνεχίζει να εκδηλώνεται και να εξωτερικεύεται προς τους τρίτους ανθρώπινα, αλλά το αίτημα για χειραφέτηση αποκτά όλο και πιο πολύ μη ανθρώπινο χαρακτήρα, καθ’ όσον οι ίδιες οι cyborg ιδιότητες και ικανότητές μας, όσο προσεγγίζουν την οπτική του συλλογικού εργάτη, αντιτίθενται στις μηχανές.

 

[1] Παράβαλε Digesta, 47.12.3.5, Ulpianus 25 ad ed. praet.: “Divus hadrianus rescripto poenam statuit quadraginta aureorum in eos qui in civitate sepeliunt, quam fisco inferri iussit, et in magistratus eadem qui passi sunt, et locum publicari iussit et corpus transferri. quid tamen, si lex municipalis permittat in civitate sepeliri? post rescripta principalia an ab hoc discessum sit, videbimus, quia generalia sunt rescripta et oportet imperialia statuta suam vim optinere et in omni loco valere” (The Divine Hadrian, by a Rescript, fixed a penalty of forty aurei against those who buried dead bodies in cities, and he ordered the penalty to be paid to the Treasury. He also directed the same penalty to be inflicted against magistrates who suffered this to be done; and ordered the place to be sold by auction, and the body to be removed. But what if the municipal law permits burial in a city? Let us see whether this right has been annulled by the Imperial Rescripts, for the reason that Rescripts are of general application. The Imperial Rescripts must be enforced and are valid everywhere), και οπ., 49.14.3.11: “Callistratus 3 d. i. fisci. Deferre autem se nemo cogitur, quod thensaurum invenerit, nisi ex eo thensauro pars fisco debeatur. qui autem, cum in loco fisci thensaurum invenerit, partem ad fiscum pertinentem suppresserit, totum cum altero tanto cogitur solvere”, https://droitromain.univ-grenoble-alpes.fr/Anglica/D49_Scott.htm#XIV

[2] Βλ. David Ricardo, On the Principles of Political Economy and Taxation, 1817 (third edition 1821), Batoche Books, Kitchener, Ontario, 2001, p. 104

[3] Georg Wilhelm Friedrich Hegel, Grundlinien der Philosophie des Rechts, (Naturrecht und Staatswissenschaft im Grundrisse. Zum Gebrauch für seine Vorlesungen), Dritter Teil. Die Sittlichkeit, Dritter Abschnitt. Der Staat, B. Das äußere Staatsrecht, 333, 334, απόσπασμα

[4] Βλ. Michael Hardt, Antonio Negri, Empire, Part 3, Intermezzo/Counter-Empire, 3.1 The Limits of Imperialism, Harvard University Press, Cambridge, Massachusetts, London, England, 2000, pp. 221-239.

[5] Βλ. Λένιν, Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού και τον «ιμπεριαλιστικό οικονομισμό», εκδόσεις Προγκρές, Μόσχα, 1984.

[6] Βλ. Sismondi, Nouveaux principes [Seconde édition, Paris, 1827], II, p. 230

[7] Βλ. ενδεικτική βιβλιογραφία για τους δανεισμούς https://www.finances1821.eu/bibliography/

[8] Ενδεικτικά βλ. Συλλογικό, Ανασυγκρότηση και Διαίρεση της Ευρώπης, εκδ. ΠατάκηςΑθήνα, 2011, B. Sweet-Escott, Greece, A Political and Economic Survey, 1939 – 1953, Royal Institute of International Affairs, London 1954, Diomedes Psilos & Richard M. Westebbe, Report No. 10 Public International Developments Financing in Greece (Columbia University School of Law, New York September 1964, Ν.∆ της 6 Μαίου 1946 ‘περί ρυθµίσεως ζητηµάτων εν τη εκτελέσει των συµβάσεων δανείων δια την ανασυγκρότηση της Χώρας, Aid to Greece and Turkey, A collection of State Papers (Bulletin Supplement May 4, 1947, Department of State publication 2802), Second Report to Congress on Assistance to Greece and Turkey. (Department of State, publication 3035 Economic Cooperation Series 3, released February 1948, Michael Hogan, (1982). “The Search for a Creative Peace: The United States, European Unity and the Origins of the Marshall Plan.” Diplomatic History VI: 267- 285. Michael Hogan, “American Marshall Planers and the Search for a European Neocaspitalism.” American Historical Review 90, (1985 February), D Barbezat, "The Marshall Plan and the Origin of the OEEC. Explorations in OEEC History, edited by O. H. S. Richard Griffiths, Paris: Organization for Economic Cooperation Development (Washington, DC OECD Washington Center, 1997). S. Jackson, “Prologue to the Marshall Plan: The Origins of the American Commitment for a European Recovery Program” Journal of American History ( 65, March 1979), Απόστολος ΒετσόπουλοςΗ Ελλάδα και το Σχέδιο ΜάρσαλΗ μεταπολεμική ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας, εκδ. Gutenberg, Αθήνα, Ιούνιος 2007.

[9] Βλ. Nick Land, The Right to Money (#1), (#2), στο Xenosystems, Fragments, https://www.youtube.com/watch?v=GKDQgLITuTA&list=PL1a38XXThqSZ6zVZYefs72vdfiq79Qvwv&index=72, https://www.youtube.com/watch?v=ojIEeFX3Bjw&list=PL1a38XXThqSZ6zVZYefs72vdfiq79Qvwv&index=77

[10] Βλ. https://en.wikipedia.org/wiki/Neo-medievalism, https://journals.sagepub.com/doi/10.1177/1354066101007004004, https://ecpr.eu/Events/Event/PaperDetails/57408, https://www.jstor.org/stable/24357500

[11] Βλ. https://en.wikipedia.org/wiki/Austrian_School, https://en.wikipedia.org/wiki/Human_Action, https://en.wikipedia.org/wiki/Ludwig_von_Mises

[12] Παράβαλε Laura Linford Williams, Malvinas Myths, Falklands Fictions: Cultural Responses to War from Both Sides of the Atlantic, Florida State University Libraries, A Dissertation submitted to the Interdisciplinary Program in the Humanities in partial fulfillment of the requirements for the degree of Doctor of Philosophy, Degree Awarded:, Spring Semester, 2005.

[13] Βλ. https://ecfr.eu/article/commentary_the_long_shadow_of_ordoliberalism/, Peter Triantafillou, Neoliberal taxation regimes and the articulation of sovereign state power, Journal of Political Power Volume 14, 2021 - Issue 3, pp. 409-424, Jonathan White, Between Rules and Discretion: Thoughts on Ordo-Liberalism, LEQS Paper No. 126/2017, November 2017, Knoll, Lisa, Sustainable Markets and the State: Taxation, Cap-and-Trade, Pay-for-Success, and Nudging, Historical Social Research, 44 (2019) 1, p. 231-257, Richard Wagner, The Tax State as Source of Perpetual Crisis, in The Oxford Handbook of Austrian Economics, Edited by: Christopher J. Coyne and Peter Boettke, Nov 2015.

[14] Βλ. inter alia Michael Hardt, The Common in Communism

[15] Βλ. https://www.sarajevomag.net/cyborg/issues/22/i22_p17_mind2.html, https://www.sarajevomag.net/cyborg/issues/22/i22_p61_dawn.html, https://www.sarajevomag.net/cyborg/issues/20/i20_p35_bio.html, https://www.sarajevomag.net/cyborg/issues/20/i20_p47_dna1.html, https://www.sarajevomag.net/cyborg/issues/20/i20_p65_dna3.html, https://www.sarajevomag.net/cyborg/issues/14/i14_p51_dna.html, https://www.sarajevomag.net/cyborg/issues/15/i15_p29_neuroeng.html

[16] Ενδεικτικά βλ. Edmund H. Hollands, The Externality of Relations, The Journal of Philosophy, Psychology and Scientific Methods, Vol. 11, No. 17 (Aug. 13, 1914), pp. 463-470, Mark H. Bickhard, Some Notes on Internal and External Relations and Representation, Otto Holman, Foreign Policy Theories and the External Relations of the European Union: Factors and Actors, Published online by Cambridge University Press:  21 November 2020, Jakub Mácha, Wittgenstein on Internal and External Relations : Tracing All the Connections, Londýn, Velká Británie: Bloomsbury (2015)

[17] Βλ. https://sgp.fas.org/library/ciaufo.html, https://eu.usatoday.com/story/news/nation/2021/07/26/search-for-ufos-and-alien-life-to-be-led-by-harvard-university/8091998002/, https://theconversation.com/us-intelligence-report-on-ufos-no-aliens-but-government-transparency-and-desire-for-better-data-might-bring-science-to-the-ufo-world-163059

[18] Βλ. Ideology, Intelligence, and Capital: An Interview with Nick Land, https://vastabrupt.com/2018/08/15/ideology-intelligence-and-capital-nick-land/

[19] Βλ. Mario Tronti, The Autonomy of the Political (1972), διαθέσιμο σε https://viewpointmag.com/2020/02/26/the-autonomy-of-the-political/, Joseph van der Naald, Mario Tronti and the Autonomy of the Political, http://www.telospress.com/mario-tronti-and-the-autonomy-of-the-political/

[20] Βλ. Rebbeca Carson, Fictitious Capital and the Re-emergence of Personal Forms of Domination, Continental Thought and Theory, A Journal of Intellectual Freedom, Volume 1, Issue 4: 150 years of Capital

[21] Βλ. https://www.legislation.gov.uk/ukpga/2015/30/contents/enacted, https://ec.europa.eu/anti-trafficking/eu-anti-trafficking-directive-201136eu_el

[22] Βλ. Shimshon Bichler and Jonathan Nitzan, Systemic Fear, Modern Finance and the Future of Capitalism, Jerusalem and Montreal, July 2010.

[23] Βλ. Michael Hudson, From Marx to Goldman Sachs: The Fictions of Fictitious Capital, and the Financialization of Industry, Critique, Vol. 38, No. 3, August 2010, pp. 419-444.

[24] Βλ. Michael Perelman, Fictitious Capital and the Crisis Theory, 2008

[25] Βλ. John Milios, Value, Fictitious Capital and Finance, The Timeless of Karl Marx’s Capital, Filozofski vestnik, Volume XL, Number 3, 2019, 111–131

[26] Βλ. Nick Land, Teleoplexy, Notes on Acceleration, 2014.

[27] https://www.loebclassics.com/view/theognis-elegiac_poems/1999/pb_LCL258.185.xml

[28] Βλ. Μιχαλής Χονδροκούκης, Δαίμων και Κόσμος, Η Ενότητα Εσχατολογίας και Κοσμολογίας στο Έργο του Εμπεδοκλή, Διδακτορική Διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Φιλοσοφία και Παιδαγωγικής, Τομέας Φιλοσοφίας, Θεσσαλονίκη 2020. Εμπειρικά, το να αποτολμήσει και να διεξάγει κάποιος μια τέτοια έρευνα, σημαίνει, ότι τουλάχιστον είναι ατρόμητος. Ωστόσο στην οπτική μου, στον Εμπεδοκλή δεν μπορούμε να ανεύρουμε μετατροπές των δαιμόνων σε οντολογικούς φορείς, αλλά είναι από την αρχή έως το τέλος συνδεδεμένοι με την κοσμολογία. Έτσι, εδώ τίθεται το ζήτημα της διαφοράς μεταξύ οντολογίας και κοσμολογίας. Το κριτήριο είναι τι μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο. Από ένα σημείο θέασης, η κοσμολογία είναι μοναδολογικά, και εννεαδολογικά απορροή της οντολογίας. Ηράκλειτος μπορεί να υπάρξει, χωρίς Ησίοδο, αλλά όχι Ησίοδος, χωρίς τον πρώτο. Από την άλλη, αν στον Εμπεδοκλή υφίσταται ενότητα μεταξύ κοσμολογίας και εσχατολογίας (αρχή, η οποία γενικά αποτελεί γνωστικιστικό μοτίβο: το γνωστικιστικό φίδι, το οποίο κουλουριάζεται, προκειμένου να δαγκώσει την ουρά του, σημαίνοντας στον ίδιο πραγματικό χρόνο το κοσμικό τέλος και την κοσμική αρχή ριζωμένα σε ένα σημείο. Παράβαλε https://vastabrupt.com/2018/08/07/time-war-briefing-for-neolemurian-agents/), αυτή υφίσταται μόνο κατά την αντίληψη του κυκλικού χρόνου. Σε κάθε περίπτωση, εν προκειμένω χρήσιμη και ωφέλιμη θα ήταν η εφαρμογή της διάκρισης μεταξύ πράγματος καθ’ εαυτού και δι’ εαυτού. Μ’ αυτόν τον τρόπο, το εἶναι (εξ ου η οντολογία) είναι αυτό επί του οποίου θεμελιώνονται οι κόσμοι, ον αυτόνομο προς αυτούς.

[29] Στο οπσ. 191

[30] Βλ. Martin Heidegger, Phenomenological Interpretations of Aristotle, Initiation into Phenomenological Research, translated by Richard Rojcewicz, Indiana University Press, Bloomington and Indianapolis, 2001, Thomas J. Sheehan, Heidegger’s Interpretation of Aristotle: Dynamis and Ereignis, Septemper 19 1977, Thomas Kalary, Heidegger’s Aristotle Interpretation of 1922 and its significance for his fundamental ontology

[31] Αντιπαράβαλε τον λόγο του Ουίνστον Τσόρτσιλ (4/6/1940), με την καταληκτική φράση, we shall never surrender!, https://www.youtube.com/watch?v=s_LncVnecLA

[32] Βλ. Jeremy Bentham, A Fragment on Ontology (Illustrated), www.WealthOfNation.com, 6/1/2015, Essay on Logic, www.WealthOfNation.com, 6/2/2015, Vitaly Ogleznev, БЕНТАМ ОБ ОПРЕДЕЛЕНИИ ВЫМЫШЛЕННЫХ СУЩНОСТЕЙ И КАТЕГОРИЯХ АРИСТОТЕЛЯ, BENTHAM ON DEFINITION OF FICTITIOUS ENTITIES AND ON ARISTOTLE’S PREDICAMENTS, Работа выполнена при финансовой поддержке Совета по грантам Президента РФ (проект № МД-1530.2018.6)

[33] Βλ. Reza Negasterani, Drafting the Inhuman: Conjectures on Capitalism and Organic Necrocracy, in Levi R. Bryant, Nick Srnicek & Graham Harman (eds.), The Speculative Turn: Continental Materialism and Realism, 2011, pp. 182-201.



[1] Ο terminus (όρος) ή το nomen “fictitious” στην ελληνόφωνη μετάφραση του Κεφαλαίου, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (η οποία έγινε από τα ρωσικά και όχι από τα πρωτότυπα χειρόγραφα, ή από τις πρώτες εκδόσεις στα γερμανικά) του Π. Μαυρομάττη (δημοσιευθείσα από το εκδοτικό του ΚΚΕ, και γι’ αυτό έχει τον χαρακτήρα της μόνης επίσημης μετάφρασης) (βλ. https://www.komep.gr/m-article/NEES-PERIPETEIES-TOY-KEFALAIOY-STIN-ELLADA/http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1376&Itemid=29https://www.e-prologos.gr/%CE%BF%CE%B9-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%86%CF%81%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CE%B5%CF%86%CE%AC%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85/https://coghnorti.wordpress.com/txts/kapital-translations/, https://parallhlografos.wordpress.com/2010/03/10/631/) έχει αποδοθεί ως «πλασματικό κεφάλαιο». Αλλά, στο πρωτότυπο ο συγκεκριμένος όρος ή το όνομα είναι ληφθείς από το λεξιλόγιο του αγγλικού ωφελιμισμού, το οποίο παραπέμπει ευθέως στο λεξιλόγιο του υστερομεσαιωνικού αγγλικού ευφυούς σχολαστικισμού, τον χρησιμοποιεί δε εκτεταμένα ο John Duns Scotus στα γραπτά του περί της “usus pauper”. Επομένως, η μετάφραση στα ελληνικά ως τέτοια θα πρέπει να τα λάβει αυτά σοβαρά υπ’ όψη. Έτσι το fictitious στον μεσαίωνα συνδέεται, όπως και όλοι οι termini του σχολαστικισμού, με την Vulgata (βλ. Genesis, Ι.3 “dixitque Deus fiat lux et facta est lux”, στην πρωτύτερη μετάφραση των O΄ το ίδιο απόσπασμα έχει ως εξής: “καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς”). Ήτοι, στην Vulgata χρησιμοποιείται η ρίζα από το fictio, για να αποδώσει την ρίζα από το γεννᾶσθαι της μετάφρασης των O΄. Δεν είμαι φιλόλογος, ούτε έχω μπενγιαμινικά καθήκοντα μεταφραστή. Από την άλλη, η έρευνα και η διανοητική και ερευνητική διατριβή στην μεσαιωνική φιλοσοφία και ιστορία έχει προαναγγελθεί στο πρωτότυπο της Die deutsche Ideologie. Kritik der neuesten deutschen Philosophie in ihren Repräsentanten FeuerbachBBauer und Stirner und des deutschen Sozialismus in seinen verschiedenen Propheten, στο απόσπασμα όπου ο αγγλικός ευφυής σχολαστικισμός του 13ου αιώνα εκλαμβάνεται ως  βασική πηγή του ευφυούς υλισμού. Το παρόν κείμενο είναι κείμενο κριτικής της πολιτικής οικονομίας και γραψίματος του κεφαλαίου. Επομένως, η μεταφραστική αυτή επιλογή έχει να κάνει με την ίδια την μέθοδο της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, όπως έχει αναλυθεί στους προλόγους των πρώτων εκδόσεων, και σε σύγχρονα δημοσιευθέντα έργα. Το πλασματικό κεφάλαιο (αν υπάρχει) στην πραγματικότητα του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, στην οπτική μου, αλλά και εμπειρικά, μπορεί να εντοπισθεί όχι κατά την διάσπαση του κέρδους σε τόκο και σε κέρδος του εγχειρήματος (όπου εμφανίζεται το fictitious κεφάλαιο), αλλά στα σημεία και στις διαδικασίες σύζευξης μεταξύ του ούτω καλούμενου «περιπετειώδους» (venture) κεφαλαίου (για το οποίο έχω γράψει σε δημοσιευθέν έργο), και του χρηματοθετικού κεφαλαίου, ειδικά όπως κινείται και αναπτύσσεται στα χρηματιστήρια. Αποτελεί δηλαδή ένα σχετικά νέο φαινόμενο σε μια δοσμένη βαθμίδα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνικής εργασίας. Αυτό μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μιας επόμενης έρευνας. Σε κάθε περίπτωση σέβομαι την μετάφραση του Π. Μαυρομμάτη. Στον οικιακό χώρο, όπου κατοικώ, έχω μόνο αυτή, και είναι σίγουρο ότι οι όποιες αστοχίες είχαν να κάνουν με τις αντικειμενικές δυσκολίες της ταξικής πάλης τότε, με την σφοδρή διαπάλη στο εσωτερικό του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, και με τις συνθήκες της βαθιάς και βαριάς παρανομίας.

 

Η δυσλειτουργία των αλγορίθμων υπό το φως της διαλεκτικής του σταθερού κεφαλαίου στο προτσές απλής αναπαραγωγής. 27.12.2021

 

Ι. Η απλή αναπαραγωγή του σταθερού κεφαλαίου

Σταθερό Κεφάλαιο (konstantes Kapital) είναι αυτό το τμήμα του κεφαλαίου, το οποίο είναι στα μέσα παραγωγής, και το οποίο στο προτσές παραγωγής δεν αλλάζει την αξία του, σε διάκριση, και στην ανάπτυξη του προτσές σε αντίθεση προς το μεταβλητό κεφάλαιο (variables Kapital).

Εδώ, η έννοια αλλαγή (verändern) της αξίας πρέπει να προσληφθεί ως μεταβολή ποιοτήτων, καθ’ όσον είναι τέτοια η φύση του σταθερού κεφαλαίου, και δη της μηχανουργίας, ώστε, όπως έχω ξαναγράψει σε προηγούμενα κείμενα, κατά την χρήση και λειτουργία της απολύει ποσοτικά μέρος της αξίας της λόγω των φθορών και βλαβών, και τούτο είναι απόρροια των εκδηλώσεων και εξειδικεύσεων της αρχής διατήρησης της ενέργειας.

Εν τούτοις, οι ουτοπισμοί των καπιταλιστικών ιδεολογιών τίθενται ως προς την επιδίωξη για σταθερό κεφάλαιο, το οποίο κατά την λειτουργία του στο προτσές της παραγωγής θα μεταβάλει την αξία του, δηλαδή ουτοπισμοί και φαντασίες για εξίσωση και εξομοίωση μεταξύ σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίων. Έτσι, προέκυψε η καπιταλιστική επιδίωξη για αλγορίθμους, οι οποίοι υποκαθιστούν την κορυφαία ζώσα λειτουργία του διευθυντικού δικαιώματος των καπιταλιστών ως αδιαίρετων, ως φυσικών προσώπων, ως ενσώματων υποκείμενων, καθώς και των επιστατών.[1] Δηλαδή, λιγότερο ή περισσότερο νομίζουν ότι οι αλγόριθμοι, από την στιγμή που τεθούν σε λειτουργία, θα συνεχίζουν να λειτουργούν αποτελεσματικά από μόνοι τους, αναπτυσσόμενοι και εξελισσόμενοι επίσης από μόνοι τους. Αυτή η καπιταλιστική πίστη ενισχύεται από το γεγονός ότι η διαδικτυακή, υπολογιστική λειτουργία των αλγορίθμων φαντάζει άυλη.

Αλλά, το ίδιο το προτσές ως όλον, επιβάλλει στον κεφαλαιακό τρόπο παραγωγής, την κατά την αναπαραγωγή και κυκλοφορία του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου απλή αναπαραγωγή, και ως επιμέρους φάση της απλής αναπαραγωγής την αντικατάσταση του κατά κανόνα μη κυκλοφορούντος σταθερού κεφαλαίου (βιομηχανικά κτίρια, εγκαταστάσεις, υποδομές, παχτωμένη μηχανουργία κλπ), σε διάκριση προς το κατά κανόνα κυκλοφορούν σταθερό κεφάλαιο (δανειζόμενα και χρησιδανειζόμενα εργαλεία, στοιχεία από τα ακατέργαστα υλικά, μηχανουργικά στοιχεία, ανολοκλήρωτα προϊόντα, ημιτελειωμένες ή μη κατοχυρωμένες πατέντες και τεχνοτροπίες, ημιτελειωμένες ή μη κατοχυρωμένες τεχνογνωσίες κλπ). Στους ίδιους χρόνους η φύση, εμφανιζόμενη και παρουσιαζόμενη μέσα στο προτσές της άμεσης υλικής παραγωγής, πλέον ως αντικειμενικότητα, ήτοι ως αυτό το οποίο μελετάμε οι νομικοί ως “ius naturale”, επιβάλλει στον κεφαλαιακό τρόπο παραγωγής, την κατά την απλή αναπαραγωγή επιδιόρθωση των φθορών του σταθερού κεφαλαίου.

Σε συνολικό ετήσιο επίπεδο η κυκλοφορία του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου αποδίδεται με την εξής φόρμουλα:

Ε΄ (εμπορευματικό κεφάλαιο) … Χ (χρήμα) – Ε (εμπόρευμα) … Π (παραγωγή) … Ε΄ (περιέχον αξίες σταθερού και μεταβλητού κεφαλαίων, συν πρόσθετη αξία)

Ε΄ … Χ – Ε – Χ … Ε΄

Ε΄ … Ε΄,

αλλά και με την φόρμουλα Ε΄ … αξίες μεταβλητού – σταθερού κεφαλαίων

Πιο συγκεκριμένα, ο κορυφαίος στόχος του καπιταλιστικού συστήματος είναι η αναπαραγωγή του καπιταλιστικού χαρακτήρα ολόκληρου του προτσές της παραγωγής. Το προτσές της κυκλοφορίας και αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου είναι η ίδια η αναπαραγωγή του καπιταλιστικού χαρακτήρα του προτσές παραγωγής. Μ’ αυτόν τον τρόπο είναι εξηγήσιμη η κοσμογονική επιλογή της ημερομηνίας αλλαγής του λογιστικού έτους, ταυτιζόμενης με μια κάποτε τεθείσα συμβατικά ημερομηνία, η οποία στην θρησκεία του χριστιανισμού δηλώνει την σύμφωνα με την ειθισμένη και αρχαία πρακτική περιτομή ενός συγκεκριμένου βρέφους στην 8η ημέρα μετά την γέννησή του, κάτι που στο μυστικιστικό του συγκείμενο έχει να κάνει με την θαυματουργία.

Το βασικό ζήτημα, το οποίο αντιμετωπίζει το καπιταλιστικό σύστημα κατά το κλείσιμο της ετήσιας κυκλοφορίας, είναι το πώς το κεφάλαιο, το οποίο καταναλώθηκε στην παραγωγή, αντικαθίσταται στην αξία του ετήσιου προϊόντος, και πώς η διεξαγωγή αυτής της αντικατάστασης διασυνδέεται με την κατανάλωση της πρόσθετης αξίας από τα έσοδα των καπιταλιστών και από τους μισθούς των εργατών συν τα εργατικά εισοδήματα.

Η αξία του κάθε εμπορεύματος ισούται με την αξία του μεταβλητού κεφαλαίου, το οποίο καταναλώθηκε για την άμεση παραγωγή του, συν την αξία του σταθερού κεφαλαίου το οποίο τέθηκε σε λειτουργία για την παραγωγή και έτσι η αξία του μεταφέρθηκε σε αυτό, συν την παραχθείσα πρόσθετη αξία. Επομένως, πάλι το ζήτημα των αναλογιών, ως ποσοτικών σχέσεων μεταξύ των διαφορετικών εξωτερικεύσεων της αξίας εγείρεται. Η χυδαία πολιτική οικονομία προσπαθεί εις μάτην να δώσει απαντήσεις μέσα από την κατ’ ιδέαν εξίσωση των αξιών με τις τιμές, αγνοώντας ή παραγνωρίζοντας ότι οι τιμές μονάχα διαφοροποιούνται υπό των αξιών, και αυτή είναι η μόνη σχέση η οποία συνδέει τιμές και αξία. Οντολογικά, πρέπει να γίνει κατανοητό, προκειμένου να γίνει κατανόησιμο το προτσές κυκλοφορίας και αναπαραγωγής, ότι σε αυτό, το αδιαίρετο εμπόρευμα εκπροσωπεί την αδιαίρετη κίνηση του συνολικού κεφαλαίου, και στον ίδιο χρόνο είναι ο εντάσσων σύνδεσμος στην κίνηση του συνολικού κεφαλαίου. Άρα, το κάθε αδιαίρετο κεφάλαιο, και το κάθε εμπόρευμα, είναι ως προς το συνολικό κεφάλαιο το συγκεκριμένο καθολικό.

Αλλά, υπάρχουν και πιο δύσκολα προβλήματα στους καπιταλιστές:

Η μετάβαση από το προτσές της άμεσης υλικής παραγωγής στο προτσές της κυκλοφορίας σημαίνει, ότι τα εμπορεύματα και ο σωρός τους δεν εμφανίζονται στην αδιαίρετη υλική τους μορφή στην οποία παρήχθησαν, αλλά από αναλυτική σκοπιά σε άυλη μορφή, ήτοι γίνονται αντιληπτά μέσα από τις αριθμητικές καταχωρίσεις στα λογιστικά φύλλα, βιβλία κλπ, ενώ μόνο σε κάποια αναπτυγμένη κεφαλαιοπραγμότητα μπορεί να εμφανίζονται και με ποικιλώνυμες ψηφιοσαρκικές μορφές.[2] Έτσι, η δυσκολία ενισχύεται από το γεγονός, ότι στο ετήσιο κοινωνικό προϊόν το σταθερό τμήμα της αξίας (η αξία του σταθερού κεφαλαίου) εμφανίζεται μέσα από τις αξίες διαφορετικών τάξεων προϊόντων, μέσων παραγωγής κλπ, τα οποία λογιστικά δεν αποτυπώνονται ως τέτοια, αλλά μόνο ως ποσοτικές αφαιρέσεις (abstractions), οι οποίες έχουν εξομοιωθεί πάλι κατ’ ιδέαν μέσω μαθηματικολογιστικής αναγωγής. Το μπέρδεμα ενισχύεται έτι περαιτέρω στις ουκ ολίγες περιπτώσεις στις οποίες ο καπιταλιστής είναι απαίδευτος και αυταπατάται ότι η πηγή του πλούτου είναι το εμπόριο και όχι η εργασία (δηλαδή στις οξύμωρες και τραγελαφικές περιπτώσεις των μερκαντιλιστών καπιταλιστών), και έτσι δεν διακρίνει την πρόσθετη αξία, ως επίσης στις περιπτώσεις στις οποίες στα παραπάνω πρέπει να συνυπολογισθεί διαφοροποιημένα και με πρέποντα τρόπο και η εδαφική πρόσοδος. Έτσι, η λογιστική επιστήμη αναπτύσσεται στο εύρος, σύμφωνα με το οποίο καταφέρνει, μελετώντας και αποτυπώνοντας το προτσές της κυκλοφορίας, να κάνει τις αναγωγές της στον πλησιέστερο προς το προτσές της άμεσης υλικής παραγωγής βαθμό.

Επομένως, ο λογιστής γίνεται λεπτομερειακός εργάτης, και η λογιστική καθίσταται επιστημονική λεπτομερειακή εργασιακή δραστηριότητα, στον ίδιο χρόνο που ο συλλογικός εργάτης αντιλαμβάνεται το προτσές κυκλοφορίας και αναπαραγωγής κύρια μέσα από την εξέταση και την έρευνα των πραγματικοτήτων, των πραγμοτήτων και των αποτυπώσεών των.

ΙΙ. Οι αλγόριθμοι ως σταθερό κεφάλαιο

Από τα ανωτέρω συνάγεται, ότι στην εν στενή έννοια οπτική της κλασικής πολιτικής οικονομίας, οι αλγόριθμοι μάλλον πρέπει να ενταχθούν στο κατά κανόνα μη κυκλοφορούν σταθερό κεφάλαιο, διότι, αν ιδωθούν στο προτσές παραγωγής λειτουργούν τόσο ως στοιχεία της μηχανουργίας, όσο και ως εργαλεία παραγωγής, σε κάθε περίπτωση ως στοιχεία του κεφαλαίου παραγωγής/παραγωγικού κεφαλαίου. Επομένως, όπως και σε κάθε τέτοια περίπτωση, έτσι και στους αλγορίθμους πρέπει σε ετήσια κλίμακα και σε ετήσια βάση, να επιδιορθώνονται τα φθαρέντα τμήματα. Το γεγονός ότι αυτή η επιδιόρθωση δεν γίνεται, σημαίνει ότι τα έσοδα των καπιταλιστών αυξάνονται κατ’ αυθαιρεσία. Αλλά, συμβαίνει και κάτι χειρότερο, το οποίο αφορά την αντικατάσταση του κατά κανόνα μη κυκλοφορούντος σταθερού κεφαλαίου ως μερική φάση του προτσές της απλής αναπαραγωγής: η αξία των αλγορίθμων η οποία μεταφέρθηκε στο εμπόρευμα, μεταμορφώνεται σε χρήμα, πραγματούμενη κατά την πώληση του εμπορεύματος. Αυτή η ποσότητα χρήματος η οποία προήλθε κατ’ αυτόν τον τρόπο, πρέπει να επανεισρεύσει (flow back) – να αντικατασταθεί πάλι στο προτσές της παραγωγής, προκειμένου κατά την αντίστροφη κίνηση το χρήμα να μεταμορφωθεί σε εμπόρευμα, το οποίο θα λειτουργήσει στο προτσές της άμεσης υλικής παραγωγής ως κατά κανόνα μην κυκλοφορούν σταθερό κεφάλαιο.

 

Στην περίπτωση των αλγορίθμων, όχι μόνο δεν διεξάγεται στην πληρότητά του (in its fullness) το προτσές της αντικατάστασης, αλλά ούτε και η επιδιόρθωση, ώστε το καπιταλιστικό εισόδημα αυξάνεται κατ’ αυθαιρεσία, ήτοι με εκτός κεφαλαιακού τρόπου παραγωγής μεθόδους.

-Ιδού, ο μπουρζουάδικος κρετινισμός σε όλη την μακαριότητά του.

Ο καθοριστικός παράγοντας γι’ αυτό είναι ο ίδιος ο φετιχισμός των αλγορίθμων, ο οποίος τους μυστικοποιεί διπλά, καθ’ όσον αφενός ο κάθε αλγόριθμος είναι εμπόρευμα, το οποίο προορίζεται να λειτουργήσει ως σταθερό κεφάλαιο, και αφετέρου μυστικοποιείται όχι μόνο ως per se εμπόρευμα, αλλά και επιστημονίστικα, ως μια θαυματουργή νουμερική ακολουθία, η οποία λειτουργεί φερ’ ειπείν στο διαδίκτυο ως τέτοια, νέτη-σκέτη. Επομένως, κατ’ αυτόν τον φετιχισμό, ο κάθε αλγόριθμος θα συνεχίζει να λειτουργεί επ’ άπειρον, χωρίς να χρειάζεται κάτι περισσότερο, όπως πχ. ισχύει και λειτουργεί το πυθαγόρειο θεώρημα. Έτσι, επί το πλείστον, η καπιταλιστική σκέψη αντιλαμβάνεται τους αλγόριθμους ως προϊόντα ατομικών ιδιοφυιών, ως αποτελέσματα των δραστηριοτήτων κάποιων ψυχάκηδων φρικουλαίων σουπερεπιστημόνων. -Δείτε την ταινία π.

Ενώ, οι αλγόριθμοι είναι σε πρώτο χρόνο besides παράγωγα της κοινωνικής εργασίας, τα οποία με πολύ ταχύ τρόπο διοχετεύονται νοητικά, και ανασυντίθενται στο Σώμα της Γενικής Νοημοσύνης, προκειμένου να λάβουν τις λειτουργικές μορφές της μαθηματικής επιστήμης/πειθαρχίας. Και εξ αιτίας αυτού, τα προβλήματα στην λειτουργία των αλγορίθμων μεταφέρονται σχεδόν άμεσα και στο ίδιο το Σώμα της Γενικής Νοημοσύνης.

            Επομένως, ο διπλός φετιχισμός των αλγορίθμων συνίσταται στο ότι όχι μόνο αντικαθιστούν σχέσεις στην εργοστασιακή παραγωγή από σχέσεις μεταξύ αριθμητικών ακολουθιών, αλλά και στο ότι αντικαθιστούν σχέσεις οι οποίες αναπτύσσονται εντός του χώρου της επιστήμης (θεωρητικές, ιδεολογικές, γνωσιακές, μεθοδολογικές) πάλι από σχέσεις μεταξύ αριθμητικών ακολουθιών και νουμερικών κωδικοποιήσεων.

ΙΙΙ. Η επιστημονική γραμματεία περί της αλγοριθμικής κρίσης και η αντίθεση μεταξύ μεταβλητού και σταθερού κεφαλαίου

(αν)Αρχικά, οι κομμουνιστές και οι αναρχικοί/αντιεξουσιαστές των φουρνιών μας, ακόμη και μετά τα δύσκολα χρόνια της διάλυσης της ΕΣΣΔ, μελετώντας τότε με τα κριτήρια του ιστορικού υλισμού και της υλιστικής διαλεκτικής, την εν εξελίξει 3η Βιομηχανική Επανάσταση, έστω και από μειοψηφικές και περιθωριακές θέσεις, προειδοποιούσαμε για πρωτόγνωρες και καινοφανείς συνθήκες διεξαγωγής της πάλης των τάξεων, και ευρύτερα των ανταγωνισμών στο κοινωνικό.[3] Παρότι, τότε ακόμη νέοι, βλέπαμε την οθόνη του Macintosh classic ως την κρυστάλλινη σφαίρα, την οποία τόσο επιθυμούσαμε, με τα μυαλά μας γεμάτα από βρετανικό ροκ κάθε ποιότητας.

