Matériaux Critiques, Τί είναι η Αντεπανάσταση?, Αύγουστος 2025


Matériaux Critiques, Τί είναι η Αντεπανάσταση?, Αύγουστος 2025

 

Ίσως η νίκη της Επανάστασης είναι πιθανή μόνο όταν η αντεπανάσταση έχει λήξει

Κ. Μαρξ, Ομιλία στη Δική της Κολωνίας (Φεβρουάριος 1849)

Σε αυτήν την περίοδο επιτάχυνσης των καπιταλιστικών καταστροφών φαίνεται σημαντικό σε εμάς να διευκρινίσουμε τη συγκεκριμένη έννοια της αντεπανάστασης, και να το κάνουμε αυτό εντός του μακροπρόθεσμου συγκειμένου των προλεταριακών πολιτικών κύκλων. Πράγματι, αυτός ο ουσιώδης χαρακτήρας μιας ιστορικής φάσης που μπορεί να διαρκέσει για δεκαετίες, συχνά ανάγεται στον περιορισμένο ισχυρισμό της μπουρζουάδικης άμεσης αντίδρασης στον κίνδυνο της επανάστασης. Επιπρόσθετα, είναι απίθανο να προσδιορίσεις την αντεπανάσταση χωρίς πρώτα να διευκρινίσεις σε ποια δυνητική επανάσταση τίθεται ως απάντηση. Γι' αυτό, προσδιορίζοντας την αντεπανάσταση επίσης σημαίνει το να αναλύεις τις συνθήκες αλλαγής μιας εποχής που μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε ενεργά μια προ-επαναστατική περίοδο χωρίς να αναγγέλλουμε την επικείμενη άφιξή της κάθε μέρα.

Αυτή η παρέκκλιση, πέρα από το να εμφανίζεται να είναι άκριτος αισιοδοξισμός, υπηρετεί πρώτιστα όλες τις αριστερές σέκτες να διατηρούν το δυναμικό τους κινητοποιημένο και κατ’ αυτόν τον τρόπο να δικαιολογούν την τυπική ύπαρξή τους, η οποία συχνά είναι περισσότερο από βλαβερή. Στην αντιδραστική έννοιά της, η αντεπανάσταση σχεδόν πάντα λογίζεται “δεξιά” ή ακροδεξιά. Ωστόσο, σε ποικίλες ιστορικές περιστάσεις του 20ου αιώνα, από τη Ρωσία στη Γερμανία, μέσω της Δημοκρατικής Ισπανίας ή της Μαοϊκής Κίνας, ήτο ο Σταλινισμός και η σοσιαλδημοκρατία τα οποία έδρασαν και επέβαλαν τις μακριές περιόδους αντεπανάστασης. Εν τέλει, σε μια πλανητική κλίμακα, η αντεπανάσταση μπορεί επίσης να αναπτυχθεί προληπτικά, καθώς η επανάσταση παραμένει μόνο ένα “φάσμα” ή μια απραγματοποίητη πιθανότητα. Γι’ αυτό, όταν μιλάμε για τη μακρά ιστορία της αντεπανάστασης, συχνά την αναφέρουμε ως “φασιστική, Σταλινική, και δημοκρατική” ώστε να φωτίσουμε το εύρος αυτών των διαφορετικών πιθανών μορφοποιήσεων.

 

-Η στρατηγική σημασία της κατανόησης των προλεταριακών πολιτικών κύκλων

Ήταν προφανώς ο Μαρξ που κατά το μάλλον καθαρά θεωρητικοποίησε τους οικονομικούς κύκλους ως τη βασική δομή που προσδίδει ρυθμό και συνθέτει την (υπέρ-)ζωή του Καπιταλιστικού Τρόπου Παραγωγής. Αυτοί οι οικονομικοί κύκλοι εγείρουν σε διαδοχικές φάσεις μέση ενεργή ανάπτυξη αντιτιθέμενη προς φάσεις κρίσης-στασιμότητας.

"Η οικονομική ζωή της βιομηχανίας μεταμορφώνεται σε μια διαδοχή περιόδων μέσης δραστηριότητας, ευημερίας, υπερπαραγωγής, κρίσης και στασιμότητας” K. Marx, Capital, Book I, PUF, “Quadrige” pp. 509-510, Paris, 1993.

Αυτοί οι οικονομικοί κύκλοι δεν προσδιορίζουν μηχανικά την άνοδο ή την πτώση των ταξικών αγώνων και το επίπεδο της αντιπαράθεσης προς τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Γι’ αυτό, οι πολιτικοί κύκλοι του προλεταριάτου είναι σχετικά ανεξάρτητοι των οικονομικών κύκλων της καπιταλιστικής αξιοποίησης. Η χυδαία (αντίληψη) συχνά ερμηνεύει την κρίση της υπερπαραγωγής ως το μοναδικό επιδρώντα παράγοντα, και κατ’ αυτόν τον τρόπο γενικεύει έναν αυτοματικό και μη-διαλεκτικό σύνδεσμο μεταξύ οικονομικών κρίσεων και της “υποχρέωσης” μιας κοινωνικής έκρηξης. Αξίζει να ανακαλέσουμε την κριτική του Μuni σχετικά με τον αυτοματικό προσδιορισμό “οικονομικής κρίσης-επανάστασης”: “Για τον ίδιο λόγο εκείνοι που λογαριάζουν σε μια κρίση υπερπαραγωγής, με τα συνακόλουθα δεκάδες εκατομμύρια ανέργων σε όλες τις χώρες, ώστε να προκαλέσουν αυτό το οποίο αποκαλούν “ξύπνημα του προλεταριάτου” είναι επικίνδυνα εσφαλμένοι. Αν μη τι άλλο, αποτελούν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Όχι μόνο έχουν μια ελλιπή κατανόηση του πως ο ανθρώπινος νους λειτουργεί, αλλά επίσης πιστεύουν ότι η εργατική τάξη είναι ανίκανη να επιτεθεί στον καπιταλισμό με τίποτε άλλο πέρα από την πείνα” G. Munis, Party-State Stalinism Revolution, p.96, Spartacus, Paris, 1975.

Είναι στα μπουρζουάδικα μακροοικονομικά που οι πολιτικοί κύκλοι είναι αυστηρά προσδιορισμένοι από οικονομικούς κύκλους, και κατ’ αυτόν τον τρόπο παράγεται η τυπική άποψη του χυδαίου υλισμού, για την οποία η οικονομική κρίση αναπόδραστα υπαινίσσεται/υπονοεί μια επανέναρξη των κοινωνικών αγώνων. Μετά ταύτα αυτό που απομένει είναι να περιμένεις για μια μείζονα, “μυθική” οικονομική κρίση (ιδωμένη ως μια εσωτερική μοίρα του κεφαλαίου) ώστε να αξιώσεις να δεις σε αυτήν το ξεκάθαρο σημάδι της επικείμενης επανάστασης. Αυτή η άποψη έχει αποδείξει το εσφαλμένο και τη ματαιοπονία της στην ιστορία των εργατών. Για να πάρουμε το κλασικό παράδειγμα της μεγάλης οικονομικής κρίσης που ξεκίνησε στα 1929 στις ΗΠΑ και συνεχίσθηκε διεθνώς, σε ουδεμία περίπτωση προκάλεσε επαναστατικά κινήματα. Εν αντιθέσει, εξ αιτίας κύρια της ανάπτυξης των Κεϋνσιανών οικονομικών μέτρων και της πολιτικής του "New Deal," το κράτος συνέχισε να καθυποτάσσει το προλεταριάτο και προετοιμάστηκε ιδεολογικά για τη μαζική καταστροφή του κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου προωθώντας τη ψευδή αντίθεση μεταξύ φασισμού και αντι-φασισμού. Αντίθετα σε μια μηχανιστική άποψη η οποία βλέπει μόνο τη βάναυση και τραυματική φύση της κρίσης, η κρίση είναι επί όλων μια ευκαιρία για το κεφάλαιο να ανασυγκροτηθεί και να αναδιοργανωθεί, επιτρέποντάς του να επαναλανσάρει την επέκτασή του μέσω ενός νέου ποσοστού πρόσθετης αξίας.

Με άλλα λόγια -(από τη στιγμή που) και το κέρδος είναι απλά μια άλλη ονομασία για την πρόσθετη αξία, ή την πρόσθετη εργασία, ο κύκλος της κρίσης μπορεί να εξηγηθεί μέσω της διάδοχης εξαφάνισης και επανέγερσης ενός επαρκούς ποσοστού εκμετάλλευσης” Paul Mattick, The Economic Cycle, in Marx and Keynes, p.90, Gallimard, Paris, 1972.

