Σύγχρονες μορφές αντεργατισμού. Απολυτοποιημένο μερικό, σιωνισμός και αποαποικιακά

 

Προοίμιο

 

Στις γραμμές που ακολουθούν, ο κύριος στόχος είναι η άσκηση πολιτικής και ταξικής κριτικής, και όχι η εκφορά ενός by affiliation θεωρητικού-επιστημονικού λόγου, και γι’ αυτό οι παραπομπές τεκμηρίωσης είναι μειωμένες στο ελάχιστο.

 

Το σημείο βρασμού του εγχώριου στρατοπεδισμού

 

Για λόγους μιας από τη σκοπιά της ταξικής πάλης Ηρακλείτειας σύλληψης του Πολιτικού, δεν ανήκει στις απόψεις μας η άποψη του Κλαούζεβιτς και του Βισμαρκικού καθεστώτος ότι ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα, ούτε θεωρούμε ότι ο καπιταλιστικός πόλεμος τελεί σε μια προβλέψιμη, regular, εργαλειακή σχέση με την καπιταλιστική ειρήνη. Για τον ίδιο λόγο και άλλους πολλούς δεν αποδεχόμεθα τη διάκριση δίκαιος-άδικος πόλεμος ως έχουσα αναλυτική ή συνολική πολιτική αξία για το εργατικό κίνημα και την εργατική κριτική στον καπιταλιστικό πόλεμο.

Ιστορικά, η νεο-πλατωνική ιδέα του δικαίου πολέμου διαμορφώθηκε από την Αυγουστίνεια θεολογία και είχε να κάνει με την αντιπαράθεση για την ανεξάρτητη από την Εκκλησία χριστιανική νομιμοποίηση του ρωμαϊκού imperium. Στον 17ο αιώνα η έννοια άρχισε να αλλάζει το περιεχόμενό της διά των Θρησκευτικών Πολέμων της εποχής και κύρια μέσα από την ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου ένεκα της ίδιας της ανάπτυξης του καπιταλιστικού αλλοδαπού εμπορίου.

Η ανάλυση μιας πολεμικής σύρραξης μέσα από αυτή τη διάστιξη σημαίνει ότι αυτός ο οποίος την επικαλείται, έχει ήδη διαλέξει στρατόπεδο, και ex post factum επικαλείται τη διάστιξη αυτή ώστε να επιχειρηματολογήσει υπέρ του στρατοπέδου εντός του οποίου έχει εγκλωβιστεί. Πρόκειται δηλαδή για μια πρακτική -θέλοντας και μη- advocacy (συνηγορείν), και όχι για κριτική ανάλυση. 

Μέσα από το λαϊκό σκώμμα συχνά η στάση αυτή αποδίδεται με ένα στιγμιότυπο ενός γαμήλιου τελετουργικού, και συγκεκριμένα με τη φραστική συνεκφορά: “τραβάτε με κι ας κλαίω”.

Για τους ποικιλώνυμους αντιπροσώπους και προωθητές του στρατοπεδισμού η προσφυγή στη θεολογία (όπως και στη γεωπολιτική των γάμων) είναι πιο βαθιά, από όσο εξ όψεως φαίνεται, προκειμένου να δικαιολογηθούν τα όποια πολιτικά κρίματα. Αυτό είναι η ιουδαϊκή συμπεριφορά στην οποία ασκείται κριτική από το επαναστατικό κίνημα:

“Το Ιουδαϊκό Ζήτημα λαμβάνει διαφορετική εκδοχή, ανάλογα του σε ποιό Κράτος ο Ιουδαίος βρίσκει εαυτόν. Στη Γερμανία που δεν υφίσταται πολιτικό Κράτος, ούτε κράτος ως κράτος υπάρχει, το Ιουδαϊκό Ζήτημα είναι καθαρά ένα θεολογικό Ζήτημα. Ο Ιουδαίος βρίσκει εαυτόν σε θρησκευτική Αντίθεση προς το Κράτος, καθώς παραδέχεται τη Χριστιανοσύνη ως Θεμέλιό του. Αυτό το Κράτος είναι Θεολογικό εξ επαγγέλματος/εξ ιδιότητας. Η Κριτική είναι εδώ Κριτική της Θεολογίας, δίκοπη Κριτική, Κριτική της χριστιανικής, Κριτική της ιουδαϊκής Θεολογίας. Όμως, αυτό είναι το πως εμείς κινούμεθα στη Θεολογία, όσο πιο δυνατό κριτικά”.[1]

Έχουμε την εργατική υποψία, ότι στον εγχώριο στρατοπεδισμό παρατηρείται μια σύμφυρση μεταξύ αλλοτριωμένης ταυτότητας, από τις ευαίσθητες παιδικές ηλικίες απωθημένου ή/και καταπιεσμένου θρησκευτικού στοιχείου, και επιλογής στρατοπέδου, ενώ συχνά αυτές οι διαπλοκές αντιστρέφονται μέσα από δυναμικές, όπως τ0 selfhatism, οι μοριακές στρατηγικές προσωπικής ανέλιξης και αναρρίχησης, ο οντολογικός διχασμός μεταξύ εικονικού/ψηφιακού και πραγματικού όπως πραγματώνεται εντός των εσωτερικών, μυστικοποιημένων λειτουργιών της αστικής κοινωνίας.

Τα στρατοπεδίστικα πράγματα και υποθέσεις περιπλέκονται έτι περαιτέρω στο εύρος κατά το οποίο οι στρατοπεδιστές αναλαμβάνουν αυτοκλήτως και τους ρόλους των επισήμων διεθνολόγων, γεωπολιτικολόγων και διαμορφωτών της εξωτερικής πολιτικής. Είναι γνωστό, ότι η επιστημολογία η οποία είναι η πιο προσφιλής στον κάθε άσχετο, είναι ο υποστασιοποιητικός Ρεαλισμός, ο ουμανιστικός Ρεαλισμός -κι αυτό γιατί, αντί να σκέφτεται θεωρησιακά και να σπαζοκεφαλιάζει επί εννοιών και κατηγοριών, κοιτάει -προς υποκατάσταση της κίνησης- τις βιοπολιτικές συμπεριφορές και επιλογές ατομικά παρμένων ανθρωπίνων όντων -αυθαίρετα βαφτισμένων ως κατηγοριών του διεθνούς δικαίου και ταυτισμένων με αυτές. Αυτό βρίσκει την πιο χυδαία και άθλια μορφή του στην εξ ίσου Ρεαλιστική-υποστασιοποιητική υποκατάσταση της κριτικής ανάγνωσης της διπλωματίας μέσα από συνάψεις γαμήλιων, φιλικών και ερωτικών σχέσεων αδιαίρετων/ατόμων.  