Η αλήθεια είναι ότι αυτά τα κάναμε, ερευνώντας με πολυδιαστατικό τρόπο στην ούτω καλούμενη ερημιά του ψηφιακού και πραγματικού, τις διατομές μεταξύ των ιστορικών πολιτικών κινημάτων και της κυβερ-κουλτούρας, και στον ίδιο χρόνο επιχειρούσαμε αναζήτηση κοσμολογιών, με σκοπό την εύρεση μιας ενικοποιούσας υψηλής στρατηγικής (grand strategy), … με όλη την “υπερβολή που οδηγεί στο παλάτι της σοφίας”. Για να πω περισσότερη αλήθεια, η λεγόμενη τεκνο-καμπάλα ήταν τότε, σε εκείνες τις συνθήκες, ένα στάνταρ μέσο τεχ/κ-νικοποιημένης αντίστασης και απόδρασης. –Είναι κάτι για το οποίο δεν υπογράφουμε δήλωση μετάνοιας, παρ’ όλη την οδύνη του.

Ακούγαμε από τότε τεχ/κ-νοπροφητείες περί ενός επερχόμενου πολέμου μεταξύ ανθρώπων και μηχανών, οι οποίες είχαν περάσει και στην βιομηχανία κινηματογραφού, καθώς και στην μουσική. Εδώ, να ξεκαθαρίσω ότι με την φράση πόλεμος μεταξύ ανθρώπων και μηχανών, δεν εννοούμε μόνο την πάλη μεταξύ εργατών και του συστήματος μηχανουργικής πραγματικής υπαγωγής, στο εργοστάσιο, αν και από αυτό ξεκινάει, αλλά την πάλη της «ανθρωπότητας» κατά της ανεξαρτητοποιημένης τεχνητής νοημοσύνης, κατά της τεχνητής νοημοσύνης που διέφυγε του ανθρώπινου ελέγχου. Δεν μας απασχολούσε, όμως, τόσο η επιδερμικότητα και η προφάνεια, αλλά, όσο μάκραιναν τα χρόνια, και βρίσκαμε τους εαυτούς μας, η διείσδυση σε αυτές τις νέες τεχνοαξιακοπραγματικότητες, καθώς και στις συνδεόμενες με αυτές εξουσιαστικές τεχνικές χειραγώγησης.[4] Σήμερα, πιο ψύχραιμα, και με μεγαλύτερη ικανότητα αυτοκαθορισμών, αυτοπροσδιορισμών και γνώσης, και αυτό εξ αιτίας των εντάξεών μας στην κατ’ εξοχήν υλική (ανα)παραγωγή, όπως και στην γνωσιοπληροφοριακή εργασία, είμαστε σε θέση να απομυστικοποιήσουμε και να ενσωματώσουμε όλες αυτές τις εμπειρίες σε αυστηρά επιστημονικά πλαίσια, καθένας από εμάς ανάλογα του τομέα (ανα)παραγωγής στον οποίο εργάζεται και δουλεύει.

Κάπως έτσι, φτάσαμε τα τελευταία 4 έτη να αναγιγνώσκουμε και να διαβάζουμε περί της κρίσης των αλγορίθμων. Αλλά, αυτό το οποίο χαρακτηρίζεται ως κρίση των αλγορίθμων στην προσίδια επιστήμη, είναι ακόμα χειρότερο από αυτά τα οποία έχω γράψει σε αυτό το κείμενο έως αυτό το σημείο.[5]

Προκύπτει από την υποσημειούμενη συλλογική επιστημονική δημοσίευση, ότι σε κάποια κεφαλαιοπραγματικότητα μπορούν να γίνουν αντιληπτοί όχι μόνο η λειτουργία των αλγορίθμων, αλλά και οι λεγόμενοι αλγοριθμικοί παράγοντες. Αυτό το οποίο είναι έκδηλο στο κείμενο της δημοσίευσης, είναι ότι το αλγοριθμικό σύστημα, εξ αιτίας του ότι βασίσθηκε στην δημιουργία αλγοριθμικών παραγόντων, διέφυγε του ελέγχου των αφεντικών. Επομένως, η αλγοριθμική κρίση πλέον δεν είναι μόνο ένα κατ’ εξοχήν ζήτημα της πολιτικής οικονομίας, αλλά ζήτημα το οποίο αποκτά καθαρά νομικό ενδιαφέρον.

Μέσα από αυτό το κείμενο, το αλγοριθμικό σύστημα αποκαλύπτεται ως η μηχανουργία του ελέγχου: αριθμητικονουμερικές μηχανές και εργαλεία, τεθειμένα σε λειτουργία, παράγονται εργασιακές, καταναλωτικές, επιχειρηματικές, εκλογικές, ιδεολογικές, θρησκευτικές, έμφυλες, σεξουαλικές, ζωικές, διατομικές συμπεριφορές και συνήθειες, ως επίσης στοιχεία θερμοκρασίας και κλίματος, όπως τα λέει το εν λόγω κείμενο.

“Αλγοριθμικοί παράγοντες διαπερνούν κάθε στιγμή της διαδικτυακής μας ύπαρξης.  Βασισμένοι στα ψηφιακά μας προφίλς, τα οποία οικοδομούνται από την μαζική επόπτευση της ψηφιακής μας ύπαρξης, οι αλγοριθμικοί παράγοντες ταξινομούν αποτελέσματα ψαξίματος, φιλτράρουν τα μέιλς μας, κρύβουν και φανερώνουν νέα τεμάχια στις τροφοδοσίες των κοινωνικών δικτύων, προσπαθούν να μαντέψουν ποια προϊόντα θα αγοράσουμε για τους εαυτούς μας και για τους άλλους, τι ταινίες θέλουμε να δούμε, και πότε θα είμαστε σε κύηση. Οι αλγοριθμικοί παράγοντες συλλέγουν, φιλτράρουν και προτείνουν προϊόντα, πληροφορίες, και τύπους: αυξητικά καναλιζάρουν τα φυσικά μας περιβάλλοντα, συμπεριλαμβανομένων της θερμοκρασίας και του κλίματος. Αυξητικά, οι αλγοριθμικοί παράγοντες δεν συλλέγουν μόνο από την ευρύτητα των ανθρωπίνως δημιουργούμενων εναλλακτικών, αλλά επίσης δημιουργούν…

… να συμβάλουμε σε μια πιο θεμελιώδη συζήτηση για τα ηθικά και νομικά ζητήματα του “ανιχνεύστε τους ανιχνευτές” (“tracking the trackers”), καθώς και για τα εμπλεκόμενα κόστη και τα ξεπουλήματα (trade-offs)”.[6]

Λαμβανομένων υπ’ όψη αυτών, μέσα από τις γραμμές της κυβερ-κουλτούρας και των εργαζόμενων στον τομέα της πληροφορικής προτείνεται η δημιουργία και λειτουργία αλγορίθμων αντίστασης και μετα-κβαντικής κρυπτογραφίας και κρυπτογράφησης, προφανώς προς την κατεύθυνση του “αλγοριθμοποιείστε τους αλγοριθμητές” κατά το “ανιχνεύστε τους ανιχνευτές”.[7]

Εν τούτοις, εμβριθέστερες ματιές στην σχετική γραμματεία, μπορούν να πείσουν και τον πιο δύσπιστο ή ρομαντικό, ότι η λεγόμενη αλγοριθμική κρίση προκύπτει από την ίδια την διαλεκτική της ταξικής πάλης και των ανταγωνισμών, είτε εξωτερικεύονται και υλοποιούνται στα εργοστάσιο, είτε στον κυβερ-χώρο.[8] Έτσι, έχουμε πρακτικές κυβερ-σαμποτάζ, κυβερ-δολιοφθορών, φυσικών επιθέσεων, και αντιστάσεων εργατών στο εργοστάσιο, με παράδειγμα τους εργάτες της Uber.

Προσωπικά, ουδέποτε επιτέλεσα εργατοπατέρας ή συνδικαλιστής, και γι’ αυτό δεν έχω να πω τι είναι λιγότερο και τι περισσότερο αποτελεσματικό. Οι εργάτες δύνανται μέσα από την ευφυΐα και την εμπειρία τους να επιλέξουν, να επινοήσουν, να παράξουν τις μορφές και μεθόδους πάλης τους.

Αλλά, με βάση την οπτική μου, μπορώ να πω τα εξης:

Ο ίδιος ο ορισμός «κρίση των αλγορίθμων» / «αλγοριθμική κρίση» υποκρύπτει επιδίωξη ψυχοποίησης / ενσάρκωσης στοιχείων του σταθερού κεφαλαίου (των αλγορίθμων).

Η κριτική της πολιτικής οικονομίας βλέπει την «κρίση» αυτή ως αποτέλεσμα της αντίθεσης μεταξύ μεταβλητού και σταθερού κεφαλαίου, μεταξύ ζώσης και νεκρής εργασίας, στις ιδιαίτερες περιστάσεις και συνθήκες της ανάπτυξης της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης. Επομένως, έχουμε να κάνουμε με κρισιακά φαινόμενα στον τρόπο διεξαγωγής και πραγμάτωσης του εργασιακού προτσές σε ειδικούς τομείς της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, τα οποία εκδηλώνονται και εξωτερικεύονται στο προτσές της απλής αναπαραγωγής του σταθερού κεφαλαίου, όλων των φάσεών του συμπεριλαμβανομένων.

Αυτό δεν επαρκεί για να κάνω λόγο για κρίση του ειδικά προσδιορισμένου τρόπου παραγωγής στις συνθήκες και στις περιστάσεις της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, πόσω μάλλον για «κρίση της εργασίας», όπως θα ήθελαν κάποιοι σύντροφοι. Από την άλλη, όλο αυτό έχει κάτι από τα Grundrisse, επομένως ως γενικό πλαίσιο πρέπει να ερευνηθούν οι μικρότερες ή μεγαλύτερες εμπορικές κρίσεις τις οποίες προκάλεσαν τα lock-downs, οι καραντίνες, και οι περιορισμοί, ήτοι η δυσλειτουργία των αλγορίθμων θα πρέπει να συνδεθεί με τις δυσλειτουργίες της βιομηχανίας μεταφορών, ώστε προβάλλει ως «αδύναμος κρίκος» μεταξύ ενός από τους πιο κρίσιμους τομείς της βιομηχανίας (μεταφορές) και της αναπαραγωγής στοιχείων του σταθερού κεφαλαίου.

Αναφορικά, με τον πόλεμο της ανθρωπότητας κατά των μηχανών, προφανώς δεν χρειάζεται κανείς να γίνει μεσσίας ή τερμινέιτορ. Η απάντηση των «γενεών» και των ανθρώπινων «ειδών», δεν μπορεί να υπάρξει αφηρημένα, αλλά μόνο μέσα από το αίτημα συλλογικού εργατικού ελέγχου της τεχνητής νοημοσύνης.[9]

Σε κάθε περίπτωση, με τον τρόπο του Τρόντι, η στρατηγική της ταξικής πάλης πρέπει να τα λάβει αυτά πολύ σοβαρά υπ’ όψη, ως άνοιγμα δυνατοτήτων και δυνητικοτήτων, ως αύξηση της ικανότητας επιβολής της εργατικής ισχύος μέσα στα εργοστάσια, ως αύξηση της πολιτικής δυναμικής της εργατικής τάξης, προκειμένου να επιβάλλει σε όλο το οικούμενον την κεντρικότητα της.



[1] Βλ. Centre for Data Ethics and Innovation, Independent report, Review into bias in algorithmic decision-making, Published 27 November 2020, https://www.gov.uk/government/publications/cdei-publishes-review-into-bias-in-algorithmic-decision-making/main-report-cdei-review-into-bias-in-algorithmic-decision-making, EPRS | European Parliamentary Research Service, Scientific Foresight Unit (STOA), PE 624.261 – March 2019, STUDY, Panel for the Future of Science and Technology, Understanding algorithmic decision-making: Opportunities and challenges, Federal Anti-Discrimination Agency, Risks of Discrimination through the use of Algorithms, A study compiled with a grant from the

Federal Anti-Discrimination Agency by Dr Carsten Orwat, Institute for Technology Assessment and Systems Analysis (ITAS), Karlsruhe Institute of Technology (KIT), July 2020

[2] Σημειωτέον ότι η εν λόγω κεφαλαιοπραγμότητα μπορεί να είναι καθαρά ένα δημιούργημα, ένα προϊόν του αναπτυγμένου σοσιαλισμού για ερευνητικούς σκοπούς.

[3] Ενδεικτικά βλ. Who’s pulling your strings?, Barker Speaks. The Ccru interview with Professor D. C. Barker, στο Ccru Writings 1997-2003, Time Spiral Press, 2015, σ. 13-21, 114-119,

[4] Βλhttp://www.ccru.net/occultures/carver1.htmhttp://www.ccru.net/archive/Nanotech.htmhttp://www.ccru.net/archive/Commodities.htmhttp://www.ccru.net/archive/seduction.htm, http://www.ccru.net/archive/cyberhype1.htm

[5] Βλ. Bodo, B., Helberger N., Irion, K., Zuiderveen Borgesius F., Moller, J., van de Velde, B., Bol, N., van Es, B., de Vreese, C, Tackling the Algorithmic Control Crisis–the Technical, Legal, and Ethical Challenges of Research into Algorithmic Agents, The Yale Journal of Law & Technology, Vol. 19, 2017, pp. 135-180.

[6] οπ., σ. 133, 134.

[7] Βλ. https://www.senetas.com/applications/post-quantum-encryption-security/https://www.cyberneticforests.com/news/creative-strategies-for-algorithmic-resistance, https://www.belfercenter.org/publication/AttackingAI

[8] Βλ. Chaiya Chomchalao, Sasitorn Kaewman, Rapeepan Pitakaso,and Kanchana Sethanan, An Algorithm to Manage Transportation Logistics That Considers Sabotage Risk, Adm. Sci. 2018, 8, 39; doi:10.3390/admsci8030039, Thanh Thi Nguyen and Vijay Janapa Reddi, Deep Reinforcement Learning for Cyber Security, IEEE TRANSACTIONS ON NEURAL NETWORKS AND LEARNING SYSTEMS, DOI: 10.1109/TNNLS.2021.3121870, EARLY ACCESS, Mustafa A. Kocak, Student Member, IEEE, David Ramirez, Member, IEEE, Elza Erkip, Fellow, IEEE, and Dennis E. Shasha, Fellow, ACM, SafePredict: A Meta-Algorithm for Machine Learning That Uses Refusals to Guarantee Correctness, 9/11/2017, https://iotsecurity.engin.umich.edu/robust-physical-world-attacks-on-deep-learning-visual-classification/, David Solans, Battista Biggio, Carlos Castillo, Poisoning Attacks on Algorithmic Fairness, 26/06/2020, https://arxiv.org/abs/2004.07401, Bikash Ranabhat, Joseph Clements, Jacob Gatlin, Kuang-Ting Hsiao, Mark Yampolskiy, University of South Alabama, Optimal Sabotage Attack on Composite Material Parts, Elior Nehemya, Yael Mathov, Asaf Shabtai, and Yuval Elovici, Taking Over the Stock Market: Adversarial Perturbations Against Algorithmic Traders, Department of Software and Information Systems Engineering, Ben-Gurion University of the Negev, Beer-Sheva, Israel, Martin Wiener, W. Cram & Alexander Benlian, Algorithmic control and gig workers: a legitimacy

perspective of Uber drivers, European Journal of Information Systems, 22 Sep 2021, https://doi.org/10.1080/0960085X.2021.1977729

[9] Βλ. Ο καπιταλισμός τεχνητής νοημοσύνης. Συνέντευξη του Nick Dyer-Witheford στον Brian Justice –δημοσιεύτηκε στις 11 Μάρτη 2020 στους Los Angeles/Review of Books, στο cyborg, κυβερνητικές μηχανές, κυβερνητικά σώματα, κυβερνητικές σχέσεις –χειμώνας 2021 - #22, Μετάφραση / απόδοση Z.S., σ. 31-37.

 

 

Aστική κοινωνία, διαδικασία διαφωτισμού, νομική ερμηνευτική. 24.10.2021

 

Γραμμές κριτικής θεώρησης της αστικής κοινωνίας

Η αστική κοινωνία υπάρχει ως τέτοια και στον σοσιαλισμό, αλλά έχει αλλάξει τόσο στην μορφή, όσο και στο περιεχόμενο. Και τούτο διότι συγκροτείται από τις επιθυμητικές συνδέσεις των πολιτών των εργατικών κρατών, από την οργάνωση του ελεύθερου χρόνου, από τις συμβουλιακές συνδέσεις του κοινοβιακού. Τελεί σε σύνδεση τόσο με την κομματική, όσο και με την κομμουνική σφαίρα, ήτοι με τις συναρθρώσεις των κομούνων. Η αστική κοινωνία στον σοσιαλισμό θεμελιώνεται και αναπτύσσεται ως διαλεκτική άρνηση της κατασκευαζόμενης εξατομίκευσης και ιδιώτευσης, και ως άρνηση της άρνησης, συνιστώντας επιθυμητική συλλογικοποίηση υποκειμένων και υποκειμενικοτήτων.

            Η αστική κοινωνία στον καπιταλισμό, έχει δαιδαλώδη χαρακτήρα, και πολλά επίπεδα και στάδια (stages), ώστε μπορεί να αναπαρασταθεί ως κλίμακα, ενώ οι συνδέσεις μεταξύ των ποικίλων επιπέδων είναι αποκρυμμένες και μυστικοποιημένες.

Στον βικτωριανό 19ο αιώνα, η αστική κοινωνία έχει ως υλικά ερείσματα τα ίδια τα κυκλώματα του εμπορευματικού κεφαλαίου. Αφορά επί το πλείστον το προτσές κυκλοφορίας και αναπαραγωγής, ενώ η πραγματικότητα του προλεταριάτου απορρέει κατά βάση από το ίδιο το προτσές της υλικής παραγωγής. Γι’ αυτό τον λόγο οι τρεις βασικές δυναμικές συνεκτικότητας της αστικής κοινωνίας εκείνη την εποχή είναι η χάρις (gracepardon), το χάρισμα (gift), και το θέλημα (will).

            Αυτό είναι ένα εισαγωγικό πρίσμα κατανόησης, μέσα από την ίδια την αναπαραγωγική εμπειρία, του καπιταλισμού και της κοινωνίας που προσδιορίζεται από αυτόν.

Σε αυτό το σημείο, ίσως, ανευρίσκονται τα μυστικά της αστικής κοινωνίας του 19ου αιώνα: στο ότι συγκροτείται κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση της κινησιολογίας και των ιδιοτήτων των κυκλωμάτων του εμπορευματικού κεφαλαίου. Γι’ αυτό χρειάζεται όσο τίποτα την χάριν, το χάρισμα και το θέλημα, διότι είναι δυναμικές και ωθητήρες εμπορικής κίνησης, κι ακόμα περισσότερο της ίδιας της αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου.

Η γενική φόρμουλα του κυκλώματος του εμπορευματικού κεφαλαίου είναι: εμπόρευμα περισσότερο (ήτοι εμπόρευμα το οποίο προήλθε από καπιταλιστική παραγωγή) – χρήμα περισσότερο (ήτοι χρήμα το οποίο θα προέλθει από την αγορά του καπιταλιστικού εμπορεύματος) – εμπόρευμα (καθ’ όσον το περισσότερο χρήμα επανεισέρχεται στην παραγωγή) … παραγωγή … εμπόρευμα περισσότερο.

Κάποιος εμφανίζεται στην κοινωνία, την οποία αντιλαμβάνεται ως αγορές, και θέλει να πουλήσει καπιταλιστικό εμπόρευμα, ώστε να πάρει χρήμα. Προκειμένου να καταφέρει να πωλήσει το εμπόρευμα, επιδίδεται σε ένα σύνολο δραστηριοτήτων στο κοινωνικό, δίνοντας υποσχέσεις, βοηθώντας φίλους και φίλες (κάνοντας δηλαδή θελήματα), συγχωρώντας άλλους (απονέμοντας δηλαδή χάρες), βοηθώντας επιλεγμένα πρόσωπα και άτομα (κοινωνικοποιώντας δηλαδή το χάρισμά του). Το σύνολο όλων αυτών των δραστηριοτήτων, ενσωματωμένες σε ιδιωτικές εταιρείες, ενώσεις, ομίλους, συσσωματώσεις κλπ. συνιστά par excellence την βικτωριανή αστική κοινωνία. 

            Ωστόσο, στην δεκαετία του 1860, η δημιουργία της υφηλιακής-σφαιρικής αγοράς, αποτέλεσμα της ίδιας της ανάπτυξης και των ποιοτικών μετασχηματισμών του προτσές παραγωγής, τινί τρόπω υπερχείλισε και άλλαξε ποιοτικά την οργανωτικότητα και λειτουργικότητα της αστικής κοινωνίας. Στον ίδιο χρόνο οι εργάτες (μέσα από την ανάπτυξη του πολιτικού τους κινήματος και του συνδικαλισμού) διαπέρασαν τους αποκλεισμούς της αστικής κοινωνίας, διεκδικώντας και επιβάλλοντας τους δικούς τους χώρους, όπως και την κοινωνικοποίηση της ισχύος τους.

Πρόκειται για το προτσές ανοιχτότητας της αστικής κοινωνίας, η οποία αποκτά τόση μεγαλύτερη συνθετότητα και πολυπλοκότητα, όσο περισσότεροι παράγοντες από ανταγωνιζόμενα τμήματα κεφαλαίου, από ανταγωνιστικά κυκλώματα και διαφορετικούς τρόπους παραγωγής, εισέρχονται εντός της.

            Η διανοητική εξερεύνηση της αστικής κοινωνίας στην απαρχή της έχει ως ακρογωνιαίο λίθο τον ευφυή ιστορικισμό. Ο δάσκαλος Σαβινύ, μας έδειξε την νομική, εθιμική και δικαιική συνέχεια μεταξύ του ρωμαϊκού δικαίου και των γερμανικών φυλών, του κοινού δικαίου και της νεότευκτης αστικής κοινωνίας του ηπειρωτικού χώρου. Με αυτόν τον τρόπο, η εξερεύνηση της αστικής κοινωνίας καθορίσθηκε από τον ιστορικισμό και την λεγόμενη Γερμανική Ιστορική Σχολή Δικαίου.

            Ένα από τα βασικά καθήκοντα του νομικού είναι, όπως το λέει ο ίδιος ο Σαβινύ, ο εμπλουτισμός της πραγματικότητας με νέες νομικές υποθέσεις: η φιλοσοφική, η μαθηματική, η φυσική, η ηθική, η ιστορική έρευνα πρέπει να τροφοδοτεί την νομολογία, παράγοντας νέες νομικές υποθέσεις, και έτσι προάγεται η νομική σκέψη και η νομική πραγματικότητα. Με αυτόν τον τρόπο η ίδια η πραγματικότητα θα αποτελέσει τα πραγματικά πεδία δοκιμών (επαληθεύσεων ή διαψεύσεων) των θεωρητικών υποθέσεων. Με τον Σαβινύ, η νομική μέθοδος γίνεται αυστηρά επιστημονική μέθοδος, διότι είναι τέτοια, καθ’ όσον κάθε τι νομικό είναι πραγματώσιμο και vice versa.[1] Ο νομικός κλείνει υποθέσεις, ανοίγοντας καινούριες.

-Αυτά είναι το κεντρικό μάθημα του Σαβινύ.[2]

            Έτσι μόνο, επαναθεμελιώνεται η κριτική της Σχολής της Φραγκφούρτης εις βάρος της αστικής κοινωνίας, σε υλιστικά πόδια.

            Εν τούτοις, η έννοια της αστικής κοινωνίας από βεμπερική σκοπιά, μπορεί να ιδωθεί, ερειδόμενη επί της αστεακότητας, στο ιστορικό διηνεκές.[3] Επομένως, στους τρόπους παραγωγής οι οποίοι οργανώνονται γύρω από το εμπόρευμα (ήτοι, από την αναπτυγμένη δουλοκτησία και εντεύθεν) συγκροτείται και η προσοίκεια αστική κοινωνία.

Αρχαία αστική κοινωνία και διαφωτισμός

Σε μία προσπάθεια απομυστικοποίησης, ως διαφωτισμός μπορεί να προσδιορισθεί η έξοδος από την κοινότητα ή και από την φυλή (δηλαδή η έξοδος από τις πρωταρχικές κατασκευές της κυριαρχίας, που αναπτύσσονται είτε ως ζωικότητα είτε ως βαρβαρισμός), και η εισαγωγή στην αστική κοινωνία.[4]

Κάτι τέτοιο συνετελέσθη το πρώτον στην Αθήνα, με τους Σοφιστές, και ιδιαίτερα με τον Πρωταγόρα.[5] Αυτό το οποίο λέει ο Γκράμσι, ότι ο άνθρωπος (menschen) ήταν στο επίκεντρο, προτού τον φέρει η Αναγέννηση σε αυτό,[6] επετεύχθη στην διανοητική και πολιτικοθεσμική του πληρότητα το πρώτον στην Αθήνα εκείνης της εποχής.[7]

Ήταν τόσο αναπτυγμένη η διαφωτιστική κουλτούρα, που όταν έδρασε ο Ζήνων[8], η Αθήνα είχε λειτουργικότητες στοών, ήτοι δείγματα αυτού που αποκλήθηκε διαλεκτική φαντασία.[9]

            Το ότι υπάρχει μια στενή σύνδεση μεταξύ ρητορικής και σοφιστών οφείλεται στο ότι οι περισσότεροι από τους Σοφιστές ήταν συνήγοροι, δηλαδή επαγγελματίες των δικαστηρίων (Λυσίας, Ισοκράτης κα.), και έτσι το δικηγορείν-συνηγορείν (advocacy) καθίσταται αναπόσπαστο κομμάτι τόσο του δημοκρατικού προτσές, όσο και της “respublica”. Επομένως, εντοπίζεται μια στενή σύνδεση μεταξύ δικανικού λόγου, ρητορικής (ήτοι της ενάσκησης της πολιτικής ως τέχνης πειθούς, μακιαβελικά ως απόσπαση συναίνεσης), και διαφωτισμού.[10]

Κατά το γνωστό λεγόμενο του Ποστόν, υπάρχει σίγουρα κάτι πολύ χειρότερο από την πιο σκληρή δικαστική καταστολή: η τεχνητή (artificial) και κυβερνοοδηγούμενη (by cybernetics driven) αρνησιδικία.[11] Συνεπώς, η ίδια η ύπαρξη και η λειτουργικότητα της δικαστηριακής διαδικασίας (Gerichtsprozess) πραγματώνει και επιτελεί διαφωτιστική λειτουργία και ρόλο για τους εμπλεκόμενους σε αυτήν. Η δε υλική της λειτουργικότητα έχει να κάνει στα αστικά πρωτοβάθμια επίπεδά της με διευθετήσεις των ανώμαλων εξελίξεων στην λειτουργία των εμπορευματικών κυκλωμάτων, διευθετήσεις των ανώμαλων εξελίξεων των ενοχών (“obligationes”), και στο υψηλό επίπεδο με διαλεκτικές διαδικασίες αναιρέσεων οι οποίες υλοποιούνται μέσα από ακυρώσεις.

Νόημα και ερμηνευτική

Το ότι πριν κάποια χρόνια, σπουδαστές βρετανικών πανεπιστημίων απαίτησαν να μην διδάσκονται ο Πλάτωνας, ο Καρτέσιος και ο Καντ, μόνο και μόνο επειδή τους βλέπουν ως λευκούς (παρά το γεγονός ότι χωρίς τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη ο Αβερρόης και ο Αβικένας δεν θα υπήρχαν), είναι μια υποτροπή χειρότερη από αυτήν την οποία κριτικάρει ο Αντόρνο στο “Θεωρία της ημι-εκπαίδευσης”[12].[13] Ακόμα κι αν ιδωθεί ως η πραγμάτωση κάποιου παιχνιδιού, τότε αυτοί οι λεβέντες πρέπει να μάθουν ότι υπάρχει ένα αρχαίο «παιχνίδι» πολύ πιο σκληρό ακόμα κι από το «Squid Game».

Λέγεται το παιχνίδι της διάκρισης μεταξύ φίλου και εχθρού.

            Σε κάθε περίπτωση, αυτό το πράγμα (η ψευδοάρνηση της φιλοσοφικής σκέψης, που παίρνει χαρακτηριστικά μορφής φενακισμένης συνείδησης) μπορεί να αποκτήσει νόημα μέσα από το σχήμα της στράτευσης αυτών των σπουδαστών σε κάποιον πόλεμο πολιτισμών. Αλλά, αυτό είναι κάτι που παρέχει μόνο φτηνές δικαιολογίες.

            Μια επαρκή εξήγηση μπορεί να την προσφέρει το κείμενο της Άρεντ με τίτλο “Η Κρίση στην Εκπαίδευση”[14]: οι λατρείες (cults) του νέο- συνδέονται με την παρακμή και στην συνέχεια με την ολική σήψη μιας δοσμένης κοινωνίας που ερείδεται σε παρωχημένο τρόπο παραγωγής.

–Στην κοινωνία, όπως και στην φύση η σήψη είναι το εργαστήριο της ζωής (leben).

 Έτσι, οι λατρείες του νέο- γίνονται λατρεία του λούμπεν. Ακόμα και το ίδιο το θέαμα (spectacle) εκφυλίζεται (degeneration) σε ένα υπερ-ριάλιτυ σόου αντικειμενοποιούμενων υποκειμένων.

            Επομένως, με τα ανωτέρω, είναι εντοπίσιμη η εννοιολογικού χαρακτήρα αντιπαράθεση μεταξύ νοήματος και εξήγησης.

            Η εξήγηση είναι η ικανότητα και η επάρκεια να αναγιγνώσκεις και έτσι να κατανοείς ένα σύνολο μέσα από την κειμενικότητά του. Κατά την ειθισμένη πρακτική, έτσι αυτό το σύνολο γίνεται δοσμένο. Επομένως η εξήγηση είναι μάλλον μια δραστηριότητα μεθόδου. Αυτό σημαίνει ότι, υπερβαίνοντας την γραμματική, εκ της διατυπώσεως ως τέτοιας ερμηνεία, δύνασαι να αναγιγνώσκεις πίσω από τις γραμμές, εντοπίζοντας την πολυσημαντότητα των λεκτικολογικών ροών της εκάστοτε κειμενικότητας.

            Και γιατί να τα κάνεις όλα αυτά;

            Εδώ, επανέρχεται το ζήτημα το οποίο έθεσε ο Χανς Γκαντάμερ περί σύνδεσης της μεθόδου με την αλήθεια. Κατά τον Γκαντάμερ το ερώτημα περί της αληθείας επεκτείνεται έως την κατανόηση των ανθρωπίνων επιστημών.[15] Έτσι, η νομική ερμηνευτική έχει ανυψωθεί από μια απλή διανοητική άσκηση, σε έχουσα οντολογική βάση. Το ίδιο το debate μεταξύ Χάμπερμας και Γκαντάμερ, και οι παρεμβάσεις του Ricoeur, δεν πρέπει να γίνει αντιληπτό ως ντέρμπυ ή ως ματς, αλλά ως διανοητικό προτσές, το οποίο αναδεικνύει τις εφαρμογές της νομικής επιστήμης στο οντολογικό επίπεδο.[16]

            Η ανάγκη και η επιθυμία για εξήγηση, νόημα και ερμηνεία εντείνονται σε διαφωτιστικές στιγμές. Και τούτο διότι ο διαφωτισμός στον άνθρωπο σημαίνεται από εκθαμβωτικό φως, ώστε μερικοί τυφλώνονται.

            Αυτό αποδίδει, ήτοι την πορεία από το σκότος της άγνοιας στην αυτογνωσία και αυτοσυνειδησία -το οποίο φεῦ πληρώνεται με το ίδιο το φως- το έργο του Σοφοκλή για τον Οιδίποδα Τύραννο.

            Στις “Διαλέξεις του για τις Καλές Τέχνες”[17] ο Χέγκελ ασχολείται εξαντλητικά με την αττική τραγωδία, διαμορφώνοντας μια συνεκτική θεώρηση, η οποία με άμεσο και ευθύ τρόπο είναι ενταγμένη στο σύστημα αισθητικής φιλοσοφίας του, και η οποία στο επίκεντρό της έχει την διαλεκτική μορφής-περιεχομένου. Μία από τις καινοτομίες την οποία εισέφερε ο Χέγκελ στην θεώρησή της αττικής τραγωδίας, ήταν η σύλληψη του δυναμικού εσωτερικού χαρακτήρα της, η περιγραφή της με όρους κίνησης και δράσης, ως μια διαδικασία η οποία πραγματεύεται συγκρούσεις. Με αυτόν τον τρόπο, ο Χέγκελ συνέλαβε στο ζήτημα της “ηθικής δικαιολόγησης μιας ειδικής πράξης”, την βάση πάνω στην οποία παράγονται οι συγκρούσεις, τις οποίες πραγματεύεται η αρχαία τραγωδία. Μάλιστα, ο Χέγκελ αντιπαρέβαλλε την πραγμάτευση εκ μέρους της αρχαίας τραγωδίας της “ηθικής δικαιολόγησης μιας ειδικής πράξης”, στην “κακή θέληση, το έγκλημα, την ατιμία και την κακοτυχία”, τα οποία μάλλον επικρατούν στο Αναγεννησιακό και νεωτερικό θέατρο.[18]

            Αναφορικά με το περιεχόμενο των συγκρούσεων, ο Χέγκελ διέκρινε δύο μεγάλες ποιότητες: η κύρια σύγκρουση είναι εκείνη μεταξύ “του κράτους, δηλαδή της ηθικής ζωής στην πνευματική οικουμενικότητά της, και της οικογένειας, δηλαδή της φυσικής ηθικής ζωής”[19]. Αυτή η σύγκρουση, σύμφωνα με τον Χέγκελ, είναι χαρακτηριστική σε τραγωδίες, όπως οι “Αντιγόνη, “Επτά επί Βήβας”, “Ιφιγένεια εν Αυλίδι”, “Αγαμέμνων”, “Χοηφόροι”, “Ευμενίδαι” και “Ηλέκτρα”. Η δεύτερη ποιότητα σύγκρουσης είναι “λιγότερο συγκεκριμένη” και τα πιο λαμπρά δείγματά της είναι ο “Οιδίπους Τύραννος” και ο “Οιδίπους επί Κολωνώ”.

Το κεντρικό θέμα εδώ είναι “το δικαίωμα της ευρέως αφυπνισθείσας συνείδησης, η δικαιολόγηση εκείνου που ο άνθρωπος έχει θελήσει με αυτογνωσία και έχει πράξει εν γνώσει, αντιδιαστελλόμενο σε αυτό το οποίο τέθηκε ως ειμαρμένη από τους θεούς να πράξει και διεπράχθη ασυνείδητα και χωρίς θέληση”. Μέσα σε αυτήν τη σύγκρουση ο Οιδίποδας “με την πλαστικότητα της συνείδησης αναλαμβάνει την ευθύνη για ό,τι έχει κάνει ως άτομο και δεν διακρίνει την καθαρά υποκειμενική του αυτο-συνειδητότητα, από εκείνο το οποίο αντικειμενικά είναι η περίσταση”. Έτσι, η οιδιπόδεια συνείδηση τελεί σε αντίθεση με το σύγχρονο του Χέγκελ “δικαίωμα βαθύτερης συνειδητότητας, το οποίο στηρίζεται στην αναγνώριση ότι από τη στιγμή σύμφωνα με την οποία ο Οιδίποδας δεν είχε πρόθεση, ούτε γνώριζε τα κρίματά του, τότε αυτά δεν πρέπει να θεωρούνται δικά του καμώματα”.[20]

Αλλά, δεν είναι αυτή η πλειοψηφούσα άποψη για τον διαφωτισμό.