Ήταν ο Ένγκελς που μηχανεύθηκε ένα διάγραμμα για να αναδείξει τον κύκλο των κυματισμών μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης: “Αυτό το υπερβάλλον επαναστατικής δραστηριότητας αναγκαία το επακολούθησε στην Αγγλία μια αναπόδραστη αντίδραση η οποία με τη σειρά της υπερέβη το σημείο στο οποίο θα μπορούσε να διατηρήσει τον εαυτό της. Μετά από μια σειρά κυματισμών, το κέντρο βαρύτητας τελικά προσεγγίσθηκε και κατέστη ένα νέο σημείο αναχώρησης” F. Engels, Utopian Socialism and Scientific Socialism, p. 41, Social Editions, Paris, 1971. Αυτό είναι μια πρώτη προσπάθεια προσδιορισμού του προλεταριακού πολιτικού κύκλου, το ξεκίνημα και το τέλος του οποίου σημειώνονται από την ασυνέχεια μεταξύ της προτεραίας επιβολής των επαναστατικών δραστηριοτήτων και της αντίδρασης που προκαλούν πριν τη σταθεροποίηση και την πόρευση σε μια νέα κατάσταση που με τη σειρά της είναι πιθανό εν καιρώ να δώσει άνοδο σε ένα νέο σημείο αναχώρησης. Αυτός ο προλεταριακός πολιτικός κύκλος προσδιορίζεται αποκλειστικά από το σημείο θέασης της πολιτικής πάλης η καλύτερη έκφραση της οποίας είναι η τάση προς την αυτο-οργάνωση των εργατών. Σε διαφοροποίηση προς άλλες επαναστατικές τάξεις του παρελθόντος, το προλεταριάτο δεν δύναται να απελευθερώσει εαυτό από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής άνευ αντιπαράθεσης προς το κράτος ως τον προνομιούχο αντιπρόσωπο της κυρίαρχης κοινωνικής σχέσης: της μισθωτής σκλαβιάς. Σε διαφοροποίηση προς μεταβατικές περιόδους μεταξύ τρόπων παραγωγής σε ταξικές κοινωνίες, η μετάβαση στον κομμουνισμό δεν μπορεί να βασισθεί σε οποιοδήποτε υλικό θεμέλιο υπάρχον στην καπιταλιστική κοινωνία. Εντός του καπιταλισμού το προλεταριάτο έχει και θα έχει μονάχα την εργατική δύναμή του να ξεπουλήσει στο κεφάλαιο προκειμένου να επιβιώσει. Η μόνη εξουσία που μπορεί να αξιώσει πως διαθέτει, είναι αυτή της ριζοσπαστικής αντίθεσης στο κοινωνικό σύστημα το οποίο καταπιέζει και εκμεταλλεύεται, προκειμένου να το επαναστατικοποιήσει ολικά. Οι παραγωγικές δυνάμεις, για παράδειγμα, είναι ολικά υπηγμένες στο κεφάλαιο και με ουδένα τρόπο μπορούν να αξιοποιηθούν εκτός από το να μεταμορφωθούν ριζοσπαστικά ή να καταστραφούν. Το ίδιο είναι αληθές σχετικά με όλα τα δομικά στοιχεία του ΚΤΠ συμπεριλαμβανομένων των “επιστημών”. Γι’ αυτό, η περίοδος της δικτατορίας του προλεταριάτου για την κατάργηση της μισθωτής εργασίας θα είναι η απαραίτητη στιγμή για το επαναστατικό ξεπέρασμα προκειμένου να επιτευχθεί μια κομμουνιστική κοινωνία.

“... Σε μια ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, όταν θα έχει εξαφανιστεί η υποδουλωτική υποταγή των ατόμων στον καταμερισμό της εργασίας και μαζί της και η αντίθεση ανάμεσα στην πνευματική και τη σωματική δουλειά, όταν η εργασία θα έχει γίνει όχι μόνο μέσο για να ζεις, αλλά και η πρώτη ανάγκη της ζωής, όταν με την ολόπλευρη ανάπτυξη των ατόμων θα έχουν αναπτυχθεί και οι παραγωγικές δυνάμεις και θα αναβλύζουν πιο άφθονα όλες οι πηγές του κοινωνικού πλούτου, τότε μόνο θα μπορεί να ξεπεραστεί ολότελα ο στενός ορίζοντας του αστικού δικαίου και η κοινωνία θα γράψει στη σημαία της: Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητες του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του!” K. Marx and F. Engels, Critique of the Gotha and Erfurt Programs, p. 32, Éditions Sociales, Paris, 1972 (μετάφραση από την έκδοση της Σύγχρονης Εποχής, Αθήνα, 2007).

Επιπρόσθετα, όταν μιλάμε για πολιτικούς αγώνες, δεν αναφερόμεθα στους πολιτικούς ελιγμούς και τις τακτικές καθυστέρησης εφαρμοζόμενες από τη μπουρζουαζία στη δημοκρατική κυριαρχία της, που εσχάτως απαιτούν διαφθορά, ίντριγκα, συναίνεση και συμβιβασμό. Για το επαναστατικό προλεταριάτο δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τη ριζοσπαστική ρήξη με όλες τις όψεις του υπάρχοντος κόσμου μέσω της ολικής καταστροφής όλων των κρατών. Το μόνο συμβατό πρόγραμμα με την κατάσταση σήμερα είναι αυτό του ακέραιου/ολικού κομμουνισμού.

Το γιγαντιαίο προλεταριακό εξεγερτικό κίνημα της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου του οποίου η δύναμη εκδηλώθηκε σε παγκόσμια κλίμακα και οργανώθηκε στην Ιταλία στο στέρεο κόμμα του 1921, έδειξε καθαρά ότι η επιτακτική απαίτηση ήταν η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, και ότι το προλεταριάτο δεν την καταλαμβάνει με σύννομα μέσα αλλά με ένοπλο ξεσηκωμό, κι ότι η καλύτερη ευκαιρία αναδύεται από τη στρατιωτική ήττα της δικής του χώρας και ότι η πολιτική μορφή που έπεται της νίκης του, είναι η δικτατορία του προλεταριάτου. Ο οικονομικός και κοινωνικός μετασχηματισμός είναι ένα επακόλουθο καθήκον για το οποίο η δικτατορία δημιουργεί την πρώτη συνθήκη”. A. Bordiga, The Immediate Revolutionary Program, 1952. [1]

Σχηματικά, η θετική και ανερχόμενη φάση του προλεταριακού κύκλου σημαίνει την αύξηση της εξουσίας της ταξικής ανεξαρτησίας ώστε να οδηγήσει σε μια μετωπική σύγκρουση προς το κράτος και προς την τάξη που κερδίζει από τη μισθωτή εργασία. Αυτή η αύξηση στην (εργατική) εξουσία σημαίνει μια αύξηση στα ποσοτικά (αυξανόμενος αριθμός απεργιών και δράσεων των εργατών) και ποιοτικά (ανάπτυξη εργοστασιακών πολιτικών επιτροπών, ανεξάρτητων συνελεύσεων εργατών, κλπ, εκδόσεων, αγκιτάτσιας, προπαγάνδας, σαμποτάζ κλπ.) στοιχεία που συγκεκριμενοποιούν τη ζύμωση του προτσές οργάνωσης του προλεταριάτου σε τάξη δι’ εαυτώ. Είναι στην ανάπτυξη αυτής της αύξουσας ισχύος που οι αδυναμίες ξεπερνιώνται: που αυτά τα μαθήματα από το παρελθόν μεταμορφώνονται σε νέους προσανατολισμούς αγώνα: και πρόοδος επιτυγχάνεται όταν το ζήτημα της εξουσίας τίθεται συγκεκριμένα, προς μια πιθανά επαναστατική κατάσταση. Είναι τότε η στιγμή για την πιθανή κεντρικοποιημένη και διεθνή συγκρότηση του κόμματος της τάξης. Η πορεία της ιστορίας έτσι σπρώχνει προς την επανάσταση.

Εν αντιθέσει, στην κατιούσα και αρνητική φάση του κύκλου, η αποηθικοποίηση, η αίσθηση της ήττας, και μια επιστροφή στο “ο καθείς για τον εαυτόν του” επικρατούν. Είναι ώρα για υποχώρηση, πιθανά σε μια δίκαιη μάχη. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των προλετάριων επανεμφανίζεται, και οι δεσμοί αλληλεγγύης που είχαν αναδυθεί από την κοινή πάλη, εξαφανίζονται. Είναι επίσης η στιγμή εκτοπισμού και διάλυσης των πολιτικών σωμάτων που το προλεταριάτο είχε εγκαθιδρύσει για να διευθύνει τους αγώνες του. Οι δομές της συναίνεσης και των καπιταλιστικών οργανισμών-ενώσεων, των “κομμάτων-ολιγαρχιών” και του επανακτηθέντος ελέγχου και της διάλυσης της τάξης σε λαό και στην εκλογική αντιπροσώπευσή του. Επιστρέφουμε σε μια θλιβερή κοινωνική ειρήνη και ατομική επιβίωση. Η αντεπανάσταση οποιαδήποτε μορφή κι αν παίρνει, για ακόμη μια φορά ξεδιπλώνεται σ’ όλη την ολοκληρωτική λογική της: αυξημένη εκμετάλλευση και πολεμικές καταστροφές, κλιματική αλλαγή, προβλήματα υγείας και πάει λέγοντας.

 

-Οι μακρείς χρόνοι της αντεπανάστασης

Είμεθα, όπως είπαμε, στο επίπεδο της παγκόσμιας ιστορίας της εργατικής τάξης και των δυνατοτήτων της, ή γι’ αυτό της έλλειψης, περί αλλαγής του κόσμου. Αν αναλογισθούμε το βραχύ 20ο αιώνα (από την οπτική των αιώνων καπιταλιστικής κυριαρχίας) τα “παράθυρα επαναστατικής φωτιάς” ήταν πολύ σύντομα: ουσιωδώς στην εκκίνηση του αιώνα με το επαναστατικό κύμα του 1917-1923 (οι χρονολογίες είναι ενδεικτικές και όχι εμπεπηγμένες) και μόλις πριν το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με τα γεγονότα στην Ισπανία του 1931-1937. Στην πρώτη από αυτές τις περιόδους η αντεπανάσταση εξεδήλωσε τον εαυτό της στη μορφή μιας αντίδρασης από τους “Λευκούς” ή άλλα “ελεύθερα σώματα” που ανέχθηκαν την έγερση φασιστικών κινημάτων. Αλλά η πιο δυνατή αντεπαναστατική επίδραση ήτο εκείνη του Σταλινισμού παραχθείσα στο βαθύ πυρήνα της ήττας της Μπολσεβίκικης Επανάστασης. Ο Σταλινισμός διαιώνισε εαυτόν σε αυξανόμενα δραματικές και γροτέσκο μορφές: Μαοϊσμός, Πολποτισμός, Καστροϊσμός, Χοτζισμός, Μαδουρισμός κλπ. Λοιπόν, μετά το θάνατο του Στάλιν (1953) συνέχισε να επιβάλει αναστάτωση με έναν απεχθή δρόμο, όχι μόνο με καθεστώτα, αλλά και με “Μαρξιστικές-Λενινιστικές” πολιτικές μορφοποιήσεις σε πολλές χώρες ανά τον κόσμο. [2] Λίγο πριν τον αντεπαναστατικό θρίαμβο του Σταλινισμού φασιστικά κινήματα εμφανίσθηκαν πρώτα στην Ιταλία (1919) και έπειτα στη Γερμανία (1922) για να ολοκληρώσουν το παραλυτικό και καταπιεστικό έργο το οποίο είχε αναληφθεί από τη σοσιαλδημοκρατία συλλήβδην, και την παγκόσμια εγκόλπωση του εθνικισμού, του πολέμου και του λειτουργούντος του μπουρζουάδικου κράτους. Φασισμός και Σταλινισμός επηρρέασαν και αντέγραψαν ο ένας το άλλον σε πολλές περιπτώσεις (στρατιωτική δομή, χαρισματικός ηγέτης, λατρεία της προσωπικότητας, ανοιχτή καταπίεση όλων των αντιπάλων, αντισημιτισμός, αντιδραστικές ηθικές και καλλιτεχνικές εννοιολογήσεις, συγκεντρωμένο θέαμα κλπ) συχνά δείχνοντας να είναι δύο συμπληρωματικές και “αντίθετες” πλευρές του ίδιου αντεπαναστατικού κέρματος, ή ακόμα απλούστερα μεταβλητές της ίδιας δημοκρατικής και δικτατορικής ιδεολογίας.