Σε αυτό, ο στρατοπεδιστής με τη συμπεριφορά του Ιουδαϊκού Ζητήματος, βρίσκει τον εαυτό του σε μια ομόλογη θέση με εκείνη του ξεπεσμένου αριστοκράτη και μικροαστού της Βαϊμαριανής περιόδου: όπως ο δεύτερος υποστασιοποιούσε τις μορφές του χρηματοκεφαλαίου με τους Εβραίους, ο πρώτος υποστασιοποιεί συλλήβδην τις διακρατικές, πολιτικές σχέσεις με γαμήλιες, μοριακές, βιοπολιτικές σχέσεις.

Αυτές οι τραγωδίες φέρνουν το στρατοπεδισμό σε μια δύσκολη επίσης Θεολογική θέση: στον εμμονικό εμμενισμό στις εσωτερικές αντιφάσεις στο όνομα της πίστης και της αγάπης στο Θεό, σε τέτοιο σημείο ώστε στο όνομα αυτή τη φορά της ατομικής Θέωσης, η ψυχή του πιστού φτάνει στο βρασμό της -η Θεολογία περί βρασμού του Μέιστερ Έκχαρτ.

 

Σιωνισμός, στρατοπεδισμός, αποαποικιακά και αντεπανάσταση

 

Μέσα από το γερμανικό ιστορικό αναθεωρητισμό των eighties χαλκεύθηκε και μια νέα μορφή αντιγερμανικού σιωνισμού για αντεργατική και αντεπαναστατική χρήση: η εργατική τάξη των χωρών του γερμανικού και ευρωπαϊκού κόσμου έχει in sich και ουσιοκρατικά εμμενή ροπή προς τον αντισημιτισμό και την εξολόθρευση των Εβραίων, και επομένως δεν δικαιούται να επαναστατεί και να εξεγείρεται με πολιτικά ανεξάρτητο τρόπο.

Ο στρατοπεδισμός αντλεί πολιτικό όφελος από αυτόν τον αντιγερμανικό σιωνισμό, καθ’ όσον, αφ’ ής στιγμής οι εργάτες της Γερμανίας δεν δικαιούνται να εξεγείρονται, το μόνο που μένει, είναι η επιλογή του εκάστοτε διαχωριστικού στρατοπέδου, δηλαδή η εκάστοτε διαμεσολάβηση, την οποία πλασάρει ο στρατοπεδισμός. Το ίδιο όφελος αντλούν και τα αποαποικιακά, επειδή προσφέρουν τις ίδιες στρατοπεδίστικες διαμεσολαβήσεις, με το ελαφρώς διαφοροποιημένο σκεπτικό ότι οι εξεγέρσεις των Γερμανών και Ευρωπαίων εργατών οδηγούν σε ενίσχυση της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού -κάτι που είναι γνωστό από την εποχή των Σταυροφοριών

Σ’ αυτό, το καθήκον των Ευρωπαίων εργατών είναι μόνο η επίδειξη αφηρημένης αλληλεγγύης σε άλλα υπόδουλα έθνη και λαούς (δηλαδή η υποταγή στο εθνικό/θρησκευτικό). Κοντολογίς, στην Ευρώπη -αυτό (ξανα)λένε όπως και στα eighties και nineties- δεν θέλουν ανεξάρτητο εργατικό κίνημα, αλλά υποκατάστασή του από ένα αφηρημένο φιλειρηνικό, αντιίμπ κλπ. κίνημα -χαράς ευαγγέλιο για κάθε Ευρωπαίο βιομήχανο και αφεντικό.

 

Μερικότητες

 

Ο ιουδαϊκός σιωνισμός (από τον Μαιμονίδη μέχρι τον Μπένγιαμιν και τον Σόλεμ) τόσο θεολογικά, όσο και ως φιλοσοφία της ιστορίας συνιστούσε το βουλητικό χωρισμό από το ολικό (επί του ιστορικού συγκεκριμένου, από μια αυτοκρατορία, από ένα βασίλειο) και την υποκειμενική αναγόρευση του χωρισθέντος μέρους σε συνολικό διά της αυθαίρετης απολυτοποιήσεώς του. Αυτός ο genuine ιουδαϊκός σιωνισμός ήτο de facto αντιίμπ επί αιώνες. -Κατ’ αυτόν τον τρόπο εξηγείται σφαιρικά η εύλογη στήριξη της ΕΣΣΔ στην ίδρυση του ισραηλινού κράτους (εμπειρία Ολοκαυτώματος, πόλεμος Ισραηλινών κατά Μεγάλης Βρετανίας και Αράβων).

Γίνεται δεκτό στη τρέχουσα δημοσιολογία και θεωρία ότι οι θεσμικές μεταβολές του 2018 και ύστερα κατέστησαν το ισραηλινό κράτος ένα κανονικοποιημένο τυπικό καπιταλιστικό κράτος -και επομένως τρόπω τινί ex officio απώλεσε το χαρακτήρα του ως “κράτος καταφυγίου”, “κράτος των επιζώντων του Ολοκαυτώματος” -χαρακτηρισμοί που η ίδια η σοβιετική διπλωματία και το ΥΠΕΞ ΕΣΣΔ είχαν αποδώσει, όταν το υπό ίδρυση ισραηλινό κράτος πολεμούσε κατά των Βρετανών.

Εκ του αποτελέσματος διακρίνεται ότι η ως άνω γραμμή κριτικής και ανάλυσης περί του ότι έχει χάσει αυτό το χαρακτήρα (επομένως και το ιστορικοηθικό πλεονέκτημα του Ολοκαυτώματος) είναι σε γενικές γραμμές ορθή.

Αυτό -περίπου έλλογα- επιφέρει από τη μπάντα των αποαποικιακών μια συνολική προσπάθεια αποδόμησης της ιστορίας και των όρων ίδρυσής του -αποδόμηση η οποία αναγκαστικά περιλαμβάνει (ή κατά λογική συνέπεια πρέπει να συμπεριλάβει) και την τότε στηρικτική σοβιετική εξωτερική πολιτική. Μέσα από αυτές τις νέες αφηγήσεις επιχειρείται να καταδειχθεί ότι εξ αρχής ο κρατικός σιωνισμός υποθέτει και περιλαμβάνει την ακραία καταπίεση και γενοκτονική πολιτική έναντι των Αράβων και των Παλαιστινιών.