Η εκ των υστέρων ανασυρθείσα έννοια του διαφωτισμού έχει θεολογική καταγωγή:

Ο Διονύσιος Αεροπαγίτης στην Μυστική Θεολογία, κάνοντας χρήση του κειμένου της Εξόδου και δη την ανάβαση του Μωϋσέως στο όρος Σινά, προκειμένου να λάβει τις Δέκα Εντολές, αναπλαισίωσε την πολύ συγκεκριμένη στιγμή της διαφωτιστικής διαδικασία μέσα από την έννοια του φωτός της αγνωσίας, δηλαδή του γνόφου.[21] Ομοίως, και στον Μποναβεντούρα.

Από την στιγμή λοιπόν σύμφωνα με την οποία κάποιο υποκείμενο «διαφωτισθεί» (δηλαδή λάβει γνώση αυτών που πριν ήταν μυστικά και άτρεπτα, κάτι που κατά τον Διονύσιο Αεροπαγίτη είναι και διαδικασία μύησης σύμφωνα με την αρχαία κουλτούρα και πρακτική) και πλαισιωθεί εντός των λειτουργιών και των οργανωτικοτήτων της αστικής κοινωνίας, ξεκινάει η διαδικασία ανεύρεσης νοήματος.

            Έτσι, τα μέλη του διαφωτισμένου έως κάποιο σημείο κόσμου, αντιμετωπίζοντας όλα τα κατά φαινόμενο τυχαία συμβάντα της καθημερινής κοινωνικής ζωής, δηλαδή τα συμβεβηκότα (την πολλαπλότηττα του “accidens”) προσπαθούν να προσδώσουν ένα νόημα. Στο μέτρο που γνωρίζουν τις εξηγητικές πρακτικές, τότε προσχωρούν στο αντιλαμβάνεσθαι την κοινωνική πρακτική ως πραγμάτωση επεισοδίων από κείμενα τα οποία εκ των υστέρων αποκλήθηκαν θρησκευτικά, ως πραγμάτωση στοιχείων από τις καλές τέχνες (σκεφθείτε, γιατί ο κόσμος λέει «αυτό είναι τραγικό»), ακόμα και ως παιχνίδια. Αυτό είναι η βασική πηγή πρόσδοσης νοήματος (meaning), ex post factum

Όμως, η συνεχής απέλπιδα προσπάθεια να προσδίδεις δι’ αυτού του τρόπου νόημα, ώστε να καλύπτεις τις απορίες του «ανθρώπου», ήτοι μιας αφαίρεσης, σε τελική ανάλυση εκχυδαΐζει το ίδιο το νόημα, το εκπορνεύει.

Έτσι, πέρα (besides) από το νόημα, ο πολιτισμός ανέπτυξε την διανοητική και επιστημονική λειτουργία της ερμηνευτικής.

Η ερμηνευτική αφορά πρακτικές που απορρέουν ή επιβάλλονται από τους θεσμούς μιας κοινωνίας (δεν υπάρχουν ετερογενείς θεσμοί, αυτό είναι η διαφορά μεταξύ πολιτικής θεολογίας και ιστορικής επιστήμης, η πρώτη δέχεται κατά το καστοριδειακό σχήμα ότι υπάρχουν ετερογενείς θεσμοί)[22] και εκβάλλουν πάλι στην κοινωνία. Επομένως, η ερμηνευτική αφορά κύρια τους νόμους: προτάσεις εν είδει κατηγορικών προσταγών οι οποίες έχουν κανονιστικό περιεχόμενο και δεσμευτικό χαρακτήρα, επειδή είναι εξοπλισμένες με την ισχύ των μηχανισμών επιβολής του νόμου (law enforcement).[23]

Στον ύμνο Εἰς Ἑρμῆν:

“ὡς δ’ ὁπότ’ ὠκὺ νόημα διὰ στέρνοιο περήσῃ

ἀνέρος ὅν τε θαμειαὶ ἐπιστρωφῶσι μέριμναι”[24]

Σε κάποια οπτική, το νόημα αυτών των στίχων είναι ότι το νόημα εξάγεται από το ανθρώπινο στέρνο και συνοδεύεται από τις μέριμνες οι οποίες καταδιώκουν τον άνθρωπο.

Εν αντιθέσει, ο Ερμής, έφτιαξε την λύρα, συνδυάζοντας στον ίδιο χρόνο σκέψη και πράξη: “ὣς ἅμ’ ἔπος τε καὶ ἔργον”. Ώστε η δραστηριότητα του Ερμή, η ερμηνευτική, γίνεται γνήσια υλική δραστηριότητα μετάπλασης της ύλης, δηλαδή εργασία.

Η ερμηνευτική, λοιπόν, έχει ως γενέθλιο τόπο (για να κάνω χρήση μιας αγαπημένης φουκοϊκής έκφρασης), την ίδια την συγκεκριμένη εργασία.  Ήτοι, είναι συγκεκριμένη, διότι μέσω αυτής (της ερμηνευτικής), ο αφηρημένος κανόνας δικαίου, η αφηρημένη νομική διάταξη μπορεί να εφαρμοσθεί ορθά, ερμηνευόμενη, στην κρινόμενη και συγκεκριμένη περίπτωση, υπόθεση κλπ.

Άρα, ξεκινάει ο διάλογος, η διαφωνία, η αντιπαράθεση, η διαπάλη για το ποια είναι τα κριτήρια της ορθής ερμηνείας.

Αδιαμφισβήτητα, σύμφωνα με το σχετικό νομικό αξίωμα, το προνόμιο της αυθεντικής ερμηνείας των νόμων το έχει ο συλλογικός νομοθέτης, όπως το προνόμιο της αυθεντικής ερμηνείας καθετί το οποίο λέγεται και γράφεται, το έχει αυτός που το είπε ή το έγραψε.

Μπορείς να δεις, όπως ο Μοντεσκιέ, το πνεύμα ενός νόμου, μπορείς σύμφωνα με την αρχή της απλότητας να εντοπίσεις την ratio του, την λογική του, η οποία συμπεριλαμβάνει τόσο τον σκοπό, όσο και την βούληση του νομοθέτη, και στον ίδιο χρόνο τείνει να τα υπερβεί.

Εδώ, ξαναγυρνάμε στο ερμηνευτικό debate.

Εν τούτοις, στην δικαστική πρακτική τα κριτήρια σε ουδεμία περίπτωση μπορεί να είναι εξωνομικά, αλλά ακόμα κι αν είναι, πρέπει να έχουν άμεση και ευθεία συσχέτιση και συνάφεια πάνω στο ίδιο το corpus των εφαρμοστέων νομικών διατάξεων. Σε αντίθετη περίπτωση, η Θέμις απειλείται να χάσει το σπαθί της.

Έξοδοι

Γνωρίζω ότι η βολική κατηγόρια ή η αντίκρουση για όλα όσα έχω γράψει ως εδώ, είναι αυτή περί διαπιστώσεων, περί περιγραφών κλπ.

            Εδώ, λοιπόν, το ζήτημα της μεθόδου και η σύνδεσή της με την αλήθεια, επανέρχεται.

            Δεν ξέρω τι είναι η αλήθεια, αλλά γνωρίζω ότι κριτήριό της είναι η πράξη. Επομένως, το να λες ακόμη κι αυτό το οποίο αντιλαμβάνεσαι ή έχεις συλλάβει ως αλήθεια, είναι μια δραστηριότητα η οποία παράγει πράξη ή εκπληρώνει τις προϋποθέσεις παραγωγής της.

            Κάπως έτσι, ο Αντόρνο είχε σφαιρικά δίκιο που έλεγε τότε, περί παραίτησης. Και τούτο διότι, πριν το γράψει, είχε αποδώσει την αλήθεια του.

            Έτσι, οι ασχολούμενοι επαγγελματικά με την νομική επιστήμη και βιοποριζόμενοι από αυτήν, εξ αιτίας της ίδιας της δραστηριότητας της νομικής ερμηνευτικής και της διαφοροποίησης μεταξύ εξήγησης και νοήματος, βλέπουν (εμού συμπεριλαμβανόμενου) την αστική κοινωνία ως αντικειμενικότητα.

Αυτό συμπυκνώνει το έργο του Κάφκα με τίτλο “Η Αμερική”. Επομένως, για ακόμα μια φορά, η διαλεκτική εσωτερικότητας – εξωτερικότητας αναδύεται. Αυτό αποδίδεται τόσο με το “Μπροστά στον Νόμο” πάλι του Κάφκα, αλλά ίσως πιο εμφατικά με τα αχόρταγα γκαργκόυλς. Το έξω είναι οι ζώνες του αγνώστου, το μέσα στον ναό η ζώνη της προστασίας. Τα γκαργκόυλς κάνουν την οριοθεσία και ταξιθεσία.

            Το κεφάλαιο της νεωτερικότητας συγκρότησε έναν πολιτισμό προστασίας, βασισμένο στην έννοια της εσωτερικότητας. Η εκτόξευση του Σπούτνικ ήταν το τελευταίο κέλυφος που έμενε να διαρρηχθεί, προκειμένου η εξωτερικότητα να υπερέχει.

            Το νεωτερικό ποινικό δίκαιο του ηπειρωτικού χώρου είναι καταστρωμένο δικαιοπολιτικά πάνω στους όρους των προστατευτέων εννόμων αγαθών. Αλλά, η ίδια η κουλτούρα της προστασίας παραβιάζει τον καντιανό καθορισμό του διαφωτισμού[25]. Ήτοι, ο νεωτερικός ποινικός κώδικας τελεί σε “contradictio in terminis”.[26] Και τούτο διότι, ενώ αντιλαμβάνεται ως μεταφυσική του την προστασία αφαιρέσεων, δηλαδή εννόμων αγαθών, είναι τέτοιος, επειδή στο συγκεκριμένο, τυποποιεί Tatbestände, δηλαδή συγκεκριμένες υπαρκτικότητες, ειδικές υποστάσεις περιέχουσες γεγονοτικότητας (Faktizität).[27]

            Με βάση τα ανωτέρω, η αστική κοινωνία διευρύνεται στο μέτρο κατά το οποίο ανοίγεται προς την εξωτερικότητα, ανασυγκροτούμενη με αυτόν τον τρόπο σε κόσμο. Η αρχαία Ελλάδα έχει την ικανότητα θεμελίωσης κόσμου –και εδώ συνίσταται η κανονικότητά τόσο αυτής, όσο και των τέκνων της-, επειδή από τα χρόνια των Μυκηναίων είχε φτάσει σε αυτό το οποίο ονομάζει Υπερβορεία[28].

            Επομένως, υπολαμβάνοντας ότι στο θεμέλιο της κάθε επιστήμης η έγχυση υγρού σκυροδέματος γίνεται αριστοτελικά, τότε ο αρχαίος διαφωτισμός γίνεται κατανοητός, αποθεολογικοποιούμενος (αλλά αυτήν την φορά μυθοποιούμενος)[29], κατά τον μύθος της Λητούς και του Λύκειου Απόλλωνα.[30]

           


[1] Ενδεικτικά βλέπε Joachim Rückert, Professor, J.W. Goethe Universität, «Friedrich Carl von Savigny, the Legal Method, and the Modernity of Law», Juridica International, XI, 2006, σ. 55-67.

[2] Βλέπε την σχετική αναφορά του Σαβινύ στον Λάιμπνιτς, Frederik Charles Von Savigny, Of the Vocation of our Age for Legislation and Jurisprudence, translated from the German by Abraham Hayward, printed by Littlewood and Co. Old BaileyLondon, 1831, σ. 147.

[3] Βλέπε Max Weber, Οικονομία και Κοινωνία, Η Πόλη, Μετάφραση-Εισαγωγή-Επιμέλεια Θανάσης Γκιούρας, εκδ. Σαββάλας, Αθήνα, 2008.

[4] Στην κλασική πολιτική οικονομία, αυτή η διαδικασία εμπερικλείεται στην ολοκλήρωση του προτσές πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου.

[5] Βλέπε Πλάτων, Πρωταγόρας, https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/library/browse.html?text_id=27, και του ιδίου Θεαίτητοςhttps://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/corpora/anthology/content.html?m=1&t=504, Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων, ΙΧ 50-56, https://atomakaikeno.wordpress.com/2008/03/18/53%CE%BF-%CE%91%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%80%CE%95%CE%BD%CE%B1-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CE%BC%CE%AC%CE%B6%CE%B5%CF%88%CE%B1%CE%BD-%CF%84%CE%B1-%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%A0/, https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/encyclopedia/rhetoric/page_012.html

[6] Βλέπε Αντόνιο Γκράμσι, Il Risorgimento, Μεταρρύθμιση και Αναγέννηση, Ανθρωπισμός και Αναγέννηση, εισαγωγή Λουκά Αξελός, μετάφραση-σχόλια Γιώργος Μαχαίρας, εκδ. Στοχαστής/Σύγχρονη Σκέψη, Αθήνα, 1987, σ. 35

[7] Βλέπε Νικόλαος Κ. Αγγελής, Διαφωτισμός, Συμπεράσματα σειράς φιλοσοφικών συμποσίων, Δίκη, 2006, http://www.kostasbeys.gr/articles.php?s=4&mid=1479&mnu=3&id=23713, Κύρκος Βασίλειος Α., Αρχαίος Ελληνικός Διαφωτισμός και Σοφιστική, εκδ. ΠαπαδήμαΑθήνα, 1992.

[8] Βλέπε Διογένης Λαέρτιος, ibid, 7:1.

[9] Παράβαλε Walter Benjamin, Passagenwerk (The Arcades Project), translated by Howard Eiland and Kevin McLaughlin, prepared on the basis of the German volume edited by Rolf Tiedemann, The Belknap Press of Harvard University Press, Cambridge, Massachusetts, and London, England, 1990.

[10] Βλέπε https://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/corpora/anthology/contents.html?author_id=10

[11] Βλέπε Αντώνης Αργυρός, Αρνησιδικία, η ανώτερη μορφή τρομοκρατίας, δικαστικό, 4/2/2020, https://www.dikastiko.gr/articles/antonis-argyros-arnisidikia-i-anoteri-morfi-tromokratias/

[12] Theodor Adorno, “The Theory of Half-Education, translation from German”, Maria Kultaieva, Filosofiya osvity Philosophy of Education 20(1):128-152.

[13] Βλέπε https://www.telegraph.co.uk/education/2017/01/08/university-students-demand-philosophers-including-plato-kant/, https://www.dailymail.co.uk/news/article-4098332/They-Kant-PC-students-demand-white-philosophers-including-Plato-Descartes-dropped-university-syllabus.html

[14] Βλέπε Hannah Arendt, “The Crisis in Education”

[15] Βλέπε Hans-Georg Gadamer, Truth and Method, Second, Revised Edition, Tranlsation revised by Joel Weinsheimer and Donald G. Marshall, Continuum, London, New York, 2006, σ. 172-305.

[16] Βλέπε Francis J. Mootz III, “The Ontological Basis of Legal Hermeneutics: A Proposed Model

of Inquiry Based on the Work of Gadamer, Habermas and Ricoeur: A Proposed Model of Inquiry Based on the Work of Gadamer, Habermas and Ricoeur” (1988), University of Nevada, Las Vegas -- William S. Boyd School of Law, Scholarly Works. 49, https://scholars.law.unlv.edu/facpub/49

[17] Βλέπε Γκέοργκ Χέγκελ, Lectures on the Fine Arts, Volume II, Translated by T.M. Knox, Clarendon Press, Oxford, 1975.

[18] Βλέπε οπ., σ. 1212.

[19] Βλέπε οπ., σ. 1213.

[20] Βλέπε οπ., σ. 1214. Σε αυτό το σημείο ο Οιδίποδα κατά την στιγμή της αυτοτύφλωσής του είναι ένα αλλοτριωμένο υποκείμενο.

[21] Βλέπε Διονύσιος Αεροπαγίτης, Περί Μυστικής Θεολογίας, Προς τον Τιμόθεο: Ι. ἔνθα τὰ ἁπλᾶ καὶ ἀπόλυτα καὶ ἄτρεπτα τῆς θεολογίας μυστήρια κατὰ τὸν ὑπέρφωτον ἐγκεκάλυπται τῆς κρυφιομύστου σιγῆς γνόφον, ἐν τῷ σκοτεινοτάτῳ τὸ ὑπερφανέστα τον ὑπερλάμποντα καὶ ἐν τῷ πάμπαν ἀναφεῖ καὶ ἀοράτῳ τῶν ὑπερκάλων ἀγλαϊῶν ὑπερπληροῦντα τοὺς ἀνομμάτους νόας (απόσπασμα), 2. Τούτων δὲ ὅρα, ὅπως μηδεὶς τῶν ἀμυήτων ἐπακούσῃ· τούτους δέ φημι τοὺς ἐν τοῖς οὖσιν ἐνισχημένους καὶ οὐδὲν ὑπὲρ τὰ ὄντα ὑπερουσίως εἶναι φανταζομένους, ἀλλ' οἰομένους εἰδέναι τῇ καθ' αὑτοὺς γνώσει τὸν θέμενον «σκότος ἀποκρυφὴν αὐτοῦ». Eἰ δὲ ὑπὲρ τούτους εἰσὶν αἱ θεῖαι μυσταγωγίαι, τί ἄν τις φαίη περὶ τῶν μᾶλλον ἀμύστων, ὅσοι τὴν πάντων ὑπερκειμένην αἰτίαν καὶ ἐκ τῶν ἐν τοῖς οὖσιν ἐσχάτων χαρακτη ρίζουσιν καὶ οὐδὲν αὐτὴν ὑπερέχειν φασὶ τῶν πλαττομένων αὐτοῖς ἀθέων καὶ πολυειδῶν μορφωμάτων; Δέον ἐπ' αὐτῇ καὶ πάσας τὰς τῶν ὄντων τιθέναι καὶ καταφάσκειν θέσεις, ὡς πάντων αἰτίᾳ, καὶ πάσας αὐτὰς κυριώτερον ἀποφάσκειν, ὡς ὑπὲρ πάντα ὑπερούσῃ, καὶ μὴ οἴεσθαι τὰς ἀποφάσεις ἀντικειμένας εἶναι ταῖς καταφάσεσιν, ἀλλὰ πολὺ πρότερον αὐτὴν ὑπὲρ τὰς στερήσεις εἶναι τὴν ὑπὲρ πᾶσαν καὶ ἀφαίρεσιν καὶ θέσιν.

[22] όλοι οι θεσμοί είναι κοινωνικοϊστορικά προϊόντα, βρίσκονται σε συσχέτιση και συνάφεια με ένα δοσμένο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, επιχειρώντας και επιδιώκοντας είτε την αναπαραγωγή δοσμένων σχέσεων παραγωγής, είτε τον μετασχηματισμό των

[23] Παράβαλε Jacques Derrida, Η Ισχύς του Νόμου, μτφ. Βαγγέλης Μπιτσώρης, εκδ. Πατάκης, Αθήνα, 2015

[24] https://el.wikisource.org/wiki/%CE%9F%CE%BC%CE%B7%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%AF_%CE%8E%CE%BC%CE%BD%CE%BF%CE%B9/IV._%CE%95%CE%B9%CF%82_%CE%95%CF%81%CE%BC%CE%AE%CE%BD

[25] Βλέπε Michel Foucault, Τι είναι Διαφωτισμός, μτφ. Στέφανος Ροζάνης, εκδ. Έρασμος, σ. 15-25.

[26] Βλέπε Νικόλαος Κ. Ανδρουλάκης, Η Επιταγή της Αναλογικότητας, The Art of Crime, Μάιος 2017.

[27] Ενδεικτικά βλέπε Zaufal Sophie, Was kann ein strafrechtlicher Tatbestand leisten? Die Bestimmtheit von Strafnormen als hermeneutisch-methodisches Problem im Verfassungsstaat, Dike Verlag Zürich, Facultas, Nomos, 2018, Γιάννης ΚοζάτσαςΓιώργος ΦαράκλαςΣτέλλα Συνεργιάννη, Klaus Vieweg (eds), Hegel and Scepticism. On Klaus Vieweg's Interpretation, De Gruyter, 2017, Γιάννης Τρισσόκας, Theory of Judgement, A Treatise on the Possibility of Scientific Inquiry, Brill, Boston, Leiden, 2012.

[28]  Βλέπε Ηρόδοτος, Ἱστορίαι, Δ. Μελπομένη, 13:  “ἔφη δὲ Ἀριστέης ὁ Καϋστροβίου ἀνὴρ Προκοννήσιος, ποιέων ἔπεα, ἀπικέσθαι ἐς Ἰσσηδόνας φοιβόλαμπτος γενόμενος, Ἰσσηδόνων δὲ ὑπεροικέειν Ἀριμασποὺς ἄνδρας μουνοφθάλμους, ὑπὲρ δὲ τούτων τοὺς χρυσοφύλακας γρῦπας, τούτων δὲ τοὺς Ὑπερβορέους κατήκοντας ἐπὶ θάλασσαν. τούτους ὦν πάντας πλὴν Ὑπερβορέων, ἀρξάντων Ἀριμασπῶν αἰεὶ τοῖσι πλησιοχώροισι ἐπιτίθεσθαι, καὶ ὑπὸ μὲν Ἀριμασπῶν ἐξωθέεσθαι ἐκ τῆς χώρης Ἰσσηδόνας, ὑπὸ δὲ Ἰσσηδόνων Σκύθας, Κιμμερίους δὲ οἰκέοντας ἐπὶ τῇ νοτίῃ θαλάσσῃ ὑπὸ Σκυθέων πιεζομένους ἐκλιπεῖν τὴν χώρην. οὕτω οὐδὲ οὗτος συμφέρεται περὶ τῆς χώρης ταύτης Σκύθῃσι”, και οπ., 36:2: “36.2: Τὸν γὰρ περὶ Ἀβάριος λόγον· τοῦ λεγομένου εἶναι Ὑπερβορέου οὐ λέγω, λέγοντα ὡς τὸν ὀϊστὸν περιέφερε κατὰ πᾶσαν γῆν οὐδὲν σιτεόμενος”, Ιάμβλιχος, Περί του Πυθαγορικού βίου, 28.136.4: δῆλα δ' αὐτῶν τὰ ποιήματα ὑπάρχει, ἄλλως τε καὶ ἀλεξανέμας μὲν ὂν τὸ ἐπώνυμον Ἐμπεδοκλέους, καθαρτὴς δὲ τὸ Ἐπιμενίδου, αἰθροβάτης δὲ τὸ Ἀβάριδος, ὅτι ἄρα ὀιστῷ τοῦ ἐν Ὑπερβορέοις Ἀπόλλωνος δωρηθέντι αὐτῷ ἐποχούμενος ποταμούς τε καὶ πελάγη καὶ τὰ ἄβατα διέβαινεν, ἀεροβατῶν τρόπον τινά, ὅπερ ὑπενόησαν καὶ Πυθαγόραν τινὲς πεπονθέναι τότε, ἡνίκα καὶ ἐν Μεταποντίῳ καὶ ἐν Ταυρομενίῳ τοῖς ἑκατέρωθι ἑταίροις ὡμίλησε τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ”. ΣτράβωνΓεωγραφικάΙΑ. 6.2: “Εἰσπλέοντι δ᾽ ἐν δεξιᾶι μὲν τοῖς Εὐρωπαίοις οἱ συνεχεῖς Σκύθαι νέμονται καὶ Σαρμάται οἱ μεταξὺ τοῦ Τανάιδος καὶ τῆς θαλάττης ταύτης͵ νομάδες οἱ πλείους͵ περὶ ὧν εἰρήκαμεν· ἐν ἀριστερᾶι δ᾽ οἱ πρὸς ἕω Σκύθαι͵νομάδες καὶ οὗτοι͵ μέχρι τῆς ἑώιας θαλάττης καὶ τῆς Ἰνδικῆς παρατείνοντεςἅπαντας μὲν δὴ τοὺς προσβόρρους κοινῶς οἱ παλαιοὶ τῶν Ἑλλήνων συγγραφεῖς Σκύθας καὶ Κελτοσκύθας ἐκάλουν· οἱ δ᾽ ἔτι πρότερον διελόντες τοὺς μὲν ὑπὲρ τοῦ Εὐξείνου καὶ Ἴστρου καὶ τοῦ Ἀδρίου κατοικοῦντας Ὑπερβορέους ἔλεγον καὶ Σαυρομάτας καὶ Ἀριμασπούς͵ τοὺς δὲ πέραν τῆς Κασπίας θαλάττης τοὺς μὲν Σάκας τοὺς δὲ Μασσαγέτας ἐκάλουν͵ οὐκ ἔχοντες ἀκριβὲς λέγειν περὶ αὐτῶν οὐδέν͵ καίπερ πρὸς Μασσαγέτας τοῦ Κύρου πόλεμον ἱστοροῦντεςἀλλ᾽ οὔτε περὶ τούτων οὐδὲν ἠκρίβωτο πρὸς ἀλήθειαν͵ οὔτε τὰ παλαιὰ τῶν Περσικῶν οὔτε τῶν Μηδικῶν  Συριακῶν ἐς πίστιν ἀφικνεῖτο μεγάλην διὰ τὴν τῶν συγγραφέων ἁπλότητα καὶ τὴν φιλομυθίαν”.

[29] Βλέπε Max Horkheimer and Theodor W. Adorno, Dialectic of Enlightenment, Philosophical Fragments, Edited by Gunzelin Schmid Noerr, Translated by Edmund Jephcott, Stanford University Press, Stanford, California, 2002, pp. 35-62.

[30] Βλέπε Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλίο Β΄, κεφ. 2.47: “αύτην ὑπάρχειν μὲν κατὰ τὰς ἄρκτους, κατοικεῖσθαι δὲ ὑπὸ τῶν ὀνομαζομένων Ὑπερβορέων ἀπὸ τοῦ ποῤῥωτέρω κεῖσθαι τῆς βορείου πνοῆς· οὖσαν δ´ αὐτὴν εὔγειόν τε καὶ πάμφορον, ἔτι δ´ εὐκρασίᾳ διαφέρουσαν, διττοὺς κατ´ ἔτος ἐκφέρειν καρπούς. μυθολογοῦσι δ´ ἐν αὐτῇ τὴν Λητὼ γεγονέναι”, ο Ρόδιος, Αργοναυτικά, Βιβλίο 2, στ. 674: “τοι̂σι δὲ Λητου̂ς υἱός, ἀνερχόμενος Λυκίηθεν τη̂λ' ἐπ' ἀπείρονα δη̂μον ̔Υπερβορέων ἀνθρώπων  ἐξεφάνη”.

 

νεκρή εργασία, πυρηνικά, κβαντική. 11.9.2021

 

Α. Στοιχεία από το πυρηνικό περιεχόμενο της κλασικής deutchen φιλοσοφίας

τἀληθὲς ἀεὶ πλεῖστον ἰσχύει λόγου.[1]

            Ο Χέγκελ εμπεριέχει το τέλος του με υπόρρητο τρόπο. Καταλήγει πάντα ως πέρασμα και όχι ως κλειστότητα:

            “Επιπρόσθετα, όπως στα δίκαια, στον ηθικό βίο, και στο κράτος, η αλήθεια είναι τόσο παλιά ως εκείνη στην οποία κατά κύριο λόγο ο νόμος, η ηθικότητα κι η θρησκεία ανοιχτά επιδεικνύονται και αναγνωρίζονται. Όμως, καθώς το σκεπτόμενο πνεύμα δεν είναι ικανοποιημένο με το κατέχειν την αλήθεια σε αυτόν τον απλό τρόπο, πρέπει να την συλλάβει, να την εννοιολογήσει, και αυτό αποκτά μια λογική μορφή για ένα περιεχόμενο το οποίο είναι ήδη υπόρρητα/σιωπηρά λογικό. Με αυτόν τον τρόπο, η υπόσταση δικαιολογείται επί της μπάρας/σανίδας του ελεύθερου σκέπτεσθαι. Η ελεύθερη σκέψη δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με εκείνο που της έχει δοθεί, είτε από την εξωτερική θετική εξουσία/αρχή του κράτους ή της ανθρώπινης σύμβασης, ή από την εξουσία/αρχή των εσωτερικών συναισθημάτων, της καρδιάς, και του μαρτυρίου του πνεύματος, η οποία συμπίπτει αδιαμφισβήτητα με την καρδιά. Είναι η φύση της ελεύθερη σκέψης περισσότερο να χωρεί εκτός του ιδίου του εαυτού της, και επομένως να απαιτεί ότι θα έπρεπε να γιγνώσκει εαυτό ως πλήρως ταυτόσημο με την αλήθεια”.[2]

Χάρη σε αυτά ο Χέγκελ αντιμετωπίζεται αμέσως μετά τον θάνατό του από τους καθηγητάδες και τους νέους οπαδούς της αφέλειας ως ψόφιο σκυλί. Ωστόσο, οι λογαριασμοί δεν είχαν κλείσει. Ήτοι, κόντρα στην αντεπαναστατική πρωσική σκέψη της εποχής, ο Φόυερμπαχ ανέλαβε την τελείωση των όσων είχαν μείνει ως εκκρεμότητες.

Τι σημαίνει ότι με τον Φόυερμπαχ επέρχεται το τέλος της κλασικής deutchen φιλοσοφίας;

Πρόκειται για μια πρόταση ισάξιας βαρύτητας με αυτήν, ότι η ίδια η φιλοσοφία ως επιστημονικό σύστημα ολοκληρώθηκε με τον Χέγκελ.

Το τέλος της κλασικής deutchen φιλοσοφίας σημαίνει και το τέλος του ιστορικιστικού χρόνου ως τέτοιου, δηλαδή της αιτιώδους γεγονοτολογικής γραμμικής αλληλουχίας. Παντού υπάρχουν κενά, και αυτός ο οποίος μπορεί να κατανοήσει τον χρόνο, είναι αυτός ο οποίος μπορεί να αντιληφθεί τα κενά.

Επομένως, με τα τέλη αυτά, τα οποία πρέπει να γίνουν αντιληπτά ως εκπληρώσεις σκοπών, επέρχεται κι η απόσβεση των οφειλών της ιστορικιστικής ιστορίας, και πλέον η ιστορία μπορεί να θεαθεί ως ιστορία της πάλης των τάξεων.

            Ή για να το πω πιο φιλοσοφημένα: σημαίνει ότι η οντολογία αυτήν την φορά ως διαλεκτική του είναι αποκαλύπτεται μέσα από τις πραγματώσεις των ενικών μορφών του, όπως το θέτει ο Ιλιένκοφ.[3] Έτσι, πάλι, όπως λέει ο Ιλιένκοφ: “Ο υλισμός συνίστατο σε αυτήν την υπόθεση σε μια μη επιβεβαιωμένη αναγνώριση του γεγονότος ότι το σκέπτεσθαι είναι ο τρόπος της πραγματικής ύπαρξης του υλικού σώματος, η δραστηριότητα του σκεπτόμενου σώματος στον πραγματικό χώρο και χρόνο. Ο υλισμός εμφανίσθηκε, περαιτέρω, στην αναγνώριση της ταυτότητας μεταξύ του πνευματικού κατανοούμενου και του αισθητηριακά συλλαμβανόμενου κόσμου,  τελικά, ο υλισμός του Φόυερμπαχ εκφράζεται στο αναγνωρισμένο είναι του ανθρώπου ως το υποκείμενο του σκέπτεσθαι, ότι δηλαδή ο ίδιος άνθρωπος έζησε στον πραγματικό κόσμο, και όχι ένα ειδικό ον, ιπτάμενο εκτός κόσμου, ατενίζοντας και κατανοώντας τον κόσμο απ’ τα έξω”.[4]

            Εδώ, λοιπόν, έχουμε τον διαλεκτικό ανθρωπισμό, ή αν θέλετε, την ανθρωπιστική διαλεκτική στην στιγμή της κορύφωσής της. Η στιγμή αυτή είναι μόνο μια στιγμή της κορύφωσης της εσωτερικότητας της deutchen πραγματικότητας στην περίπτωση του Φόυερμπαχ, και της σοβιετικής πραγματικότητας στην περίπτωση του Ιλιένκοφ. Επομένως, είναι μια (φιλ)ειρηνική προσέγγιση, επειδή ακριβώς απορρέει από και εκβάλλει στην εσωτερικότητα. Μπορεί να ειπωθεί ότι στο στρατηγικό συγκείμενο έχει να κάνει με την μετά το 20ο Συνέδριο «ειρηνική συνύπαρξη», όπως, κατ’ αναλογία, μ’ έναν σχιζοϊκό τρόπο, το τέλος της κλασσικής deutchen φιλοσοφίας είναι συνδεδεμένο με το πρωσικό κράτος ως πραγμάτωση της Ιδέας.

Όμως, η προλεταριακή εξέγερση είναι το άνοιγμα και η εισβολή της εξωτερικότητας στο προσκήνιο. Ουδείς ηδύνατο να φανταστεί κατά την διάρκεια του Φεβρουάριου του 1848, ακόμη και στους πιο ντελιριώδεις επαναστατικούς πυρετούς και στις φλόγες, σχεδόν παραληρηματικούς, το τι θα γινόταν, 4 μήνες μετά. Άρα, όταν βρίσκουμε εαυτούς εντός της εξωτερικότητας, πάντα πρόκειται για πολεμικούς εαυτούς σε πολεμικές και εμπόλεμες καταστάσεις.

Έχουμε να κάνουμε με την διαλεκτική εξωτερικότητας και εσωτερικότητας.

Ο Φόυερμπαχ τότε συνέλαβε ότι σε διανοητικό/πνευματικό επίπεδο τα περάσματα και οι συνδέσεις μεταξύ αυτών (εσωτερικότητα-εξωτερικότητα), τα οποία αισθητηριακά και μόνο εμφανίζονται ως δύο, προκύπτουν από τον τότε επικρατούντα χριστιανισμό (δηλαδή τον μεσσιανισμό ο οποίος αυτοανακηρύχθηκε αυτοτελής θρησκεία οργανωμένη γύρω από κάποιο πρόσωπο που συμβολίζει κάτι σωτηριολογικό) εγελιανού τύπου, δηλαδή εκκοσμικεύμενο, ως σύνολο ουσιολογικών καταφάσεων. Σε αυτήν την κοίτη κατευθύνει και το έργο του Ερνστ Μπλοχ.[5]

Επομένως, ο Φόυερμπαχ οδηγεί σε έναν καθορισμό της επαναστατικής πρακτικής ως το ρίξιμο του κέρματος το οποίο έχει να κάνει με την μεταβολή/εναλλαγή των περιστάσεων και της ανθρώπινης δραστηριότητας, ώστε η ίδια η επαναστατική πρακτική μπορεί να γίνει κατανοητή ως μεταβολή/εναλλαγή εκδοχών εκάστης εαυτότητας. Αυτό είναι επίσης μια οπτική της επαναστατικής πρακτικής από το σημείο θέασης της εσωτερικότητας. Με τον Φόυερμπαχ επέρχεται η πυρηνοποίηση του εαυτού.

Όμως, η ανθρώπινη πρακτική μπορεί να κατανοηθεί ως τέτοια, μόνο όταν εκδηλώνεται και εξωτερικεύεται στην διάδρασή της με τους “άλλους”, δηλαδή πάλι σε ένα περιβάλλον κοινωνικής περιεχομενικότητας, μέσα σε ποιοτικά καθορισμένα και προσδιορισμένα σύνολα κοινωνικών σχέσεων, εν ολίγοις μέσα στο σύστημα και στον τρόπο της κοινωνικής (ανα)παραγωγής.

Έτσι, ο χώρος εργοστάσιο είτε οριοθετημένο, είτε στον ανοιχτό χώρο, καθίσταται η μεγάλη διατομή μεταξύ της εσωτερικότητας και της εξωτερικότητας, σε τέτοιο εύρος σύμφωνα με το οποίο η αντίστιξη χάνει την σημασία της. Τι πιο εξωτερικό και συνάμα πιο εσωτερικό από έναν εργάτη ο οποίος πατάει το κουμπί και επιβλέπει την λειτουργία ενός αυτοματικού βραχίονα σε μια αλυσίδα συναρμολόγησης, τι πιο εξωτερικό  και συνάμα πιο εσωτερικό από κάποια η οποία χειρίζεται ένα υποσύστημα τεχνητής νοημοσύνης, η οποία παρακολουθεί βαριεστημένα σε κάποια οθόνη μια ροή πραγμότητας;

Είναι η ίδια η ανάπτυξη και εξέλιξη των ανηλεών δυνάμεων της εργασίας αυτή η οποία αίρει (aufheben) εν δυνάμει (in potentia) τον αλλοτριωτικό διχασμό του κόσμου σε αιώνιο (secular) και θρησκευτικό, ώστε να επικρατήσει η secularity, η οποία σε κάθε περίπτωση είναι η sine qua non προϋπόθεση της θρησκείας και της θρησκευτικότητας, που με αυτόν τον τρόπο εμφανίζεται εφήμερη και παροδική. Στην συνείδηση αυτή συνέβαλε ο Φόυερμπαχ.