"Το ιστορικό γεγονός ότι ο χείριστος και επίσης πιο οικείος εχθρός της δημοκρατίας σήμερα δεν είναι ο Κύριος Χίτλερ αλλά η ίδια η “δημοκρατία” -αυτό είναι το “μυστικό” κρυμμένο πίσω από τις ρηματικές μάχες μεταξύ “ολοκληρωτισμού” και της ίδιας της “δημοκρατίας” και “αντι-ολοκληρωτισμού”, ως επίσης η διπλωματική και στρατιωτική πάλη μιας ολότελα διαφορετικής σημασίας που αντιθέτει τον Άξονα στον Αγγλο-Σαξονικό όμιλο των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων” Karl Korsch, Marxism and Counterrevolution, pp. 200–201, Seuil, Paris, 1975.

Όπως ο Μπορντίγκα [3], ήταν ο ίδιος ο Κορς που είπε: “Θα ήταν μια υποτίμηση να πεις ότι οι σημερινές εκμεταλλευτικές κοινωνίες έχουν διατηρήσει και υιοθετήσει φασιστικά χαρακτηριστικά: ο ηττημένος φασισμός έχει κατακτήσει τους νικητές του” idem, p. 209. Παρομοίως, ο O. Rühle χαρακτήρισε το φασισμό και το Σταλινισμό (κάτω από τον ασαφή όρο “Μπολσεβικισμός”) ως “φαιό φασισμό” και “κόκκινο φασισμό” και ανακάλεσε την ιστορική ευθύνη της σοσιαλδημοκρατίας σχετικά με τη συντριβή του προλεταριάτου και τον ερχομό του φασισμού.

Η βαθιά μπουρζουάδικη φύση (των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών) η οποία έχει εκτεθεί σε αποφασιστικές στιγμές, τους οδήγησε για ακόμη μία φορά στο μονοπάτι του οπορτουνισμού. Ήτο το μονοπάτι της ανακωχής, της ταξικής συνεργασίας, του λαϊκού μετώπου με τους δημοκράτες και τους κληρικούς. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ προλεταριάτου και μπουρζουαζίας επανωθήθηκε στην ίδια τη μπουρζουάδικη τάξη: μεταξύ μικροαστών και μεγάλης μπουρζουαζίας. Το προλεταριάτο δεν είχε πια τη δική του εκπροσώπηση. Η ταξική πάλη διεξαγόταν μόνο από ψευτο-μαχητές και επί του πρακτέου ρευστοποιούταν” Otto Rühle, Brown Fascism, Red Fascism, p. 55, Spartacus, Paris, 1975.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο η αντεπανάσταση αξίωσε τον εαυτό της σε τρεις συμπληρωματικές μορφές: φασιστική, Σταλινική και δημοκρατική. Η τελευταία θα επικρατούσε δεσποτικά στη Δυτική Ευρώπη, καθώς ο Σταλινισμός θα επικρατούσε με μια κάποια δυσκολία στην Ανατολική Ευρώπη (προλεταριακές εξεγέρσεις σε Βερολίνο στα 1953, σε Ουγγαρία στα 1956, και Πολωνία στα 1980/82). Η δημοκρατία και το κοινωνικό περιεχόμενό της-σοσιαλδημοκρατία επίσης εξεδήλωσαν τη μέγιστη δύναμή των στη διαχείριση εξ ίσου των οικονομικών και κοινωνικών συγκρούσεων οι οποίες παρότι δεν εξαφανίσθηκαν, παρέμειναν επί το πλείστον εντός του αυστηρού πλαισίου της δημοκρατικής νομιμότητας (με την αξιοσημείωτη εξαίρεση της κατάστασης στην Ιταλία κατά τη διάρκεια της περιόδου γνωστής ως “Τα Μολυβένια Χρόνια” από το 1967 έως το 1983). Μα, αυτά ήταν απλά σοκς [4] που σε μια πλανητική κλίμακα δεν εκπροσωπούσαν μια ουσιώδη στροφή στον πολιτικό κύκλο, και όπως στην περίπτωση του Μάη 1968 στη Φραγκία, πλατιά υπερ-χαρακτηρίζονταν ως επαναστατικά κινήματα, όταν για ακόμη μια φορά δεν ήταν τίποτα παρά διαμαρτυρίες, αν και μαζικές, που με ουδένα τρόπο αμφισβήτησαν τα θεμέλια του καπιταλιστικού συστήματος και γι’ αυτό της μισθωτής εργασίας.

Η επαναστατική ψευδαίσθηση της δεκαετίας του 1970 προωθηθείσα από αριστεριστές και καπιταλιστική αριστερά μόνο επιμήκυνε τον αντεπαναστατικό χαρακτήρα της περιόδου μέσω της ευρέως εξαπλωθείσας αυταπάτης την οποία προκάλεσε. Η αναγγελθείσα μεγάλη νύχτα δεν ήταν τίποτα παρά η έκλαμψη της αυγής. Το προλεταριάτο επέστρεψε στην αποικία των καταδικασμένων με χανγκόβερ. Η αξιοθρήνητη πρακτική τους ευκρινώς φαίνεται εδώ, σε ένα βίντεο από τον Ιούνη 1968 μπροστά από έναν Διερωτώμενο εργάτη που δεν θέλει να επιστρέψει στην εργασία. [5] Η δύναμη της δημοκρατικής αντεπανάστασης ήτο η ικανότητά της να διατηρεί τον αδύναμο έλεγχο επί της αστικής κοινωνίας πολύ διαρκέστερα και βαθύτερα απ’ ότι οι περισσότερες “δικτατορικές” μορφές αντεπανάστασης, με το να διαχειρίζεται με επάρκεια συγκρούσεις, ακόμα και βίαιες, και να καταφέρνει να παρουσιάζει εαυτόν ως το πιο βιώσιμο και “ελάχιστα κακό” μοντέλο για τη συνέχιση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Μα, κι αυτό δεν πρέπει να ξεχνιέται, αυτή η δημοκρατική μορφή χρωστάει την επιβίωσή της στις μορφές οι οποίες ψευδώς ισχυρίζονται ότι αντιτίθενται στο φασισμό, αφενός, και στο Σταλινισμό, αφετέρου. Το πιο σημαντικό πράγμα για όλες αυτές τις μορφές πολιτικής κυριαρχίας είναι ότι ο καπιταλισμός δεν ανατρέπεται από την μόνη δύναμη που μπορεί να το κάνει: το προλεταριάτο, την τάξη των εκμεταλλευόμενων.

Περισσότερο από κάθε άλλη περίοδο στη σύγχρονη ιστορία, και σε μια ακόμα μεγαλύτερη κλίμακα, η δικιά μας δεν είναι μια περίοδο επανάστασης, αλλά αντεπανάστασης” K. Korsch, State and Counter-Revolution, 1939, in: Marxism and Counter-Revolution, already cited, p. 179.

 

-Αλλαγή πολιτικού κύκλου και επαναστατική κατάσταση

Γι’ αυτό, η αρνητική διάρκεια του αντεπαναστατικού πολιτικού κύκλου μπορεί να διαρκέσει για πολλές δεκαετίες, καθώς η ποιοτική ρήξη και το άνοιγμα μιας προεπαναστατικής περιόδου απαιτούν μια σύμπτωση πολλαπλών δρώντων, εξ ίσου αντικειμενικών και υποκειμενικών που καθιστά αυτόν τον τύπο περιόδου να εκδηλώνει εαυτό επί μιας πολύ βραχείας περιόδου. Σε αντίθεση με τη θεωρία του Τρότσκυ, είναι η αντεπανάσταση η οποία θα πρέπει να ανακηρυχθεί “διαρκής” καθώς η επανάσταση εκπροσωπεί μια φευγαλέα ασυνέχεια για μακριές περιόδους.

Το καθήκον των αντεπαναστατών είναι απλά να υπερασπισθούν την κοινωνία και τις αρχές μιας κοινότητας ευταξίας (order). Δεν είναι ένα θεαματικό εγχείρημα: δεν έχει τελική νίκη: επιτυγχάνει την επιτυχία του στο νου και την καρδιά παρά στο φόρουμ” T. Molnar, The Counter-Revolution, p. 228, 10/18, Paris, 1972.

Στη Ρωσία, μετά την πρώτη “μπουρζουάδικη-δημοκρατική” επανάσταση του Φεβρουαρίου 1917 ήταν αναγκαίο να περιμένεις η κατάσταση να ωριμάσει, μέχρι το Σεπτέμβρη όταν η πλειοψηφία αποκτήθηκε από τους Μπολσεβίκους στα Σόβιετ, ώστε να ξεκινήσεις να διαβλέπεις το άνοιγμα μιας προλεταριακής επαναστατικής πιθανότητας, καθώς τα γεγονότα του Ιουλίου ‘17 είχαν δείξει ότι η κατάσταση δεν ήτο εισέτι επαρκώς ώριμη. Ήταν η “διάνοια” του Λένιν να κατανοήσει το άνοιγμα μιας νέας περιόδου (ύστερα από το αποπειραθέν αντεπαναστατικό πραξικόπημα του Κορνίλωφ στα τέλη Αυγούστου) και τη συνάφεια της επανάστασης.