Δεν είναι ίδιον της εργατικής κριτικής η στερεοτυπική κριτική στις αφηγήσεις της Συνταγματικής και διακρατικής ιστορίας ως αναδρομικές, όμως είναι απαίτησή της η τεκμηρίωση της νέας αφηγηματικής γραμμής α. μέσα από τους ίδιους τους ιστορικούς όρους των δεκαετιών 1900-1950, και β. η παραδοχή, προκειμένου να στέκει όλο αυτό λογικά, ότι η ΕΣΣΔ  συνήργησε στην ίδρυση του ισραηλινού κράτους, γνωρίζοντας τα περί καταπίεσης, γενοκτονίας κοκ. Σε αντίθετη περίπτωση, το όλο αφηγηματικό σχήμα ιστορικολογικά δεν στέκει. 

Σε αυτό, όμως, θα πρέπει να είναι ξεκάθαρο, ότι οι εκπρόσωποι της νέας αφήγησης αντικειμενικά αναλαμβάνουν την ευθύνη για μια τέτοια ιστορικοπολιτική κατηγορία εις βάρος της ΕΣΣΔ.

Εν όψει αυτού, η πιούρα σταλινική και μαοϊκή πτέρυγα του στρατοπεδισμού οφείλει να ξανασκεφτεί με ποιους συμμαχεί και σε ποιανού το όνομα: εν ολίγοις στους οπαδούς και στους σχηματισμούς του απροϋπόθετου Σοβιετισμού θα τεθεί δίλημμα: με τη μέχρι τέλους υπεράσπιση της σταλινικής ΕΣΣΔ ή με τον αποαποικιακό εθνισμό? Αλλά, και για τους αποαποικιακούς η αποδόμηση της σοβιετικής στήριξης αναπόδραστα σημαίνει πολιτικό ξέκομμα από τις ένδοξες αντιίμπ σταλινικές και μαοϊκές παραδόσεις και αντιπαράθεση μαζί τους.


Εξοδοι

 

Διατηρούμε και αναβαθμίζουμε την εργατική κριτική στο νεκρό παρελθόν και στις εξ αυτού χαλκευμένες και επιτελεστικές πολιτικές ταυτότητες και συμπεριφορές, όπως εκφέρθη από το Μαρξ στη “18η Μπρυμαίρ”.

Στους νεόκοπους ακολουθητές κάθε εξουσίας και κάθε εθνισμού δεν χαρίζουμε ούτε χιλιοστό από την αδιαμεσολαβητότητα της εργατικής ταξικής πάλης


[1] Karl Marx, Zur Judenfrage, 1. Bruno Bauer: „Die Judenfrage". Braunschweig 1843., 2. Bruno Bauer: „Die Fähigkeit der heutigen Juden und Christen, frei zu werden". „Einundzwanzig Bogen aus der Schweiz". Herausgegeben von Georg Herwegh. Zürich und Winterthur, 1843, S. 56-71., MEW, Band 1, Berlin, Dietz Verlag,, 1981, S. 351, απόσπασμα: “Die Judenfrage erhält eine veränderte Fassung, je nach dem Staate, in welchem der Jude sich befindet. In Deutschland, wo kein politischer Staat, kein Staat als Staat existiert, ist die Judenfrage eine rein theologische Frage. Der Jude befindet sich im religiösen Gegensatz zum Staat, der das Christentum als seine Grundlage bekennt. Dieser Staat ist Theologe ex professo. Die Kritik ist hier Kritik der Theologie, zweischneidige Kritik, Kritik der christlichen, Kritik der jüdischen Theologie. Aber so bewegen wir uns immer noch in der Theologie, sosehr wir uns auch kritisch in ihr bewegen mögen.

Επισημαίνουμε προς εκδιάλυση των όποιων παρεξηγήσεων και παρερμηνειών ότι όταν γράφονταν οι ανωτέρω γραμμές, στη Γερμανία δεν εντοπιζόταν μουσουλμανική θεολογία.

 

 

 

 

 

 

Κρατικός καπιταλισμός και κεντρικός σχεδιασμός. Υποκειμενικό/Αυτοματικό στην Κρατική Επιστήμη -Συμπλήρωμα

 

IV.

Δεν αμφισβητούμε ότι για τη μη εκμεταλλευτική, μη αλλοτριωτική, ενεργά βιομηχανική, παραγωγική κίνηση μία από τις κομβικές δυναμικές είναι ο συνδυασμός του κεντρικού σχεδιασμού ως συνολικής κοινωνικής σχέσης, ως μορφής του εργατικά προσδιορισμένου κοινωνικού, και η επιβολή εργατικού ελέγχου ως θεσμικής μορφής εργατικής ταξικής πάλης.

Αυτό το οποίο απομυστικοποιούμε μέσα από την εργατική κριτική μας, είναι ότι ο κεντρικός σχεδιασμός ως φετίχ είναι η ίδια η απολυτοποίηση της Κρατικής Επιστήμης: όπως ο τόκος εμφανιζόταν στη φιλελεύθερη καπιταλιστική συνείδηση και λειτουργία ως το αυτόματο φετίχ,[1] στην Κρατική Επιστήμη του κρατικού καπιταλισμού, ο αυτοματικός κεντρικός σχεδιασμός είναι το (τεχνοεπιστημολογικό) φετίχ του θετικιστικού αντικειμενισμού. Εκεί που οι τράπεζες και το χρηματικό σύστημα αναλαμβάνουν σύμφωνα με την κριτική ανάλυση του Μαρξ το ρόλο της συλλογικής οργάνωσης και διαχείρισης του συνολικού προτσές της καπιταλιστικής παραγωγής,[2] στην Κρατική Επιστήμη, η όλη ιδέα μεταλλάσσεται, κι η καπιταλιστική υποκειμενικότητα ως μορφή της αναρχίας του ελεύθερου καπιταλιστικού ανταγωνισμού και ανάπτυξης αντικαθίσταται από την αλάθητη θετική, αντικειμενική επιστήμη: ο τραπεζίτης με το φίνο λονδρέζικο ή μιλανέζικο κοστούμι αντικαθίσταται από τον κομματικοκρατικό επιστήμονα με τη συχνά αφανή ρόμπα: ο αυτοαναφορικός τρόπος λειτουργίας της αξίας ως τέτοιας (αυτοπολλαπλασιασμός, αυτοεπέκταση) δείχνει να υποσκελίζεται από ένα αχανές, διαχωρισμένο από το κοινωνικό, εξουσιαστικό σύστημα λήψης καθημερινών μυριάδων αποφάσεων και εκπόρευσης προσταγών. Στην ακραία λογική, χωριστική συνεπαγωγή του (δηλαδή στην πληρότητα της αντίφασής του προς το καπιταλιστικό περιεχόμενο) αυτό το φετίχ λαμβάνει την αφηρημένη μορφή της εξίσωσης κράτος in sich = σοσιαλισμός an sich.