            Πιο προωθημένα, προπεριγράφει τις “Αρχές της Φιλοσοφίας του Μέλλοντος”[6], επιχειρώντας μια έξοδο της φιλοσοφίας από την μιζέρια της.

Δεν είναι ζήτημα σύγκρισης, αλλά συνειδητής αντίθεσης:

“Η παλαιά φιλοσοφία είχε το σημείο αναχώρησής της στην πρόταση: Είμαι ένα αφηρημένο, ένα απλά σκεπτόμενο ον στο οποίο το σώμα δεν ανήκει. Η νέα φιλοσοφία χωρεί μέσω τη αρχής: Είμαι ένα πραγματικό και αισθητηριακό ον. Πράγματι, το όλον του σώματός μου είναι το εγώ μου, το ίδιο το είναι μου”.[7]

Εδώ, μια υπόρρητη επισήμανση του Χομπς εντοπίζεται: το πεσιμιστικής αισθητικής ξεπέρασμα της αριστοτελικής σχολαστικιστικής λογικής που ξεκινά πάντα από την θετική πρόταση (“propositio”), αλλά και η αντιπολίτευση εις βάρος του Φίχτε. Ανάλογα, αίρεται ο δυϊσμός σώματος-νου, ήτοι, όπως το θέτει ο Ιλιένκοφ, το σκέπτεσθαι είναι ο τρόπος της πραγματικής ύπαρξης του υλικού σώματος: μπορώ να δω τις πολλαπλές εκδοχές του εαυτού μου, να επιτελέσω πολλαπλές εκδοχές της εαυτότητάς μου, ανεξαρτήτως χωροχρονικού επιπέδου αναφοράς: ο ίδιος μου ο εαυτός είναι ένα πυρηνικό εργοστάσιο: δεν υπάρχω μόνο επειδή σκέφτομαι, αλλά επειδή με αυτόν τον τρόπο εξωτερικεύεται το υλικό μου σώμα και οι σχέσεις του, το οποίο είναι κυβοργιανά συνδεδεμένο με το Σώμα της Γενικής Νοημοσύνης.

Έτσι, ο διαφωτισμός του μέλλοντος, σκοτεινός ή φωτεινός, φανερώνεται:

“Η αναγνώριση του φωτός της πραγματικότητας εντός του ερέβους της αφαίρεσης είναι μια αντίφαση –εξ ίσου η αποδοχή και η άρνηση του πραγματικού στον ίδιο χρόνο. Η νέα φιλοσοφία η οποία σκέπτεται το συγκεκριμένο όχι με αφηρημένο, αλλά με συγκεκριμένο τρόπο, η οποία γνωρίζει το πραγματικό στην πραγμότητά του –είναι, κατά τρόπο τινά ανταποκρίνοντα στο είναι του πραγματικού ως αληθές, αυτή η οποία ανελκύει το αληθές σε αρχή και αντικείμενο της φιλοσοφίας, είναι συνεπώς η αλήθεια της εγελιανής φιλοσοφίας, επί του πρακτέου της νεωτέρας φιλοσοφίας ως όλον”.[8]

Επίσης, εδώ, το “αυτό που είναι ενεργώς πραγματικό είναι λογικό και αυτό που είναι λογικό είναι ενεργώς πραγματικό”[9], αποκτά μια συγκεκριμένη ποιότητα: η αλήθεια όχι ως παίγνιον, όχι ως κυβεία  του Λόγου (ratio), αλλά ως συσχέτιση στην οντολογία του πραγματικού και στην πραγματική οντολογία.

Η συστηματική φιλοσοφία μπορεί να στοιχηθεί κατ’ αρχήν στην κίνηση σε αφαιρετικοποιημένα επίπεδα:

“Προσθήκη. Η φιλοσοφία αποτελεί κύκλο. Έχει μία άμεση αρχή, διότι από κάπου πρέπει ν’ αρχίσει, που δεν είναι αποδεδειγμένη, που δεν είναι αποτέλεσμα. Αλλά το με τι αρχίζει η φιλοσοφία είναι σχετικό, διότι στο τέλος μιας άλλης συλλογιστικής εμφανίζεται ως αποτέλεσμα. Η φιλοσοφία είναι μια ακολουθία, η οποία δεν κρέμεται στον αέρα, η οποία δεν αφετηριάζεται από κάπου άμεσα, αλλά κύκλοι και επιστρέφει επί των κύκλων της”.[10]

Β. Σταθερό κεφάλαιο, νεκρή εργασία και κβαντικοποίηση

Το γεγονός ότι ο κάθε εργάτης (ιδιαίτερα και ειδικά μέσα στο προτσές της κυκλοφορίας) δύναται να συνιδιοποιεί  σταθερό κεφάλαιο (στην γνωσιοψηφιακή του μορφή) για λογαριασμό/χάρη της τάξης του, ερείδεται στην κριτική εννοιολόγηση της ιδιοποίησης της ίδιας της εργασίας από το κεφάλαιο:[11] με το ότι η ιδιοποιηθείσα εργασία γίνεται μια στιγμή του κεφαλαίου, μια νεκρή αντικειμενικότητα, κι έτσι το stricto sensu παραγωγικό προτσές εμφανίζεται ως τεχνολογική εφαρμογή της επιστήμης.

Το ποσοτικό (quantitative) εύρος και η εντατικότητα στην οποία το κεφάλαιο αναπτύσσεται ως σταθερό κεφάλαιο, φανερώνει τον γενικό βαθμό στον οποίο το κεφάλαιο έχει αναπτυχθεί ως εξουσία επί της ζώσας εργασίας: έκφραση της συσσώρευσης των αντικειμενοποιημένων παραγωγικών δυνάμεων: αντικειμενοποιημένη εργασία.

            Το κεφάλαιο προβάλλει τόσο τερατώδες, όσο και η εργατική τάξη (και vice versa): ενσωματώνοντας ζώσα εργασία με την νεκρή υπόστασή των εμπορευμάτων (δηλαδή των τμημάτων του σταθερού κεφαλαίου, της μηχανουργίας κλπ.), στον ίδιο χρόνο μετατρέπει νεκρωμένη αξία χρήσης (παρελθούσα, υλικοποιηθείσα, νεκρή εργασία) σε κεφάλαιο. Στο ευρύτερο κοινωνικό πεδίο το κεφάλαιο εμφανίζεται ως σχέση και όχι ως πράγμα, όμως μέσα στο εργοστάσιο το κεφάλαιο εμφανίζεται ενώπιον των εργατών ως ο μηχανολογικός/-ουργικός αντίπαλος. Σε αυτό το σύστημα η μόνη κοινωνική σχέση η οποία συνδέει εργάτες και φορείς διευθυντικού δικαιώματος είναι αυτή της εναντιότητας (“contrarietas”).[12]

            Επομένως, μεταξύ ζώσας και νεκρής εργασίας, μεταξύ δύναμης (force[13]) και ανταλλακτικής αξίας, υφίσταται μια σχέση:

            Σε όλες τις περιπτώσεις, κάθε ανταλλακτική αξία είναι καθορισμένη ποσότητα: ποσοτικό εύρος στο οποίο η ζώσα εργασία επεξέτεινε εαυτήν και με αυτόν τον τρόπο μετατράπηκε σε νεκρή. Η νεκρή εργασία ως πραγματωμένο κεφάλαιο τελεί έναντι της ζώσας εργασίας σε σχέση ποσοτικοποίησης (quantification) η οποία είναι εφικτή μέσα από την εξουσία επί της ζώσας εργασίας. Η ζώσα εργασία ενεργοποιούμενη, ευρισκόμενη in actu, στον ίδιο χρόνο διαθέτει εαυτό, ώστε να μετατραπεί σε ένα αντικείμενο, σε ένα τεμάχιο, σε ένα σετ υπηρεσιών: η δύναμη (δηλαδή η ενέργεια η οποία μπορεί να μεταμορφωθεί σε υλική κίνηση στην διάδρασή της με τις μηχανές) πλέον παίρνει την μορφή ενός αντικειμένου, ενός τεμαχίου, μιας καθορισμένης ποσότητας (νεκρής) εργασίας: αποτελεί ένα εργασιακό quantum.

Γ. Ο Επίκουρος για τον χρόνο

Για τον Επίκουρο ο χρόνος είναι οντολογικά ανύπαρκτος:

“ΚΑΙ ΜΗΝ ΚΑΙ ΤΟΔΕ ΓΕ ΔΕΙ ΠΡΟΣΚΑΤΑΝΟΗΣΑΙ ΣΦΟΔΡΩΣ, ΤΟΝ ΓΑΡ ΔΗ ΧΡΟΝΟΝ ΟΥ ΖΗΤΗΤΕΟΝ ΩΣΠΕΡ ΚΑΙ ΤΑ ΛΟΙΠΑ, ΟΣΑ ΕΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΩ ΖΗΤΟΥΜΕΝ ΑΝΑΓΟΝΤΕΣ ΕΠΙ ΤΑΣ ΒΛΕΠΟΜΕΝΑΣ ΠΑΡ’ ΗΜΙΝ ΑΥΤΟΙΣ ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ, ΑΛΛ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΝΑΡΓΗΜΑ, ΚΑΘ’ Ο ΤΟΝ ΠΟΛΥΝ Η ΟΛΙΓΟΝ ΧΡΟΝΟΝ ΑΝΑΦΩΝΟΥΜΕΝ, ΣΥΓΓΕΝΙΚΩΣ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΙΦΕΡΟΝΤΕΣ, ΑΝΑΛΟΓΙΣΤΕΟΝ. ΚΑΙ ΟΥΤΕ ΔΙΑΛΕΚΤΟΥΣ ΩΣ ΒΕΛΤΙΟΥΣ ΜΕΤΑΛΗΠΤΕΟΝ, ΑΛΛ’ ΑΥΤΑΙΣ ΤΑΙΣ ΥΠΑΡΧΟΥΣΑΙΣ ΚΑΤ’ ΑΥΤΟΥ ΧΡΗΣΤΕΟΝ, ΟΥΤΕ ΑΛΛΟ ΤΙ ΚΑΤ’ ΑΥΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΕΟΝ, ΩΣ ΤΗΝ ΑΥΤΗΝ ΟΥΣΙΑΝ ΕΧΟΝΤΟΣ ΤΩ ΙΔΙΩΜΑΤΙ ΤΟΥΤΩ – ΚΑΙ ΓΑΡ ΤΟΥΤΟ ΠΟΙΟΥΣΙ ΤΙΝΕΣ -, ΑΛΛΑ ΜΟΝΟΝ Ω ΣΥΜΠΛΕΚΟΜΕΝ ΤΟ ΙΔΙΟΝ ΤΟΥΤΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΥΜΕΝ, ΜΑΛΙΣΤΑ ΕΠΙΛΟΓΙΣΤΕΟΝ. ΚΑΙ ΓΑΡ ΤΟΥΤΟ ΟΥΚ ΑΠΟΔΕΙΞΕΩΣ ΠΡΟΣΔΕΙΤΑΙ ΑΛΛ’ ΕΠΙΛΟΓΙΣΜΟΥ, ΟΤΙ ΤΑΙΣ ΗΜΕΡΑΙΣ ΚΑΙ ΤΑΣΙ ΝΥΞΙ ΣΥΜΠΛΕΚΟΜΕΝ ΚΑΙ ΤΟΙΣ ΤΟΥΤΩΝ ΜΕΡΕΣΙΝ ΩΣΑΥΤΩΣ ΔΕ ΚΑΙ ΤΟΙΣ ΠΑΘΕΣΙ ΚΑΙ ΤΑΙΣ ΑΠΑΘΕΙΑΙΣ, ΚΑΙ ΚΙΝΗΣΕΣΙ ΚΑΙ ΣΤΑΣΕΣΙΝ, ΙΔΙΟΝ ΤΙ ΣΥΜΠΤΩΜΑ ΠΕΡΙ ΤΑΥΤΑ ΠΑΛΙΝ ΑΥΤΟ ΤΟΥΤΟ ΕΝΝΟΟΥΝΤΕΣ, ΚΑΘ’ Ο ΧΡΟΝΟΝ ΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝ. ΦΗΣΙ ΔΕ ΤΟΥΤΟ ΚΑΙ ΕΝ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΕΡΙ ΦΥΣΕΩΣ ΚΑΙ ΕΝ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΤΟΜΗ”.[14] 

Σε αυτόν, ο χρόνος είναι το αποτέλεσμα ενός εναργήματος, αισθητηριακά καθορισμένος, αυτό που έλεγε ο Θωμάς ο Αγγλικός στις αρχές του 14ου αιώνα, η φθαρτότητα των σωμάτων (“corpora”). Ονομάζουμε κάτι χρόνο εξ αιτίας κάποιου συμπτώματος, ήτοι ο χρόνος μπορεί να αναπαρασταθεί ως ένα αριστοτελικό συμβεβηκός (“accidens”). Και πολύ περισσότερο, φιλοσοφικά ο χρόνος είναι ένα όνομα (nomen), όχι ένα καθόλου (“universali”). O χρόνος πρωτίστως παράγεται στα πιο συγκεκριμένα επίπεδα κίνησης, ήτοι πρωτίστως στην άμεση παραγωγή.

Δ. Κεφαλαιακή Αυτοπαραγωγή και Αυτοπαραγωγή της εργατικής τάξης

Όσο προχωράει το ειδικά (specifically) προσδιορισμένο προτσές, από επανάσταση σε επανάσταση, τόσο η κεφαλαιακή παραγωγή γίνεται παραγωγή του ίδιου του εαυτού της: αυτό-παραγωγή. Το αυτό ισχύει και για την εργατική τάξη:

Η εργατική τάξη παράγει τα εαυτά της σε αμέτρητες μορφές: με τους ίδιους τρόπους και στους ίδιους χρόνους κατά τους οποίους παράγεται το κεφάλαιο, αλλά εκφράζοντας, εκδηλώνοντας, πραγματώνοντας, υλοποιώντας την αυτονομία της, συγκροτεί και καθιστά δικούς της χώρους εντός των οποίων δημιουργεί τις δικές της ασυγχρονικότητες. Επίσης, στο κοινωνικό επίπεδο, η ίδια η εργατική τάξη (ανα)παράγει την σχέση κεφάλαιο, επειδή με αυτόν τον τρόπο διευρύνεται και επεκτείνεται ως τέτοια τόσο ποσοτικά, όσο και ποιοτικά. Σε διαφοροποίηση προς το προτσές της πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου, το οποίο διεξάγεται κυρίαρχα (dominantly) με εξω-οικονομικά (και γι’ αυτό λιγότερο ή περισσότερο βίαια) μέσα, το προτσές της (κεφαλαιακής ή/και εργατικής) συσσώρευσης είναι καθ’ εαυτό μια εμμενής (απλουστευμένα: όχι υπερβατική) στιγμή του προτσές της κεφαλαιακής παραγωγής.

            Στα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι τις αρχές Αυγούστου 1945 η αναπαραγωγή του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης φάνταζε στο λεγόμενο public ως ένα σε τελική ανάλυση αποκλειστικά γενετικό/αποκλειστικά ζωικοβιολογικό προτσές. Αλλά, στο 1945 αναδείχθηκαν (ίσως ex post factum) μέσα από το συμπυκνωτικό πέρασμα από την ατομική στην πυρηνική κατάσταση (το οποίο ολοκληρώθηκε σε 72 ώρες περίπου), οι υπαρκτές δυνητικότητες για το γενικό άλμα στον ανώτερο τρόπο (ανα)παραγωγής. Ή για να το πω απλούστερα: τα ανθρώπινα όντα[15] (beings) έπαυσαν να συνδέονται μόνο με βιολογικές-ζωικές διαδικασίες και παράγοντες, και μπορούν να συνδεθούν με (οιονεί) συμπαντικές κινητήριες δυνάμεις.  

            Όπως λέει ο Μαγιακόφσκι:

εμείς, καθένας από εμάς κρατάμε στην γροθιά μας τους κινητήριους ιμάντες του σύμπαντος.

Ε. Στοιχεία από την διαλεκτική της ποσοτικοποίησης

Quantum είναι μια κατηγοριοποίηση της έννοιας ποιότητα.

O σκεπτικισμός και η πολεμική του Αϊνστάιν περί της οντολογικής (από την σκοπιά των νόμων της φύσης) ισχύος και εγκυρότητας κάποιων από τις υποθέσεις της κβαντικής φυσικής συνεχίζει να έχει νόημα ως τέτοιος.

Τα κβάντα υπάρχουν έξω και ανεξάρτητα από την θέλησή μας (αντικειμενικά) ή απλά αποτελούν μια θεώρηση, μια υπόθεση η οποία έχει εφαρμογή μόνο στα πράγματα τα οποία έχουν παραχθεί από τους ανθρώπους;

Η αναδρομή στην διανοητική ιστορία τόσο της έννοιας ποσότητα όσο και των κατηγοριοποιήσεών της μπορεί να βοηθήσει.

Στον Αριστοτέλη κάθε κατηγορία έχει υπαρκτικότητα, συνδεόμενη είτε κατά άτομα, είτε κατά είδη.[16] Στον σχολαστικισμό, κατηγορία (praedicament) είναι αυτό το οποίο έχει προειπωθεί και κατηγορείται (it is attributed) με αυτόν τον τρόπο, προβάλλει δηλαδή ως μια κατασκευή. Σε αντίθεση, οι “αριστοτελικές κατηγορίες, που φέρονται από τον Kant ως καθαρές έννοιες, προσδιορίζουν αξίες ή αξιολογικά μέτρα (ιδέες, κατά τον Πλάτωνα), οι οποίες έχουν μεταφυσική οντολογική σημασία”.[17]

Η εννοιολόγηση της ποσότητας επετεύχθη από τον Χέγκελ στην Επιστήμη της Λογικής, στο μέρος πρώτο, πρώτη υποδιαίρεση, στην ενότητα του είναι:

Το είναι περιέχει τρεις βαθμούς: ποιότητα, ποσότητα και μέτρο. Ενώ στο είναι ο χαρακτήρας της ποιότητας είναι ταυτόσημος, εν αντίθεσει, η ποσότητα, είναι εξωτερική (ήτοι σε αυτήν την περίπτωση μη εμμενής) σε αυτό, και ουδόλως το επηρεάζει. Το μέτρο είναι η έμμεση ενότητα ποιότητας και ποσότητας. Έτσι, η ποιότητα είναι τρόπος του προσδιορισμένου είναι.

Στην διαλεκτική ποιότητας-ποσότητας που είναι διαλεκτική μετάβασης, ποσότητα είναι η απορροφηθείσα και αποσυρθείσα ποιότητα. Αυτή η αποσυρθείσα και απορροφηθείσα ποιότητα δεν είναι ένα αφηρημένο τίποτα, ούτε ένα εξ ίσου αφηρημένο και μη έχον γνωρίσματα είναι. Το μέτρο είναι το ποιοτικό κβάντουμ, αυτό στο οποίο ένα προσδιορισμένο είναι ή μια ποιότητα επισυνάπτεται. Έτσι, το μέτρο προβάλλει ως η ολοκλήρωση του είναι.

Από την άλλη, το ουδέν (αν υπάρχει οντολογικά) είναι απλά είναι, ως η απλή αφαίρεσή του, και γι’ αυτό το απολύτως αρνητικό. Το ουδέν είναι μια απλή ένταση (intentio) ή νόημα.

Από τα παραπάνω βγαίνει ότι το κβάντουμ του θεωρησιακού στοχασμού, δηλαδή το κβάντουμ της deutchen γερμανικής φιλοσοφίας, είναι έννοια, δηλαδή διαθέτει οντολογική ισχύ, στο μέτρο κατά το οποίο είναι φορέας μέτρου, δηλαδή μέτρο της ποιότητας που αποσύρθηκε και απορροφήθηκε.

Από την σκοπιά του υλισμού, σε ένα πιο συγκεκριμένο επίπεδο, ο Γουλιέλμος του Όκαμ στην Σύνοψη Λογικής συνέλαβε την κατηγορία της κβαντικής ποσότητας, διακρίνοντας την discretam quantitam (χωρισμένη, αποσπασμένη, διακριτή ποσότητα). Αυτή η χωρισμένη, αποσπασμένη, διακριτή ποσότητα είναι ένα καθορισμένο πράγμα (“res”), πραγματικά (realiter) διακριτό από την υπόσταση (“substantia”), κείμενο στον τόπο (“locus”) και στον ρυθμό (“tempus”). Από εδώ βγαίνει ότι η διακριτή ποσότητα αφορά τα ανθρώπινα πράγματα (affairs), ή πιο δόκιμα αυτά τα οποία μπορούν να γίνουν αντιληπτά με ανθρώπινα μέτρα, όπως είναι ο τόπος και ο ρυθμός. Επομένως, η ποσότητα είναι κάτι μη αναγκαίο (superflua) στο είναι.

ΣΤ. Πώς ίσως παράγεται ο χρόνος?

Μπορεί να προσδιορισθεί η γενική εφαρμογή της κβαντικής μηχανικής στις μέρες μας.

Οι ειδικές εφαρμογές είναι μυριάδες. Αυτό εξ άλλου είναι το αντικείμενο της κβαντικής μηχανικής. Επομένως, πρέπει να προσδιορισθεί η γενική εφαρμογή η οποία έχει κομβική πρακτικότητα.

            Στην εργατική κριτική, η γενική εφαρμογή της κβαντικής μηχανικής έγκειται στο μέτρημα της πραγματωθείσης αξίας, δηλαδή κυρίαρχα του χρήματος, και στον ίδιο χρόνο στον υπολογισμό (computation) ποσοτήτων.

            Όταν, όμως, κάτι μετράει αξία πραγματωθείσα σε χρήμα, προϋποθέτει ότι πρέπει να μετρήσει χρόνο και συγκεκριμένα τον καπιταλιστικό χρόνο. Έτσι, ερχόμαστε στην έρευνα των Don Page και William Waters οι οποίοι συνέλαβαν τον κενό γραμμικό χρόνο ως κβαντικό φαινόμενο.[18]

Επομένως, σε κάθε περίπτωση η εφαρμοσμένη κβαντική και ιδιαίτερα η κβαντική μηχανική είναι, όπως θα δειχθεί και στην συνέχεια, βασικό εργαλείο της καπιταλιστικής μαθηματικοποίησης.

Η εφαρμογή της κβαντικής φυσικής και μηχανικής βασίζεται στην δημιουργία των λεγόμενων “quanta states” (αφαιρετικοποιημένων ποσοτήτων). Σε αυτήν την περίπτωση το κάθε quantum state είναι μια ευχή ή/και μια φιλοδοξία του κβαντικού «δημιουργού». Από την άποψη του φορμαλισμού τους, σύμφωνα με τον εγκυκλοπαιδικό ορισμό, τα quanta states είναι μαθηματικές ενότητες οι οποίες παρέχουν διανομές πιθανοτήτων για τα αποτελέσματα όλων των πιθανών μετρήσεων επί ενός συστήματος: είναι ένα είδος σύνθετης και πολύπλοκης στατιστικής: σεναριολογική μαθηματικοποίηση και στον ίδιο χρόνο μαθηματικοποιημένη σεναριολογία.

Τα προβλήματα ξεκινάνε από το ότι στην κβαντική μηχανική η δημιουργία κάθε τέτοιου συχνά προϋποθέτει ή/και συνεπάγεται την παραβίαση μαθηματικών τύπων, οι οποίοι πληρούνται και επιβεβαιώνονται από όλες τις μακρορεαλιστικές φυσικές θεωρίες.[19] Επομένως, από αυτήν την άποψη, η συνθήκη της αβεβαιότητας, δεν βγαίνει τόσο από τις ιδιότητες των υποατομικών σωματιδίων, αλλά αποτελεί μια λήψη ζητουμένου (“petitio principii”).

Γεννηθέντες στην ΕΣΣΔ φυσικοί, όπως ο Mikhail Dyakonov και ο Alexander Polyakov, ασκούν μια συνολική κριτική, με άμεσες πολιτικές και ηθικές επεκτάσεις και αναδείξεις (highlights).[20]

O Scott Joel Aaronson αναδεικνύει τις παραβιάσεις από την σκοπιά των πραγματικών φυσικών και της Church-Touring θέσης.[21]

            Η φιλοδοξία να μετρηθούν οι χρόνοι εκτός νόμου της αξίας προκαλεί ζημιές. Κι αυτό γιατί ο χωροχρόνος καθ’ εαυτός αναπαρίσταται με καμπυλότητα (κάτι το οποίο σχετικοποιεί την αίσθησή μας για τον χρόνο), ενώ για να μετρηθεί ο χρόνος, προϋποτίθεται ότι κυλάει γραμμικά και ομοιόμορφα. Όμως, ο μετρήσιμος γραμμικός χρόνος είναι μια εργασιακή συνθήκη, μια σύμβαση της βιομηχανίας, προϋπόθεση και στον ίδιο χρόνο το αποτέλεσμα του νόμου της αξίας.

Ζ. Η κβαντική υπό το προτσές κυκλοφορίας

Από την σκοπιά της κλασικής πολιτικής οικονομίας, η κβαντική υπηρετεί τον χρηματιστηριασμό, διότι βασίζεται σε απριοριστικές υποθέσεις, φήμες, διαδόσεις, και σε μεγάλου εύρους σεναριολογία, που προκύπτει από την ίδια την παραβίαση των μαθηματικών τύπων. Η κβαντική είναι εκείνο που επιβεβαιώνει την κλασική πολιτική οικονομία μέσω της αυτοδιάψευσής της, μέσω της χρεωκοπίας της.

            Η περίπτωση του κραχ στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (1999) είναι χαρακτηριστική.

            Οι μετοχές είναι μέσω αφαίρεσης καθορισμένη αξία που έχει ποσοτικοποιηθεί (κβαντικοποιημένη προσδοκία χρηματικού κέρδους μετά την πραγμάτωση της αξίας, λανθάνον πραγματικό κεφάλαιο).

Το χρηματιστήριο δεν αφορά stricto sensu την πραγμάτωση αξίας (η οποία γίνεται στις αγορές κατά το προτσές της κυκλοφορίας), αλλά τον εξ αρχής στόχο αύξησης του χρήματος που θα προκύψει από την πραγμάτωση της αξίας, μέσα από τις συναλλαγές μετοχών στα χρηματιστήρια.

            Το χρηματιστήριο πρέπει να θεαθεί και να ερευνηθεί ως κομμάτι/τμήμα του προτσές της κυκλοφορίας, ως μια ιδιότυπη εκδήλωση του money-dealing (χρηματοθετικού: αυτού που θέτει και φανερώνει χρήμα σε οποιαδήποτε μορφή) κεφαλαίου, και συγκεκριμένα προϊόν και προϋπόθεση της μετατροπής του εμπορευματικού κεφαλαίου και χρηματικού κεφαλαίου σε εμπορικό κεφάλαιο και χρηματοθετικό κεφάλαιο.

Δεν πρόκειται, όμως, για την περίπτωση Χ-Χ΄, ούτε για την περίπτωση …Ε΄, διότι αυτός που δεν εμπλέκεται στην παραγωγή και αγοράζει μετοχές, έχει μόνο την σκοπιά του εμπόρου, προσδοκώντας εμπορικό κέρδος.

–Το χρηματιστήριο είναι πράγματι και επί του πρακτέου (indeed) μια μερικότητα του προτσές της κυκλοφορίας.

            Οι κινήσεις του χρηματικού κεφαλαίου είναι απλά κινήσεις ενός ατομικοποιημένου τμήματος του βιομηχανικού κεφαλαίου που ενεπλάκη στο προτσές της αναπαραγωγής. Το κεφάλαιο επενδύεται ανανεωμένα (κάτι που αφορά την συσσώρευση), στο εύρος που το κεφάλαιο στην μορφή του χρήματος εμφανίζεται ως το σημείο εκκίνησης και το τελικό αποτέλεσμα της κίνησης. Έτσι, το Ε – Χ του βιομηχανικού κεφαλαίου, στην σκοπιά του εμπόρου γίνεται Χ – Ε –Χ.

            Η εμφάνιση της τεχνικοαξιακής πραγματικότητας, οι τεχνικές κινήσεις του χρήματος, η περιεκτική σύνθεση του περιπετειώδους (venture) κεφαλαίου και το ξεψάχνισμα της σύνθεσης εκάστης των μετοχών από τις ελεγκτικές, τους οίκους αξιολόγησης, και τους κεντρικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, έχουν μειώσει τις λεγόμενες φούσκες.

Οι φούσκες είναι προσίδιες στην εμπορικοκαπιταλιστική λογική, μη εφαρμοζομένου του κανόνα του χρυσού: τεχνηέντως (artificially) ανεβάσματα προσδοκιών κέρδους, μη ομαλή εξέλιξη ενοχών (“obligationes”) στην διαίρεση/διάσπαση του κέρδους σε κέρδος της επιχείρησης και σε τόκο, πλασματικές/φαντασιακές αξίες κλπ.

Οι φούσκες ως τέτοιες δεν είναι πρόβλημα αποκλειστικά νομικό, αλλά πρόβλημα της πολιτικής οικονομίας.

Όμως, στην περίπτωση λχ. του ΧΑΑ είχαμε κάτι διαφορετικό και από τις φούσκες και από τις συνήθεις πρακτικές χειραγώγησης.

Όπου δεν ήταν καθαρός τζόγος (κάτι που είναι θεμιτό από την σκοπιά των εμπορευματικών/προκαπιταλιστικών οικονομιών), διαμορφώθηκε ένα σύστημα που δεν επέβαλε προβλέψεις ή δεν πληροφορούσε για τα σενάρια και τα ενδεχόμενα, αλλά a priori προσέδιδε στα σενάρια την ισχύ της βεβαιότητας, διότι μεταχειριζόταν και μετερχόταν τις εξουσίες των “auctoritates” (αυθεντιών).

Επομένως, σε μια νομικιστική αντίληψη, πρόκειται περισσότερο για ένα χρονολογικά προσδιορισμένο θεσμικό ζήτημα, και λιγότερο για πρόβλημα της πολιτικής οικονομίας ή του ίδιου του καπιταλισμού. Έτσι, η παραδοξότητα αυξάνεται και εντείνεται διότι ο περισσότερος όγκος του χρήματος που χάθηκε, δεν υπήρχε ούτε καν ως υπόσχεση: επρόκειτο για απώλειες άγνοιας, προσδοκιών, προβολών, αυθαιρεσιών, φαντασιών, ελπίδων, αυταπατών.

Πλάστηκε μια χρηματική οικονομία και μια παραπιστωτική οικονομία σχολαστικισμού, που σε διανοητικό επίπεδο μοιάζει με το μεσαιωνικό Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκα.

Έτσι, τα states, οι αφηρημένες ποσότητες, παρίσταντο ως εκ των προτέρων αυστηρά, με σχολαστικιστική λεπτομερειακότητα και εξαντλητικότητα προσδιορισμένες, και η σεναριολογία έμοιαζε ομολογία βεβαιωτικότητας.

Ιδιαίτερα, από την δεκαετία του 1970 και ύστερα, η κβαντική επιστήμη, διαμόρφωσε quasi (οιονεί) ή/και semi (ήμι) νομοτέλειες, αντιλαμβανόμενη ότι αναπτύσσονται εντροπίες, ανεξάρτητες μεταβλητές, απρόοπτες ενδεχομενικότητες, δηλαδή πράγματα που δεν μπορούν να προβλεφθούν από πριν.[22]

Τότε, κάποιοι κατανοούσαν ότι οι κβαντικές «καταστάσεις» δεν έχουν να κάνουν απολύτως τίποτα με τον Γκυ Ντεμπόρ και με την Καταστασιακή Διεθνή, ούτε είναι παιχνίδι.

Το θεώρημα του κεντρικού ορίου συναχθέν μέσα από την θεωρία της πιθανότητας (δηλαδή μέσα από τις αναγεννησιακές επιστήμες), μάλλον επινοήθηκε, προκειμένου να επέλθει κανονιστικοποίηση/ρύθμιση της διανομής των τυχαιοτήτων, να δίνεται κατεύθυνση σε εκάστη «κατάσταση».[23] Είναι ένα θεώρημα υπαγωγής. Τα εφαρμοζόμενα μαθηματικά του θεωρήματος είναι μερικές διαφορικές εξισώσεις.[24] Αντίθετα, στην περίπτωση του ΧΑΑ εφαρμόζετο αυθαίρετα στατιστικοποιημένος φιχτεανισμός: εξισώσεις πρώτου βαθμού.

Η. Η κβαντική κατάσταση στην νομική επιστήμη

Στην νομική επιστήμη η κβαντική κατάσταση είναι fictio iuris (τεχνούργημα του δικαίου).

            “Dicesi quando la Legge per giusta finge essere o non essere stata qualche cosa, che non è e non fu, ma può essere o essere stata”.[25] Κάτι ανύπαρκτο που εξομοιώνεται για δίκαιους λόγους με κάτι υπαρκτό, όπως ακριβώς είναι ο χρόνος στον νόμο της αξίας.

            Ιστορικά, ο Λούκιος Κορνήλιος Σύλλας Φέλιξ στην διάρκεια της δικτατορίας του εισήγαγε μια σειρά διατάξεων (Leges Corneliae), ανάμεσα στους οποίους ο νόμος περί αιχμαλώτων (de captivis) κατά τον οποίο στην περίπτωση κατά την οποία ένας στρατιώτης πεθαίνει στην αιχμαλωσία, θεωρείται νεκρός από όταν αιχμαλωτίσθηκε.[26]

Πρόκειται για την πρώτη νομοθετημένη περίπτωση “fictio iuris”.

            Επομένως, η δημιουργία κάθε κβαντικής κατάστασης είναι μια exceptio (εξαίρεση), κάτι που λόγω της σμιτιανής απόφασης έχει να κάνει με τον κυριαρχισμό.

            Στα συγχρονικά επίπεδα, το δικαίωμα να ξεχνιέσαι/να εξαφανίζεσαι είναι ένα υλικοποιημένο/πραγματωμένο fictio iuris.[27] Έχουμε το δικαίωμα η δραστηριότητά μας στο διαδίκτυο να είναι ουδέποτε γενόμενη, και έτσι δημιουργείται μια κανοναρχημένη, δηλαδή θεσμική κβαντική κατάσταση, η οποία δεν είναι εξαίρεση.

            Επομένως, οι κβαντικές καταστάσεις, εφόσον δημιουργούνται από τους δημιουργούς των, δηλαδή δημιουργούνται από πρόθεση, είναι κριτέες, ελεγκτέες, κατ’ ενάσκηση άρνησης της άρνησης.



[1] Σοφοκλής, θραύσμα από το Πανδώρα ή Σφυροκόποι

[2] Βλ. https://www.marxists.org/reference/archive/hegel/works/pr/preface.htm

[3] Βλ. https://www.marxists.org/archive/ilyenkov/works/essays/essay6.htm

[4] Βλ. οπ.

[5] Βλ. Ernst Bloch, Ο Αθεϊσμός στον Χριστιανισμό, Για τη Θρησκεία της Εξόδου και της Βασιλείας, μτφ. Γιατζάκης Πέτρος, εκδ. Άρτος Ζωής, Ιούνιος 2019.

[6] Βλ. https://www.marxists.org/reference/archive/feuerbach/works/future/future2.htm

[7] οπ., παράγραφος 36, απόσπασμα.

[8] οπ., παράγραφος 31, απόσπασμα.