Από την άλλη, η διάνοια που έχει μια καθαρή επίγνωση της αληθούς γενικής τάσης μιας εποχής, μιας τάσης της οποίας η επίδραση είναι ζώσα και καλώς ιστάμενη, το βλέπει αυτό επί τω έργω ακριβώς πίσω από όλες τις περιστάσεις του καιρού του: γι’αυτό αυτός επίσης απασχολείται με τα αποφασιστικά θεμελιακά προβλήματα της συνολικής περιόδου, ακόμα κι αν ο ίδιος σκέφτεται ότι μόνο αυτός απευθύνει τα ζητήματα της ημερήσιας διάταξης” G. Lukacs, Lenin's Thought, p. 9, Denoël Publishing, Paris, 1972.

Μονάχα κατά τη διάρκεια του Οκτώβρη του 1917 οι πιο συνειδητοί Μπολσεβίκοι αντελήφθησαν ότι έπρεπε να παλέψουν σθεναρά (ενάντια στη μετριοπαθή και συμβιβαστική πτέρυγα της πλειοψηφίας του κόμματος, καθοδηγούμενη από Καμένεφ, Ζηνόβιεφ και Στάλιν) ώστε να επιβάλουν μια κατανόηση της μεταβαλλόμενης περιόδου και την αναγκαία στρατιωτική προετοιμασία για την εξέγερση. Αυτό κατέστη εμφανές λόγω της ευφυούς ιστορικής εμπειρίας που ο Λένιν ήταν ικανός να εννοιολογήσει τις θεμελιακές συνθήκες μιας επαναστατικής κατάστασης, ακόμα κι αν ο προσδιορισμός του συχνά χρησιμοποιήθηκε με έναν υπερβολικά μηχανικό και αυτοματικό τρόπο.

Για την επανάσταση δεν είναι αρκετό να κατανοήσουν οι εκμεταλλευόμενες και καταπιεσμένες μάζες πως είναι αδύνατο να ζουν με το παλιό τρόπο και να απαιτούν αλλαγή, για την επανάσταση είναι απαραίτητο οι εκμεταλλευτές να μη μπορούν να ζουν και να κυβερνούν με τον παλιό τρόπο. Μόνο όταν «οι κάτω» δεν θέλουν το παλιό και «οι πάνω» δεν μπορούν να κυβερνούν με τον παλιό τρόπο, μόνο τότε μπορεί να νικήσει η επανάσταση. Η αλήθεια αυτή εκφράζεται διαφορετικά με τα λόγια: η επανάσταση είναι αδύνατη χωρίς μια πανεθνική κρίση (που να θίγει και τους εκμεταλλευόμενους και τους εκμεταλλευτές). Επομένως για την επανάσταση πρέπει, πρώτο, να πετύχουμε ώστε η πλειοψηφία των εργατών (ή πάντως η πλειοψηφία των συνειδητών, των σκεπτόμενων και των πολιτικά δραστήριων εργατών) να καταλάβει πέρα για πέρα την ανάγκη της επανάστασης και να είναι έτοιμη να βαδίσει στο θάνατο γι αυτή, δεύτερο, πρέπει οι άρχουσες τάξεις να περνούν κυβερνητική κρίση που τραβά στην πολιτική ακόμη και τις πιο καθυστερημένες μάζες (το γνώρισμα κάθε πραγματικής επανάστασης είναι ότι γρήγορα δεκαπλασιάζεται ή ακόμη και εκατονταπλασιάζεται ο αριθμός των ικανών για πολιτικό αγώνα εκπροσώπων της εργαζόμενης και καταπιεζόμενης μάζας που ως τότε ήταν απαθής), εξασθενεί την κυβέρνηση και κάνει δυνατή για τους επαναστάτες τη γρήγορη ανατροπή της” Lenin, The Childish Malady of Communism (Leftism), p. 87, Moscow edition, 1969 (μτφ. από Άπαντα, τ. 23, σ. 300– 303)

Ο προσδιορισμός αυτός της μετάβασης σε μια επαναστατική κατάσταση είναι, ωστόσο, πλούσιος σε ακριβολογία και θεμελιακά προσδιορίζει τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες της επαναστατικής πιθανότητας. Πράγματι, η ανάγκη για κρίση επιδρώσα εξ ίσου σε “αυτούς πάνω και αυτούς κάτω” δεν μπορεί να αναχθεί σε μια οικονομική κρίση, αλλά πρέπει να γίνει αντιληπτή ως μια γενική πολιτική κρίση για την μπουρζουαζία η οποία καθιστά αδύνατο να συνεχίσει το ρόλο της ως διαχειριστής του προτσές αξιοποίησης, και ως μια πολιτική κρίση επιβεβαίωσης για το προλεταριάτο που μεταμορφώνεται ριζοσπαστικά σε ένα ενεργό, βουλητικό και συνειδητό υποκείμενο. Εξέγερση και η επαναστατική κατάληψη της εξουσίας δεν είναι ούτε κατανοητές ούτε επιτευκτές χωρίς τη σύμπτωση αυτών των δύο “κρίσεων” που καθώς αλληλεπιδρούν διαλεκτικά, δεν έχουν την ίδια προέλευση/εκπήγαση ή την ίδια δυναμική. Αυτό επίσης εξηγεί την πολύ δύσκολη φύση της επαναστατικής αλχημείας και τη σχετική συντομία διά της οποίας ο ευνοϊκός χαρακτήρας διατηρείται.

Η μη αναστρέψιμη αντιστροφή της ισορροπίας δυνάμεων και η αλλαγή μιας εποχής είναι αγαγνωρίσιμες εν καιρώ από τους δρώντες. Με αυτή την έννοια η ταξική συνείδηση πάντα καθυστερεί τη δράση εγερτικών μειοψηφιών και πρέπει, όπως ο Λούκατς εξηγεί, να “απονεμηθεί” στο επαναστατικό υποκείμενο κατά την πορεία του προτσές. Αυτή η δυσκολία αντανακλάται στο γεγονός ότι πολλοί επαναστάτες του παρελθόντος συχνά “καθυστερούσαν” εαυτούς λόγω του υπερβολικού αισιοδοξισμού, συνειδητοποιώντας κατόπιν του γεγονότος ότι η κατάσταση είχε αλλάξει και ότι η στιγμή για την επανάσταση είχε παρέλθει. Κατά συνέπεια, απέτυχαν να αναπτύξουν μια καθαρή στρατηγική υποχώρηση που ήταν ο μόνος δρόμος να αποφύγουν μια καταστροφική αντίδραση. Αυτές οι οπορτουνιστικές τακτικές και ελιγμοί οι οποίες υιοθετήθηκαν πρωτίστως από την Κομμουνιστική Διεθνή από το Δεύτερο Συνέδριό της, στόχευαν στη στασιμότητα σε μια ψευδαισθησιακή αναμονή μιας επανάληψης του επαναστατικού κύκλου. Αυτές οι καθυστερητικές στρατηγικές και τακτικές κληρονομηθείσες από τη σοσιαλδημοκρατία, αντί να διατηρούν μια διεθνή και διεθνιστική κατεύθυνση, ενδυνάμωσαν σφόδρα τη μακροπρόθεσμη φύση της αντεπανάστασης. Ο Σταλινισμός με το μίας χώρας σοσιαλισμό, το διαταξικό μετωπισμό του, και τον αξιοθρήνητο “Τριτο-Κοσμισμό” κατέστη η πιο φαύλη εκδήλωση αυτού του πράγματος, διαιωνίζοντας την επαναστατική στάση και φράση μόνο για να προδώσει τη θεμελιακή ανατρεπτική ουσία της. Αυτό ήτο το μεγάλο “ανησυχητικό ψεύδος” (A. Ciliga).

Σχετικά με τα γεγονότα στην Ισπανία δίνουμε το βήμα στον Καρλ Κορς που επισημαίνει ότι ο [6] Ισπανικός Πολιτικός Πόλεμος, πολύ μακριά από το να εγκαινιάσει μια νέα και θετική φάση στη σχέση μεταξύ πολέμου και επανάστασης, επιτέλεσε το ρόλο της πρόβας νυφικού για το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλά τα ιστορικά γεγονότα σχεδόν πάντοτε αλλάζουν το νόημά τους συν τω χρόνω: πριν γίνει το πρακτικό και ιδεολογικό ιντερλούδιο στην πλανητική πυρκαγιά, ο Ισπανικός Πολιτικός Πόλεμος είχε συγκροτήσει την τελική φάση του επαναστατικού προτσές που προωθήθηκε τον Απρίλη του 1931” K. Korsch, p. 242.

Μια εκτίμηση της αλλαγής και της αντιστροφής της ισορροπίας των δυνάμεων μεταξύ των τάξεων είναι ουσιώδης για την κατανόηση της περιόδου όπου βιώνουμε εντός της και διά την έλλογη προσαρμογή των προτεραιοτήτων στα καθήκοντα και τις δραστηριότητες των κομμουνιστών που πρέπει να αποκρίνονται είτε σε δυσμενείς περιόδους είτε σε πιο αναβράζουσες και ενθουσιώδεις περιόδους ευημερίας. Ο βολουνταριστικός κίνδυνος του “εκλαμβάνειν τα ενύπνια για πραγματικότητα” υπάρχει τόσο, ή περισσότερο από αυτό, όσο και ο τοπικιστικός κίνδυνος του αποτυγχάνειν να αντιληφθείς την προλεταριακή ανάσα και να εγκλωβισθείς σε μια παραλυτική ρουτίνα. Από το “Μεσάνυχτα στον Αιώνα” στο “Έφοδος στον Ουρανό” υπάρχει μια συσσώρευση αμέτρητων ποσοτικών στοιχείων, εξ ίσου “αντικειμενικών” και “υποκειμενικών” που πρέπει να αναλυθούν με ακρίβεια ώστε να κατανοηθεί η ποιοτική μεταμόρφωση της μακράς αντεπανάστασης σε ένα νέο πλανητικό επαναστατικό κύμα επιφέρον την κομμουνιστική επίλυση. Η συζήτηση και η αντιπαράθεση είναι γι’ αυτό ουσιώδη για συντρόφους, συντρόφισσες που επιθυμούν να καταλάβουν την κατάσταση προκειμένου να παρέμβουν καταλλήλως άνευ ακτιβισμού ή ακαδημαϊσμού στην τρέχουσα δυναμική.