Ο σύγχρονος καπιταλισμός διαθέτει (κάτω και από το βάρος του ταξικού ανταγωνισμού) πλείστες όσες μορφές κεντρικού σχεδιασμού: η πολεοδομία, η χωροταξία, η κρατική διοχέτευση προγραμμάτων χρηματοδοτήσεων και επενδύσεων από ΕΕ κεφάλαια, ο καθορισμός των εμπορικών και βιομηχανικών χρήσεων γης, το ίδιο το γεγονός του πολέμου, η δράση του στρατού σε εμπόλεμες-ένοπλες συνθήκες είναι δείγματα άμεσα οικονομικού καπιταλιστικού κεντρικού σχεδιασμού συνυπολογιζομένων των τομέων κοινωνικής (ανα-)παραγωγής που ανήκουν άμεσα στο κράτος (τομείς υγείας, εκπαίδευσης, πρόνοιας). Η σοσιαλδημοκρατική, θετικιστική αντίληψη συνήθως λέει ότι αν όλο αυτό ποσοτικά συνολικοποιηθεί (με εθνικοποιήσεις, κρατικοποιήσεις κλπ) τότε θα έχουμε σοσιαλισμό, επειδή η κεντρική οικονομική δυναμική θα είναι ο αυτοματικός κεντρικός σχεδιασμός και όχι ο νόμος της αξίας.

Όλοι γνωρίζουμε ότι αυτό το παραμύθι πουλήθηκε κατά τις μεταπολεμικές δεκαετίες στην εργατική τάξη των ευρωπαϊκών χωρών (όπως και σε Χιλή) από τα τότε επίσημα ΚΚ και από συγκεκριμένους ιδεολόγους του τότε ΚΚΣΕ και της Ρωσικής Κρατικής Επιστήμης.

Ωστόσο, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1920 όταν σχεδιαστικά οικονομικά προγράμματα άρχισαν να εφαρμόζονται στη Σοβιετική Ρωσία (μέσα από τον πολεμικό κομμουνισμό και τη λεγόμενη σοσιαλιστική πρωταρχική συσσώρευση του Πρεομπραζένσκυ και του Μαντέλ)[3] και σε βιομηχανικές περιοχές του γερμανικού κόσμου ως απόρροια της πρόσκαιρης πολιτικής νίκης του SPD κατά το επαναστατικό εργατικό προτσές, κορυφαίοι εκπρόσωποι της Αυστριακής Σχολής, όπως ο Χάγιεκ και ο Mises δημοσίευσαν έργα κριτικής που επικέντρωναν στο πρόβλημα υπολογισμού (calculation) στο σοσιαλιστικό κεντρικό σχεδιασμό.[4] Σε αυτήν την κριτική, δεν ήταν μόνο οι τεχνικές δυσκολίες του αυτοματισμού και υπολογισμού οι οποίες αναπόδραστα επέφεραν τις αποτυχίες των σχεδιοποιημένων οικονομιών εντός της παγκόσμιας ολότητας, αλλά και η διαλεκτική διαπλοκή και αντίθεση υποκειμενικού-αντικειμενικού, αυτοματικού-συνειδητού.

Από τη σκοπιά της Κρατικής Επιστήμης, μία κυρίαρχη απόκριση στις τελευταίες διαζεύξεις αντιθέσεων ήταν η ποικιλότροπη προαγωγή και συχνά βίαιη εφαρμογή θετικιστικών, καταφατικών κρατικών ανθρωπολογιών ώστε δήθεν να επιλυθεί το όλο πρόβλημα, κάτι το οποίο επίσης επέδειξε τη φρικιαστική αποτυχία του κατά τον ΠΠΒ.

Η οικτρή ιστορική αποτυχία αυτής της (κατά το μάλλον πειραματίστικης) γραμμής ανάλυσης και εφαρμογής μέσα στους κόλπους της Κρατικής Επιστήμης ώθησε την τελευταία σε πιο γειωμένες και πραγματιστικές εφαρμογές αναφορικά με το μηχανικό αυτοματισμό του κεντρικού σχεδιασμού. Ήταν η εποχή της τρίτης βιομηχανικής επανάστασης που είχε ακριβώς σαν αιχμές την πληροφορική, το μηχανικό υπολογισμό (computation), τις τηλεπικοινωνίες και την κυβερνετική.[5] Πάγια από τις δεκαετίες του 1950 και 1960, η CIA προειδοποιούσε και ανέφερε για την ανάπτυξη Σοβιετικών Λογικών Μηχανών, μηχανοποίησης της σκέψης και αυτοματισμών για τη διεξαγωγή του Ψυχρού Πολέμου (ΠΠΓ) και την αύξηση της παραγωγικότητας κατά την υλοποίηση των πλάνων κεντρικού σχεδιασμού.[6]

Η σοβιετική αντίληψη για τον κεντρικό σχεδιασμό άλλαζε: από συλλογική εμπρόθετη, συνειδητή δραστηριότητα της εργατικής τάξης και του ανθρώπινου δυναμικού και των ανθρώπινων πόρων του Κόμματος (όπως προβαλλόταν προπολεμικά) μεταπολεμικά όλο και πιο πολύ προβαλλόταν και ιδεολογικοποιούταν ως τεχνικά και μηχανικά οργανωμένος αυτοματισμός: οι ειδικοί και γνώστες αυτού του πράγματος προωθούνταν σε όλα τα κλιμάκια του Κόμματος και της διοίκησης, ως ένα ειδικό διοικητικό apparatus, ως μια νέα διαχωρισμένη μορφή εξουσίας η οποία επίσης ταυτιζόταν με την Κρατική Επιστήμη, την ίδια στιγμή κατά την οποία από τους κόλπους της τελευταίας εκπορευόνταν μαζικά κύματα ιδεολογικοποιημένου θετικισμού  (συχνά στην καινούρια τότε μορφή του δομισμού) μέσα στα ιδρύματα.

Εν τούτοις, από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, στα αντίστοιχα HΠΑ κέντρα κυοφορούταν μια συνολική επιστημολογική και ιδεολογική αντεπίθεση εις βάρος του κεντρικού σχεδιασμού και ό,τι αυτός συμπεριελάμβανε. Καρπός αυτής της στρατηγικής ήταν η στα 1964 συλλογική έκδοση με τίτλο “Central Planning And Neomercantilism”[7].  Η κεντρική ιδέα ήταν απλή και μεγαλοφυής: η ανάπτυξη όλων των υλικών τάσεων και δυναμικών του φιλελεύθερου καπιταλισμού των 17ου-19ου αιώνων θα επέφερε το ξεχαρβάλωμα του κεντρικού σχεδιασμού -και αποδείχθηκε σε γενικές γραμμές σωστή.