[9] Βλ. https://www.marxists.org/reference/archive/hegel/works/pr/preface.htm

[10] Βλ. Γκέοργκ Χέγκελ, Βασικές Κατευθύνσεις της Φιλοσοφίας του Δικαίου ή Φυσικό Δίκαιο και Πολιτειακή Επιστήμη, μτφ. Σταμάτης Γιακουμής, εκδ΄. Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα, 2004, σ. 34.

[11] Βλ. https://bestimmung.blogspot.com/2020/12/tony-negri-h.html

[12] Έχει αποδειχθεί με αμέτρητους διαφορετικούς τρόπους ότι από το 1848 και εντεύθεν αυθορμητισμός (τουλάχιστον μέσα στα εργοστάσια) δεν υφίσταται.

[13] Αυτό το οποίο κινεί, μετατρέπει, μεταμορφώνει και πλέον συχνά στους ίδιους χρόνους προκαλεί-δημιουργεί-διαχωρίζει-(ανα)συνθέτει-μετασχηματίζει τις γνωσιακές-άυλες-ψηφιακές ροές.

[14] ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ - ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣ ΗΡΟΔΟΤΟΝ, απόσπασμα. Βλ. Επίκουρος, Κείμενα –Πηγές της Επικούρειας Φιλοσοφίας και Τέχνης του Ζην, Θεματική Ταξινόμηση, Εισαγωγή: D.S Hutchinson, Επιμέλεια: Γ. Αβραμίδης, Θύραθεν Εκδόσεις, Θεσσαλονίκη, 2000, σ. 154 επ.

[15] Ο αριστοτελικός συνοπτικός κ΄ συνθετικός προσδιορισμός: “τῶν ὄντων τὰ µέν ἐστι φύσει τὰ δὲ δι’ ἄλλας αἰτίας, φύσει µὲν τά τε ζῷα καὶ τὰ µέρη αὐτῶν καὶ τὰ φυτὰ καὶ τὰ ἁπλᾶ τῶν σωµάτων, οἷον γῆ καὶ πῦρ καὶ ἀὴρ καὶ ὕδωρ (ταῦτα γὰρ εἶναι καὶ τὰ τοιαῦτα φύσει φαµέν), πάντα δὲ ταῦτα φαίνεται διαφέροντα πρὸς τὰ µὴ φύσει συνεστῶτα. τούτων µὲν γὰρ ἕκαστον ἐν ἑαυτῷ ἀρχὴν ἔχει κινήσεως καὶ στάσεως, τὰ µὲν κατὰ τόπον, τὰ δὲ κατ’ αὔξησιν καὶ φθίσιν, τὰ δὲ κατ’ ἀλλοίωσιν· κλίνη δὲ καὶ ἱµάτιον, καὶ εἴ τι τοιοῦτον ἄλλο γένος ἐστίν, ᾗ µὲν τετύχηκε τῆς κατηγορίας ἑκάστης καὶ καθ’ ὅσον ἐστὶν ἀπὸ τέχνης, οὐδεµίαν ὁρµὴν ἔχει µεταβολῆς ἔµφυτον, ᾗ δὲ συµβέβηκεν αὐτοῖς εἶναι λιθίνοις ἢ γηΐνοις ἢ µικτοῖς ἐκ τούτων, ἔχει, καὶ κατὰ τοσοῦτον, ὡς οὔσης τῆς φύσεως ἀρχῆς τινὸς καὶ αἰτίας τοῦ κινεῖσθαι καὶ ἠρεµεῖν ἐν ᾧ ὑπάρχει πρώτως καθ’ αὑτὸ καὶ µὴ κατὰ συµβεβηκός (λέγω δὲ τὸ µὴ κατὰ συµβεβηκός, ὅτι γένοιτ’ ἂν αὐτὸς αὑτῷ τις αἴτιος ὑγιείας ὢν ἰατρός· ἀλλ’ ὅµως οὐ καθὸ ὑγιάζεται τὴν ἰατρικὴν ἔχει, ἀλλὰ συµβέβηκεν τὸν αὐτὸν ἰατρὸν εἶναι καὶ ὑγιαζόµενον· διὸ καὶ χωρίζεταί ποτ’ ἀπ’ ἀλλήλων). ὁµοίως δὲ καὶ τῶν ἄλλων ἕκαστον τῶν ποιουµένων· οὐδὲν γὰρ αὐτῶν ἔχει τὴν ἀρχὴν ἐν ἑαυτῷ τῆς ποιήσεως, ἀλλὰ τὰ µὲν ἐν ἄλλοις καὶ ἔξωθεν, οἷον οἰκία καὶ τῶν ἄλλων τῶν χειροκµήτων ἕκαστον, τὰ δ’ ἐν αὑτοῖς µὲν ἀλλ’ οὐ καθ’ αὑτά, ὅσα κατὰ συµβεβηκὸς αἴτια γένοιτ’ ἂν αὑτοῖς. φύσις µὲν οὖν ἐστὶ τὸ ῥηθέν· φύσιν δὲ ἔχει ὅσα τοιαύτην ἔχει ἀρχήν” (Τα Φυσικά, 192b, 1-33). Εν ολίγοις: όντα είναι αυτά στα οποία η αρχή της μεταβολής είναι εγγενής (απορροή του τα πάντα ρει). Έτσι η ίδια η φύση είναι αρχή της κίνησης και αυτή προσδιορίζει τα όντα, καθώς αυτή η αρχή ενυπάρχει σε αυτά με αδιαμεσολάβητο τρόπο και όχι κατά συμβεβηκός (accidens).

[16] Αριστοτέλης, Κατηγορίαι, 3aextract: “υπάρχει δὲ ταῖς οὐσίαις καὶ ταῖς διαφοραῖς τὸ πάντα συνωνύμως ἀπ᾿ αὐτῶν λέγεσθαι· πᾶσαι γὰρ αἱ ἀπὸ τούτων κατηγορίαι ἤτοι κατὰ τῶν ἀτόμων κατηγοροῦνται ἢ κατὰ τῶν εἰδῶν”.

[17] http://www.kostasbeys.gr/articles.php?s=5&mid=&mnu=0&id=21238

[18] Ενδεικτικά βλ. Page Don, Wootters, William, Center for Theoretical Physics, The University of Texas, Austin,  “Evolution without evolution: Dynamics described by stationary observables”. Physical Review D., Vol. 27, Number 12, 15 June 1983, Aron, Jacob, “Entangled toy universe shows time may be an illusion”, New Scientist, 2 November 2013, Gerard 't Hooft, Institute for Theoretical Physics, Utrecht University, Utrecht, Netherlands, “Time, the Arrow of Time, and Quantum Mechanics”, frontiers in physics, Mathematical and Statistical Physics, https://www.frontiersin.org/articles/10.3389/fphy.2018.00081/full, Avshalom C. Elitzur, Shahar Dolev (eds.), Quantum Phenomena Within a New Theory of Time, στο Avshalom C. Elitzur, Shahar Dolev, Nancy Kolenda, Quo Vadis Quantum Mechanics?, Springer, 2005, σ. 325-349, Фундаментально ли время во Вселенной 3.7, https://naked-science.ru/article/nakedscience/fundamentalno-li-vremya-voΕπίσης βλ. https://en.wikipedia.org/wiki/Chronon

[19] Βλ. A. J. Leggett, Anupam Garg,  “Quantum mechanics versus macroscopic realism: Is the flux there when nobody looks?”. Physical Review Letters, Vol. 54, No. 9, 1985, σ. 857–860, Johan E. Mooij,  No moon there, nature physics | VOL 6 | JUNE 2010 | www.nature.com/naturephysics, Richard E. Georgea, Lucio M. Robledob, Owen J. E. Maroneyc, Machiel S. Blokb, Hannes Bernienb, Matthew L. Markhamd, Daniel J. Twitchend, John J. L. Mortone,f, G. Andrew D. Briggsa, and Ronald Hansonb, Opening up three quantum boxes causes classically undetectable wavefunction collapse, PNAS | March 5, 2013 | vol. 110 | no. 10 | 3777–3781, Bengt E Y Svensson, What is a quantum-mechanical ”weak value” the value of?, LU TP 13-1 (Ver 2), May 2013 Guido Bacciagaluppi, Einstein, Bohm, and Leggett–Garg, 18 May 2015, https://core.ac.uk/download/pdf/157866484.pdf, George C. Knee, Kosuke Kakuyanagi, Mao-Chuang Yeh, Yuichiro Matsuzaki, Hiraku Toida, Hiroshi Yamaguchi, Shiro Saito, Anthony J. Leggett & William J. Munro, A strict experimental test of macroscopic realism in a superconducting flux qubit, Nature Communications, volume 7, Article number: 13253 (2016), Anthony J. Short, The Thermodynamic Cost of Measuring Time, Physical Review X, https://physics.aps.org/articles/v10/88https://www.nature.com/articles/ncomms13253, Qiang Fu1, Xurong Chen, Testing violation of the Leggett–Garg-type inequality in neutrino oscillations of the Daya Bay experiment, Eur. Phys. J. C (2017) 77:775, https://doi.org/10.1140/epjc/s10052-017-5371-y, Kunkun Wang, Clive Emary, Xiang Zhan, Zhihao Bian, Jian Li and Peng Xue, Enhanced violations of Leggett-Garg inequalities in an experimental three-level system, https://arxiv.org/pdf/1701.02454.pdf, CYBERLENINKA, A STRICT EXPERIMENTAL TEST OF MACROSCOPIC REALISM IN A SUPERCONDUCTING FLUX QUBIT, https://cyberleninka.org/article/n/686996

[20] Βλ. Interview with Alexander Polyakov, 6 February 2003, https://authors.library.caltech.edu/5456/1/hrst.mit.edu/hrs/renormalization/Polyakov/index.html, Mikhail Dyakonov, The Case Against Quantum Computing, IEEE Spectrum, 15 Nov 2018 | 16:00 GMT, https://spectrum.ieee.org/computing/hardware/the-case-against-quantum-computing

[21] Βλ. Scott Aaronson, PHYS771 Lecture 14: Skepticism of Quantum Computing, https://www.scottaaronson.com/democritus/lec14.html

[22] Βλ. https://aip.scitation.org/doi/abs/10.1063/1.3285287?journalCode=jmphttps://arxiv.org/abs/quant-ph/0608198, https://arxiv.org/abs/quant-ph/0608198

[23] Βλ. https://en.wikipedia.org/wiki/Central_limit_theoremhttps://en.wikipedia.org/wiki/Probability_theory, https://sphweb.bumc.bu.edu/otlt/mph-modules/bs/bs704_probability/BS704_Probability12.html

[24] Βλ. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B5%CE%BE%CE%AF%CF%83%CF%89%CF%83%CE%B7

[25] Βλ. https://www.medialaws.eu/fictio-iuris-and-ai-how-legal-fiction-could-temporarily-fix-ais-autonomously-generated-work-issues-on-copyright/,

[26] Βλ.  https://penelope.uchicago.edu/Thayer/E/Roman/Texts/secondary/SMIGRA*/Leges_Corneliae.htmlhttps://www.livius.org/sources/content/livy/livy-periochae-86-90/#89.1

[27] Βλhttps://www.privacy.gov.ph/implementing-rules-regulations-data-privacy-act-2012/https://iris.polito.it/handle/11583/2506410https://www.bundesverfassungsgericht.de/SharedDocs/Pressemitteilungen/EN/2019/bvg19-084.html, German Federal Constitutional Court, judgment of 6 November 2019, 1 BvR 16/13, RTBF I, https://www.bundesverfassungsgericht.de/SharedDocs/Pressemitteilungen/EN/2019/bvg19-083.html, και του ιδίου, judgment of 6 November 2019, 1 BvR 276/17, RTBF II, https://www.bundesverfassungsgericht.de/SharedDocs/Pressemitteilungen/EN/2019/bvg19-084.html

 

 

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΣ, ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ, ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΙΣΤΩΣΗ. 9.8.2021

 

α. Η κλασική πολιτική οικονομία ως δαιμονικότητα

 

Η ενσωματωμένη ή/και υποταγμένη στην εξουσία και στο κράτος αριστερά έχει μάθει να δαιμονοποιεί την κλασική πολιτική οικονομία, δείχνοντάς την ως υπεύθυνη σχεδόν όλων των δεινών. Μπορεί να μην το ομολογούν οι εκπρόσωποί της, αλλά στο σκεπτικό τους, ο καπιταλισμός μοιάζει να είναι το αποτέλεσμα των (κατά)νοήσεων της κλασικής πολιτικής οικονομίας: λχ. ο καπιταλισμός δεν θα υπήρχε, αν δεν τον σκεφτόταν ο Άνταμ Σμιθ.[1]

            Επομένως, κατ’ αυτό το σκεπτικό, η ενάσκηση λογοκριτικών πρακτικών εις βάρος της κλασικής πολιτικής οικονομίας (πόσω μάλλον στην κριτική της) θα οδηγούσε στην διά ταχυδακτυλουργίας εξαφάνιση του καπιταλισμού, με τον ίδιο τρόπο που η ταξική πάλη μπορούσε να καταργηθεί … διά υπουργικής αποφάσεως.

            Έτσι, όχι μόνο η πολιτική οικονομία, αλλά και ο ιστορικός υλισμός, ή ακόμη και η κλασική deutschen φιλοσοφία λειτουργούν στα μυαλά αυτών των ανθρώπων ως διανοητικοπολιτικός δαίμονας του Μάξγουελ, ο οποίος προκαλεί την θερμοδυναμική ανισορροπία, άρα και την εντροπία στα σχέδιά τους για δήθεν δίκαιες και δήθεν ειρηνικές κοινωνίες.

Όταν, όμως, η μεθοδική παραβίαση των οικονομικών νομοτελειών, ή απλά ο εφαρμοσμένος ου/δυσ-τοπισμός φτάνουν ένα (μικρο/υπο)σύστημα στην χρεωκοπία του (κάτι το οποίο στις περισσότερες φορές εκφράζεται και εξωτερικεύεται στα failed states), τότε οι της κλασικής πολιτικής οικονομίας ξαφνικά προβάλλουν ως μάγοι, σωτήρες, θαυματουργοί. Αυτή η στάση στοχεύει στην μεταφυσικοποίηση της πολιτικής οικονομίας συνολικά, και προσπαθεί να αποκρύψει τον επιστημονικό χαρακτήρα και την επιστημονική συγκρότησή της.

            Στις αντιλήψεις αυτές, οι λέξεις φτώχεια, ανισότητες αποκτούν ένα αντίστροφο περιεχόμενο, και έτσι από αποτελέσματα, από προϊόντα γίνονται όροι, προϋποθέσεις: το κάρο μπαίνει μπροστά από το άλογο. Αποκτούν δηλαδή οι συγκεκριμένες λέξεις τον χαρακτήρα της αυθυπαρξίας, μιας (υπέρ)αιώνιας αμετάβλητης τάξης, που σχεδόν έχει (μετα)φυσικοποιηθεί. Δεν είναι κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που κατά καιρούς κάνουν οι (νέο)προυντονισμοί.

            Η φτώχεια αποσυνδέεται από το προτσές, ήτοι αποκρύπτεται ότι η φτώχεια ίσως είναι (υπο)προϊόν ενός άμεσα βίαιου/περιφρακτικού προτσές πρωταρχικής συσσώρευσης κεφαλαίου, ή το αποτέλεσμα δημιουργίας μέσα στις καπιταλιστικές μητροπόλεις εφεδρικού βιομηχανικού στρατού.

            Με την ίδια μεθοδολογία, οι ανισότητες κρίνονται πάντα εξωτιστικά, και όχι ως εκδηλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ διαφορετικών τρόπων παραγωγής, μεταξύ διαφορετικών επιπέδων ανάπτυξης και εξέλιξης των παραγωγικών δυνάμεων. Όμως, οι ανισότητες δεν κρίνονται μόνο εξωτιστικά, αλλά και εξισωτικά, δηλαδή η παγκόσμια οικονομία εκλαμβάνεται αυθαίρετα ως κάτι a priori ομοιογενές, και έτσι οι ανισότητες ηθικοποιούνται.

            Από εδώ βγαίνει ως τυπικολογική συνέπεια ότι το κεφάλαιο δεν θεωρείται κάτι το οποίο παράγεται πρώτα από όλα μέσα από την βιομηχανική εργασία, αλλά ως μια a priori εγκαθιδρυμένη «δομή», η οποία ρουφά το αίμα των αδύναμων λαών και χωρών.

            Αυτές οι θεωρίες, στις αδύναμες χώρες και λαούς έχουν ως αποτέλεσμα την «τύφλωση» ή στην καλύτερη περίπτωση την σύμφωνα με τον Αντόρνο ημιμόρφωσή των, δηλαδή σε τελική ανάλυση την ιδεολογική/σημειολογική αναπαραγωγή της καθυστέρησης των παραγωγικών δυνάμεών των, άρα την διαιώνιση της συνεχούς διαδικασίας αποικιοποίησής των, την οποία υποτίθεται ότι τόσο καταγγέλλουν.

            Αυτό, όμως, το οποίο ασκεί πάνω σε αυτούς τους ανθρώπους τον μεγαλύτερο, τον πιο απαστράπτοντα (αντι)φετιχισμό, είναι το ίδιο το χρήμα, σε όλες τις μορφές, τους ρόλους και τις λειτουργικότητές του. Σε αυτούς το χρήμα παρίσταται από μέσο (όπως είναι για την κλασική πολιτική οικονομία) ως σκοπός. Έτσι, η πολεμική τους δεν κατευθύνεται στο σύστημα εκμετάλλευσης και καταπίεσης, αλλά σε αυτό καθ’ εαυτό το χρήμα, ως “αδειανό πουκάμισο”, ως κενή έκφανση της καπιταλιστικής ιδεατότητας.

            Ωστόσο, μπροστά σε αυτές τις αντιλήψεις, το προτσές παραγωγής τρέχει με ιλιγγιώδεις ταχύτητες.

            Επομένως, είναι η ίδια η ανάπτυξη και εξέλιξη των ανηλεών παραγωγικών δυνάμεων η οποία αναδεικνύει καινοφανή και πρωτόγνωρα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, και η οποία επιβάλλει την θαρραλέα προσαρμογή και ανάπτυξη της εργατικής κριτικής. Δεν πρόκειται για παραξενιά, ούτε για κάτι το οποίο κοιμόταν και ξύπνησε, δεν πρόκειται για μια απολογητική των όσων πράξαμε, όταν δεν γράφαμε με συστηματικό τρόπο και μέθοδο γι’ αυτά, ούτε βέβαια για εκπλήρωση κάποιας δήθεν οφειλής, αλλά είναι πλέον η επίγνωση της κινούμενης πραγματικότητας, η οποία έχει αναπτυχθεί τόσο, ώστε αποκτά διαυγή φαινομενολογία, ειλικρινές λεξιλόγιο, το οποίο επιτρέπει να γραφτεί και να ασκηθεί η εργατική κριτική.

 

β. Από την ιδεατότητα της τιμής και το πραγματικό της ανταλλακτικής αξίας στην αντίθεση μεταξύ χρήματος και νομίσματος

 

Πρώτη φορά με τον Ντέιβιντ Ρικάρντο, το χρήμα αφενός τόσο ρητά αποσυνδέεται από τον αποθησαυρισμό, και από την άλλη στην αφαιρετικότητά του, αποκτά νομοτέλειες. Πλέον, δεν είναι κάτι το οποίο πρέπει να τσουβαλιάζεται, αλλά κάτι το οποίο πρέπει να κυκλοφορεί.

Οι νομοτέλειες αυτές έχουν να κάνουν με τις αναγκαίες ποσοτικές αναλογίες μεταξύ της ποσότητας κυκλοφορούντος χρήματος και της αξίας του, μια σχέση που στον Ρικάρντο είναι αντιστρόφως ανάλογη:

“Η ποσότητα του χρήματος η οποία μπορεί να απασχοληθεί σε μια χώρα, πρέπει να εξαρτάται στην αξία του: αν ο χρυσός μόνος του απασχολείτο για την κυκλοφορία των εμπορευμάτων, μια ποσότητα θα απαιτείτο, το εν δεκατοπέμπτο μόνο του (του χρυσού) θα ήτο αναγκαίο, αν ο αργυρός ήτο να χρησιμοποιηθεί για τον ίδιο σκοπό.

Μια κυκλοφορία ουδέποτε μπορεί να είναι τόσο άφθονη, ώστε να υπερχειλίσει: διότι μέσω του μειώνειν την αξία της, στην ίδια αναλογία θα αυξήσεις την ποσότητά της, και με το αυξάνειν την αξία, θα μειώσεις την ποσότητά της …

… Εναπόκειται σε αυτήν την αρχή ότι το χάρτινο χρήμα κυκλοφορεί: η συνολική χρέωση για το χάρτινο χρήμα μπορεί να θεωρηθεί ως κυριαρχικό δικαίωμα (seignoirage)”.[2]

            Έτσι, το κυκλοφορούν χρήμα ποσοτικοποιείται μέσω της αφαιρετικοποίησής του. Αυτό σημαίνει ότι (όπως και στην αφηρημένη εργασία), ανεξαρτήτως των νομισματικών εκφάνσεων, το αφαιρετικοποιημένο κυκλοφορούν χρήμα είναι παντού ίδιο, διότι παράγεται από την εργασία, και μεσολαβεί τις σχέσεις μέσα από τις οποίες η εργασία (ανα)παράγει ανταλλακτική αξία.

            Επιπρόσθετα, ο Ρικάρντο προβαίνει σε εννοιολογικό καθορισμό του νομίσματος: “Ένα νόμισμα βρίσκεται στην πιο τέλεια κατάσταση όταν συνιστά ολικά χρημάτινο χρήμα, αλλά χρημάτινο χρήμα ίσης αξίας με τον χρυσό τον οποίο απασχολεί για να αναπαρασταθεί”[3]. Στον καθορισμό αυτόν το χάρτινο χρήμα αποτυπώνεται ως αναπαράσταση της αξίας του χρυσού.

            Σε μια γενική οπτική το χρήμα είναι το απλό εκπροσωπούν της τιμής στην σχέση της προς όλα τα υπόλοιπα εμπορεύματα, και το χρήμα υπάρχει μόνο ως μέσο στο μέτρο σύμφωνα με το οποίο όλα τα εμπορεύματα προορίζονται να ανταλλαχθούν.

            Ιδιαίτερα, στην κυκλοφορία το χρήμα πραγματώνει τις αξίες και εκφράζει τις τιμές. Η τιμή εμφανίζεται εν πρώτοις ως η ιδεατή όψη του εμπορεύματος, αλλά η ποσότητα του χρήματος που ανταλλάσσεται για ένα εμπόρευμα, είναι η έκφραση της τιμής του, η πραγματική τιμή του. Γι’ αυτό η τιμή εμφανίζεται ως εξωτερική και ανεξάρτητη του εμπορεύματος, καθώς υπάρχει σε αυτό ιδεατά. Έτσι, το χρήμα είναι ένα πολύ ιδιαίτερο εμπόρευμα: μέσο κυκλοφορίας, μεσολαβητής μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης. Επιπρόσθετα, επειδή η ποιότητα του χρήματος είναι θεμελιωμένη στην ανταλλακτική αξία, έτσι το χρήμα γίνεται και λειτουργεί και ως μια εσωτερική σχέση της παραγωγής, δηλαδή το χρήμα γίνεται όργανο της παραγωγής.

Ακόμη περισσότερο, στον Ρικάρντο το χρήμα μέσω της αυστηρής οικονομικοποίησής του θεσμικοποιείται, διότι το χάρτινο fiat χρήμα (όπως πλέον και το ψηφιακό) είναι αποτέλεσμα της ενάσκησης κυριαρχικού δικαιώματος των κρατών. Σε αυτήν την περίπτωση το χρήμα δένεται πιο σφιχτά, μοιάζει να εργαλειοποιείται, στο εύρος που με αντιστρεπτικό τρόπο αποδεσμεύεται από την παραγωγή.

            Με αυτήν την τεχνική, το χρήμα γίνεται ανεξάρτητη δυναμική αναπαράστασης όχι πλέον μόνο των ανταλλακτικών αξιών, αλλά πρωτίστως αναπαράσταση του ίδιου του εαυτού του. Σύμφωνα με το βιβλίο των Θεοδώρου Μαριόλη και Λευτέρη Τσουλφίδη, η δυναμική της αναπαράστασης εισάγει κβαντικά ποσοτικές στάσεις (states: αφηρημένες ποσότητες) σε γραμμικά συστήματα (συνήθως εισαγωγών-εξαγωγών).[4] Με αυτόν τον τρόπο το κβαντικοποιημένο χρήμα, αποκοινωνικοποιείται, δηλαδή αποκτά αποκλειστικά τεχνικό χαρακτήρα: είναι κάτι το οποίο μπαίνει και βγαίνει, και γι’ αυτό μπορεί να μετρηθεί. Αλλά αυτό αφορά τα επίπεδα των αφηρημένων ποσοτήτων, στα οικονομικά επίπεδα το χρήμα παραμένει πάντα προϊόν της παραγωγής, ήτοι οντολογικά είναι η μεταμόρφωση του εμπορεύματος στην σφαίρα της κυκλοφορίας.

Έτσι, παρότι το χρήμα στην σχηματική αναπαράσταση του κυκλώματος εμφανίζεται ως η αρχή και το τέλος, δηλαδή ως το αποτέλεσμα της κίνησης, το άλφα και το ωμέγα, εντούτοις αυτά τα εναρκτήρια και καταληκτικά σημεία είναι απλά σημεία μετάβασης: σημεία στα οποία το κεφάλαιο υφίσταται μεταμορφώσεις, και επομένως σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ένα ανοιχτό κύκλωμα. Αυτές οι μεταμορφώσεις είναι κατορθωτές μόνο μέσα από το χρήμα ως στον ίδιο χρόνο μέσο πληρωμής και μέσο κυκλοφορίας, διότι μόνο έτσι διαθέτει τέτοιες τεχνικές ιδιότητες, ώστε να επιτελεί αυτές τις λειτουργίες και επιχειρήσεις για την συνολική καπιταλιστική τάξη. Επίσης, αυτές οι κυκλοφοριακές ιδιότητες του χρήματος εξαρτώνται από την μεταμόρφωση των εμπορευμάτων, από την ένταση και την ταχύτητα αυτών των μεταμορφώσεων. Έτσι, δεν είναι αντικειμενικά δυνατό το καπιταλιστικό χρήμα να αποσπασθεί ή να ανεξαρτητοποιηθεί από την βιομηχανική παραγωγή.

            Στην καθημερινή συναλλαγή, όμως, δεν ανταλλάσσεται ακριβώς χρήμα με εμπορεύματα, αλλά νομίσματα (είτε στην μορφή των κερμάτων, είτε στην μορφή των χαρτονομισμάτων/τραπεζογραμματίων, είτε μέσω της ηλεκτρονικής τραπεζικής, είτε ψηφιοποιημένα) με εμπορεύματα και υπηρεσίες.

            Άρα, μια σπαζοκεφαλιά προστίθεται: η διάκριση μεταξύ του χρήματος και του νομίσματος, η διάκριση μεταξύ του χρήματος και των κατά την δημώδη/αγοραία έκφραση των λεφτών: για να αγοράσεις οτιδήποτε δεν δίνεις ποσοτικές μονάδες χρήματος, αλλά δίνεις πχ. ευρώ, δολάρια, λίρες κοκ. σε διαφορετικές υλικές και ψηφιακές μορφές.

            Το νόμισμα γεννιέται, κάθε φορά που το χρήμα διαχωρίζεται από κάποια μορφή του εαυτού του, κάθε φορά που αυτοδιαχωρίζεται. Τα νομίσματα είναι διασπάσεις του χρήματος, επιτελούν στην κυκλοφορία τον ίδιο ρόλο που επιτελούν τα κόμματα του κοινοβουλίου ως διασπάσεις του κοινωνικού που αναγορεύθηκαν σε ταξικά καθορισμένες πολιτικές οργανωτικότητες και οργανωμένες πολιτικότητες.

Eπομένως, όσο το νόμισμα προορίζεται και κυκλοφορεί σε όλο και μεγαλύτερες αγορές (πχ. το δολάριο, το γουάν, το ευρώ, η λίρα της Μεγάλης Βρετανίας, το γιεν), τόσο η αντίθεση μεταξύ του χρήματος και του νομίσματος μικραίνει. Όσο το νόμισμα προορίζεται και κυκλοφορεί σε μικρές εθνικές αγορές, δηλαδή είναι πλέον ένα εθνικορομαντικό νόμισμα, η προαναφερόμενη αντίθεση μεγαλώνει.

Αντί κατακλείδας: το χρήμα από λειτουργική σκοπιά είναι στην μια του μορφή κεφάλαιο, και στην άλλη νόμισμα. Η λειτουργική αυτή διάκριση έχει να κάνει από την μια με την λειτουργία του χρήματος ως πραγμάτωση αξίας, και από την άλλη με την λειτουργία του για την μεταφορά/κυκλοφορία κεφαλαίου. Εδώ, εξετάζεται μια ιδιαίτερη στιγμή του συνολικού προτσές κυκλοφορίας του χρήματος ως αναπόσπαστου μέρους της κυκλοφορίας του κεφαλαίου. Με αυτόν τον τρόπο το χρήμα λειτουργικά ως μέσο αγοράς και πληρωμής, αναπαρίσταται ως νόμισμα. Αυτό δεν πρέπει να συγχέεται με την διαδικασία σύμφωνα με την οποία το χρήμα δαπανάται/σπαταλιέται ως χρηματικό κεφάλαιο, δηλαδή στο πρώιμο προτσές παραγωγής, ήτοι όπου η κεφαλαιακή αξία υπάρχει καθαρά ως τέτοια.

 

γ. Ψηφιονομισματοποίηση: η μετατροπή του κινδύνου σε εξασφαλοποίηση (securitization)

 

Το γενικό οικονομικό σύστημα αποχαιρέτισε τα ρομάντζα.[5]

Όσες χώρες ακόμα επιμένουν στον οικονομικό ρομαντισμό αργά ή γρήγορα υφίστανται τουλάχιστον νομισματική κρίση.

Δεν είναι τυχαίο ότι στην οικονομική επιστήμη, η εμμονή στον οικονομικό ρομαντισμό στηλιτεύεται ως βλαβερή συνέπεια της γλωσσικής στροφής και του μεταμοντερνισμού, ως μια ευτελής φιλολογικοποίηση των οικονομικών. Πάλι, αυτό έχει να κάνει με τον ακραίο υποκειμενικό ιδεαλισμό (σολιψισμό), ότι δήθεν η εκφραζόμενη νόηση, δηλαδή  οι λεκτικολογικές ροές δημιουργούν πραγματικότητες.

Ήταν επόμενο να προκύψει αυτή η στρέβλωση στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και εντεύθεν, όταν η 3η Βιομηχανική Επανάσταση βρισκόταν στο απόγειό της και μαζικοποιούσε τα επιτεύγματά της. Από την άλλη, κάποιες συγκεκριμένες θεωρήσεις της λεγόμενης γλωσσικής στροφής, όπως αυτές που κάνει η Τζούντιθ Μπάτλερ, υπονοούν μια υλιστική δυναμική. Και τούτο διότι κάθε γλώσσα πρωτίστως εμφανίζεται, διαμορφώνεται η διακριτότητα της, και αναπτύσσεται ως στοιχείο των παραγωγικών δυνάμεων, και δη της κυριότερης και βασικής εξ αυτών, της εργατικής δύναμης. Επομένως, χωρίς γλώσσα, δεν μπορεί να υπάρξει συνεργατική επικοινωνία κατά το χρονικό διάστημα του εργασιακού προτσές. Άρα, η γλώσσα βρίσκεται σε σχέση με την κοινωνική εργασία σε μια διαλεκτική διαμεσολάβησης. Στην εξέλιξή της ως σύστημα και ως κώδικας αποκτά καθ’ εαυτά σημειωτικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά.

Πέρα, όμως, από την ασυγχρονική κριτική στον οικονομικό νέο-ρομαντισμό, ο Λένιν στην πολεμική του ενάντια στον Σισμοντι, έχει θέσει το ζήτημα στις διαστάσεις της κριτικής της πολιτικής οικονομίας:

«Ο Σισμοντι δεν κατάλαβε καθόλου την κεφαλαιοκρατική συσσώρευση και στη ζωηρή συζήτηση που είχε πάνω σ’ αυτό το ζήτημα με τον Ρικάρντο αποδείχτηκε ότι στην ουσία ο τελευταίος είχε δίκιο. Ο Ρικάρντο υποστήριζε ότι η παραγωγή από μόνη της δημιουργεί αγορά για τον εαυτό της».[6]

            Όλες οι παραπάνω εξελίξεις και αναπτύξεις, ήτοι η χρεωκοπία του οικονομικού νέο-ρομαντισμού, ώθησαν με την σειρά τους το σύστημα αρχικά στις κρατικές ρυθμίσεις[7] των κρυπτονομισμάτων, και σε δεύτερο χρόνο στην έκδοση ψηφιακών νομισμάτων από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες, μέχρι στιγμής από ΕΕ και Κίνα.

            Τα αρχικά κρυπτονομίσματα παρήχθησαν ή ακριβέστερα παρήχθησαν κατόπιν της εξόρυξης των αντίστοιχων bitcoins και του σχηματισμού των αντίστοιχων blockchains, ως απόκριση στην εμφάνιση της ανάγκης για επιπρόσθετο χρήμα εξ αιτίας του συγχρονισμού (ένεκα της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης) του προτσές συσσώρευση-αναπαραγωγή σε διευρυμένη κλίμακα.

Το επιπρόσθετο χρήμα το οποίο απαιτείται για την κυκλοφορία μιας κάποιας μεγαλύτερης ποσότητας εμπορευμάτων μεγαλύτερης αξίας θα πρέπει να διασφαλισθεί είτε από ογκωδέστερη οικονομία ως προς την χρήση της κυκλοφορούσας ποσότητας χρήματος –είτε μέσω εξισορρόπησης των πληρωμών κλπ., ή από μέτρα τα οποία επιταχύνουν την κυκλοφορία του ίδιου του χρήματος ως νομίσματα, μέσω της μεταμόρφωσης του χρήματος από την μορφή του αποθησαυρισμού σε αυτή του κυκλοφορούντος μέσου. Το τελευταίο δεν συνεπάγεται ότι το αδρανές χρηματικό κεφάλαιο ξεκινά να λειτουργεί ως μέσο αγοράς ή πληρωμής, ή ότι το χρηματικό κεφάλαιο το οποίο ήδη λειτουργεί ως απόθεμα, καθώς επιτελεί αυτήν την λειτουργία για τον κάτοχό του, κυκλοφορεί ενεργώς για την κοινωνία (όπως είναι η περίπτωση με τις τραπεζικές καταθέσεις οι οποίες δανείζονται συνεχώς), και έτσι επιτελεί μια διπλή λειτουργία. Αυτό επίσης συνεπάγεται ότι τα τελματωμένα-λιμνάζοντα νομισματικά αποθέματα πρέπει να οικονομικοποιηθούν.

Η ανάγκη για οικονομικοποίηση των τελματωμένων-λιμναζόντων ποσοτήτων κρυπτονομισμάτων οδήγησε στις κρατικές ρυθμίσεις των. Από αυτό το σημείο και ύστερα η έκδοση ψηφιακών νομισμάτων από τις κεντρικές τράπεζες είναι seignoirage, όπως το λέει ο Ντέιβιντ Ρικάρντο.