Ειθέ αυτές οι λίγες σημειώσεις να διεγείρουν συζήτηση


[1] Για να αναγνώσεις αυτές τις θέσεις πλήρως, παρακαλούμε επισκέψου τον ιστότοπο: https://www.sinistra.net/lib/bor/bordiga.html Bordiga, όπως η πλατιά πλειοψηφία των επαναστατών παρελθόντων και παρόντων, καθιστά πολύ ευκρινή μια διάστιξη μεταξύ της αδιανόητης δικτατορίας του προλεταριάτου και του οικονομικού και κοινωνικού μετασχηματισμού. Οι δυο πλευρές της επανάστασης είναι εντελώς συνδεδεμένες διαλεκτικά και πρέπει να εκφρασθούν, όσο το πιο δυνατό, ταυτόχρονα. Η “Ρωσική” επανάσταση επικέντρωσε θεμελιωδώς στην πολιτική εξουσία, η “Ισπανική” επανάσταση στην κοινωνική εξουσία. Πρέπει να καταλάβουμε ότι αμφότερα είναι αδιαχώριστα και εξ ίσου σημαντικά αν θέλουμε ο ριζοσπαστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας να έχει κάποια πιθανότητα να πετύχει παγκόσμια.  

[2] Για τους αναγνώστες των Αγγλικών, συνιστούμε την μπροσούρα της ομάδας  Barbaria σε αυτό το θέμα: “Stalinism, red flag of capital,” δημοσιευμένο στα 2022 και διαθέσιμο στον ιστότοπο: https://barbaria.net/2022/09/19/el-estalinismo-bandera-roja-del-capital/ (barbaria @riseup.net: ceci est une adresse mail)

[3] Ο Μπορντίγκα οδήγησε την πάλη ενάντια στο Σταλινισμό ευθέως και ενάντια στον ίδιο το Στάλιν. Αφιέρωσε πολλές διαλέξεις και κείμενα σε αυτό το θέμα, συμπεριλαμβανομένων το Διάλογος με το Στάλιν (1953) και το Διάλογος με τους νεκρούς  (1957). https://www.quinterna.org/lingue/français/historique fr/dialogueaveclesmorts.pdf

[4] Άλλες μείζονες εργατικές εξεγέρσεις, όπως το Cordobazo στην Αργεντινή στα 1969 ή τα γεγονότα της Vitoria στην Ισπανία στα 1976, θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει σε μια θετική και διεθνή αλλαγή στον προλεταριακό πολιτικό κύκλο. Αλλά κάθε φορά, αυτές οι εξεγέρσεις συντρίβονταν με αιματοχυσία σε “μικρές συστάδες” και τοπικά, αποτυγχάνοντας  να συσπειρωθούν στο μείζονα πολιτικό μετασχηματισμό.  

[5] «La reprise du travail aux plants Wonder » (1968-2007) on : https://www.youtube.com/watch?v=ht1RkTMY0h4

[6] Ο Ισπανικός Πολιτικός Πόλεμος λειτούργησε μόνο ως πρόβα νυφικού για το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επειδή η κοινωνική επανάσταση είχε ηττηθεί εκεί, ουσιωδώς λόγω του Σταλινισμού υπό τας διαταγάς της Μόσχας. Επιπρόσθετα, πήρε όλο το βάρος της κυρίαρχης ιδεολογίας ώστε να επιβάλει ακόμη ένα ανησυχητικό ψεύδος στο παγκόσμιο προλεταριάτο: στην Ισπανία, υποθετικά, δύο στρατόπεδα αντιμετώπισαν το ένα το άλλο: εκείνο της δημοκρατικής ρεπούμπλικας (πολιτικής δημοκρατίας) και εκείνο του φασισμού. Η παγκόσμια μπουρζουαζία, όλες οι τάσεις και οι φράξιές της συνδυασμένες, είχαν κάθε συμφέρον στο να αποτρέψουν το παγκόσμιο προλεταριάτο από το να ενεργοποιήσει εκείνη την παγκόσμια επανάσταση να πάρει χώρα, ώστε αυτό δεν μπορούσε ενεργά να εκφράσει αλληλεγγύη σε αυτό.

 

Fj, Eu, Ms & Mm.

Μετάφραση (από τα φραγκικά) από IsaCR.

 

Bιβλιογραφία

Έργα:

- F. Engels, Socialisme utopique et socialisme scientifique, éditions sociales, Paris, 1971.

- K. Korsch, Marxisme et contre-révolution, Seuil, Paris, 1975.

-V. Lénine, La maladie infantile du communisme (le gauchisme), éditions de Moscou, 1969.

- G. Lukacs, La pensée de Lénine, éditions Denoël, Paris, 1972.

- K. Marx, Le Capital, livre I, PUF, « Quadrige », Paris, 1993.

- K. Marx et F. Engels, Critique des programmes de Gotha et d’Erfurt, éditions sociales, Paris, 1972.

- P. Mattick, Marx et Keynes, Gallimard, Paris, 1972.

- T. Molnar, La contre-révolution, 10/18, Paris, 1972.

- G. Munis, Parti-État stalinisme révolution, Spartacus, Paris, 1975.

- O. Rühle, Fascisme brun, fascisme rouge, Spartacus, Paris, 1975.

Ιστότοποι:

-A. Bordiga, Dialogue avec les morts, 1957, sur Quinterna.org :https://www.quinterna.org/lingue/

francais/historique_fr/dialogue_avec_les_morts.pdf

-A. Bordiga, Le programme révolutionnaire immédiat, 1952, sur Bibliothèque Internationale de la

Gauche Communiste : https://www.sinistra.net/lib/bor/bordiga.html

-Matériaux Critiques N°1, « Quelques éléments de réflexion sur la période de transition », ainsi que

sur notre site web : https://materiauxcritiques.wixsite.com/monsite/textes.

 

https://materiauxcritiques.wixsite.com/monsite/tex

 

Η κρίση του φραγκικού κράτους και ο αφόρητος αναγωγισμός και επιτελεστισμός των πολιτικών του “συμβολικού κεφαλαίου”

 

Η υποκατάσταση της Πολιτικής από την Αισθητική είναι ένα υποπροϊόν της Μοντερνιστικής αντίληψης, όπως επαναδιαμορφώθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα, δηλαδή στις συνθήκες του Β΄ Ράιχ και της μπελ επόκ. Επρόκειτο για μια αισιόδοξη μπουρζουάδικη στάση η οποία θάφτηκε στη λάσπη των χαρακωμάτων του ΠΠΑ. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει παραμείνει ως έξιν στον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς κάποιων μεγαλόσχημων.

Αν όταν εμφανίσθηκε ο αφηρημένος εξπρεσιονισμός κάποιοι ρωτούσαν κριτικά “είναι αυτό τέχνη?”, σήμερα μπορούμε να ρωτάμε “είναι αυτό πολιτική?”

Τα κριτήρια ορισμού της Πολιτικής δεν είναι πολλά, ούτε δυσνόητα. Εξάγονται άμεσα με έλλογο τρόπο από τις περιγραφές και τις εννοιολογήσεις τύπων σαν το Θουκυδίδη, τον Αριστοτέλη, τον Αυγουστίνο, το Θωμα Ακινάτη, τον Όκαμ, το Μακιαβέλι. Στα έργα όλων αυτών η κοινή παραδοχή είναι ότι η Πολιτική αποκρίνεται στο ζήτημα της θεσμικής εξουσίας όπως διαπλέκεται με τον κοινωνικό και ταξικό ανταγωνισμό εντός των πόλεων

Αυτό, όπως είναι γνωστό, διαθέτει αυτονομία τόσο από την Ηθική, όσο και από την Αισθητική, ώστε η αναγωγή του στη μία ή στην άλλη είναι κάτι ατυχές. Το ευφυές, το νοήμον είναι η ανεύρεση της Ηθικής ή της Αισθητικής διάστασης της Πολιτικής μέσα από και μέσα στην αυτονομία της, και όχι ο αναγωγιστικός υποβιβασμός της στην εμπειρία ή στην αντίληψη περί Αισθητικού ή Ηθικού. Αν ο Ηθικός υποβιβασμός της πολιτικής προέρχεται από την ευρύτητα της φορμαλιστικής Θεολογικής σκέψης, ο Αισθητικός υποβιβασμός έχει να κάνει κύρια με το Μεταμοντερνισμό. Εκ του αποτελέσματος διακρινόμενη αυτή η τάση επιφέρει (μέσω της Ηθικής και Αισθητικής) ένα είδος ουδετεροποίησης και αποπολιτικοποίησης της ίδιας της Πολιτικής δραστηριότητας και παρέμβασης είτε προέρχεται από το κράτος είτε από την αστική κοινωνία και τις κοινωνικές τάξεις.

Η μονομερής Αισθητική αντίληψη περί της Πολιτικής συντείνει στο φαινόμενο της Εισαγωγής στη “18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη”: η πολιτική σύγκρουση και δραστηριότητα ως επιτέλεση, ως σε τελική ανάλυση συμπεριφορά επαναληπτικής υποκριτικής.

Το εργατικό κίνημα έχει υποφέρει από τέτοιες αντιλήψεις. Στην τρέχουσα πολιτική συγκυρία η επιτελεστική πολιτική (ως επιτέλεση αισθητικών μορφών και διαδικασιών) αποκτά έξτρα επικαιρότητα (από δημοσιολογική άποψη) λόγω της επιρροής του έργου και της παρουσίας της ίδιας της Μπάτλερ στις αντιπαραθέσεις για τις πολιτικές πολώσεις οι οποίες περιστρέφονται γύρω από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και τις ιδεολογικές συγκρούσεις στα Αμερικανικά Πανεπιστήμια.  