Στον ίδιο χρόνο, σφυρηλατούνταν προωθημένες (μη-νεοφιλελεύθερες) κριτικές, όπως η απογύμνωση των κυβερνετικών του ανταγωνισμού ως μορφή κοινωνικού βιολογικισμού.[8] Η ιδεολογία της Κρατικής Επιστήμης της ΕΣΣΔ ασφυκτικά παραγεμισμένη με όλα τα είδη θετικισμού και τυπικολογικισμού έμοιαζε αντιδραστική και παρωχημένη μπροστά στις νέες ΗΠΑ ιδέες και κριτικές εννοιολογήσεις. Η ΗΠΑ διανοητική πρωτοπορία έμοιαζε ότι γινόταν ο φορέας μιας πραγματικά επικαιροποιημένης (updated) διαλεκτικής και μαρξικής κριτικής στο θετικισμό και στο μηχανιστικό βιολογικισμό, και ότι αυτές οι επιστημολογίες σιωπηρά υποτίθεντο στην ίδια τη δομική λειτουργία του κεντρικού σχεδιασμού ως αυτοματικού.

-Θα επιμείνουμε στην ανάδειξη της κριτικής στα βιολογικίστικα κυβερνετικά ως νέες εκδοχές κρατικών καταφατικών και θετικιστικών ανθρωπολογιών και εθνολογιών. Θεωρούμε ότι οι πρόσφατοι αποκτηνωτικοί και βιολογικά ρατσιστικοί λόγοι (discourses) του όλου πλέγματος της ισραηλινής στρατοκρατίας και μπατσοκρατίας είναι άμεσα συναφείς σε τέτοιες εκδοχές κυβερνετικών. Περαιτέρω, υλικά και πραγματικά δείγματα (samples) εκ της εργασίας μας, ενδεικνύουν ότι πρόσφατες επιστημολογίες υποτιθεμένων παραδοσιακών μαρξιστών, αλλά και αποαποικιακών περί μιας πριμιτιβιστικής και θετικιστικά ανθρωπολογικής πλαισίωσης του αντισιωνισμού, της ετερότητας κλπ είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα μυστικοποιούν (και αντεστραμμένα κανονικοποιούν) την πολεμική δράση και προπαγάνδα του ισραηλινού στρατού.

V.

Κατά τη διάρκεια της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης, η Κρατική Επιστήμη προσπαθώντας ασθμαίνουσα να προσαρμοσθεί οργανικά στο μη διαμεσολαβημένο βιομηχανικό προτσές, απέκτησε το φετίχ των φετίχ: AI. 

Σε ακραίες, αλλά υπαρκτές εφαρμογές αυτής της νέας μόδας, ακόμη και το chatgpt επιφορτίζεται με Καντιανού τύπου δικανικά, αποφαντικά -εσχάτως και παιδαγωγικά- καθήκοντα, ενώ το πιο πρόσφατο ιδεολογικό κύμα της Κρατικής Επιστήμης είναι η θεωρησιακή ρεαλιστικοποίηση-υποστασιοποίηση κάθε πράγματος, κάθε στοιχείου του κεφαλαίου στις αναρίθμητες μορφές του.

Η μαζικοποίηση της AI επικαιροποιεί την όλη κουβέντα περί κεντρικού σχεδιασμού, επομένως και τα κρατικοσοσιαλιστικά όνειρα της Κρατικής Επιστήμης. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών των τάσεων είναι η εκπόνηση θεωρητικών και πραγματικών πειραμάτων και προβολών περί διεξαγωγής του οικονομικού προτσές από έναν AI πράκτορα (ο οποίος -όλως τυχαίως- ονομάζεται Μαξ)[9] και όχι από την κακή, άδικη και ανήθικη αγορά.

Ακόμα κι ένα παιδί της μέσης εργατικής οικογένειας μπορεί να καταλάβει ότι αυτές οι ιστορίες είναι κατ’ ελάχιστον στάχτη στα μάτια των εργατών: στον ίδιο χρόνο μυστικοποιούν και προετοιμάζουν τεχνολογικές επιθέσεις του κεφαλαίου στην εργασία, πρακτορεύουν μια μεγαλύτερη ποσοτική αναλογία σταθερού κεφαλαίου ως προς το μεταβλητό. Και κατ’ αυτόν τον τρόπο η όλη χοάνη των προβληματικών περί του νόμου πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους επανατίθεται -συχνά μέσα από τη late eighties οπτική του Καφέντζη.

Επιπρόσθετα, παρόμοιες προβληματικές τίθενται και από μια πιο μακροχρόνια και μακροπρόθεσμη ιστορική προοπτική: η πτώση της αξίας του εμπορεύματος της εργατικής δύναμης (μέσα από την αντικατάσταση ζωντανών κοινωνικών δραστηριοτήτων απαιτούμενων για την αναπαραγωγή και διαμόρφωση της εργατικής δύναμης από λειτουργίες νεκρής εργασίας, σταθερού κεφαλαίου όπως είναι η AI) επιφέρει συνολικά πτώση της αξίας του κοινωνικού συνολικού κεφαλαίου: με άλλα λόγια ιστορικό κατέβασμα του σύγχρονου καπιταλισμού μέσα από τον ίδιο τον Αξιακό Προσδιορισμό.


[1] Βλ. Marx, ibid, V. Spaltung des Profits in Zins und Unternehmergewinn. Das zinstragende Kapital, 24. Veräußerlichung des Kapitalverhältnisses in der Form des zinstragenden Kapital, S. 404 επ.

[2] Βλ. ibid, 27. Die Rolle des Kredits in der kapitalistischen Produktion, 29. Bestandteile des Bankkapitals, S. 451 επ., 481 επ.

[3] Ενδεικτικά βλ. https://en.wikipedia.org/wiki/War_communism, https://en.wikipedia.org/wiki/Primitive_socialist_accumulation

[4] Ενδεικτικά βλ. https://en.wikipedia.org/wiki/Economic_calculation_problem,  Hayek, Friedrich (1935). "The Nature and History of the Problem"; "The Present State of the Debate". Collectivist Economic Planning. pp. 1–40, 201–243,  Von Mises, Ludwig (1990). Economic calculation in the Socialist Commonwealth, Mises Institute, https://cdn.mises.org/Economic%20Calculation%20in%20the%20Socialist%20Commonwealth_Vol_2_3.pdf

[5] Ενδεικτικά βλ. Laura Kurek, The Peculiar History of Computers in Soviet Union, https://www.wilsonquarterly.com/quarterly/_/the-peculiar-history-of-computers-in-the-soviet-union, Soviet Cybernetics: An Introduction by Renato Flores, Oct. 15, 2022, https://cosmonautmag.com/2022/10/soviet-cybernetics-an-introduction/#:~:text=The%20theory%20of%20fast%2Dacting%20electronic%20computing%20machines,logical%20processes%2C%20similar%20to%20human%20thought%20processes.