            Στην αναρχική θεωρία περί του bitcoin, ιδιαίτερα του Nick Land, το bitcoin λόγω του αϊνσταϊνικά καθορισμένου χωροχρονικού χαρακτήρα του τίθεται –και σωστά- ανταγωνιστικά προς το χρήμα ως νόμισμα που παράγεται διά του νόμου της αξίας.[8] Η ύπαρξη ενός τέτοιου συστήματος πληρωμών και συνόλου αποθηκεύσεων (storages) αξίας, καθώς και της προσίδιας (ανα)παραγωγικής-εξορυκτικής δραστηριότητας και των αλυσίδων αξιών, εγκυμονούσε κινδύνους όχι μόνο για το καθ’ εαυτό προτσές κυκλοφορίας του κεφαλαίου, αλλά και για την λειτουργία του νόμου της αξίας (που προϋποθέτει γραμμική χρονική ροή). Κάποια στιγμή, οι καπιταλιστικές αρχές αντελήφθησαν αυτό και έσπευσαν στην ρύθμιση. Αυτό, όμως, θα γινόταν ούτως ή άλλως, αργά ή γρήγορα. Η νέα ποιοτική διαφοροποίηση η οποία επετεύχθη, έχει ως εξής:

            Στον Ιανουάριο του 2021 η Αρχή Εξασφαλίσεων του Ισραήλ (Israel Securities Authority), απεφάνθη κανονιστικά επ’ αφορμή μιας αντιδικίας με μια start up, ότι οι κερματώσεις (tokens) κρυπτονομισμάτων είναι εξασφαλίσεις (securities) και όχι περιουσιακά στοιχεία (assets). Επί του πρακτέου αυτό το οποίο είπε, είναι ότι πλέον τα κυκλοφορούντα κερματωμένα κρυπτονομίσματα (κερματωμένο χρήμα ως νόμισμα ως μέσο πληρωμής) είναι οιονεί ενέχυρο (βλ. άρθρο 1209 και επόμενα Αστικού Κώδικα), δηλαδή είναι για να καλύπτουν-εξασφαλίζουν συναλλαγές οι οποίες γίνονται με τα επίσημα νομίσματα, και με τα γνωστά χρήματα (σέκελς). Παρότι η κανονιστική επίλυση εκφράσθηκε με έναν κάπως ταλμουδικό τρόπο, τα αποτελέσματά της είναι λαμπρά.

            Εδώ, λοιπόν, έχουμε το γνωστό αρνητικό προτσές προχωρήματος προς τα μπρος: κατάργηση στοιχείων από τον ήδη παρωχημένο τρόπο αναπαραγωγής: πολιτικομαχητική απαγόρευση της παράπλευρης παραχρηματιστικοποίησης που εμφανίσθηκε στο 2020 και οδήγησε στο υστερικό ράλι ανόδου της τιμής των κρυπτονομισμάτων, και μοιραία σε χρεωκοπίες από το σπάσιμο τέτοιων φουσκών.

Η απόφαση αυτή και αυτός ο προσδιορισμός συνιστά par excellence ενάσκηση της κριτικής της πολιτικής οικονομίας: μετατροπή μορφών χρήματος σε αντικείμενο: το δυνητικό Χ - Χ΄ (χρήμα – χρήμα περισσότερο/επαυξημένο) έγινε Χ – καταργούμενο Χ (μετατροπή σε κινητό πράγμα).

Με αυτόν τον τρόπο το γνήσια ρικαρντιανό plan B όχι μόνο για ένα εναλλακτικό διεθνές σύστημα πληρωμών, αλλά για ένα εναλλακτικό σύστημα κυκλοφορίας ενταφιάσθηκε.

            Τεχνικά συστατικά αυτής της κατεύθυνσης φαίνεται ότι είχε αρχίσει να υιοθετεί η Deloite, κι άλλοι βασικοί παγκόσμιοι φορείς.[9]

            Όμως, η πρωτοβουλία για όλα αυτά ανήκει στην Κίνα, η οποία διείδε στην χρηματιστικοποίηση των κρυπτονομισμάτων τον κίνδυνο της ρευστοποίησης (liquidation) του καθεστώτος, και τον κίνδυνο του λικβινταρισμού στο Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα.[10]

            Εν κατακλείδι, σε αυτές τις περιπτώσεις η ανάγκη για ασφάλεια οδηγεί στην αυτοκατάργηση χρηματικών λειτουργιών.

            Σε διαφορετική κατεύθυνση, η Τράπεζα της Αγγλίας στις 7 Ιουνίου 2021 δημοσίευσε ένα κείμενο συζήτησης (discussion paper) με τίτλο “Νέες Μορφές ψηφιακού χρήματος”.[11]

            Γενικά, η Τράπεζα της Αγγλίας κρατά μικρό καλάθι, καθώς λέει ότι οι νέες μορφές ψηφιακού χρήματος δυνητικά μπορούν να προσφέρουν οφέλη με όρους κόστους και λειτουργικότητας, και δυνητικά συντελούν σε αλλαγή προς μια χρηματιστική πιο βασισμένη στην αγορά. Προτείνει είτε τα “σταθερά κέρματα” (stablecoins) είτε ένα ψηφιακό νόμισμα εκδιδόμενο από κεντρική τράπεζα. Η όλη συζήτηση υποθέτει ότι όλα τα ψηφιακά νομίσματα ανάγονται στην στερλίνα, χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψη το bit-coin, το οποίο χαρακτηρίζει crypto-asset. Τους αποδίδει τον ρητά προταθέντα από τον Nick Land ρόλο της αποθήκευσης αξίας και μέσων πληρωμών. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι προοπτικά τα συνδέει με την πίστη και την δημιουργία πίστης, ώστε να προκύψει ένα υψηλότερο τμήμα καταθέσεων υποστηριζόμενων από ρευστοποιημένα στοιχεία (assets) υψηλής ποιότητας, αντικαθιστώντα τα δάνεια στην πραγματική οικονομία.

            Πρόκειται για έναν κλασικό προσδιορισμό και επιμερισμό, δηλαδή οργανική ένταξη των ψηφιακών μορφών χρήματος στον γενικό μηχανισμό Χ-Χ΄. Παρότι η εννοιολόγηση είναι ακριβώς αντίθετη από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις, διακρίνεται ένας κοινός στόχος: πλήρης αποτροπή της χρηματιστικοποίησης των ψηφιακών νομισμάτων χρήματος ως ανεξάρτητων μορφών χρήματος .

            Στο επίπεδο της κλασικής πολιτικής οικονομίας μπορεί να ειπωθεί ότι η Τράπεζα της Αγγλίας αντιμετωπίζει το ψηφιακό χρήμα με τον τρόπο με τον οποίο ο Σέι αντιμετωπίζει το χρήμα: αποθήκευση αξίας, η τέλεια απλότητα του χρήματος ως κομματιού μετάλλου, κλείσιμο του ματιού προς κάποια εκδοχή του κανόνα του χρυσού, αντιμετωπίζοντας το κάτωθι πρόβλημα.[12]

«Η πολύ μοναδική κατάσταση του ενεργού[13] χρήματος της Αγγλίας, και οι μη κανονικές περιστάσεις, οι οποίες έχουν συμβεί σε αυτό, από τότε που οι πρώτες εκδόσεις του παρόντος έργου εμφανίσθηκαν, έχουν παράσχει μια αποφασιστική απόδειξη, ότι η απλή ζήτηση ενός παράγοντα της κυκλοφορίας, ή του εμπορεύματος, (δηλαδή) του χρήματος, είναι επαρκής για να υποστηρίξει ένα χρημάτινο χρήμα, απολύτως ενδεούς ασφάλειας για την μετατρεψιμότητά του σε ένα υψηλό ποσοστό αξίας, ή ακόμη και σε ένα κομμάτι μετάλλου, προμηθευόμενο ώστε να είναι περιορισμένο σε μέγεθος στην ενεργή ζήτηση της κυκλοφορίας.

Οπόθεν κάποιοι Άγγλοι συγγραφείς μεγάλης νοημοσύνης σε αυτόν τον κλάδο της επιστήμης έχουν οδηγηθεί να συμπεράνουν, ότι, από την στιγμή που οι σκοποί του χρήματος ουδεμία εκ των φυσικών και μεταλλικών ιδιοτήτων του υλικού του καλούν σε δράση, κάποια υπόσταση/ουσία λιγότερο δαπανηρή από ότι τα πολύτιμα μέταλλα, χαρτί, για παράδειγμα, μπορεί να απασχοληθεί σε αυτούς (τους σκοπούς) με καλό αποτέλεσμα, αν καταβληθεί προσοχή, προκειμένου να κρατηθεί το μέγεθος του χαρτιού εντός των ζητήσεων της κυκλοφορίας».[14]

 

δ. Το γενικό πρόβλημα των τιμών και τα καθήκοντα της κινεζικής τραπεζικής

 

Αναμφίβολα, ο Λένιν προβάλλει ως ο μάστορας των τιμών (γενική αντικειμενική).

Όπως έδειξε ο Νέγκρι, η στρατηγική του πολεμικού κομμουνισμού, αν ιδωθεί στο επίπεδο της πολιτικής οικονομίας, ξεκινάει από την οπλοποίηση (weaponization) των τιμών.[15]

Στην φαινομενολογία του κεφαλαιακού προτσές η τιμή, ισχυούσης (υποθετική μετοχή) κάποιας εκδοχής του κανόνα του χρυσού, είναι από την μια χρηματική έκφραση της αξίας, και από την άλλη εκδηλώνεται στο προτσές κυκλοφορίας. Αυτό είναι προϋπόθεση ομαλής λειτουργίας του κεφαλαιακού προτσές.

Ωστόσο, οι τιμές των προϊόντων είναι συνδεδεμένες και με το γενικό σύστημα της πολιτικής οικονομίας. Αυτό σε συγκεκριμένες στιγμές προσδίδει πολιτικό χαρακτήρα, πολιτικό προσδιορισμό, πολιτική χρήση όσον αφορά τις τιμές. Επομένως, δι’ αυτού οι τάσεις της καθ’ εαυτής της κεφαλαιακής παραγωγής έρχονται σε αντίθεση με κεντρικές εκφάνσεις του γενικού συστήματος της πολιτικής οικονομίας.

Η πολιτική οικονομία ιδιαίτερα στην σύγχρονη εποχή αποκρίνεται κατά το μάλλον στην αναπαραγωγή. Επομένως, οι προϋποθέσεις της γενικής αναπαραγωγής δεν εκπληρώνονται στην πληρότητά τους. Αυτή η μη πλήρωση στην πληρότητα τους των προϋποθέσεων της αναπαραγωγής, προκαλεί τα πιεστικά οικονομικά προβλήματα, τα οποία αργά ή γρήγορα εκδηλώνονται, και προκαλούνται κρίσεις μερικοτήτων, ως μεθοδολογία του κοινωνικού μετασχηματισμού.

Οι καπιταλιστικές δυστοκίες και δυσπλασίες, ως επίσης η εθνικολαϊκή πολιτική οικονομία, δημιουργούν το φαινόμενο του πληθωρισμού. Από την σκοπιά του προτσές του κεφαλαίου, στόχος είναι η εξισορρόπηση των αναλογιών/ποσοστών κερδών μέσω των τιμών παραγωγής, αυτών τις οποίες οι κλασικοί της πολιτικής οικονομίας λένε κέντρα βαρύτητας και μακροπρόθεσμες (long run) τιμές εξισορρόπησης.

Ο κλασικός χρηματικός πληθωρισμός (δεν ασχολούμαι με αυτόν που προκύπτει από την εκ του κράτους υποτίμηση του κάθε εθνικού νομίσματος) δημιουργείται όταν ένας καπιταλιστικός τομέας, ένα τμήμα του κεφαλαίου ανεβάζει τεχνητά τις τιμές των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών του, κάτι το οποίο οδηγεί σε πραγμάτωση φαντασιακών/μη πραγματικών αξιών, και στον ίδιο χρόνο κατεβάζει τον γενικό εργατικό/κοινωνικό μισθό, και έτσι δημιουργείται απόκλιση προς το μέσο κέρδος.[16] Αυτό συνήθως προκαλεί αντιπαράθεση και σύγκρουση μεταξύ των τμημάτων του κεφαλαίου, δηλαδή κρισιακά φαινόμενα, αν στο μεσοδιάστημα αποτύχουν οι επιτροπές ανταγωνισμού και οι μεσολαβήσεις.

Στον μέχρι και τα τέλη του ΠΠΒ΄ καπιταλισμό οι τράπεζες αντιμετώπιζαν το παραπανίσιο χρήμα το οποίο έβγαινε από τον πληθωρισμό αρχικά ως ευλογία και στην συνέχεια ως κατάρα. Επομένως, ένα από τα βασικά μελήματα της τραπεζικής είναι η καταγραφή του πληθωρισμένου χρήματος, ώστε να εισρεύσει στις τράπεζες και να μην αποθησαυρισθεί, προκειμένου να επαναρεύσει (flow back) επενδυόμενο στην παραγωγή. Σε αυτήν την περίπτωση το ίδιο το χρηματοπιστωτικό σύστημα ενασκεί με τεχνικά μέσα και τρόπους κεντρικό σχεδιασμό. Όμως, αυτό στον καπιταλισμό είναι μια πολύπλοκη, αντιφατική και πολλές φορές συγκρουσιακή διαδικασία, προκειμένου να γίνει στην πληρότητά του. Ενώ, στην Κίνα αυτό γίνεται κανονιστικά με περισσότερη αμεσότητα λόγω της ύπαρξης κεντρικού σχεδιασμού.[17]

Όμως, όπως είναι γνωστό από την εμπειρία της ΕΣΣΔ, ο κεντρικός σχεδιασμός δεν είναι εφαρμογή διοικητικού δικαίου, ούτε τεχνικοεξουσιαστική πρακτική, μηδέ τεχνολογική εφαρμογή, αλλά μια καθοριστική σχιζο- σχέση προσδιορισμένη από τον ταξικό ανταγωνισμό. Όσο λείπει αυτή η σχέση, τόσο το σύστημα θα κυνηγάει την ουρά του, θα κλείνει μια τρύπα και θα ανοίγουν δέκα.

            Επομένως, οι τιμές έχουν να κάνουν σε πρώτο χρόνο με την περιστροφή του κεφαλαίου εντός του προτσές της κυκλοφορίας του κεφαλαίου και δη με την επίδραση των αλλαγών των τιμών στην επίδραση των χρόνων των περιστροφών στο μέγεθος του προκαταβεβλημένου/επενδυμένου κεφαλαίου,[18] και στην οπτική του κεφαλαιακού προτσές ως ολότητας οι τιμές έχουν να κάνουν με την μετατροπή της υπερ- αξίας σε κέρδος (από την στιγμή που η αξία των ακατέργαστων υλικών, των πρώτων υλών κλπ. μεταφέρεται/μεταβιβάζεται στο παραγόμενο εμπόρευμα κατά την χρονική διάρκεια του βιομηχανικού προτσές), καθώς και με την μεταμόρφωση του πρόσθετου κέρδους σε εδαφική πρόσοδο.

            Άρα, σε ένα γενικό/σχηματικό επίπεδο μπορεί να ειπωθεί ότι καθήκον της κινεζικής τραπεζικής στις δοσμένες περιστάσεις, ήτοι στους δοσμένους συσχετισμούς ταξικής ισχύος κλπ., είναι α. η επανασύσταση του κεντρικού σχεδιασμού όπως προαναφέρθηκε, β. η απενεργοποίηση και η ματαίωση των κυκλοφοριακών και περιστρεπτικών λειτουργιών ως παιγνιών μηδενικού αθροίσματος, γ. η διαμόρφωση και ο καθορισμός των τιμών παραγωγής, προκειμένου να λειτουργούν ως κέντρα βαρύτητας, δ. να διασφαλίζει τις σχετικές αναλογίες (ήτοι τις πρέπουσες ποσοτικές σχέσεις μεταξύ των ποιοτήτων) των ποσοτήτων νομίσματος οι οποίες κυκλοφορούν σε αμφότερες τις λειτουργίες του προτσές της αναπαραγωγής. Αμφότερες οι λειτουργίες της αναπαραγωγής (πραγμάτωση αξίας και κυκλοφορία αξίας) είναι συνδεδεμένες εσωτερικά, διότι από την μια η μάζα των προς σπατάλη/δαπάνη εισοδημάτων εκφράζει την ένταση της κατανάλωσης, και από την άλλη το μέγεθος των μαζών του κεφαλαίου οι οποίες κυκλοφορούν στην παραγωγή και στο εμπόριο, εκφράζει την ένταση και την ταχύτητα του προτσές της αναπαραγωγής. Έτσι εδώ, τοποθετούνται οι πραγματικοί όροι μιας αναγκαίας συνάρτησης η οποία εμπερικλείει το νομισματικό ζήτημα: (μάζα των εισοδημάτων που είναι να ξοδευθούν συναρτάται με την ένταση της κατανάλωσης) συναρτάται με (μέγεθος των μαζών του κεφαλαίου που κυκλοφορούν στην παραγωγή και το εμπόριο, συναρτάται με την ένταση και ταχύτητα του προτσές αναπαραγωγής).

 

ε. Προβλήματα αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου

 

Το κεντρικό πρόβλημα της Κίνας είναι η επιθυμητική και απολαυστική έλλειψη.

            Πρόκειται για ένα γνήσια καπιταλιστικό πρόβλημα αλλοτρίωσης, ισοδύναμο της έλλειψης κινήτρου στην ΕΣΣΔ της περιόδου της στασιμότητας. Και ενώ, το σύστημα της Κίνας μπορούσε και όφειλε να αναγνωρίσει εαυτό στις εργατικές αρνήσεις και στις άγριες απεργίες του 2010-2011 και εντεύθεν,[19] δεν έχει καταφέρει εισέτι να το κάνει στην πληρότητά του, αλλά προβαίνει κάπως ετεροχρονισμένα σε κομματική και κρατική ανασυγκρότηση.

            Αυτό είναι το σημείο ευαλωτότητας της Κίνας. Περίπου το ίδιο πρόβλημα εμφανίζεται και στο Ηνωμένο Βασίλειο ως miserabilism[20] (καθεδροποιημένος αθλιωτισμός ó (νέο)προυντονισμός), αλλά και στις ΗΠΑ μέσα από τους ζόμπι[21] εθνικισμούς, πατριωτισμούς και επιβιωτισμούς της ευαγγελικής δεξιάς. Αυτά τα φαινόμενα παραλλαγμένα εμφανίζονται και στο σώμα της γηραιάς Ευρώπης.

Επομένως, είναι ένα γενικό πρόβλημα της καπιταλιστικής συσσώρευσης και της αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Δεν πρόκειται για κάτι που εμφανίζεται απλά στις μορφές της κοινωνικής συνείδησης και στην ιδεολογία ή στο λεγόμενο «εποικοδόμημα», αλλά πρόβλημα της σύστασης και της συγκρότησης της ίδιας της εργατικής δύναμης, το οποίο επιδρά άμεσα στην σύνθεση και στην κινησιολογία του μεταβλητού κεφαλαίου. Αλλά η ικανότητα εξέγερσης και αυτονόμησης του εργάτη συνίσταται στο ότι μπορεί να διαχωρίζει την ύπαρξη και την λειτουργικότητά του από αυτό, πραγματώνοντας και επιβάλλοντας την αυτονομία του, προκειμένου να προκαλεί κενά στο όλο σύστημα.

            Από αυτά τα συστημικά κενά αναβλύζουν οι προλεταριακές βροντές και οι μεταλλουργικοί κεραυνοί, εκεί μέσα δουλεύουν οι τυφλοπόντικες της επανάστασης, εκεί επιθεωρεί το φάντασμα του κομμουνισμού, από αυτά βγαίνει ο πίδακας της εργατικής εξέγερσης, οι κλαγγές της αρνητικότητάς μας, η επιθυμητική μας λάβα.

            Εδώ λοιπόν, το προλεταριάτο εγκαθιδρύει σύμφωνα με την φράση του Τζόρτζιο Αγκαμπεν ζώνες ταξικής αδιαφορίας, εντός των οποίων μπορεί να δράσει η εργατική αυτονομία.

Σε αυτό το σημείο έγκειται η μερική ανεπάρκεια του συστήματος της Κίνας να συνδεθεί με τον ταξικό ανταγωνισμό και ο φόβος της για τις μη εργαλειοποιήσιμες βίαιες εργατικές εξεγέρσεις.

 

στ. Η διάρθρωση του κινεζικού χρηματοπιστωτικού συστήματος

 

            Το κινεζικό χρηματοπιστωτικό σύστημα,[22] παρά την ύπαρξη των Big Four τραπεζών, έχει δαιδαλώδη αρχιτεκτονική, κάτι που εξασφαλίζει τον διάχυτο κοινωνικό του χαρακτήρα. Ενώ, prima facie δείχνει πυραμιδωτό, καλύτερα είναι να εκληφθεί ως αλλεπάλληλες τάξεις δικτυωτών (lattices) οι οποίες σχηματίζονται μέσα από την λεγόμενη αφηρημένη άλγεβρα και τον νομιναλιστικό αναδιπλασιασμό.[23]

Αυτό σε ένα καθημερινό κοινωνιολογικό επίπεδο σημαίνει, έστω και καλώς εννοούμενο, ότι όλοι είναι μπάτσοι του εαυτού τους και μπάτσοι του διπλανού τους. Ωστόσο, στην Κίνα στόχος δεν είναι τόσο η εμπέδωση της εθνικοπατριωτικής πειθαρχίας (οι κοινωνίες της έχουν σίγουρα μεγαλύτερη ανεκτικότητα και δημοκρατικότητα από τις παλιές αστικές δημοκρατίες), όσο η εξασφάλιση και η αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος κοινωνικής πίστωσης. Αναμφίβολα, είναι κάτι το οποίο οι πολίτες έχουν επιλέξει. Άρα, αυτό σύστημα λειτουργεί και ως σύστημα κοινωνικού ελέγχου και πειθάρχησης που μορφοποιείται ως σύστημα κοινωνικής πίστωσης.

Μπορεί λοιπόν να ειπωθεί ότι στο κοινωνικό η διαφορά του κινεζικού χρηματοπιστωτικού συστήματος έγκειται στο ότι είναι πιο στενά και βαθιά συνδεδεμένο με την παραγωγή και την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, ενώ στους παλιούς καπιταλισμούς αυτό γίνεται πιο πολύ μέσα από τις ασφαλιστικές και τα συστήματα υγείας.

Σε κάθε περίπτωση, η αντιφατικότητα και η αντιθετικότητα στις βάσεις και στις λειτουργίες αυτού του συστήματος προκύπτει από την ίδια την ταξική διαφοροποίηση και από τις κοινωνικές διασπάσεις. Και τούτο διότι, λόγω της ύπαρξης εργατικοκομματικού και εργατικοκρατικού ελέγχου κλπ., δηλαδή λόγω των σοσιαλιστικών λειτουργιών, υπάρχει χάσμα μεταξύ αφενός της βιομηχανικής και αναπαραγωγικής εργατικής τάξης και αφετέρου των γραφειοκρατικοποιημένων στρωμάτων, πολλά από τα οποία λειτουργούν ακόμα με μανταρινικό τρόπο, ως υπολείμματα του ασιατικού τρόπου παραγωγής.

Επομένως, η διάρθρωση του κινεζικού χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι η μυστικοποίηση της ταξικής διάρθρωσης της χώρας, και η ανασύνθεσή της σε ένα πιο σύνθετο επίπεδο, προκειμένου οι κορυφές τις διεύθυνσης και τα γενικά επιτελεία να αποκτούν ενεργητική άποψη με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αμεσότητα. Μπορεί να υποτεθεί ότι το κινεζικό χρηματοπιστωτικό σύστημα φέρνει εις πέρας στα κοινωνικά επίπεδα για λογαριασμό του κράτους και την πανοπτική λειτουργία. 

 

ζ. Ζητήματα της κυκλωματικότητας του συνολικού προτσές

 

Τα κυκλώματα του συνολικού προτσές κυκλοφορίας υλοποιούνται με τέτοιο τρόπο ώστε μπορούν να σχηματοποιηθούν σε δύο φόρμουλες: α. Παραγωγή … Συνολικό Προτσές Κυκλοφορίας … Παραγωγή, β. Συνολικό Προτσές Κυκλοφορίας … Παραγωγή επαυξημένου εμπορεύματος.

            Αυτά εμφανίζονται έτσι, διότι το προτσές πάντα εμφανίζεται ως αποτέλεσμα του εαυτού του, ως μια υπόσχεση παραχθείσα από τον εαυτό του. Επομένως, στην κυκλοφορία η οντολογία του προτσές είναι causa sui. Έτσι, εξηγείται ότι σήμερα όλο και πιο πολύ διεξάγεται μέσα από επίπεδα εμμένειας, και λιγότερο μέσα από τις τυπικές φάσεις.[24] Με αυτόν τον τρόπο η αυτοεπέκταση της αξίας, ο αυτοπολλαπλασιασμός της γίνεται ο καθοριστικός και προσδιορίζων σκοπός, το συναρπάζον κίνητρο (η βαθιά επιθυμητική βάση της κεφαλαιακής (ανα)παραγωγής). Κάθε στοιχείο εμφανίζεται ως ένα σημείο αναχώρησης, μετάβασης και γυρισμού. Το συνολικό προτσές εμφανίζει εαυτό ως η ενότητα των προτσές της παραγωγής και κυκλοφορίας. Το προτσές της παραγωγής γίνεται μεσολαβητής του προτσές της κυκλοφορίας και vice versa.  

            Άρα, το κεφάλαιο ως αυτοεπεκτείνουσα και αυτοεπεκτεινόμενη αξία περιλαμβάνει όχι μόνο τις ταξικές σχέσεις, όχι μόνο μια κοινωνία ενός προσδιορισμένου χαρακτήρα που κείται στην ύπαρξη της εργασίας στην μορφή της μισθωτής εργασίας, αλλά είναι μια κίνηση, ένα κυκλωματικό περιγραφόμενο προτσές το οποίο διέρχεται μέσω ποικίλων σταδίων, το οποίο περιλαμβάνει τρεις διαφορετικές μορφές του κυκλωματικά περιγραφόμενου προτσές. Γι’ αυτό μπορεί να κατανοηθεί μόνο ως κίνηση, και όχι ως ένα ιστάμενο πράγμα. Εκείνοι που σκέφτονται το κερδίζειν εκ της αξίας ως ανεξάρτητη ύπαρξη, ως απλή αφαίρεση, παραγνωρίζουν ότι η κίνηση του βιομηχανικού κεφαλαίου είναι αυτή η αφαίρεση εν τω γίγνεσθαι.

            Αυτή η ποιότητα κεφαλαίου υπάρχει στην Κίνα και λειτουργεί και κυκλοφορεί με τον παραπάνω τρόπο, ήτοι μέσα από την ταυτολογική του διαλεκτική. Αυτό, όμως έρχεται σε αντίθεση τόσο με τον χαρακτήρα της σινικής πολιτικής οικονομίας (η οποία δεν είναι ταυτολογική), όσο και με την σοσιαλιστική παραγωγή και λειτουργίες. Έτσι, δεν πιστεύω στο σχήμα «μια χώρα, δύο συστήματα», αλλά εν προκειμένω βλέπω μια χώρα όπου διεξάγεται σφοδρή διαπάλη μεταξύ της κίνησης του κεφαλαίου και της στρατιωτικοπολιτικής ισχύος της η οποία επί το πλείστον προέρχεται από τον σοσιαλισμό.

            Συγκεκριμένα:

Τα συστατικά στοιχεία του κεφαλαίου της παραγωγής λαμβάνονται από τις αγορές εμπορευμάτων και τις εμπορευματικές αγορές, και πρέπει συνεχώς να ανανεώνονται αγορασθέντα ως εμπορεύματα, και επίσης το προϊόν του εργασιακού προτσές παράγεται από αυτό ως εμπόρευμα, και πρέπει συνεχώς να πωλείται ως εμπόρευμα.

Στην Κίνα μεγάλες ποσότητες στοιχείων του κεφαλαίου της παραγωγής (αυτά τα οποία στην διάρκεια του προτσές σχηματίζονται ενσωματωμένα στο σταθερό κεφάλαιο: πρώτες ύλες, μέταλλα, ακατέργαστο υλικό) λαμβάνονται ως παραγόμενα σοσιαλιστικά προϊόντα, δηλαδή από αμιγώς κρατικά και κομματικά ορυχεία, εργοστάσια, όπου η παραγωγή καθορίζεται από το κόμμα ή/και από το κράτος, λειτουργεί εργατικός έλεγχος, η διανομή δεν γίνεται με βάση τα κριτήρια της αγοράς κλπ.

Επομένως, το προϊόν το οποίο θα παραχθεί ως εμπόρευμα, αντικειμενικά δεν είναι αμιγώς εμπόρευμα παραχθέν με κεφαλαιακό τρόπο παραγωγής, αλλά συμπυκνώνει εντός του και αντιθετικές σχέσεις, οι οποίες δεν έχουν να κάνουν μόνο με την αντιφατικότητα του ίδιου του κεφαλαιακού προτσές. Έτσι, οι ενυπάρχουσες στα ίδια επίπεδα και συχνά στους ίδιους χρόνους (ανάλογα με τις ανάγκες της γενικής παραγωγής) κρατικο-κομματική/σοσιαλιστική οικονομία, η εμπορευματική οικονομία και η πιστωτική οικονομία έρχονται όλο και πιο πολύ σε αντιπαράθεση μεταξύ των ως μορφές της κίνησης στην κοινωνική παραγωγή του κεφαλαίου. Άρα, δεν υπάρχουν μόνο διαφορετικά στάδια ανάπτυξης της κεφαλαιακής παραγωγής, αλλά και σύμπλεξη των διαφορετικών σταδίων κεφαλαιακής παραγωγής με τα διαφορετικά επίπεδα σοσιαλιστικής ανάπτυξης. Δεν πρόκειται για μεικτό σύστημα/οικονομία, δεν πρόκειται για κρατικό καπιταλισμό, ή εμπορευματικό σοσιαλισμό, ή για οποιαδήποτε τέτοια κατηγοριοποίηση. Ίσως, οι προσεγγίσεις της αναρχικής γεωγραφίας, δηλαδή οι μέθοδοι του Μάρκο Πόλο, και η (αν)ίχνευση των αόρατων πόλεων βοηθούν ή δεν  βοηθούν σε έναν μελλοντικό προσδιορισμό.

Στην Κίνα οι συναντήσεις των συντελεστών, των φορέων, των εκπροσώπων, των παραγόντων των διαφορετικών προτσές, επιπέδων, σφαιρών, στάσεων, σταδίων κοκ. είναι πολύ πιο κρίσιμες από ότι σε μια τυπικά κανοναρχημένη εθνοκαπιταλιστική χώρα. Οι συναντήσεις αυτές επιδρούν στο τι και πόσο ρίχνεται στην κυκλοφορία, και στο τι και πόσο βγαίνει από αυτήν. Είναι δηλαδή συναντήσεις διαφοροποιημένων προσφορών και ζητήσεων.

Να μιλήσω με τον τρόπο της διάχυτης αυτονομίας: στην Κίνα βρίσκουμε τους εαυτούς μας όχι μέσα σε αδιέξοδα (αυτά υπάρχουν για αυτούς που έχουν κολλήσει στους ρομαντισμούς και στις καπιταλιστικές δεισιδαιμονίες και αυταπάτες), αλλά μέσα σε αλλεπάλληλα λαβυρινθικά επίπεδα.

Κι εδώ έρχεται το ζήτημα της πίστωσης.

Στην αναπτυγμένη πολιτική οικονομία του κεφαλαιακού τρόπου παραγωγής, η πίστωση είναι όχι μόνο επιταχυντής της κυκλοφορίας του κυκλοφορούντος μέσου, δηλαδή σε τελική ανάλυση επιταχυντής των κοινωνικών μετασχηματισμών, αλλά και μερική υπέρβαση του δοσμένου τρόπου παραγωγής στα πλαίσια του δοσμένου τρόπου παραγωγής, καθ’ όσον συντελεί σε σχηματισμούς συνεταιρισμένων παραγωγών, στην εμφάνιση της άμεσης κοινωνικής περιουσίας.

Η πίστωση υλοποιείται με μεταβιβάσεις χρήματος, χρεογράφων, αξιογράφων (δηλαδή πάλι ιδιότυπων και στριφνών μορφών χρήματος). Είναι δηλαδή λίγο ως πολύ συνδεδεμένη με την κοινωνική παραγωγή του κεφαλαίου. Η πίστωση είναι ένα πολυπλόκαμο σύνολο υποσχέσεων ότι κάποιος θα δώσει χρήμα, ώστε κάποιος να παράξει εμπόρευμα, και μετά κάποιος θα πληρώσει σε χρήμα.

Στην Κίνα, όμως, το σύστημα κοινωνικής πίστωσης δεν πιστώνει άμεσα χρήμα, αλλά σε πρώτο χρόνο πιστώνει κοινωνικό χρόνο: πρόσβαση σε καλά νοσοκομεία, φροντίδα και έγνοια ατομικής υγείας, πρόσβαση σε καλά πανεπιστήμια, γαμήλιες ευκαιρίες, ακριβά γκάτζετς και ηλεκτρονικές συσκευές, συναίνεση σε γεννήσεις, κατοικίες σε καλές γειτονιές, διαμέρισμα σε καλό μπλοκ, και πάει λέγοντας. Είναι λοιπόν ένα μαζικοποιημένο σύστημα το οποίο φέρνει σε επαφή την μεγάλη πλειοψηφία των πληθυσμών με το κράτος, το κόμμα, την κοινωνική διεύθυνση, τους μηχανισμούς κλπ.: οδηγεί την οικονομική κινησιολογία, οριοθετεί τους επιθυμητικούς ορίζοντες, και στο τέλος της ημέρας σχεδόν ως διά μαγείας εμφανίζεται ότι όλα αυτά (δια)μεσολαβούνται από το χρήμα.

Στον σοβιετικό σοσιαλισμό οι τράπεζες αφορούν μειοψηφίες στελεχών, ειδικών και παραγόντων των επιχειρήσεων, καθώς η μεγάλη εργαζόμενη πλειοψηφία αναπαράγεται, ήτοι αμείβεται, με βάση τα κριτήρια αναλογίας μεταξύ της παρεχόμενης εργασίας και της ικανοποίησης των ατομικά προσδιορισμένων αναγκών/επιθυμιών, ενώ η πρόσβαση στις αναγκαίες για την αναπαραγωγή εγκαταστάσεις και λειτουργίες (στέγαση, σίτιση, υγεία, πρόνοια, εκπαίδευση) είναι λίγο-πολύ εξασφαλισμένη για όλους, όλες, όλα. Κάποιος εργάτης πάει στην τράπεζα του σοβιετικού σοσιαλισμού, μόνο αν έχει μπλεξίματα με το Κόμμα, δηλαδή αν συμπεριφέρεται σαν μαλάκας.

Στην καπιταλιστική τράπεζα το χρήμα έχει εμφανισθεί ως ιδεατό στο κεφάλι του τύπου ο οποίος πάει σε αυτήν, πριν αυτός περάσει την πόρτα του υποκαταστήματος της τράπεζας. Στην καπιταλιστική τράπεζα, πας και πρέπει να πεις: δος μου χρήμα και θα κινήσω τον κόσμο. Στην κινεζική τράπεζα πας και λες: εξασφάλισέ μου χρόνο, αναβάθμισέ ποιοτικά τον διαθέσιμό μου χρόνο, και θα είμαι καλό, παραγωγικό, προσεκτικό και νομοταγές παιδί, και στο τέλος της ημέρας ο πολίτης-παιδί αντιλαμβάνεται ότι αυτό που ζήτησε ως χρόνο, μεταφράζεται σε χρήμα.

Σε ένα γενικό επίπεδο το χρήμα εμφανίζεται ως ο αντικειμενοποιημένος χρόνος ο οποίος ανάγεται στο επίπεδο της ιδεατότητας, χρόνος ο οποίος έγινε πράγμα και τώρα γίνεται αφαίρεση, προκειμένου να λειτουργεί ως γενικό ισοδύναμο. Γενικό ισοδύναμο στην υποκειμενική του δυναμική σημαίνει ότι συνδέει όλους ανεξάρτητα από τις εθνικές, πολιτισμικές και κοινωνικοταξικές διαφοροποιήσεις.

Από ‘δώ συνάγεται, ότι από την στιγμή που στην Κίνα ως γενικό ισοδύναμο λειτουργεί το χρήμα, και όχι τα αποτελέσματα του άμεσου εργασιακού προτσές, τότε η Κίνα, αν ιδωθεί αφαιρετικά, είναι καπιταλιστική.