Βέβαια, και σ’ αυτές τις περιπτώσεις το μαχαίρι είναι δίκοπο. Άνετα και νομιμοποιημένα, κατ’ ενάσκηση των κριτηρίων της επιτελεστικής, δηλαδή της Μπατλερικής μεθόδου μπορεί κάποιος να αντιτείνει ότι η συμπεριφορά των αριστερών οπαδών της χαμάς είναι η συμπεριφορά της Μπουχαρινικής ομαδοποίησης κατά τα 1918, όπως την εκθέτει ο Λένιν στο “Για τα “αριστερά” παιδιαρίσματα και το μικροαστισμό”. Απ’ αυτή την άποψη, η κριτική απόφανση της Ρόζας στο έργο της για τη Ρωσική Επανάσταση πως “οι Μπολσεβίκοι είναι οι ιστορικοί Κληρονόμοι (“Erben”) των Άγγλων Ισοπεδωτών/Εξισορροπιστών και των Φράγκων Γιακωβίνων” (“Die Bolschewiki sind die historischen Erben der englischen Gleichmacher und der französischen Jakobiner”) μάλλον ταιριάζει στη Μπουχαρινική ομαδοποίηση παρά στο σύνολο των Λενινιστών μπολσεβίκων, καθώς οι δεύτεροι από τα χρόνια του Πλεχάνωφ και της Οργάνωσης της Απελευθέρωσης της Εργασίας παρουσιάζονταν ως συνεχιστές του 1848 και του 1871.

Εν τούτοις, η κριτική μας είναι ότι αυτές οι αναλογίες, οι αναγωγές και οι ανα-βιώσεις δεν βγάζουν πουθενά, και κυρίως δεν συνιστούν με οποιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε μορφή πολιτικής παρέμβασης. Πού αποκτά μια κρίσιμη σημασία η εν λόγω κριτική μας; Μα, φυσικά στο γεγονός της συστημικής κρίσης του φραγκικού κράτους, η οποία μετά την πρώτη φάση της στα 2023 περνάει μετά την πτώση του Μπαϊρού (10/9/2025), το διορισμό καινούριου πρωθυπουργού και τις ήδη διεξαχθείσες δύο μαζικές απεργίες σε διάστημα λιγότερο των 10 ημερών,  σε μια πιο δύσκολη, σύνθετη και συνολική φάση.

Η γενική και επιβεβαιωνόμενη εκτίμηση είναι ότι πρόκειται κύρια για μια ανατροπή σε κάποιους κομβικούς λειτουργικούς όρους του φραγκικού κράτους και συγκεκριμένα α. στην επιτελεστική μέθοδο και β. στη διάχυτη θεσμική βιοπολιτική. Τούτου δοθέντος, ο όρος της πολιτικοποίησης προέρχεται κύρια από αυτήν την κριτική αναγνώριση και επίγνωση και όχι από τους εσφαλμένους, αποτυχημένους όρους αναπαραγωγής και μυστικοποίησης της κρίσης. 

Για τις συντριβές και δοκιμασίες κομματιών της σύγχρονης πολιτικής αριστεράς


Το παρόν κείμενο δεν γράφεται υπό θυμικούς όρους μιας μνησικακίας ή χαιρεκακίας λόγω πιθανών ή πιθανολογούμενων επιβεβαιώσεων, αλλά επί το πλείστον μέσα από δυναμικές πολιτικής ενσυναίσθησης. Ο βασικός στόχος είναι η συμβολή σε μια κριτική αναγνώριση της διαμορφωμένης κατάστασης, των ισορροπιών δύναμης και του συσχετισμού ισχύος.

Η σύγχρονη πολιτική αριστερά ογκώθηκε με σχετικό τρόπο κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας κρίσης του 2008 μέσα από τις αποκρίσεις της σε αυτήν. Εμπειρικά, η διαχωριστική γραμμή ήταν από τη μια η πλειοψηφική πρόταση διαχείρισης και υπέρβασης της κρίσης διά του κράτους λειτουργούντος σε αντιπαράθεση προς κεφαλαιακές λειτουργίες μέσα από μετά/νέο-κεϋνσιανές και ετερόδοξες μακρο-οικονομικές συνταγές, κάτι που σχηματοποιήθηκε στην Ευρώπη κύρια με ΣΥΡΙΖΑ και Podemos, και από την άλλη η μειοψηφική προσέγγιση προερχόμενη από την πολλαπλότητα της εργατικής (μετα-)αυτονομίας με προσήλωση στο εξεγερτικό προτσές μέσα από τον εντοπισμό των νέων κεφαλαιακών μορφών και των μητροπολιτικών λειτουργιών.[1]

Καθώς η κρίση λάμβανε άμεσες γεωστρατηγικές μορφές και το προτσές κεφαλαιακής συσσώρευσης διέκρινε στον πόλεμο και στο μιλιταρισμό ένα κυρίαρχο πεδίο ανασυγκρότησης και αντεπίθεσης, κάτι που κατέστη δυνατό μετά από την Αραβική Άνοιξη, την ανατροπή του Καντάφι στη Λιβύη και τον πολιτικό πόλεμο στη Συρία, στα 2014 η ανατροπή της κυβέρνησης στην Ουκρανία και το ξέσπασμα της βίαιης αντιπαράθεσης σηματοδότησε τη στιγμή εξωτερίκευσης της καπιταλιστικής στρατηγικής δυναμικής με όρους παγκόσμιου διακρατικού ανταγωνισμού. Σε εκείνη τη συγκυρία άρχισε να επαναδιαμορφώνεται η αντιίμπ, αντιδυτική πτέρυγα της πολιτικής αριστεράς η οποία είτε προέβαλλε τη στρατηγική του “άξονα της αντίστασης” (Κορέα-Κίνα-Ρωσία-Ιράν) και σε ένα πιο ευρύ επίπεδο τον ευρασιατισμό, είτε τη σχηματοποιημένη μέσα στο anti-global κίνημα της δεκαετίας του 2000 λογική του “σοσιαλισμού του 21ου αιώνα” (Κούβα, Βενεζουέλα, Βολιβία) ή και τα δυο μαζί στην προοπτική ενός ευρύτερου στρατοπέδου.

Συγχρόνως, κύρια στις ΗΠΑ κατά τις θητείες Ομπάμα αναθάρρησαν κομμάτια πολιτισμικής αριστεράς συγκροτημένα γύρω από πολιτικές ταυτοτήτων, το έμφυλο, το δικαιωματισμό, την ποικιλότητα (diversity), την πολιτισμική κριτική τα οποία αξιοποιώντας τις πανεπιστημιακές, μιντιακές, θεαματικές και διοικητικές έδρες τους επέδειξαν ικανότητα παραγωγής και προώθησης.

Εύκολα είναι αντιληπτό ότι επικρατεί πολιτικός και στρατηγικός κατακερματισμός καθ’ όσον οι διαφορετικές πτέρυγες και τάσεις έχουν συχνά αλληλοαποκλειόμενους προσανατολισμούς και αντιθετικές στοχεύσεις, ενώ οι οποίες συμμαχίες είναι πρόσκαιρες και ευκαιριακές.

Τα δύο σημεία καμπής για την πολιτική αριστερά είναι αυτά που σηματοδοτούν τις δύο βασικές καμπές για το παγκόσμιο πολιτικό στερέωμα και συγκεκριμένα το Brexit (2016) και η ανάδειξη Τραμπ (2017). 

Αμφότερες αυτές οι ιστορικές ανατροπές έχουν απελευθερώσει πολιτική δυναμική ώστε όλες οι τάσεις και τα σημαίνοντα της ιστορικοπολιτισμικά αγγλοσαξονικής δεξιάς έχουν μορφοποιηθεί σε μαζικό κίνημα τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στη ΜΒ. Η χθεσινή (διεξαχθείσα σε μητροπολιτικό επίπεδο) πρωτοφανή σε μαζικότητα διαδήλωση στο (πολυπολιτισμικό και πολυθρησκευτικό) Λονδίνο με κεντρικό σύνθημα “Unite the Kingdom” η οποία κλήθηκε από αμφιλεγόμενους εκπροσώπους του αγγλικού εθνικισμού, με τη διαδικτυακή συμμετοχή του Ελον Μασκ, αναδεικνύει ότι οι από πέρσι το καλοκαίρι αντιμεταναστευτικές ταραχές μετουσιώνονται και γενικεύονται σε μια συγκεκριμένη πολιτική κίνηση με αφηρημένη αναφορά στη συντακτική ανασυγκρότηση της χώρας. Αυτό δεν είναι μόνο ηγεμονικό αλλά πάει τόσο βαθύτερα, όσο και παραπέρα.

Εν όψει αυτού οι αριστερές πτέρυγες (κυρίως στην Ηπειρωτική Ευρώπη) είτε δεν βγάζουν μιλιά και παριστάνουν ότι δεν συμβαίνει τίποτα, είτε μιλάνε γενικά περί ακροδεξιάς -λες και είναι μπαμπούλας, αλλά δεν μπορούν να εξηγήσουν τη σύνθεση του σημειωτικά ομοιόμορφου πλήθος και την πολιτική δυναμική αυτού του κόσμου, είτε ακόμα πιο αυτοκαταστροφικά υπερασπίζονται πλευρές από την αντιδυτική και αντιευρωπαϊκή πολιτισμική και δημογραφική ατζέντα του πολιτικού ισλάμ.

Επ’ αυτού αναφύεται υπαρκτικός κίνδυνος γι’ αυτά τα κομμάτια της πολιτικής αριστεράς, ώστε η εγκόλπωσή τους στο πολιτικό πρόγραμμα του κυβερνώντος Εργατικού Κόμματος μοιάζει σαν ο μόνος τρόπος σωτηρίας και διάσωσης. Αν κάτι τέτοιο δεν καταστεί εφικτό, η μόνη (αυτοκαταστροφική) διέξοδος θα είναι η ισλαμοποίηση αυτών των κομματιών κάτι που θα σημάνει και την εξάλειψή τους από την οργανικότητα της πολιτικής αριστεράς.

Στον ίδιο χρόνο η αριστερά των επιτελείων του μιλιταρισμού διαβαίνει τις δικές της δοκιμασίες μέσα από την πρόσφατη πολιτική συντριβή στη Βολιβία, την αντιπαράθεση των ΗΠΑ προς την κυβέρνηση της Βενεζουέλας, και την εξεγερτική καταστροφή του προσίδιου καθεστώτος στο Νεπάλ. Ομοίως, το μέγιστο ιστορικό πλήγμα που έχει υποστεί, είναι η ανατροπή Άσαντ (12.2024) και το τέλος του παναραβισμού. Στην πολιτική έκταση αυτής της αριστεράς δύο είναι οι βασικές καθοριστικές δυναμικές: α. η έκβαση των πολεμικών μαχών (Ουκρανία, Μέση Ανατολή κα.) και β. οι οικονομικές εξελίξεις στην Κίνα.