[6] Ενδεικτικά βλ. https://www.cia.gov/readingroom/docs/DOC_0000500598.pdf, https://www.cia.gov/readingroom/docs/CIA-RDP85T00875R001700010088-3.pdf, https://www.cia.gov/readingroom/docs/DOC_0000500644.pdf, https://www.cia.gov/readingroom/docs/DOC_0000498114.pdf, https://www.cia.gov/readingroom/docs/CIA-RDP90T01298R000400180001-1.pdf

[7] Βλ. Helmut Schoeck and James W. Wiggins (eds.), Central Planning and Neomercantilism, Princeton, New Jersey, Toronto, New York, London, D. Van Nostrand Company1964, https://cdn.mises.org/Central%20Planning%20and%20Neomercantilism_3.pdf

[8] Βλ. Garret Hardin, "The Cybernetics of Competition: A Biologist’s View of Society", οπ., pp. 60-90. 

[9] Βλ. Edward (Ted) A. Parson, “Max – A Thought Experiment: Could AI Run the Economy Better Than Markets?”, UCLA School of Law, Law-Econ Research Paper No. 20-02, Date Written: February 10, 2020, https://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=3489259, https://knightcolumbia.org/content/privacy-autonomy-and-the-dissolution-of-markets, https://druce.ai/2025/04/economic_singularity, https://www.openphilanthropy.org/research/could-advanced-ai-drive-explosive-economic-growth/, https://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0016328721001932, https://www.bankofengland.co.uk/speech/2024/may/jon-hall-speech-at-the-university-of-exeter


Εξορύκτες του Πραγματικού

 

 

 

Κρατικός καπιταλισμός και κεντρικός σχεδιασμός. Υποκειμενικό/Αυτοματικό στην Κρατική Επιστήμη


Die kraftlose Schönheit haßt den Verstand, weil er ihr dies zumutet, was sie nicht vermag. Aber nicht das Leben, das sich vor dem Tode scheut und von der Verwüstung rein bewahrt, sondern das ihn erträgt und in ihm sich erhält, ist das Leben des Geistes. Er gewinnt seine Wahrheit nur, indem er in der absoluten Zerrissenheit sich selbst findet. Diese Macht ist er nicht als das Positive, welches von dem Negativen wegsieht, wie wenn wir von etwas sagen, dies ist nichts oder falsch, und nun, damit fertig, davon weg zu irgend etwas anderem übergehen; sondern er ist diese Macht nur, indem er dem Negativen ins Angesicht schaut, bei ihm verweilt. [1]

“Kurz, die Konkurrenz muß es auf sich nehmen, alle Begriffslosigkeiten der Ökonomen zu erklären, während die Ökonomen umgekehrt die Konkurrenz zu erklären hätten“[2].

 

Ι.

Η εννοιολόγηση του τρέχοντος βιομηχανικού και εμπορικού προστατευτισμού ως κρατικού καπιταλισμού[3] εμβάζει μια γενικότερη προβληματική προσδιορισμού της σύγχρονης περιόδου της καπιταλιστικής ιστορίας. Αυτό άπτεται κύρια της εργασίας της στρατηγικής σκέψης περιλαμβάνουσας την πολιτική και συνταγματική ιστορία και τις διεθνείς σχέσεις.

Ένα ποιοτικό στοιχείο που μπορεί να διακριθεί, είναι ότι ο τραμπισμός τόσο ως εφαρμοσμένη πολιτική, όσο και ως ιδεολογία τείνει να αποκτήσει ηγεμονικά σημαίνοντα χαρακτήρα μέσα στην ευρύτερη πολιτική κουλτούρα σε παγκόσμιο επίπεδο. Αυτό έχει να κάνει με το ότι inter alia συνιστά εν μέρει απόκριση στις χρόνιες εγκλήσεις της ρωσικής παραδοσιοκρατίας και της φραγκικής δεξιάς. Πρόκειται για μια δυναμική που εκ νέου ρευστοποιεί τις ποιότητες διακριτότητας μεταξύ παραδοσιακής αριστεράς και σύγχρονης δεξιάς, και στον ίδιο χρόνο εμφανίζει ρεύματα φιλοτραμπικού εργατισμού και φιλοτραμπικής κομμουνιστικής αντίληψης.[4] Η αντιπαράθεση των ατζεντών MAGA και Woke, και η ενσωμάτωσή της ως τέτοια στη δημόσια συζήτηση πλειόνων χωρών de facto επιδρά στον αμερικανικό ηγεμονισμό.

Στα πλαίσια αυτά, η προϊούσα αναγνώριση περί (αυταρχικού) κρατικού καπιταλισμού αντικειμενικά επιφέρει και μια αναθέρμανση της συζήτησης περί του κεντρικού σχεδιασμού.

Πριν λίγες εβδομάδες, ο Nasser Al Masri δημοσίευσε στο RTSG άρθρο με τίτλο “Σοβιετικός Σχεδιασμός Απομυστικοποιημένος” στο οποίο προβαίνει σε μια συνόψιση του μοντελοποιητικού κεντρικού σχεδιασμού.[5] Στις αρχές του Μαρτίου, το ίδιο μέσο είχε δημοσιεύσει άρθρο για τις μάλλον κεντρικοποιητικές και κεντρικοσχεδιαστικές τάσεις στην Κινεζική εταιρική διακυβέρνηση.[6] Αυτό στη βαθιά υλικότητά του μπορεί να ιδωθεί ως αντεστραμμένη αναγνώριση και κανονικοποίηση της ταξικής πάλης σε μια σειρά τομέων και επιχειρήσεων, αλλά μπορεί να καταδεικνύει και μια μακροπρόθεσμη[7] ανάγκη ενίσχυσης του κεντρικού σχεδιασμού ως απάντηση στα χρονίζοντα (πιθανότατα συστημικά) προβλήματα της Κινεζικής οικονομίας (βαθιά κρίση σε βιομηχανία κατασκευών και σε real estate, αποπληθωρισμός, υποκατανάλωση, τάσεις επιβράδυνσης, ηλικιακή γήρανση πληθυσμού)[8].

Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν ισχύει μια τάση ενίσχυσης του κεντρικού σχεδιασμού στην Κίνα, αυτό ιδεατά φέρνει αμφότερα πλησίον, και δεν αποκλίνει από το λεγόμενο κρατικό καπιταλισμό -αν και κάποιος μπορεί να πει ότι η τάση ενίσχυσης του κεντρικού σχεδιασμού στην Κίνα αποδίδει μόνο την πολιτική και θεσμική επιλογή του κεφαλαίου της παγκόσμιας αγοράς για κρατικό καπιταλισμό.