 



[1] Σε φιλοσοφικό συγκείμενο αυτές οι αντιλήψεις είναι δειλός ιδεαλισμός, δειλή νοησιαρχία.

[2] David Ricardo, On the Principles of Political Economy and Taxation, 1817, third edition 1821, Chapter 27, On Currency and Banks, Batoche Books, Kitchener, Ontario, 2001, pp. 256-257.

[3] οπ., p. 262.

[4] Theodore Mariolis, Lefteris Tsoulfidis, Modern Classical Economics and Reality, A Spectral Analysis of Value and Distribution, Springer, Tokyo, Heidelberg, New York, Dordrecht, London, 2016, pp. 8-14.

[5] Βλ. Richard T. Gray, Economic Romanticism: Monetary Nationalism in Johann Gottlieb Fichte and Adam Muller, Eighteenth-Century Studies, Volume 36, Number 4, Summer 2003, pp. 535-557, Alexander Dick, British Romanticism and Paper Money, Literature Compass, Volume 10, Issue 9, September 2013, pp. 696-704.

[6] Β. Ι. Λένιν, Χαρακτηρισμός του Οικονομικού Ρομαντισμού, Ο Σισμόντι και οι Οπαδοί του στη Χώρα μας, Άπαντα, τομ. 2, σελ. 125-274, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2013, σ. 38-39.

[7] Βλ. The Law Library of Congress, Regulation of Cryptocurrency around the World, June 2018.

[8] ΒλΝικ Λαντ, The blockchain solves the problem of spacetime, https://www.youtube.com/watch?v=2PMGuNZreWA&t=375s, Crypto-Current, An Introduction to Bit-Coin and Philosophy, στο Sum #10.2, Cryptocene, 2018, pp. 1355-1372,

[9] Βλ. Deloitte, Structured Finance Industry Group (SFIG), Chamber of Digital Commerce, Applying blockchain in securitization: opportunities for reinvention, 2017.

[10] Βλ. China, Crypto-currency, and the World Order, parts I, II, III, https://www.fkawdw.nl/en/review/desk/china_crypto_currency_and_the_world_order, Shanghai. May 2014.

[11] Βλ. Bank of England, New Forms of Digital Money, Discussion Paper, https://www.bankofengland.co.uk/paper/2021/new-forms-of-digital-money

[12] Βλ. Jean-Baptiste Say, A Treatise on Political Economy; Or the Production, Distribution, and Consumption, Section IX. Of Money as it ought to be, translated from the Fourth Edition of the French By C. R. Prinsep, M. A, Philadelphia: Claxton, Remsen & Haffelfinger 624, 625, & 628 Market Street,1880, Batoche Books, Kitchener, 2001 p. 108.

[13] Μπορεί να υποληφθεί ως το κυκλοφορούν.

[14] Βλοπ., p. 110.

[15] ΒλΑντόνιο Νέγκρι, Capitalist domination and working class sabotage, Chapter One: Lenin is supposed to have said..., https://libcom.org/library/capitalist-domination-working-class-sabotage-negri

[16] Ενδεικτικά βλ. Wenjun Lyu, Chunyi Bu, The Impact of Real Estate Policies on the Housing Price in Major Cities in China, Αdvances in Economics, Business and Management Research, volume 56, February 2018, pp. 378-381, Guofeng Sun, Bank for International Settlements (BIS) Working Papers No 822, China’s Shadow Banking: Bank’s Shadow and Traditional Shadow Banking, November 2019.

[17] Ενδεικτικά βλ. Price Law of the People's Republic of China, http://english.mofcom.gov.cn/article/policyrelease/Businessregulations/201303/20130300046121.shtml, Rules for the pricing activities of the governments, http://www.asianlii.org/cn/legis/cen/laws/rftpaotg502/https://www.reuters.com/world/china/china-bring-new-rules-commodity-price-indexes-august-2021-06-17/https://www.reuters.com/world/china/chinas-may-factory-gate-prices-rise-fastest-pace-over-12-years-2021-06-09/, https://www.cnbc.com/2021/05/14/china-is-concerned-about-inflation-but-its-not-the-top-priority.html

[18] Σε αυτές τις περιπτώσεις σχηματίζονται παίγνια μηδενικού αθροίσματος, εκεί δηλαδή που το κεφάλαιο περιστρέφεται, συγκροτείται σε εμπορευματικό κύκλωμα, γενικά εκδηλώνεται/εξωτερικεύεται ως κύκλοι.

[19] Ενδεικτικά βλhttps://en.m.wikipedia.org/wiki/2010_Chinese_labour_unresthttp://insurgentnotes.com/2010/06/wildcat-strikes-in-china/, Liu Peng, The Party-State’s Responses to Wildcat Strikes: Cases of China and Vietnam, Outstanding Academic Papers by Students (OAPS), Run Run Shaw Library, City University of Hong Kong, https://labornotes.org/blogs/2014/10/review-behind-chinas-wildcat-strike-wavehttps://rdln.wordpress.com/2012/01/15/contagious-strikes-talk-on-workers-struggles-in-china/amp/, Anita Chan, Strikes in China’s Export Industries in Comparative Perspective, The China Journal, No. 65, January 2011, pp. 27-51.

[20] Bλhttp://hyperstition.abstractdynamics.org/archives/008891.html, Nick Land, Critique of Transcendental Miserablism, Fanged Nooumena, Collected Writtings, Urbanomic x Sequence Press, Jun 2018, pp. 623-628.

[21] Βλ. https://oldnicksite.wordpress.com/category/zombie/

[22] Αναφορικά με την τρέχουσα κατάστασή του και τις επιδόσεις του ενδεικτικά βλ. PWC, Creating Value Together, China Banking Review 2020, Deloitte China Center of Financial Services, Embrace the new era with an increased focus on quality development, Chinese Banking Sector 2020 Review and 2021 Outlook.

[23] Ενδεικτικά βλ. https://en.wikipedia.org/wiki/Lattice_(order)https://en.wikipedia.org/wiki/Ockham_algebra. Επίσης βλ. Judea Pearl, The algorithmization of counterfactuals, Annals for Mathematics and Artificial Intelligence, 61(1):29-39, 2011.

[24] Εκεί, όπου το κύκλωμα εμφανίζεται ως διαδοχή φάσεων είναι κυρίως το Χρήμα – Εμπόρευμα … Παραγωγή … Εμπόρευμα επαυξημένο (ήτοι εμπόρευμα περισσότερης αξίας) – Χρήμα επαυξημένο (ήτοι αποτέλεσμα πραγμάτωσης αξίας).

 

 

ΠΟΙΟΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΣΙΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ. 28.7.2021

 

Α. Από την καπιταλιστική ιδεατότητα στην ικανότητα θέασης της κεφαλαιοπραγματικότητας

 

α. Οι κατηγορίες της πολιτικής οικονομίας έχουν σφυρηλατηθεί ως αφαιρέσεις των κοινωνικών σχέσεων, ως θεωρητικές εκφράσεις των. Επομένως, κάποιος μπορεί να προβεί σε αφαιρετικοποίηση της αφαίρεσης, σε θεωρητικοποίηση της θεωρίκευσης.

            Έτσι, οι μεταφυσικοί αντιλαμβάνονται κάθε πραγματική υπόσταση ως ενσωματώσεις και ενσαρκώσεις των λογικών κατηγοριών. Κατ’ αυτούς ολόκληρος ο πραγματικός κόσμος μπορεί να αναχθεί στον κόσμο των αφαιρέσεων.

            “Αυτό είναι το γιατί Χέγκελ βλέπει το κύριο πλεονέκτημα της διδασκαλίας του Πλάτωνα στο γεγονός ότι το ερώτημα της σχέσης του “πνεύματος” με την “φύση” για τον περισσότερο καιρό τοποθετείται όχι στην στενή βάση των σχέσεων της “ατομικής ψυχής” με το “οτιδήποτε άλλο”, αλλά στην βάση μιας έρευνας του καθολικού (κοινωνικού - συλλογικού) “κόσμου των ιδεών”, όπως αντιτίθεται στον “κόσμο των πραγμάτων … Γι’ αυτό, είναι από τον Πλάτωνα που ξεκινά η παράδοση της έρευνας του κόσμου των ιδεών (αυτός πράγματι μας δίνει την έννοια του “ιδεώδους/ιδεατού κόσμου”) ως ένα σταθερό και εσωτερικά οργανωμένο κόσμο νόμων, κανόνων, και μοτίβων που ελέγχουν την πνευματική δραστηριότητα του ατόμου, την “ατομική ψυχή”.[1]

            Κατ’ ακολουθία, το ιδεατό εδώ προβάλλει όχι μόνο ως αφαίρεση του πραγματικού, αλλά ως εκείνο το οποίο αντίκειται στο πραγματικό, δηλαδή, όπως λέει ο Ιλιένκοφ, ως (προφανώς αντεστραμμένη) “υπερφυσική αντικειμενικότητα”, ήτοι προβάλλει ως μια μερικά προσδιορισμένη υποκειμενικότητα που έχει υπεραναχθεί σε τέτοιο εύρος, ώστε γίνεται αντιληπτή από πολλούς ως αντικειμενικότητα.

Άρα, με αυτά διαμορφώνεται μια ολόκληρη μεταφυσική της πολιτικής οικονομίας του καπιταλισμού, που συνιστά την ίδια την καπιταλιστική ιδεατότητα.

Στον Χέγκελ η ιδεατότητα είναι ποιότητα του απείρου. Στην ερευνώμενη περίπτωση, η καπιταλιστική ιδεατότητα υπηρετεί την επιδίωξη της καπιταλιστικής απειρότητας: είναι το ιδεώδες/ιδεατό κόψιμο και ράψιμο του απειροστικού λογισμού σε καπιταλιστικά μέτρα. Το όριο σε αυτό το εγχείρημα τίθεται από τις πρέπουσες ποσοτικές αναλογίες του ίδιου του προτσές του αυτοπολλαπλασιασμού της αξίας.

            Ως γνωστό, οι πρακτικές εφαρμογές των προκαταρκτικών του απειροστικού λογισμού έχουν να κάνουν με τα διαγράμματα διασποράς και τις παλινδρομικές αναλύσεις του υπολογιστή: προβλέψεις τιμών εργατικών μισθών, τιμών real estate αγοραπωλησιών, τιμών μισθωμάτων κοκ. Επίσης, με τις εκθετικές συναρτήσεις προκύπτουν μοντέλα πρόβλεψης των πληθυσμών, των χρηματικών καταθέσεων σε τραπεζικούς λογαριασμούς κλπ.

Γενικά, πρόκειται για την μέσω των μαθηματικών ποσοτικοποίηση των καπιταλιστικών πληθωρισμών, που όσο αυτή η ποσοτικοποίηση τείνει προς το άπειρο, ή όσο είναι νουμερικά άπειρο (αρκεί σε κάποιον παρανομαστή να προκύψει μηδέν), τόσο διαμορφώνει άπειρα μοντέλα, άπειρα σενάρια, παρατείνει την καπιταλιστική ζωή σε ένα μη προσδιορισμένο χρονικό σημείο.

            Οι μαθηματικές αφαιρέσεις, από τις οποίες βγαίνουν ποσοτικοποιήσεις και ποσοτικές αναλογίες, περιέχουν δεδομένα για τις ποσοτικά προσδιορισμένες σχέσεις, αλλά είναι μόνο αφαιρέσεις μεμονωμένων και αποσπασμένων στιγμιοτύπων και επεισοδίων της γενικής κοινωνικής πρακτικής.

            Εν τούτοις, η καπιταλιστική ιδεατότητα έχει αποκτήσει πιο πολύ από ό,τι στο παρελθόν ένα ισχυρό οιονεί υλικό-τεχνολογικό έρεισμα: πάρτε πραγματώσεις των εφαρμογών των μαθηματικών μάτριξ πολλαπλασιασμού σε συνθήκες επαυξημένων πραγματικοτήτων. Εκεί, σίγουρα κάποιος θα μπορεί να δει στιγμές της αξίας ως ενσαρκωμένα θηλυκοποιημένα ιδεώδη.

 

β. Συντρέχει, όμως, ένα πιο απλοποιημένο πεδίο καπιταλιστικής ιδεατότητας που κρατάει τον χαρακτήρα της ιδεατότητας, επειδή έχει να κάνει με κάποια εκδοχή πλατωνικού ρεαλισμού, αλλά είναι σε κάθε περίπτωση πιο προχωρημένο και προοδευτικό.

 Έτσι, αν οι κατηγορίες της πολιτικής οικονομίας υποληφθούν ως universalia, τότε ο μεταφυσικός της πολιτικής οικονομίας θα ψάξει να βρει τις αντικειμενικές των υποστάσεις, κάνοντας την δουλειά του απείρως ευκολότερη, καθώς αντί να σπαζοκεφαλιάζει πάνω από διαγράμματα, εξισώσεις και συναρτήσεις, θα παρακολουθεί την κινησιολογία αντικειμενικών υποστάσεων: από εγκλήματα περιεχόμενα στο καθημερινό αστυνομικό δελτίο έως revenants.

Έτσι, ο πανάρχαιος πόλεμος μεταξύ ρεαλισμού και νομιναλισμού ξανάρχεται στο προσκήνιο. Είναι αλήθεια ότι με τον Χέγκελ αυτός ο φιλοσοφικός πόλεμος άλλαξε όχι μόνο μορφή, αλλά και ποιοτικό περιεχόμενο, καθ’ όσον ο ρεαλισμός συνδέθηκε με το αφηρημένο, και ο νομιναλισμός με το συγκεκριμένο.

Αυτή η νομιναλιστική κληρονομιά αντικαθιστά τις οικονομικές «φάσεις» από επίπεδα εμμένειας (επομένως, ενισχύει την γενική υλιστική κατανόηση). Χάρη σε αυτό, στοιχεία της οικονομικής κίνησης, των μηχανισμών και λειτουργιών μπορούν να κατανοούνται ως σημεία και μονάδες. Έτσι, γίνεται πιο εύκολο το έργο των ερευνητών της πολιτικής οικονομίας.

Οι πιο πρωτοπόροι μπορούν να ερευνούν τις γκρίζες ζώνες και τις μαύρες κηλίδες της πολιτικής οικονομίας με τις μεθόδους των ντετέκτιβ: αν η “σπουδή στο άλικο” δείχνει τα όρια της απορροφητικότητας του βικτωριανού Λονδίνου έναντι νεοεισερχομένων κοινοτήτων, όπως ήταν οι Μορμόνοι, η “σπουδή στο ροζ” δείχνει μια αποκάλυψη των καθεδροποιημένων (όπως, το εννοιολόγησε ο Mencius Moldbug) εγκληματικών κυκλωμάτων του εμπορευματικού κεφαλαίου σε συνθήκες παγκόσμιας κρίσης. Στην πρώτη περίπτωση κάποιος οδηγείται στον Τόμο Α΄ του Κεφαλαίου, Τμήμα Η΄, Κεφάλαιο ΚΘ΄, στην δεύτερη περίπτωση στον Τόμο Β΄, Τμήμα Α΄, Κεφάλαιο Γ΄. Πρόκειται για μια πολύ χρήσιμη (από την σκοπιά της κλασικής πολιτικής οικονομίας) επί του συγκεκριμένου ερευνητική δραστηριότητα. Είναι αλήθεια ότι συχνά τα προβλήματα και τα μυστικά της πολιτικής οικονομίας εμφανίζονται στις κοινωνικές πραγματικότητες με την μορφή αστυνομικών μυστηρίων, και στις στρατηγικές πραγματικότητες με την μορφή των κατασκοπευτικών θρίλερ.

            Κάποιοι άλλοι μπορούν να προσεγγίζουν τα προβλήματα της πολιτικής οικονομίας με βεμπεριανές και κελσενικές αρχές, ως ανωμαλίες στην λειτουργία των αρχών της γενικής κυβέρνησης, της γραφειοκρατίας και της διοίκησης, δηλαδή κανονιστικά. Πρόκειται για την σύμπλεξη της πολιτικής οικονομίας με την δημοσιονομία και το διοικητικό δίκαιο. Έτσι, η πολιτική οικονομία αποκτά μια καφκική διάσταση, ή καλύτερα κάποιοι παραγγέλνουν στενόχωρα καφκικά κουστούμια στους κλασικούς της πολιτική οικονομίας. Σε αυτήν την περίπτωση ο δρόμος βγάζει στο Bundesverwaltungsgericht, ή στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Παρ’ ότι και οι πρόδρομοι, και οι προφήτες, και οι κλασσικοί της πολιτικής οικονομίας βγαίνουν από την νομιναλιστική παράδοση, ωστόσο, είναι το ίδιο το επιστημολογικό υπόβαθρό της κλασικής πολιτικής οικονομίας, το οποίο επαναφέρει την αφαίρεση, διότι, όπως γράφτηκε παραπάνω, οι κατηγορίες της πολιτικής οικονομίας είναι αφαιρέσεις κοινωνικών σχέσεων.

            Από εδώ βγαίνει, ότι ιδιαίτερα στις περιοχές της πολιτικής οικονομίας και της κριτικής της, οι κατηγορίες της επιστημολογίας δεν έχουν την ισχύ ή δεν μπορούν να εφαρμοστούν τόσο φορμαλιστικά, όπως τυχόν σε άλλες επιστήμες. Κι αυτό γιατί, παρ’ ότι συχνά βιβλία και έργα της πολιτικής οικονομίας φαίνεται ότι έχουν αναλυτικό ή ηπειρωτικό χαρακτήρα, η κλασική πολιτική οικονομία, όπως εμφανίσθηκε στον 17ο αιώνα, προσπαθεί να απαντήσει σε ζητήματα κυριαρχίας, όπως εγέρθηκαν από εμφυλίους πολέμους (βλ. Αγγλία, Ολλανδία). Έτσι, από επιστημολογική άποψη, συνιστά μια απόκλιση από την τότε επιστημονική επανάσταση, όπως ξεκίνησε με τον Καρτέσιο.[2]

            Στους προδρόμους της κλασικής πολιτικής οικονομίας, από τον Τόμας Χομπς έως τον Ντέιβιντ Χιουμ, τίθεται και ένα οντολογικό πρόβλημα: το πρόβλημα του εαυτού. Επομένως, ειδικά οι πρώιμες έρευνες της κλασικής πολιτικής οικονομίας αποκτούν έναν οιδιπόδειο χαρακτήρα ως αυτοσυνειδησία: πρόκειται για τον γενέθλιο τόπο της κατανόησης του εαυτού ως κεφάλαιο.

Παρακάτω θα ασχοληθώ με δύο επί του προκειμένου γραμμές, οι οποίες παρέχουν νήμα για το πέρασμα από την καπιταλιστική ιδεατότητα στην κεφαλαιοπραγματικότητα:

 

Μονεταρισμός και David Hume

 

            Ο Hume διακρίνει τον εαυτό από την ιδέα του εαυτού, λέγοντας ότι δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική ιδέα του εαυτού, διότι οι εντυπώσεις από τις οποίες πιθανά να σχηματισθεί η ιδέα του εαυτού, είναι φευγαλέες, παροδικές και αντικρουόμενες.[3] Έτσι, από τους μελετητές του, αυτή η θεωρία για τον εαυτό ονομάσθηκε θεωρία της δέσμης (bundle theory), διότι η εαυτότητα δεν γίνεται κατανοητή ως μια προσωπικοατομικά, δηλαδή ενσώματα, προσδιορισμένη οντολογική ενικότητα, αλλά ως μια “δέσμη” εμπειρικών εντυπώσεων και αισθητηριακών προσλήψεων, άνευ ενότητας και συνεκτικής ποιότητας.

            Αυτό στο επίπεδο της πολιτικής οικονομίας οδηγεί στην μη παραδοχή του διαχωρισμένου χαρακτήρα των εννοιών και των κατηγοριών της πολιτικής οικονομίας: πχ. η αξία είναι μόνο ανταλλακτική αξία, η χρηστική αξία είναι μια ιδέα, και vice versa, αν αλλαχθεί η πολιτική οπτική.

            Η θεωρία αυτή αποκρίνεται στην μονεταριστική διάκριση μεταξύ πραγματικού και ονομαστικού χρήματος, και συνεπάγεται το μονεταριστικό cult περί της ποσοτικοποίησης[4], και την μονεταριστική μέθοδο αντικατάστασης των εννοιών και των κατηγοριών της πολιτικής οικονομίας από οικονομικές μεταβλητές (που μπορούν να ιδωθούν ως χιουμικές εντυπώσεις και προσλήψεις).

            Αυτή η θεωρία αναδύεται μέσα από την σχέση μεταξύ χρηματικού κεφαλαίου και πραγματικού κεφαλαίου στα πλαίσια της διάσπασης του κέρδους σε τόκο και κέρδος της επιχείρησης, και του τοκοφόρου κεφαλαίου. Το ζήτημα το οποίο θέλει να αντιμετωπίσει, είναι, ότι το χρήμα ως ανεξάρτητη μορφή αξίας στέκεται σε αντίθεση προς τα εμπορεύματα. Έτσι, το χρήμα λειτουργεί και ως η φανταστική μορφή των μεταμορφούμενων σε αυτό εμπορευμάτων, διαμορφώνοντας μια ονομαστική αξία. Κάτι ανάλογο κάνει και το πιστωτικό χρήμα προς το χρήμα. Προκειμένου, να άρει την αντίθεση του χρήματος προς τα εμπορεύματα, ο μονεταρισμός αντιπαραθέτει χρήμα σε χρήμα. Έτσι, το πραγματικό χρήμα του μονεταρισμού στέκει ως ο χιουμικός εαυτός και το ονομαστικό χρήμα ως η δέσμη του.

               Αυτό αποτυπώνεται και ολοκληρώνεται στον κανόνα Friedman, δηλαδή στον μηχανισμό μηδενισμού του ονομαστικού επιτοκίου, ως μηχανισμού εξισορρόπησης του ευκαιριακού κόστους που προκύπτει, όταν ιδιώτες κατέχουν χρήμα, με τα κοινωνικά κόστη παραγωγής επιπρόσθετου fiat money (τεχνητού/γινόμενου χρήματος). Επομένως στην μονεταριστική κατανόηση του Χιουμ, ο εαυτός, άρα και οι βασικές οικονομικές λειτουργίες, γίνονται ένα “μαύρο κουτί”: ένα σύστημα εισροών-εκροών για το οποίο δεν δυνάμεθα να γνωρίζουμε τις εσωτερικές του συνδέσεις και λειτουργίες, μπορούν, όμως, η κεντρική τραπεζική να βλέπει τι μπαίνει και τι βγαίνει.

 

Ο Λοκικός προσδιορισμός

 

Στον Λοκ τα πράγματα είναι διαφορετικά.[5]

            Στην γνήσια φιλελεύθερη αντίληψη και κατανόηση η λέξη-κλειδί είναι η συνέχεια της συνειδητότητας με την έννοια της ενότητας μέσα από την διαφορά.[6] Στο τότε συγκείμενο αυτό θα οδηγήσει σε μια επαναστατικού τύπου κεφαλαιοποίηση.

Κατά τα γραφόμενά του: η ταυτότητα του ιδίου ανθρώπου (με τον εαυτό του) συνίσταται στην συμμετοχή σε μια συνεχισμένη ζωή, μέσω μονίμως φυγόντων σωματιδίων ύλης, τα οποία ζωτικά εν διαδοχή ενώνονται στο ίδιο οργανοποιημένο σώμα.[7] Εδώ, ο άνθρωπος έχει ταυτότητα προς το σώμα του, δηλαδή υλική συνέχεια, επειδή το ίδιο του το σώμα συνίσταται ως συνέχεια νεκρής εργασίας.

Βαθύτερα, η προσωπική ταυτότητα έχει να κάνει με το ότι το πρόσωπο είναι ένα νοήμον ον, το οποίο έχει λογική και αντανάκλαση/στοχασμό, και μπορεί να σκέφτεται τον εαυτό του ως εαυτό του, το ίδιο νοήμον πράγμα, σε διαφορετικούς χρόνους και χώρους. Αυτό συνιστά την προσωπική συνειδητότητα η οποία κάνει την προσωπική ταυτότητα.[8]

Εδώ, υπάρχει μια διαφορά από το φιχτεανό Εγώ = Εγώ. Και τούτο διότι στον Λοκ το Εγω = Εγώ μέσα σε διαφορετικούς χρόνους και χώρες. Επομένως, το νοήμον ον, από την στιγμή σύμφωνα με την οποία έχει συνειδητότητα της ταυτότητάς του, μπορεί να δει τον εαυτό του/την ταυτότητά του τόσο μέσα στο πριν, όσο και στο αλλού: αυτό είναι η σπερματική μορφή της εργασιακής θεωρίας της αξίας την οποία θα διατυπώσει ο Ντέιβιντ Ρικάρντο.

Δεν έχει, όμως φτάσει ακόμα, στο ότι σε στιγμές ορίων το εγώ μπορεί να είναι η άρνησή του, δηλαδή δεν έχει φτάσει ακόμα στην πλήρη διαλεκτική. Ήτοι, η προσωπική ταυτότητα στην εκδίπλωσή της δυνάμει εμπεριέχει την άρνησή της, και έτσι εξελίσσεται ως άρνηση της άρνησης, ως ένα ανώτερο και πιο σύνθετο επίπεδο εκδήλωσης και εξωτερίκευσης της προσωπικής ταυτότητας.

Από εδώ βγαίνει η ικανότητα κατανόησης του διπλού-διαχωριστικού χαρακτήρα του εμπορεύματος και του διπλού-διαχωριστικού χαρακτήρα της αξίας.

 

Β. Συμβολή σε έναν καθοριστικό προσδιορισμό της κεφαλαιοπραγματικότητας

 

α. Η εννοιολογικά κατανοούμενη αξιακή μορφή είναι ο καθοριστικός παράγοντας της κεφαλαιοπραγματικότητας.

Όμως, για να φτάσει κάποιος σε αυτό, θα πρέπει πρώτα να παρατηρήσει, να βιώσει και να ερευνήσει την βιομηχανική εργασία στην φαινομενικότητά της, δηλαδή ως απλό υλικό προτσές, μεταξύ εργάτη και υλικών, μεταξύ εργάτη και μηχανών. Μόνο από το πλέον ορατό υλικό επίπεδο διεξαγωγής της εργασίας στον κεφαλαιακό τρόπο παραγωγής μπορεί κάποιος να φτάσει στο σύνολο των πεδίων στα οποία με τους όρους της επιπλέον αφαιρετικοποιούμενης αφηρημένη εργασίας πραγματώνεται το κεφαλαιακό προτσές της (ανα)παραγωγής, το οποίο σύνολο περιγραφικά συνιστά την κεφαλαιοπραγματικότητα.

Εδώ, οι ρόλοι είναι στιγμιαίοι και εναλλασσόμενοι. Τα μόνα τα οποία με σταθερό τρόπο σωματοποιούν κατηγορίες της πολιτικής οικονομίας, είναι τα κάθε λογής εμπορεύματα, καθώς ενσωματώνουν νεκρή εργασία, όπως επίσης συνολικά το σταθερό κεφάλαιο για τον ίδιο λόγο. Εδώ, ο καπιταλισμός «προσωποποιείται» ή «ενσαρκώνεται» μόνο μέσα από το σταθερό κεφάλαιο, δηλαδή μέσα από διατάξεις υλικών αντικειμένων, που επιβάλλουν ή δεν επιβάλλουν σχέσεις και ιεραρχίες, και μέσα από γνωσιοπληροφοριακές ψηφιακές («άυλες») ροές.

Η έκφραση της αξιακής μορφής (Wertausdruck) έχει διπολικότητα, από την στιγμή που εκφράζεται ως σχετική αξιακή μορφή με ρόλο ενεργητικότητας (πχ. η ζάχαρη) και ως ισοδύναμη μορφή με ρόλο παθητικότητας (πχ. μια καραμέλα: εν προκειμένω το υλικό στο οποίο εκφράζεται η παραπάνω σχετική αξιακή μορφή).

Έτσι, η αξιακή μορφή έχει την ποιότητα της αχώριστης, της αδιάσπαστης πολικότητας. Μεταξύ των δύο μορφών συντρέχει σχέση ισότητας και ως αξιακή σχέση, δηλαδή μια αξιακή σχέση ισότητας, στην οποία περιέχεται το ποιοτικό περιεχόμενο (Gehalt) της σχετικής αξιακής μορφής, το οποίο είναι ποσοτικά προσδιορισμένο (ποσοτική προσδιορισιμότητα: Bestimmtheit: γραμμάρια ζάχαρης = 1 καραμέλα). Η ισοδύναμη μορφή είναι ο καθρέφτης της ύπαρξης της σχετικής αξιακής μορφής ως ωφέλειας, ως κάτι που αξίζει να γίνει (Wertsein), και του χαρακτήρα της ως αξίας (Wertgestalt).

Η ισοδύναμη μορφή έχει άμεση ανταλλαξιμότητα, και γι’ αυτό όχι ποιοτική προσδιορισιμότητα. Πάρτε για παράδειγμα μια πλάκα χρυσού που μπορεί να ανταλλαχθεί με οτιδήποτε. Ισοδύναμο σημαίνει εδώ μόνο κάτι ίσο αναφορικά με το μέγεθος: δυο πράγματα που έχουν σιωπηρά φτάσει στα χέρια μας τα οποία έτσι κατανοούμε αμφότερα αφαιρετικά ως αξία.

Με την ισοδύναμη μορφή αρχίζουν οι στριφνότητες:

Η χρηστική αξία γίνεται μορφή εμφάνισης του αντιθέτου της, της ανταλλακτικής αξίας.

Το ίδιο και στην σχέση αφηρημένης - συγκεκριμένης εργασίας, από την στιγμή που η συγκεκριμένη εργασία γίνεται η μορφή εμφάνισης της αφηρημένης εργασίας.

Το ίδιο και στην σχέση ιδιωτικής - συλλογικής εργασίας, από την στιγμή που η ιδιωτική εργασία γίνεται μορφή του αντιθέτου της, εργασία σε άμεσα κοινωνική μορφή.

Ο φετιχισμός της εμπορευματικής μορφής είναι πιο ορατός στην ισοδύναμη μορφή απ’ ότι στην σχετική αξιακή μορφή.

Αυτά είναι τα θεμελιακά της κεφαλαιοπραγματικότητας.

            Η διαφορά της κριτικής της πολιτικής οικονομίας από τον πιο ευφυή ρεαλιστή της πολιτικής οικονομίας έγκειται στο ότι, βλέποντας ανθρώπους (humans) μέσα στην κεφαλαιοπραγματικότητα, δεν τους βλέπει ως ενσαρκώσεις/υποστασιοποιήσεις/σωματοποιήσεις, αλλά κατανοεί με συγκεκριμένο τρόπο σε κάθε εκάστοτε δοσμένο χρόνο, ότι η εκτός της stricto sensu εργασίας κινησιολογία τους και κοινωνική τους πρακτική (δια)μεσολαβεί ή/και αντανακλά την εννοιολογική κίνηση του κεφαλαιακού προτσές. Με αυτόν τον τρόπο η κεφαλαιοπραγματικότητα γίνεται ο θραυσματισμένος καθρέφτης του ίδιου του κεφαλαιακού προτσές της άμεσης υλικής παραγωγής.

Από τα παραπάνω, είναι σχεδόν αυτονόητο ότι οι τόποι και τα περιβάλλοντα της κεφαλαιοπραγματικότητας είναι οι χώροι των κοινωνικών/(καθ)ολικών εργοστασίων στο εύρος που τείνουν να μητροπολιτικοποιηθούν.

 

β. Επί αιώνες η ανθρωπότητα, ιδιαίτερα η νεωτερικά προσδιορισμένη, είχε με κάποιον τρόπο καλομάθει: αποκτούσε σε μεγάλο βαθμό αυτοκατανόηση μέσω της σύμφωνα με τον Χέγκελ αντανακλαστικής ιστορίας: αυτής της οποίας ο τρόπος αναπαράστασης δεν προσδιορίζεται από τους περιορισμούς του χρόνου με τον οποίο σχετίζεται, και του οποίου τρόπου το πνεύμα υπερβαίνει το παρόν. Από εδώ απορρέει η ικανότητα τη πραγματικής ιστορίας: όπως λέει ο Χέγκελ, σε αυτήν ένα Παρόν εγείρεται εντός του νοητικού είναι, παραγμένο από την δική του δραστηριότητα, ως αμοιβή της εργασίας του.[9]

Επρόκειτο για ένα μοναδικό προνόμιο το οποίο η ίδια η ανθρωπότητα επιφύλαξε στην εαυτότητά της και κέρδισε με τον αγώνα της, επειδή με προμηθεϊκό τρόπο ταύτισε την πορεία της με την πορεία του παγκόσμιου πνεύματος: η ικανότητα πραγμάτωσης του παρελθόντος ως αναπαράστασης (η πραγματική ιστορία), οδηγούσε σε ένα νέο κάθε φορά υπερβατικό παρόν, το οποίο, ανεξαρτήτως των αποτελεσμάτων του –συχνά καταστροφικά και καταστρεπτικά- κρινόταν σε κάθε περίπτωση δίκαιο, διότι είχε τον χαρακτήρα της αμοιβής έναντι της εργασίας του νοητικού είναι. Με αυτόν τον τρόπο η ανθρωπότητα γίνεται κριτής αυτής της ιδίας: η μετάβαση από την θεοδικία στην αυτοδικία –κάτι που συνεχίζει να ισχύει, παρότι τις περισσότερες φορές πρόκειται για αυτοκτονική συμπεριφορά.

            Καθώς, όμως, εντείνεται η κατασκευή συμπεριφορών μέσα από την διάδραση μεταξύ ανθρωπίνου και ψηφιακού, μέσα από τις καινούριες κοινωνικές μηχανικές και τις προστακτικές των εξουσιών, τόσο οι άνθρωποι χάνουν την ικανότητα συνείδησης του ιστορικού παρελθόντος τόσο ως ατομικής, όσο και ως συλλογικής μνημονικής ικανότητας.

Το σταθερό κεφάλαιο απορροφά το ιστορικό παρελθόν, αποθηκεύοντάς το σε γιγαντιαίες ποσότητες ψηφιακής και υπολογιστικής μνήμης. Έτσι, το ιστορικό παρελθόν, δεν είναι κάτι το οποίο αναβιώνει ή νεκρανασταίνεται μέσα από τα μυριάδες κανάλια και τους τρόπους της κοινωνικής πρακτικής, αλλά ένα αντικειμενικό σύνολο δεδομένων, μια δεξαμενή, μια αποθήκη (storage), κάτι που πιο δύσκολα ή πιο εύκολα μπορεί να ενορχηστρωθεί μέσα από ένα κυβερφυσικό περιβάλλον συννεφένιου ή/και κβαντικού υπολογισμού.

            Επομένως, το ιστορικό παρελθόν γίνεται οι ψηφιοποιημένοι αντίλαλοι της επί αιώνες συσσωρευθείσης νεκρής εργασίας, ψηφιακές μεγαποσότητες αντικειμενοποιημένου χρόνου. Η ιστορική μνήμη στην πλειοψηφία αναβλύζει όχι μέσα από τις ζωές και τους βίους, αλλά μέσα από τα αντικείμενα και τα πράγματα και τις πραγμοποιημένες σχέσεις. Η ιστορία κατανοείται ως η χρονολογικά προσδιορισμένη κοινωνική οντολογία της νεκρής εργασίας. Έτσι, το κεφάλαιο φιλοδοξεί να εμφανίζεται ως μη έχων χρονικότητα δημιουργός. Η πραγμάτωση της ιστορίας γίνεται προϊόν της συλλογικής μηχανής, και η ανθρωπότητα οδηγείται στην εποχή της μηχανοποίησης της ιστορίας: η εκπλήρωση της ιστορίας ως αναπαράστασης.