Απ’ αυτήν την άποψη αυτά τα κομμάτια είναι stricto sensu με έναν σχεδόν απόλυτο τρόπο εργαλειοποιημένα στις άμεσες πολεμικές επιδιώξεις, ώστε συχνά ο προσδιορισμός αριστερά υποσκελίζεται από την άμεση εξωτερίκευση της εκάστοτε κρατικής πολιτικής η οποία εξυπηρετείται. Είναι δεδομένο από την ίδια τη φύση αυτού του πράγματος ότι αυτό δεν μπορεί να συγκινήσει κόσμο, αλλά κάποιους μαχητές που θέλουν να παίξουν την παρτίδα και την τύχη τους μέσα στα πραγματικά πεδία των πολέμων. Είναι σίγουρο ότι στο μέτρο που η διαμάχη μεταξύ δυτικών κρατών και Ρωσίας και Κίνας οξύνεται, τμήματα από το κίνημα της ευρωπαϊκής και αμερικανικής (ακρο-)δεξιάς θα έλθουν σε άμεση αντιπαράθεση προς τη μιλιταριστική αριστερά.

Σε εσωτερικό επίπεδο η πρώτη γραμμή εναντίωσης της δεξιάς είναι ως προς την πολιτισμική αριστερά κάτι που έχει συνοψισθεί με τον όρο culture wars. Αυτό έχει αποκτήσει άμεσα θεσμικό-διοικητικό χαρακτήρα με την αντιπαράθεση (2024-) σε μεγάλα Αμερικανικά πανεπιστήμια με αφορμή τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, και παρατηρείται σε μικρότερη ένταση και έκταση, αλλά σε υπαρκτό βαθμό και στα Ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Η Διοίκηση Τραμπ δείχνει να επιδιώκει να ξεκαθαρίσει τον πολιτικό και πολιτισμικό χαρακτήρα κάποιων νευραλγικών και ευαίσθητων πανεπιστημιακών κέντρων. -Μόλις προχθές η Μπάτλερ, μια εμβληματική εκπρόσωπος της πολιτισμικής αριστεράς κατηγορήθηκε επίσημα, συγκαταλεγόμενη σε μια λίστα υπόπτων.[2]

Γενικά δεν ξέρουμε ποιος θα κερδίσει στις λεπτομέρειες στην Ουκρανία, πώς ακριβώς θα είναι η Μέση Ανατολή μετά από πέντε ή τρία χρόνια, ποιος και με ποιόν τρόπο θα διαδεχθεί τον Πούτιν, τον Ερντογάν, το Νετανιάχου, σε ποια θέση θα πλασαρισθεί η κινεζική βιομηχανία ηλεκτροκίνητων αυτοκινήτων, ποιά ομάδα θα πάρει το champions league, πόσες πωλήσεις θα πετύχει ο τελευταίος δίσκος της Τέιλορ Σουίφτ κοκ. Αυτό, όμως, δεν είναι δείγμα σκεπτικισμού ή αγνωστικισμού.

Με σιγουριά μπορεί να ειπωθεί ότι η αγγλοσαξονική δεξιά έχει αναγνώσει με πολύ καλύτερο και βέλτιστο τρόπο τις σύγχρονες πολιτισμικές συνθήκες, ώστε έχει κατανοήσει τις δυναμικές πραγματικού και δυνάμει υλικού τέλους της προ/μετα-νεωτερικότητας επί των ιδεολογιών της οποίας συνεχίζει να στηρίζεται η αριστερά, από την Μπάτλερ μέχρι τους προσφιλείς στο κινεζικό κράτος -κι αυτό είναι το έσχατο ενοποιητικό σημείο της πολιτικής αριστεράς: η πολιτισμική προσήλωσή της στην (προ/μετα-)νεωτερική ιδεολογία και η αντίστοιχη κατάσταση.  

Αν όλο αυτό ιδωθεί από μια στενή οπτική υλικών συστημάτων είναι ευδιάκριτο ότι το κίνημα που συμβατικά ονομάζουμε ιστορικοπολιτισμικά αγγλοσαξονική δεξιά είναι αυτό που έχει το απόθεμα δυναμικής για τα μελλοντικά χρόνια, καθ’ όσον σχηματοποιήθηκε πρόσφατα στα 2017-2018 επί των αναδυόμενων νέων πραγματικών και υλικών συνθηκών. Απεναντίας, τα κομμάτια της πολιτικής αριστεράς που εξετάζονται εδώ, διαμορφώθηκαν σε παρελθούσες συγκυρίες οι υλικοί όροι των οποίων έχουν κατά το μάλλον εκλείψει.




[1] Ενδεικτικά βλ. Michael Hardt, Antonio Negri, Commonwealth, Cambridge, Massachusetts, Harvard University Press, 2009, Franco “Bifo” Berardi, The Uprising. On Poetry and Finance, LA, semiotext(e), Intervention, series 14, 2012.

[2] Βλ. https://www.theguardian.com/us-news/2025/sep/12/uc-berkeley-trump-administration-antisemitism


Von Gaza zum globalen Konflikt: Kapitalistischer Krieg und internationalistische Solidarität

 

Von Gaza zum globalen Konflikt: Kapitalistischer Krieg und internationalistische Solidarität


Übersetzt von Soligruppe für Gefangene


https://antiwar.noblogs.org/von-gaza-zum-globalen-konflikt-kapitalistischer-krieg-und-internationalistische-solidaritat/



Seit mehr als 20 Monaten führt Israel einen beispiellosen Angriff auf die palästinensische Bevölkerung in Gaza. Der Krieg Israels richtet sich bewusst gegen zivile Ziele, nimmt genozidale Ausmaße an und zerstört fast vollständig Infrastruktur, Häuser, Krankenhäuser, Schulen und Menschenleben. Er hat zur massiven Vertreibung von Palästinenser aus ihren Häusern geführt, mit dem Ziel, eine ethnische Säuberung durchzuführen, die die Ausweitung der Siedlungen im Rahmen der Vision eines „Großisraels” erleichtern soll. Gleichzeitig dienen die Militäroperationen Israels in Gaza und in der gesamten Region (Libanon, Syrien, Iran) als Speerspitze für den imperialistischen „westlichen“ Block, um die Machtverhältnisse zu verändern und eine neue Ordnung im Nahen Osten durchzusetzen, die direkt mit dem größeren Konflikt zwischen den imperialistischen Blöcken verbunden ist. Offensichtlich haben diese Militäroperationen Früchte getragen, indem sie die Hisbollah im Libanon geschwächt, zum Sturz Assads beigetragen, den Einfluss Russlands in Syrien verringert und dem Iran schwere Schläge versetzt haben.


Die Ausweitung des Krieges im Nahen Osten: kapitalistische Krise und imperialistische Rivalität


Diese Ausweitung des Krieges im Nahen Osten, mit der aktiven Unterstützung der USA und ihrer direkten Beteiligung am militärischen Konflikt, markiert eine qualitative Eskalation. Die Gefahr eines größeren regionalen und möglicherweise sogar weltweiten Krieges ist jetzt realer denn je, wie der anhaltende Krieg zwischen der Ukraine und Russland, die wachsenden Spannungen im Südchinesischen Meer zwischen China und Taiwan, der Konflikt zwischen Pakistan und Indien, die rasche Aufrüstung der europäischen Länder und die Versuche, den Militarismus und die Militarisierung der Gesellschaft weltweit zu stärken, zeigen. Es ist die kapitalistische Krise, die die zunehmende Rivalität zwischen Staaten und die Eskalation militärischer Konflikte vorantreibt. Krieg dient als „kreative Zerstörung“ und als Mechanismus, um Stagnation zu überwinden und die kapitalistische Herrschaft zu reproduzieren, unter anderem durch die gewaltsame Beseitigung eines überschüssigen Proletariats.


Die Palästinenser in Gaza als überschüssiges Proletariat und die vielen Facetten des anti-palästinensischen Rassismus


Das beschreibt ziemlich genau die Lage der meisten Palästinenser in Gaza. In den 1980er Jahren arbeiteten fast 45 % der Bevölkerung Gazas in Israel in Jobs mit schlechter Bezahlung und ohne Arbeitsrechte. Völlig ohne den Schutz, den die israelische Arbeiterklasse genießt, dienten die Palästinenser als Reservearmee billiger Arbeitskräfte. In den 1990er Jahren wurden palästinensische Arbeiter zunehmend durch Migranten aus Thailand, den Philippinen und Rumänien ersetzt, die heute die am meisten ausgebeutete Arbeitskraft in Israel darstellen und oft noch weniger verdienen als die Palästinenser. Seit 2007, mit der totalen Blockade des Gazastreifens durch Israel und Ägypten und der Verhängung des Ausnahmezustands bis zum 7. Oktober 2023, sank die Zahl der in Israel arbeitenden Bewohner des Gazastreifens auf nur noch 1 % der Bevölkerung. Die Ökonomie des Gazastreifens erlitt massiven Schaden, Importe und Exporte wurden nur noch illegal durch Tunnel an der ägyptischen Grenze abgewickelt, was zu einer Arbeitslosenquote von rund 50 % führte und fast die Hälfte der Bevölkerung des Gazastreifens für ihr Überleben ausschließlich auf humanitäre Hilfsprogramme angewiesen machte. Es ist klar, dass diese Leute sowohl aus Sicht der israelischen Ökonomie als auch im Hinblick auf die Durchsetzung der „nationalen Reinheit” in der Region ein völlig entbehrliches Proletariat sind. Das hat in der israelischen Gesellschaft extremen Rassismus gegen die palästinensische Bevölkerung in Gaza geschürt, der bis zur Entmenschlichung geht. Palästinenser werden als „menschliche Tiere” bezeichnet, und sogar der Präsident Israels, der der Arbeitspartei angehört, erklärte, dass es in Gaza „keine Unschuldigen” gebe. Diese nationalistische Staatsideologie legitimiert das Massaker und den Krieg innerhalb der israelischen Gesellschaft noch mehr, konstruiert die defensive Erzählung, die der Staat Israel braucht, um die militärische Aggression in Gaza zu rechtfertigen, und artikuliert die territorialen Expansionsbestrebungen Israels.