Στις ακόλουθες γραμμές δεν περιγράφεται το θέμα του κρατικού καπιταλισμού – κεντρικού σχεδιασμού ως απορρέον από τη συνολική κίνηση του κεφαλαίου ως ολότητας. Κι αυτό γιατί προκειμένου να γίνει κάτι τέτοιο, αντικειμενικά απαιτείται ένα κύμα αγώνων και εξεγέρσεων που να στοχοποιούν τον κρατικό καπιταλισμό, δηλαδή την τρέχουσα πολιτική και διοικητική μορφή του κεφαλαίου που εμφανίζεται διαχωρισμένα αλλά και μέσα από τις στιγμές της ενότητας ως η ίδια η συγκρότηση του καπιταλιστικού κράτους και του καπιταλιστικού κρατικού δικαίου.

Από αυτήν την άποψη, αυτό το οποίο φέρνουμε στο φως, είναι η επίδραση της ανάδυσης του κρατικού καπιταλισμού στις διακυμάνσεις της κρατικής επιστήμης και τις μυστικοποιήσεις και ιδεολογικοποιήσεις στις οποίες αυτή προβαίνει ώστε να προμοτάρει στους υπηκόους τις νέες πολιτικές και θεσμικές καπιταλιστικές μορφές.

ΙΙ.

Από τα χρόνια του Λένιν, σε πολλές εκδοχές Κρατικής Επιστήμης οι όροι μονοπώλιο, κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός, αυτοματοποιημένος κεντρικός σχεδιασμός λειτουργούσαν σημειωτικά ως έσχατον: το τελευταίο στάδιο πριν τη μαθηματικά αναμενόμενη παγκόσμια επικράτηση του σοσιαλισμού.

Η εργατική κριτική, αλλά και οι νοήμονες στιγμές της καπιταλιστικής οικονομικής επιστήμης με διάφορους τρόπους έχουν καταδείξει ότι η αντιιμπεριαλιστική πολιτική οικονομία του (αντι-)μονοπωλίου πέρα από ότι τελεί σε λογική και συστηματική αντίφαση προς το μαρξικό έργο και ανάλυση, δεν στηρίζεται στην εμφάνισή της ως απόλυτο από τα εμπειρικά δεδομένα μέσα από τα οποία αποτυπώνεται και εξωτερικεύεται η κίνηση των οικονομικών κατηγοριών.[9]

Σε μια προσπάθεια περαιτέρω εκλογίκευσης και απομυστικοποίησης, μπορεί να ειπωθεί ότι στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες τέτοιες τάσεις (μονοπώλησης, σχεδιασμού κλπ) επιβάλλονται μέσα από την οργάνωση, πραγμάτωση και υλοποίηση της πολεμικής δραστηριότητας και από την πολεμική[10] οικονομία –άλλωστε, αυτές οι τάσεις στις περισσότερες των περιπτώσεων παρατηρούνται στους τομείς της πολεμικής οικονομίας (πλευρές από βιομηχανία εξορύξεων, ενέργειας, μεταλλουργίας, πληροφορικής, τεχνολογίας, μεταφορών, θεάματος). Αυτό φυσικά για κάποιους αποτελεί κατ’ αντίστροφη νοητική πορεία αντικειμενική απόδειξη για την ορθότητα του Χόμπσον, της θεωρίας περί ΚΜΚ κοκ.

Από την οπτική της Κριτικής Ιστορίας ή και μιας κριτικής εννοιολόγησης της ενεργότητας της Ιδέας, στην Κρατική Επιστήμη το αντικειμενικό μεταστρέφεται σε υποκειμενικό και vice versa. Από μια νεοθετικιστικά ρεαλιστική αντιίμπ άποψη, ο κρατικός καπιταλισμός επιβάλλεται επί της συγκυρίας από την αντικειμενικότητα του μονοπωλιακού κεφαλαίου (χωρίς βέβαια να παρέχεται μια συνολική εξήγηση ή ερμηνεία για την νεοφιλελεύθερη ιστορική περίοδο του 1970-2010) σε τέτοιο βαθμό όπου η μορφή (το κράτος) συγχωνεύει το περιεχόμενο (το κεφάλαιο), και κατ’ αυτόν τον τρόπο συνολικά ο καπιταλισμός στη φαινομενικότητά του αναπτύσσεται ως κενός φορμαλισμός: καπιταλισμός (αντικειμενικότητα) και καπιταλιστικός ρεαλισμός (υποκειμενικότητα) είναι ένα και το αυτό. Από μια ποιοτικά διαφορετική άποψη εργατικής κριτικής, ο κρατικός καπιταλισμός είναι το θεσμικό επιφαινόμενο του σύμφωνα με τη Ρόζα μιλιταρισμού ως τρόπου συσσώρευσης και αναπαραγωγής του κεφαλαίου.

III.

Ο όρος μονοπώλιο χαρίζει στην Κρατική Επιστήμη τον κατά φαινόμενο ανυπέρβλητο θετικισμό του αυτοματικού. Στη λεξιμαγεία του δεν υπάρχει κάτι πιο αντικειμενικό, πιο αντι-κείμενο erga omnes από την ιδέα του μονοπωλίου. Η ιδέα αυτή (αποδίδουσα μια τεχνοκαπιταλιστική και τεχνοφυλετική ουτοπία περί πλήρους καθυπόταξης της υποκειμενικότητας και του υποκειμένου) έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως για την οργάνωση και νοηματοδότηση εξουσιαστικών, οικονομικών, πολιτικών, ιδεολογικών σχέσεων. Eίναι σχεδόν ταυτισμένη με την Κρατική Επιστήμη επειδή αποκρύπτει βασικές ιδιότητες και δυναμικές του λεπτομερειακού και συλλογικού εργάτη, της ίδιας της ζώσας εργασίας μέσα στο γενικότερο οικονομικό προτσές.

Η οργάνωση της οικονομίας από εκεί που είχε φτάσει μέσα από την ανάπτυξη της ταξικής πάλης στο να επισκιάζεται και ενεργά να προσδιορίζεται από τον ζώντα βιομηχανικό οργανισμό-το συλλογικό εργάτη, από το αυτόματο της γενικής νοημοσύνης, πλέον κυριαρχείται από έναν όρο ο οποίος εμφανίζεται στη διαδικασία διαμόρφωσης των τιμών και σε άμεση συσχέτιση με αυτές, αλλά χρησιμοποιείται -ως απολυτοποιητική χωριστική μορφή- επί του πρακτέου για να καθιερώσει έναν τρόπο οικονομικής διοίκησης, καθυπόταξης, λογοκρισίας, βιοπολιτικής, εξουσίας και των διαμεσολαβήσεών των. -Η ιδέα του μονοπωλίου και οι discourses περί αυτού είναι η Σπινοζιστικά άγρια, ανέλεγκτη υποκειμενικότητα του ίδιου του καπιταλιστικού ανταγωνισμού.