            Όμως, υπάρχει μια δυναμική την οποία το κεφάλαιο ουδέποτε ελέγχει: πρόκειται για την Πανουργία της Λογικής: η πιο ευφυής και λαμπρή συμπύκνωση και στον ίδιο χρόνο η εξωτερίκευση των περιπαθειών του σώματος της Γενικής Νοημοσύνης. Η Πανουργία του Λογικού επιτελεί και εκτελεί για το σώμα της Γενικής Νοημοσύνης τον ίδιο ρόλο που επιτελεί και εκτελεί για το κεφάλαιο το τοκοφόρο κεφάλαιο: εξωτερίκευση των σχέσεων του. Είναι αυτό που έστω και στιγμιαία λυτρώνει την ιστορία από τον προϊοντικό χαρακτήρα που της επιβάλλει το κεφάλαιο, και αυτό το οποίο της ανοίγει δρόμους, προκειμένου να προχωρήσει.

“Οι θεωρίες, όμως, δεν φτιάχνονται παρά για να πεθαίνουν μέσα στον πόλεμο του χρόνου: είναι μονάδες, λίγο-πολύ ισχυρές, που πρέπει να ρίξεις στη μάχη την κατάλληλη στιγμή και όποιες κι αν είναι οι αρετές ή οι ανεπάρκειες τους, δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις στα σίγουρα παρά μόνον εκείνες που είναι διαθέσιμες. Όπως ακριβώς οι θεωρίες πρέπει να αντικαθίστανται, επειδή οι αποφασιστικές τους νίκες προκαλούν την φθορά τους ακόμα περισσότερο απ’ ότι οι επιμέρους ήττες τους, έτσι και καμιά ζωντανή εποχή δεν είχε ως αφετηρία μια θεωρία: στην αρχή ήταν παιχνίδι, σύγκρουση, ταξίδι”.[10]

 

Γ. Η απανωτότητα μιας συνάντησης

 

Η παγκόσμια ανταρσιακή εξέγερση των τελών της δεκαετίας του 1960, καθορισμένη σε ικανό εύρος από την Μεγάλη Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση, ανασυντέθη από την κυριαρχία σε υψηλή στρατηγική, καθ’ όσον το κεφάλαιο τότε με μεγαλύτερη επάρκεια αναγνώρισε εαυτό στο σύνολο των εξεγερσιακών εργατικών αρνήσεων.

            Στο 1971 το λεγόμενο Νίξον σοκ άλλαξε για πάντα όχι μόνο την πολιτική οικονομία, αλλά και τον ίδιο τον ταξικό ανταγωνισμό, καθ’ όσον έκτοτε διεξάγεται με αμφισβητούμενη την υλικότητα των κατηγοριών της πολιτικής οικονομίας, και τούτο εξ αιτίας της κατάργησης του κανόνα του χρυσού.[11]

Σε πολεμικοστρατηγικό επίπεδο, ο πόλεμος του Βιετνάμ έμπαινε στην πιο κρίσιμη φάση του, το 1971 έγινε η γενοκτονία στο Μπαγκλαντές και ο Ινδο-Πακιστανικός πόλεμος, το 1973 έγινε το πραξικόπημα στην Χιλή και μετά από λίγο ο πόλεμος κατά την διάρκεια του Γιομ Κιπούρ, και το 1974 τα γεγονότα στην Κύπρο. Αυτό το οποίο μεσολάβησε στο υψηλοστρατηγικό επίπεδο (1972) ήταν η συνάντηση μεταξύ του Νίξον και του Μάο.

            Από το σημείο θέασης της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, η συνάντηση και οι συμφωνίες οι οποίες απέρρευσαν, όπως και συνολικά η στρατηγική Κίσινγκερ, σφράγισαν κοσμοϊστορικές μεταβολές στην παγκόσμια (εδώ με την σημασία του world και όχι μόνο του global) καπιταλιστική αγορά, διευρύνοντάς την και ανοίγοντας τον δρόμο για το πλήρως ενικοποιημένο επίπεδό της.[12]

Επιπρόσθετα, από την σκοπιά του δυτικού στρατοπέδου, η θεώρηση και η πολιτική περί δύο Κινών, μετά τον θάνατο του Μάο, την καταστολή της Συμμορίας των Τεσσάρων και την κατάληψη της εξουσίας από τον Deng Xiaoping, έγινε το βασικό πρίσμα θέασης της Κίνας.

Είναι καθήκον της ιστορικής επιστήμης να ανεύρει τις εσωτερικές συνδέσεις των γεγονότων, των συμβάντων και των επιμέρους προτσές. Εν τούτοις, η συνάντηση αυτή γίνεται απανωτά: ακόμη παράγει αποτελέσματα.

 

Δ. Perigrammzeichnen της σινικής πολιτικής οικονομίας και της κριτικής της

 

α. Όλοι συμφωνούν στην ύπαρξη κινεζικού κεφαλαίου.

Αυτό σημαίνει ότι η σινική πολιτική οικονομία στην par excellence αρχαία της μορφή δεν λειτουργεί. Και τούτο διότι το κεφάλαιο δεν είναι μια εγγενή σε αυτήν δυναμική, παρά τις ανά περιπτώσεις αναπτυγμένες εμπορευματικές[13] και αστεακές/μητροπολιτικές[14] σχέσεις οι οποίες υπήρχαν στο αχανές εσωτερικό της. Το κεφάλαιο ήλθε στην Κίνα ως εξωτερικότητα:

            Έρχεται αρχικά με την μογγολική νομαδική πολεμική μηχανή και την καθυπόταξη της τότε Κίνας στους Χαν, μετά με τον Μάρκο Πόλο και τις δυτικές αποστολές. Στον 17ο αιώνα η Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών ήταν εδραιωμένη στην Καντόνα. Τα πρώτα εργοστάσια δεν άργησαν να χτισθούν και να αναπτυχθούν στα μεγάλα λιμάνια της ακτογραμμής. Οι Πόλεμοι του Οπίου ήταν ο καταλύτης για τους κατακλυσμιαίους μετασχηματισμούς οι οποίοι συντάραξαν τις επόμενες δεκαετίες όλη την Άπω Ανατολή.[15]

Αυτά είναι λίγο-πολύ γνωστά. Το ερώτημα είναι από πού αποκτάει κάποιος άποψη και κατανόηση για την (α)σύγχρονη σινική πολιτική οικονομία;[16]

Συνήθως, από τα εξαγόμενα εμπορεύματά της: είναι η πρώτη εμφάνιση του κινεζικού κεφαλαίου. Πρέπει, όμως, κανείς να δει τις σχέσεις και το ιστορικά προσδιορισμένο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων τα οποία είναι ενσωματωμένα σε αυτά.

Η πολιτική οικονομία από τον Αριστοτέλη έως την Σχολή του Σικάγο στηρίζεται λίγο έως πολύ στο εγελιανό σχήμα για την μετακίνηση του παγκόσμιου πνεύματος προς τα δυτικά. Επίσης, πάλι στην στενή οπτική της πολιτικής οικονομίας αυτή η αχανής διανοητική διαδρομή (α)συνέχεται από ένα σχετικά ορατό νήμα, που έχει να κάνει με την ηγεμονία της δυτικής κουλτούρας, όπως την ορίζει ο Γκράμσι. Προσέτι, κι αυτό είναι το πιο κρίσιμο, η πολιτική οικονομία, όπως είναι γνωστή στον δυτικό κόσμο, ξεκινάει πάντα από την πρακτική.

Με τον Κομφούκιο για πρώτη φορά η πολιτική οικονομία ξεκινάει από την σκέψη, από τον στοχασμό και επιστρέφει σε αυτόν. Ο Κομφούκιος συγκρότησε ένα σύστημα οικιακών και ηθικής οικονομίας, το οποίο από τα πράγματα αναγορεύθηκε σε πολιτική οικονομία.[17] Η οικονομία έτσι οργανώνεται όχι γύρω από το πρωτείο της εργασίας, όπως στην δύση, αλλά τείνει να ταυτισθεί με την ίδια την διεύθυνση. Έτσι, ενώ λίγο ως πολύ στην δύση η παραγωγή έχει ταυτολογικό περιεχόμενο, στην Κίνα κατευθύνεται πάντα προς την πολιτική διεύθυνση. Από εδώ βγαίνει η ρήση του Μάο «η πολιτική στο τιμόνι», δηλαδή η βουλησιαρχική επιβολή της υποκειμενικότητας στην αντικειμενικότητα, που φλερτάρει με τον ντεσιζιονισμό.[18]

Η κεντρική οργανωτική αρχή ιδιαίτερα της κλασσικής πολιτικής οικονομίας είναι η ωφέλεια. Ως δάνειο από τον Κομφούκιο η σύγχρονη σινική πολιτική οικονομία υιοθέτησε ως κεντρική οικονομική αρχή το Xin: πίστη, ειλικρίνεια, συνέπεια, όλα αυτά που καθιστούν κάποιον άξιο πίστης/αξιόχρεο (creditable-accountable). Πάνω σε αυτό χτίσθηκε το κινεζικό social credit system.

Ο Κομφούκιος αναγόρευσε την τήρηση της μνήμης και των δρόμων των προγόνων (Xiaο) σε κυρίαρχη ηθική αρχή. Η αντανάκλαση αυτού στην πολιτική οικονομία είναι ότι στην σινική πολιτική οικονομία το προτσές αναπαραγωγής προτεραιοποιείται, ενώ στον υπόλοιπο κόσμο προτεραιότητα έχουν πάντα οι απόγονοι, κάτι το οποίο στην πολιτική οικονομία αντανακλάται ως προτεραιότητα στην παραγωγή.

Στην κλασική πολιτική οικονομία τελικός σκοπός είναι η ανθρώπινη απελευθέρωση (emancipation), όπως στις αρχαίες ελληνικές πόλεις σκοπός είναι η ελευθερία της κάθε πόλης, το ίδιο και στην Φλωρεντία (civic liberty, σύμφωνα με τον Hans Baron) και στις υπόλοιπες ιταλικές πόλεις, αλλά το ίδιο και στις χανσεατικές. Επομένως, η κλασική πολιτική οικονομία είναι πολιτική, επειδή σε αυτήν το stricto sensu πολιτικό τελεί σε αδιάσπαστη διαλεκτική με την ελευθερία. Στην σκέψη του Κομφούκιου, οικονομία είναι μέσο προς εκπλήρωση (fulfilment) του Dao (οδός), ήτοι με το πώς θα έλθει η αρμονία του ουρανού στους θεσμούς και στους ατομικούς βίους.

            Όχι μόνο στην πολιτική οικονομία, αλλά και στο φαντασιακό του αβραμικού μονοθεϊσμού, ο ουρανός μετά την Αποκάλυψη του Ιωάννη και τον Αυγουστίνο, ήταν κάτι επέκεινα, που στο προλεταριακό φαντασιακό και στην προλεταριακή επινοητικότητα απομυστικοποιήθηκε ως τα επίπεδα ύπαρξης των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων ή ως τα ψηλά σκαλιά της ταξικής ιεραρχίας, ενάντια στον οποίον ουρανό εφoδεύει και εισβάλλει με την Κομμούνα του Παρισιού το άγριο προλεταριάτο κι οι καταραμένοι ποιητές.

Στον Κομφούκιο, το Tian (ουρανός) ενυπάρχει μέσα στα όντα: έτσι η εργασία αποκτά εαυτικό χαρακτήρα, είναι εκδήλωση της εαυτότητας και έτσι εμπεδώνεται η εργασιακή πειθαρχία, εκφραζόμενη ως Zhong (ευπείθεια, ολόψυχη αφοσίωση). Ενώ, στον υπόλοιπο κόσμο η εργασία συνδέεται με την έξωση και την πτώση, είναι το απόλυτο αναγκαίο κακό, στην σινική πολιτική οικονομία η εργασία είναι μέσο προς το Dao.

            Όλα αυτά συνιστούν τις κεντρικές και βασικές σινικές αξίες εκφρασμένες ηθικά.[19] Επίσης, όλα αυτά μεταβάλλουν περαιτέρω την ίδια την κεφαλαιοπραγματικότητα, ήτοι εδώ η σινικότητα εμφανίζεται ως ακόμα μία εξωτερικότητα, η οποία ζητάει την εσωτερίκευση και εμμενοποίησή της.[20]

            Το πιο σοβαρό από όλα, όμως, είναι ότι λόγω της Κίνας, η οποία στις μεγάλες μητροπόλεις εμφανίζεται ως, όπως λέει ο Nick Land, “νέο-Κίνα η οποία αφικνείται από το μέλλον”, η ίδια η κεφαλαιοπραγματικότητα εν μέρει μεταβάλλεται ποιοτικά, επειδή λόγω της Κίνας εισάγονται σε αυτήν ζητήματα σοσιαλισμού και κομματικής οργανωτικότητας.

            Στον βαθμό που σε ένα εργατικό κράτος παράγονται εμπορεύματα τα οποία παράγονται, προκειμένου να εξαχθούν ως ανταλλακτικές αξίες στις τρίτες χώρες, τότε έχουμε να κάνουμε με εξαγωγή κεφαλαίου, η οποία κι αυτή εσωτερικοποιείται και εμμενοποιείται εντός της χωρικής δικαιοδοσίας του εργατικού κράτους: αυτή είναι κατά κύριο λόγο η πηγή δημιουργίας και ανατροφοδότησης της προσωπικής/ατομικής ιδιοκτησίας και της κινεζικής αστικής τάξης. Με αυτόν τον τρόπο έχουμε την ανάδυση του κινεζικού κράτους/κεφαλαίου.

            Η διαφορά και το μπέρδεμα αρχίζει με το ότι αυτά τα εμπορεύματα πιο πολύ από τα αμιγώς καπιταλιστικά, δεν είναι ουδέτερα: συμπυκνώνουν εντός τους όχι μόνο αντικειμενοποιημένο εργασιακό χρόνο, αλλά και χρόνο (δηλαδή κοινωνικοπολιτικές δραστηριότητες) εκτός της stricto sensu εργασίας: κομματικές συνεδριάσεις, συμβουλιακές αντιπαραθέσεις, ζυμώσεις στα εργοστάσια, κομματική πάλη και προλεταριακές επιθέσεις ενάντια στον μανδαρινισμό και ενάντια στην αστική τάξη, ιδεολογική διαπάλη, 100 σχολές, 100 λουλούδια κλπ. Έτσι, όταν τα αγοράζει κάποιος ως ανταλλακτικές αξίες, είναι per se εμπορεύματα, αλλά σε αυτά η διαλεκτική αξίας χρήσης – ανταλλακτικής αξίας δεν είναι ίδια, όπως στα αμιγώς καπιταλιστικά. Η ιστορία και το επίπεδο σοσιαλιστικής ανάπτυξης στην Κίνα είναι μέσα στην αξία χρήσης των εμπορευμάτων τα οποία παράγονται στην Κίνα. Αυτό, από την άλλη, σημαίνει ότι σ’ αυτά τα εμπορεύματα η αξία χρήσης τους βρίσκεται σε μεγαλύτερη αντίθεση προς την ανταλλακτική αξία, απ’ ό,τι στα υπόλοιπα.

Έτσι, με την εξαγωγή και κυρίως την κατανάλωση αυτών των εμπορευμάτων, αυτού του κεφαλαίου, οι καπιταλιστικές σχέσεις τροποποιούνται, ή μήπως οδοποιούνται? Γενικά, στον καπιταλισμό η διαλεκτική ανταλλακτικής – χρηστικής αξίας, είναι από φορμαλιστική σκοπιά διαλεκτική απολύτου – σχετικού. Στο μέτρο σύμφωνα με το οποίο αυτή η πολικότητα ανατρέπεται, δηλαδή στο μέτρο σύμφωνα με το οποίο η χρηστική αξία καθίσταται το απόλυτο, και η ανταλλακτική αξία καθίσταται το σχετικό, σε αυτήν την περίπτωση μόνο μπορεί κάποια χώρα να πει ότι έχει σοσιαλισμό. [21]

Επιπρόσθετα, πρέπει κάποιος να συνυπολογίσει ότι εξ αρχαιοτάτων χρόνων οι κινεζικές ελίτ έχουν ένα συγκριτικό πλεονέκτημα, το οποίο έχει να κάνει με το ότι το θρησκευτικό/εκκλησιαστικό παίζει λιγότερο ρόλο στην οικονομία, απ’ ό,τι στις δυτικές χώρες.

            Στο κρατικοπολιτειακό επίπεδο η Anna Greenspan εντόπισε εύστοχα την έκφραση των μεταβολών στον πολιτειακό δεσμό, τις οποίες μεταβολές επέφερε η ανάπτυξη της Κίνας, καθώς το citizenship (η ιδιότητα του είναι πολίτης) της κινεζικής διασποράς πήρε floating χαρακτήρα.[22] Αυτό τουλάχιστον αναφορικά με την κινεζική διασπορά σημαίνει ότι η Κίνα τείνει προς την θεσμικοπολιτική επίλυση του προβλήματος του έθνους (αναφορικά με την κινεζική διασπορά).

 

β. Ο χώρος της κλασικής πολιτικής οικονομίας και της κριτικής της, αν ιδωθεί αποκλειστικά ως εσωτερικότητα στις υποκειμενικότητητες και τις ατομικότητες οι οποίες τον απαρτίζουν, είναι ένας χώρος ανταγωνισμού και στον ίδιο χρόνο συμμαχητικότητας. Οι αντιπαραθέσεις στιγματίζονται από την υπεράσπιση του εαυτού καθενός που είναι σε αυτόν τον χώρο, ενώ τα διαζύγια, οι χωρισμοί, οι λυκοφιλίες, οι ανίερες συμμαχίες, τα νέα φλερτ, οι ομαδικοί έρωτες, οι νέοι έρωτες, οι απιστίες κλπ. είναι στην πρώτη γραμμή των ημερησίων διατάξεων, και όλα αυτά σε συνδυασμό με τις πολιτικές επιλογές, στρατεύσεις και εντάξεις.

            Ο χώρος της σινικής πολιτικής οικονομίας έχει σπουδαστικό και κινηματικό χαρακτήρα. Ενώ ο χώρος της κλασικής πολιτικής οικονομίας είναι κατά κάποιο τρόπο αυτοαναφορικός, η σινική πολιτική οικονομία έχει ανοιχτότητα. Δεν ζητάει να αποδείξεις ποιος είσαι, αλλά ζητάει μόνο να γιγνώσκεις, να σκέφτεσαι, να μελετάς, προκειμένου να ομιλήσεις. Ενώ, στην κλασική πολιτική οικονομία το γράφειν είναι το Α και το Ω, στην σινική πολιτική οικονομία το ομιλείν παίζει κεντρικό ρόλο. Επομένως, ενώ η κλασική πολιτική οικονομία λόγω του γραπτού χαρακτήρα της έχει πυκνή και κωδικωτική, αλλά και αναλυτική περιεχομενικότητα, η σινική είναι πιο εξπρεσιονιστική. –Όλα αυτά δεν είναι σύγκριση, ούτε αντιπαραβολή, αλλά πορίσματα από την έρευνα των διαφορών.

            Θέτει λοιπόν η σινική πολιτική οικονομία, μαζί με τα άλλα,[23] και ζητήματα αισθητικής της πολιτικής οικονομίας γενικά, κάτι το οποίο ώθησε την Anna Greenspan, επιλέγοντας την Shanghai ως περίπτωση έρευνας, να δει τα αισθητικοαρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης μητρόπολης, και να μιλήσει για το ξαναφτιάξιμο της νεωτερικότητας (ως σύνολο αισθητικών καταστάσεων και όχι ως μικροβοναπαρτική νεκρανάσταση).

 

γ. Το ότι υπάρχει κινεζικό κράτος/κεφάλαιο δεν σημαίνει από μόνο του ότι αυτό προσδιορίζει αποκλειστικά την κινεζική εσωτερικότητα.

Όσοι τα προηγούμενα χρόνια, ή ακόμα και σήμερα επιλέγουν να διαβάζουν την οικονομία και την διεύθυνση της Κίνας αναγωγιστικά, ή μην παίρνοντας υπ’ όψη τις αχανείς εκτάσεις της και το μέγεθος του πληθυσμού της, μην παίρνοντας υπ’ όψη την στρατηγική του Belt Road, ή ακόμη περισσότερο μην παίρνοντας υπ’ όψη ότι το μεγαλύτερο μέγεθος αξίας παγκοσμίως (ανα)παράγεται στην Κίνα, οδηγούνται από ματαίωση σε διάψευση.

Η διαπάλη αυτή αποτυπώνεται με πολύ εύγλωττο τρόπο στο debate μεταξύ της σύνταξης του περιοδικού Aufheben και του γκρουπ Chuǎng[24].[25] Και το Aufheben, όσον αφορά το μεταξύ τους debate, βγαίνει σωστό. Βέβαια, εξαρτάται από το σημείο θέασης του κάθε εμπλεκόμενου μέρους.

Επομένως, εδώ δεν κάνω σινολογία, ούτε με αφορά κάτι τέτοιο. Στο παρόν κείμενο έγραψα για την Κίνα, επειδή η σινική πολιτική οικονομία είναι άξια μελέτης και έρευνας γενικά, και  με σκοπό συμβολής στην κριτική της πολιτικής οικονομίας του κεφαλαίου. 

Για τους παραπάνω λόγους από άποψη πολιτικής οικονομίας δεν έχουμε ψυχροπολεμική κατάσταση μεταξύ «δύσης» και Κίνας. Αν πχ. οι ΗΠΑ ή η Μεγάλη Βρετανία οδηγηθούν σε κάτι τέτοιο, θα είναι ενδοστρεφής, δηλαδή καρκινική κίνηση εις βάρος μεγάλων τμημάτων του ίδιου του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου τους.

Στην στενή, πολύ στενή οπτική της πολιτικής οικονομίας, το γενικό ζήτημα της Κίνας εντοπίζεται στον Τόμο Β΄ του Κεφαλαίου.

 

δ. Σε κάθε περίπτωση η Κίνα έχει γίνει πλειοψηφική και συγκροτητική συνιστώσα της κεφαλαιακής ολότητας.

Το ότι το μεγαλύτερο μέγεθος της ανταλλακτικής αξίας παγκοσμίως παράγεται στην Κίνα, έχει ως αποτέλεσμα, ότι ο καπιταλισμός από την μια αναγκάζεται σε μετασχηματισμούς και μεταμορφώσεις των επιμέρους στοιχείων του, αλλά από την άλλη αποκτά μεγάλο βάθος και προοπτική.

Δεν είναι ζήτημα ότι «ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε».

Δεν πρόκειται για επανάληψη των early 1990’s, αλλιώς δεν θα ήταν ορατές ποιοτικές μεταβολές στην κεφαλαιοπραγματικότητα. Εξ αιτίας της κινεζικής ανάπτυξης και των κινεζικών πραγματικοτήτων μπορώ να παρακολουθήσω και να δω τους τριγμούς και τις οριακές στιγμές στην ίδια την εννοιολογική κίνηση της κεφαλαιοπραγματικότητας, συνδεδεμένες με την περιεχόμενη στις έννοιες της κριτικής της πολιτικής οικονομίας διαλεκτική.

Επομένως, όσοι επιμένουν σε μια αντιμετώπιση της Κίνας ως «άλλου κόσμου», δηλαδή σε μια απωοριενταλιστική/εξωτικιστική κατανόηση από θέση επαρχιωτισμού ή αρχοντοχωριατισμού, είναι εκτός τόπου. Τέσσερις δεκαετίες πλέριας διεθνοποίησης κεφαλαίου/παγκοσμιοποίησης, δηλαδή μετασχηματισμών της παγκόσμιας αγοράς, κατέστησαν αυτές τις θεωρίες δυσλειτουργικές. 

Από την άλλη, η Κίνα δεν μπορεί να κριθεί ή να προσεγγισθεί με τα μαοϊκά μέτρα ή με τα μέτρα των κομμούνων της Σανγκάη και της Καντόνα. Αλλά, το προτσές της Μεγάλης Προλεταριακής Επανάστασης, μήτρα αντιφατική της (α)σύγχρονης Κίνας, συνεχίζει να θέτει ζητήματα προλεταριακού διεθνισμού στο παγκόσμιο εργατικό και προοδευτικό κίνημα, με τον ίδιο τρόπο σύμφωνα με τον οποίο η συνάντηση μεταξύ του Μάο και του Νίξον συνεχίζει να παράγει αποτελέσματα.

Θέλω να ξεχωρίσω, πέρα από τα κατ’ εξοχήν πολιτικά, ή αυτά τα οποία αποκτούν φλέγοντα χαρακτήρα, το ζήτημα της προλεταριακής μνήμης. Η επαναστατική και αντιφασιστική εμπειρία της Κίνας, θέτει ξανά και ξανά το ζήτημα της μνήμης με κατηγορικό-σινικοπροτρεπτικό τρόπο, ως:

Να μην ξεχνάμε, Να θυμόμαστε, Να μην συγχωρούμε.

 

ε. Η εμπειρία της Κίνας θέτει το ζήτημα, αν η σινική πολιτική οικονομία είναι τμήμα της πολιτικής οικονομίας γενικά. Εδώ, η προσφυγή στην υλιστική κατανόηση της ιστορίας είναι νομοτελειακή.

            Ο πολιτισμός γενικά, εκ του σημείου θέασης του ανώτερου τρόπου παραγωγής, αναπτύσσεται διά της ενικότητας (singularity). Από αυτό και μόνο βγαίνει ότι η σινική πολιτική οικονομία, ακόμη και στην αρχαία μορφή της εγγράφεται στην (α)συνέχεια της πολιτικής οικονομίας, και εφ’ όσον ο Κομφούκιος αναφέρεται στην κοινωνική διαφοροποίηση και στην ταξική διάρθρωση, εγγράφεται και στην lato sensu κλασσική πολιτική οικονομία, με τις διαφορές που αναφέρονται παραπάνω.

            Επίσης, η εμπειρία της Κίνας, ιστορικά, θέτει σκληροπυρηνικά ζητήματα της κλασικής πολιτικής οικονομίας και της κριτικής της, όπως το ζήτημα του εμπορεύματος και του νόμου της αξίας.

            Το ζήτημα του εμπορεύματος τίθεται στην κυρίαρχη διάστασή του ως αντίθεση και αντιπαράθεση μεταξύ της χρηστικής και της ανταλλακτικής αξίας. Πρόκειται για ένα ζήτημα το οποίο διαθέτει και εκ του οποίου αναβλύζει μελλοντικότητα.

            Όμως στην (α)συγχρονικότητα, η σινική πολιτική οικονομία έχει διαμορφώσει έναν μεταφορισμό (transportism) και κυκλοφορισμό (circulationism), ήτοι έχει υπερδιογκώσει την απόσπαση αξίας από τις μεταφορές, καθ’ ό χρονικό διάστημα απαιτεί το προτσές κυκλοφορίας να ολοκληρωθεί.

            Η μεταφορά των προϊόντων στην αγορά ανήκει στο προτσές της παραγωγής καθ’ εαυτό. Το εμπόρευμα είναι ολοκληρωμένο, μόνο όταν φτάνει στην αγορά. Η διαδικασία της μεταφοράς, η οποία είναι κατ’ εξοχήν παραγωγική, επεκτείνει την αγορά και την ανταλλαξιμότητα του εμπορεύματος. Επίσης, η διαδικασία της μεταφοράς είναι μια εξωτερική sine qua non συνθήκη για την εκκίνηση και συνολικά για την ύπαρξη του προτσές της κυκλοφορίας (καθ’ όσον, αν το εμπόρευμα δεν φτάσει στην αγορά, δεν πρόκειται να μεταμορφωθεί σε χρήμα), και έτσι η μεταφορά είναι άμεσο παραγωγικό προτσές.

Στην περίπτωση της Κίνας, η βιομηχανία μεταφορών της είναι παγκόσμια και αναπτύσσεται και στο ενικό επίπεδο, γι’ αυτό και έχει τεράστιες επενδύσεις στα λιμάνια, στα logistics, και στις μεταφορές σταθερής τροχιάς (σιδηρόδρομοι, τραμ, κλπ.). Επομένως, η σινική πολιτική οικονομία συνδέει όλο και πιο στενά τον παραγωγικό χαρακτήρα των μεταφορών με το προτσές της κυκλοφορίας: σαν να τροχιοδεικτεί ότι φιλοδοξεί να κάνει το αντικειμενικά ακατόρθωτο: την παραγωγή πρόσθετης/υπερβάλλουσας-υπερ-αξίας από το προτσές της κυκλοφορίας. Έτσι η βιομηχανία των μεταφορών προσεγγίζει όλο και πιο πολύ το ανώτατο αξιακό της όριο, και όσο το φτάνει, τόσο επεκτείνει το όριο, κάτι που σημαίνει ότι αφενός επεκτείνει τις υπάρχουσες αγορές, και αφετέρου χρειάζεται κάθε τόσο νέες ενικοποιημένες αγορές.

Αυτό έχει αποτέλεσμα, ότι τόσο σε απόλυτο όσο και σε σχετικό βαθμό αυξάνεται και μεγαλώνει η αναλογία της κινεζικής βιομηχανίας μεταφορών στο συνολικό κεφάλαιο, και στον ίδιο χρόνο το προτσές της κυκλοφορίας δένεται όλο και πιο πολύ με την παραγωγή καθ’ εαυτή, άρα τα όρια πλασματικής χρηματοκερδοσκοπίας στενεύουν: σε ένα απλουστευτικό επίπεδο, η σινική πολιτική οικονομία με αυτόν τον τρόπο τελειώνει πολλά ψέματα, και δημιουργεί συνεχώς νέες ανάγκες, κάτι που με έναν σχετικό τρόπο έρχεται σε αντίθεση με την επιθυμητική παραγωγή και την παραγωγή επιθυμιών. 



[1] Evald Ilyenkov, The Concept of the Ideal in Problems of Dialectical Materialism, Progress Publishers, 1977.

 

[2] Ενδεικτικά βλ. Deborah A Redman, The Rise of Political Economy as a Science. Methodology and the Classical Economists, MIT, Cambridge Mass, 1997, Arnaud Diemer, Hervé Guillemin, Political Economy in the Mirror of Physics: Adam Smith and Isaac Newton, Revue d’ Histoire des Sciences, Volume 64, Issue 1, 2011, pp. 5-26.

[3] Βλ. David Hume, A Treatise of Human Nature, Book 1, Part iv, The skepticals and other systems of philosophy, section 6, Personal identity.

 

[4] Βλ. Milton Friedman, The Quantity Theory of Money: A Restatement in Studies in the Quantity Theory of Money, edited by M. Friedman. Reprinted in M. Friedman The Optimum Quantity of Money, Rutledge, 2005, pp. 51-67.

[5] Βλ. John Locke, An Essay Concerning Human Understanding, Chapter XXVII, Of Identity and Diversity.

[6] Γνήσια αναρχική τοποθέτηση.

[7] Βλ. οπ., 7. The Identity of Man.

[8] Βλοπ., 11. Personal Identity, 12. Consciousness makes personal Identity.

[9] Hegel, Vorlesungen über die Philosophie der Geschichte, Einleitung, bb.

[10] Γκυ Ντεμπόρ, In Girum Imus Nocte Et Consumimur Igni, Κριτική ΈκδοσημτφΠάνος Τσαχαγέας, εκδ. Ελεύθερος Τύπος, σ. 29.

[11] Εδώ, πρέπει να καταγραφεί ότι εξ αιτίας αυτού, ιδιαίτερα στο προτσές της κυκλοφορίας, ο πόλεμος μεταξύ υλιστικού και ιδεαλιστικού στρατοπέδου αποκτά άγρια επικαιρότητα.

[12] Η αγορά που εμφανίζεται ως μια αφηρημένη ποιότητα στο ξεκίνημα των οικονομικών, λαμβάνει ολικά σχήματα. Η παγκόσμια αγορά δεν είναι μόνο το σύνολο των εξωτερικών αγορών στις σχέσεις του με την κάθε εσωτερική αγορά, αλλά σε πρώτο χρόνο η εσωτερικοποίηση των εξωτερικών αγορών μέσα στην κάθε χώρα, και προοπτικά η εμμενοποίησή των.

[13] Βλ. Gang L, Daren W., The analysis of the ancient Chinese commodity economy and the western economics theory, Art Human Open Acc J. 2018;2(1):1-2, https://medcraveonline.com/AHOAJ/the-analysis-of-the-ancient-chinese-commodity-economy-and-the-western-economics-theory.html

[14] Βλ. Ιταλό Καλβίνο, Οι Αόρατες Πόλεις, μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, Οκτώβριος 2018.

[15] Βλ. Υπουργείο Ανώτερης Εκπαίδευσης Λ.Δ. Κίνας – 1958, Ιστορία της Σύγχρονης Κινεζικής Επανάστασης, εκδ. ΚΨΜΑθήνα 2010, σ. 25-29.

[16] Ενδεικτικά βλ. James L. Y. Chang, History of Chinese economic thought: overview and recent works, History of Political Economy 19:3, 1987, pp. 481-502.

[17] Βλ. Chen Huan-Chang, Chin Shih of A. K. (1904 A. D.), Secretary of the Grand Secretariat, Peking, China, The Economic Principles of Confucius and His School, Submitted in Partial Fulfillment of the Requirements for the Degree of the Doctor of Philosophy in the Faculty of Political Science, Columbia University, New York, 1911.

[18] Βλ. Carl Schmitt, Theory of the Partisan: Intermediate Commentary on the Concept of the Political, G. L. Ulmen (Translator), Telos Press Publishing, July 1, 2007, Νικόλαος ΤσίροςΗ Συνεισφορά της Περιγραφικής Θεωρίας της Απόφασης στο Έργο του Παναγιώτη Κονδύλη Για την Ερμηνεία του Δικαίου Και το Σχηματισμό της Δικαστικής ΑπόφασηςΘέσεις, Τεύχος 120, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2012.

[19] Βλ. Barbara Marshall Matthews, The Chinese Value Survey: An interpretation of value scales and consideration of some preliminary results, International Education Journal Vol 1, No 2, 2000, http://www.flinders.edu.au/education/iej, pp. 117-126.

[20] Βλ. John Garrick and Yan Chang Bennett, “Xi Jinping Thought” Realisation of the Chinese Dream of National Rejuvenation?, China Perspectives, 2018/1-2 | 2018, New Approaches to the Political Regime Under Xi Jinping, 1 June 2018, pp. 99-105.

[21] Αυτό γίνεται στο μέτρο σύμφωνα με το οποίο χωρεί η τάση απονέκρωσής του νόμου της αξίας, άρα και η τάση απονέκρωσης της ανταλλακτικής αξίας, η οποία αρχικά έχει να κάνει με την έκπτωσή της ανταλλακτικής αξίας από ανταλλακτική αξία καθ’ εαυτή, σε απλή εμπορευματική τιμή, δηλαδή σε έκφραση και μέγεθος μονάδων χρήματος, η κίνηση των οποίων έχει αποδεσμευθεί και ανεξαρτητοποιηθεί από την νομισματική έκφανση, έτσι ώστε το νόμισμα να απορροφάται από το χρήμα.

[22] Βλ. Anna Greenspan, Shanghai Future, Modernity Remade, Oxford University Press, UK, 2014, pp. 171-174.

[23] πχ. ένα νέο κορυφαίο ζήτημα το οποίο θέτει, είναι αυτό της λεγόμενης κυκλικής μετανάστευσης (βλ. οπ., σ. 174-179): η μετανάστευση καθίσταται έκφραση της κυκλοφορίας του μεταβλητού κεφαλαίου κατά την περιστροφή του κεφαλαίου, αλλά και πραγμάτωση και υλοποίηση της (α)σύγχρονης νομαδικότητας. Σε αυτό, οι οικονομολόγοι τα βρίσκουν μπαστούνια.

[24] Βλ. https://chuangcn.org/journal/

[25] Βλ. Aufheben, The Perils of Borrowing Someone Else’s Spectacles, #24, 2017, pp. 29-44.

 

 

 https://bestimmung.blogspot.com/

 


No comments:

Post a Comment

Όλα πρέπει να τεθούν στις φλόγες. Von Tomasz Konicz / 16. März 2025

Μια σύντομη επισκόπηση της κρισιακά οδηγουμένης αποδιάρθρωσης των απομειναριών της αμερικανικής ηγεμονίας από τη διοίκηση του Τραμπ   Γροιλα...