Η νομιμοποίηση αυτής της νέας εξουσίας έχει να κάνει με την παρουσίαση και αναπαραγωγή του γραμμικού, αντικειμενικά προ-οδευτικού και αντικειμενικά αυτοματικού (στο δημώδες λεξιλόγιο νομοτελειακού) τρόπου σχηματισμού του μονοπωλίου, ώστε αυτό τίθεται ως απαράβατος και αναγκαίος -σχεδόν κανονιστικός- όρος για κάθε προλεταριακή εξέγερση και επαναστατική έφοδο.

Ο Νικ Λαντ στα early nineties απέδωσε υπερκαταληπτικά (δηλαδή μέσα από τις απωθήσεις του κρατικού και καπιταλιστικού φαντασιακού και υποσυνειδήτου) τον αυτοματικό χαρακτήρα του μονοπωλίου μέσα από τον όρο της τεχνοκαπιταλιστικής μοναδικότητας.[11] Απ’ αυτήν την άποψη, το μονοπώλιο αποδίδει τον υποκειμενισμό της καπιταλιστικής τελείωσης στην ιδεατή μορφή του απόλυτου αντικειμενικού -στην ιδεατή μορφή του αυτοματικού.

Περίπου το ίδιο ισχύει και για το κατ’ ιδέαν σοσιαλιστικό φαντασιακό και υποσυνείδητο: αν ο όρος μονοπώλιο αντικατασταθεί με τον όρο κεντρικό σχεδιασμό, κι αυτός προβάλλει ως ιδεατή μορφή του απόλυτου αντικειμενικού -αυτοματικού.

Τεράστιες συσκευές (υπερ-)λογικών μηχανών που τρέχουν όλα τα προγράμματα σοσιαλιστικής οργάνωσης, ανάπτυξης και επιτήρησης επιτηρούμενες και ελεγχόμενες από πάνσοφους τύπους με λευκές ρόμπες. Αφάνταστη ανάπτυξη κάθε μορφής λογιστικής και λογισμικής επιστήμης μέσα από τον ανταγωνισμό μεταξύ καπιταλιστικών και σοσιαλιστικών αλγορίθμων και νευρορίθμων … έλλειψη κομματικού οξυγόνου

 

Εξορύκτες του Πραγματικού

 



[1] GWF Hegel, Phänomenologie des Geistes, Vorrede: Vom wissenschaftlichen Erkennen, Verwandlung des Vorgestellten und Bekannten in den Gedanken, Werke, Band III, Frankfurt am Main,  Suhrkamp, 1970, S. 36, απόσπασμα

[2] Karl Marx, Das Kapital, Band III. Der Gesamtprozeß der kapitalistischen Produktion, VII. Die Revenuen und ihre Quellen, 49. Zur Analyse des Produktionsprozesses, 50. Der Schein der Konkurrenz, MEW, Band 25, Berlin, Dietz Verlag, 1965, S. 872, απόσπασμα

[3] Ενδεικτικά βλ. Christian Fuchs, “Donald Trump: A Critical Theory-Perspective on Authoritarian Capitalism”, tripleC 15(1): 1-72, 2017, https://d-nb.info/1211815323/34,  Ilias Alami, State Capitalist Mutations Under Trump 2.0, The Law and Political Economy Project, https://lpeproject.org/blog/state-capitalist-mutations-under-trump-2-0/

[4] Βλ. Jeff Manza and Ned Crowley, “Working Class Hero? Interrogating the Social Bases of the Rise of Donald Trump”, The Forum 2017; 15(1): 3–28, andrew j. cherlin, “White Working-Class Support for Trump, Contexts, Vol. 20, No. 2 (Spring 2021), pp. 30-35, https://www.americanprogress.org/article/how-to-evaluate-whether-trump-delivers-for-the-working-class/,

https://en.wikipedia.org/wiki/Category:MAGA_Communism, https://www.theguardian.com/us-news/article/2024/may/24/what-is-maga-communism

[5] Βλ. https://www.rtsg.media/p/soviet-planning-demystified

[6] Βλ. https://www.rtsg.media/p/corporate-governance-in-the-peoples, για τη μετάφραση στα ελληνικά βλ. https://epanen.ilhs.gr/2025/03/17/etairiki-diakivernisi/?fbclid=IwY2xjawJFPoZleHRuA2FlbQIxMAABHdEU_5es1DZcA3rKJ-dwUCf0INTqIHi1LdYONTJ2uylyeo5YG-8VGlbYDg_aem_JzXQtglcnhHkbIEsS5zUIg#_ednref38

[7] Βλ. https://en.wikipedia.org/wiki/Fifteenth_five-year_plan

[9] Ενδεικτικά βλ. George J. Stigler, Occasional Papers from The Law School, The University of Chicago, Number 19, “The Economists and the Problem of Monopoly”, 1983, Ben Fine, Andy Murfin, “The political economy of monopoly and competition: A critique of monopoly and stagnation theory”, International Journal of Industrial Organization, Volume 2, Issue 2, June 1984, pp. 133-146, Paul Auerbach and Peter Skott, “Concentration, competition and distribution - a critique of theories of monopoly capital”, International Review of Applied Economics, Volume 2, 1988, pp. 42-61, Anders Molander, Μονοπώλια και σοσιαλισμός στην ανάλυση του ιμπεριαλισμού από τον Λένιν, https://dialytiko.espivblogs.net/2023/04/08/monopolia-kai-sosialismos-stin-analysi-toy-imperialismoy-apo-ton-lenin/, Insurgent Notes, Κριτική της λενινιστικής θέσης για τον ιμπεριαλισμό, https://dialytiko.espivblogs.net/2023/02/04/kritiki-tis-leninistikis-thesis-gia-ton-imperialismo/

[10] Ενδεικτικά βλ. James K. Galbraith, “The Meaning of a War Economy”, Challenge, Vol. 44, No. 6 (November-December 2001), pp. 5-12.

[11] Βλ. Nick Land, Meltdown, http://www.ccru.net/swarm1/1_melt.htm


Η πάλη για την πλήρη μεταμόρφωση της κλασικής (ταξικής) πολιτικής οικονομίας σε εργατισμό, και η πολιτική σημασία της

Τα θεμέλια του εργατισμού, οι ίδιες οι βασικές παραδοχές του, εξάγονται ευθέως και άμεσα από την κλασική (ταξική) πολιτική οικονομία.   Η θέ...