Aber auch in vielen arabischen Ländern gibt es anti-palästinensischen Rassismus. Die meisten palästinensischen Flüchtlinge bleiben in den arabischen Nachbarstaaten ohne Papiere und staatenlos, oft in Flüchtlingslagern ohne Bewegungsfreiheit. Sie werden wie Fremde behandelt, als Belastung für die lokale Ökonomie und als „Fremdkörper“ gegenüber der lokalen Bevölkerung, so wie es heute mit Flüchtlingen auf der ganzen Welt der Fall ist, und dienen als Sündenböcke für soziale Missstände. Darüber hinaus werden sie als destabilisierende Kraft angesehen, da politisch radikalisierte Teile der palästinensischen Flüchtlinge historisch in bewaffnete Konflikte mit den staatlichen Behörden verwickelt waren (z. B. „Schwarzer September“ in Jordanien), sich am Bürgerkrieg im Libanon beteiligt und den Irak während der Invasion Kuwaits unterstützt haben, was nach 1991 zur Vertreibung von 300.000 bis 400.000 Palästinensern aus Kuwait und zu strengeren Einwanderungsbeschränkungen in anderen Golfstaaten führte. Die palästinensischen Proletarier wurden von den arabischen Staaten immer als Schachfiguren und nicht als Menschen auf dem diplomatischen und militärischen Schachbrett des Nahen Ostens behandelt.

In Europa und im weiteren Sinne in der „westlichen” Welt wurde der anti-palästinensische-Rassismus in den letzten Jahren als eine Form des allgemeinen Rassismus gegen Muslime verstärkt, der in den letzten Jahren sowohl durch rechtsextreme „große Austausch“-Theorien als auch durch die moralische Panikmache von Regierungen – sowohl sozialdemokratischen als auch rechten – angesichts der Einwanderung von Muslimen in den Westen systematisch gefördert wurde. Die Unzufriedenheit über den sinkenden Lebensstandard richtet sich so gegen die schwächsten Teile unserer Klasse und lenkt die Wut von den kapitalistischen sozialen Verhältnissen ab. In diesen hasserfüllten rassistischen Narrativen wird Israel als Bollwerk der „westlichen Zivilisation“ gegen die „islamische Barbarei“ dargestellt. Das wirkt paradox, da die rechtsextreme Rhetorik, die der „globalen Elite“ Pläne zur „Bevölkerungsersetzung“ unterstellt, strukturell antisemitisch ist. Im Gegensatz dazu fehlt der Solidarität mit den Palästinensern, die auch in den progressivsten sozialen Gruppen gewachsen ist, oft der Klasseninhalt und sie basiert auf einer reaktionären Mythologie über den revolutionären Charakter der Hamas und ihrer verbündeten Organisationen, die in Wirklichkeit nationalistische und kapitalistische Unterdrückungspolitik betreiben, oft eng verbunden mit einer religiösen Staatsideologie. Wir haben gesehen, wie sich diese Position mit der offenen Unterstützung von Staaten wie dem Iran und Russland, also der Unterstützung eines imperialistischen Lagers, weiterentwickelt hat. Was die Hamas betrifft, so besteht kein Zweifel daran, dass sie das politische und militärische Personal eines Teils der palästinensischen herrschenden Klasse ist, der in Gaza die Macht ausübte. Als solche war sie an der Ausbeutung des palästinensischen Proletariats beteiligt, sowohl als Arbeitskraft – durch die Erhebung von Steuern und Zöllen auf den Handel durch die Tunnel – als auch durch die Abschöpfung von Einnahmen aus der Verwaltung der „humanitären Hilfe“ für die Bedürfnisse der Bevölkerung und durch die finanzielle Unterstützung durch den Iran und Katar. Die Hamas und ihre verbündeten Organisationen haben das Monopol auf Gewalt und Waffen, im Gegensatz zu jeder Art von revolutionärer Klassengewalt. Andererseits ist die große Mehrheit der Bevölkerung in Gaza immer noch ein entbehrlicher Überschussproletariat, Kanonenfutter.


Die Hamas und die Falle des „antiimperialistischen“ Campismus


Auf dieser Grundlage war der Angriff der Hamas und ihrer Verbündeten in Israel am 7. Oktober ein Kriegshandlung der bis dahin de facto bestehenden Staatsmacht in Gaza. Es war kein Akt des Widerstands einer Bewegung und hatte keinen proletarischen oder revolutionären Charakter. Er kann weder als Vorbild noch als Kompass für proletarische Kämpfe dienen. Sein Hauptziel war es, die Situation, die sich mit den Abraham-Abkommen abzeichnete, umzukehren und das geopolitische Gleichgewicht im Nahen Osten zu verändern. Zweitens hat sie vorübergehend dazu gedient, die interne Legitimitätskrise der Hamas in Gaza anzugehen, wie die jüngsten Massendemonstrationen gegen die Hamas gezeigt haben. Angesichts des Ergebnisses, d. h. der absolut grausamen Reaktion des israelischen Staates, hat der Angriff den Interessen und Bedürfnissen der palästinensischen Bevölkerung, die bereits unter Apartheid und Vertreibung durch den israelischen Staat lebte, nicht gedient – und konnte dies auch gar nicht. Er zielte gleichermaßen auf militärische und nichtmilitärische Ziele und versuchte, die feindliche Bevölkerung zu terrorisieren, wie jede staatliche Militäraktion, wenn auch in viel kleinerem Maßstab. Aber Leichen zu zählen und Massaker zu vergleichen, ist einer proletarischen Perspektive fremd. Die überwiegende Mehrheit der Toten im kapitalistischen Krieg sind unsere eigenen Toten.


Griechenland auf der Seite Israels: ökonomische Interessen und geopolitische Rivalitäten


Wie bereits erwähnt, ist der Gaza-Krieg Teil eines größeren imperialistischen Konflikts. Der griechische Staat verwickelt uns bereits voll in diesen Konflikt, indem er die Militärausgaben erhöht, Einrichtungen zur Verfügung stellt und sich aktiv an den Schlachtplänen des „westlichen“ Blocks beteiligt. Einerseits gibt es unmittelbare ökonomische Gründe, warum die griechische Regierung Israel unterstützt: die Zusammenarbeit zwischen griechischem und israelischem Kapital, von Rüstung (INTRACOM Defense) bis hin zu Immobilien, vom Projekt einer Stromverbundleitung zwischen Griechenland, Zypern und Israel bis hin zu vielen anderen sektoralen Kooperationen. Noch wichtiger ist das Bündnis zwischen Griechenland und Israel gegen die wachsende geopolitische Macht der Türkei. In diesem Zusammenhang hat sich eine informelle Front zwischen Griechenland, Zypern und Israel gebildet, mit gemeinsamen Militärmanövern, (abgeworfenen) Plänen zum Bau einer Erdgas-Pipeline (EastMed), die die russischen Verteilungsnetze umgehen würde, Informationsaustausch, diplomatischer Koordination bei der Festlegung von ausschließlichen Wirtschaftszonen usw. Auf der anderen Seite gibt es den größeren Kontext des Wettbewerbs zwischen den „westlichen“ imperialistischen Blöcken und den sogenannten „eurasischen“ Blöcken. Dazu gehört der Plan zur Verbindung von Indien, dem Nahen Osten und Europa (IMEC), der Seewege wie den Suezkanal, die Straße von Bab el-Mandeb und möglicherweise sogar die Straße von Hormus umgehen und damit den Staaten, die sie derzeit kontrollieren, geopolitische Macht entziehen würde. Dieser Plan wird von den USA, der Europäischen Union, Saudi-Arabien, den Vereinigten Arabischen Emiraten und Indien unterstützt. Auch wenn dieser Plan nicht klappt, wie es bei solchen Plänen oft der Fall ist, ist er eine Möglichkeit, geopolitischen Einfluss auf die beteiligten Parteien auszuüben.


Von der Krise der „Globalisierung” zu Staatskapitalismus und Kriegsökonomie


Die Unterstützung Griechenlands für Israel hängt nicht nur mit den direkten ökonomischen Interessen des griechischen Kapitals oder den unmittelbaren geopolitischen Interessen des griechischen Staates zusammen. Vielmehr spiegelt sie umfassendere Veränderungen sowohl im globalen System der kapitalistischen Staaten-Nation als auch in den Akkumulationsregimen innerhalb der ökonomisch fortgeschrittenen nationalen Gesellschaftsformationen wider. Die kapitalistische Krise seit 2008 ist auch eine Krise des „Globalisierungsmodells”, die sich in einem Wiederaufleben des Protektionismus mit der Einführung und Erhöhung von Zöllen auf den internationalen Handel zeigt. Diese neue Ära des Protektionismus geht einher mit einer Zunahme staatlicher Interventionen, was auf das Aufkommen einer neuen Form des „Staatskapitalismus“ hindeutet, der durch Kriegsökonomie und erhebliche Investitionen aus den sogenannten „Staatsfonds“ gekennzeichnet ist, die in den letzten Jahren enorm gewachsen sind. Die Großmächte entwickeln Planungssysteme, um ihre ökonomische und militärische Macht zu stärken, die marktregulierten globalen Ökonomiebeziehungen zu ersetzen und eine neue Phase der kapitalistischen Reproduktion einzuleiten.


Dies ist auch die Grundlage für die Verschärfung der imperialistischen Rivalitäten und militärischer Konflikte um Land, Ressourcen und Arbeitskräfte. Dies ist auch der Grund für den Konsens aller Parteien (mit Ausnahme der Kommunistischen Partei Griechenlands) über die Erhöhung der Militärausgaben im Rahmen des Programms „ReArm Europe“. Die Hauptblöcke in der neuen Eskalation des Konflikts um Rohstoffe, Märkte, technologische Führungspositionen, Einflussbereiche und kulturelle Hegemonie sind auf der einen Seite die USA als bestehende Hegemonialmacht und auf der anderen Seite China als aufstrebende imperialistische Macht mit globalen hegemonialen Ambitionen. Die USA werden von den wichtigsten Mächten der Europäischen Union, Japan, Großbritannien und Australien sowie von Israel und Saudi-Arabien unterstützt. Auf der anderen Seite stehen Russland, Belaurs, Iran und Nordkorea, die sich mit China verbündet haben. Andere mächtige Länder des „globalen Südens“ – Indien, Brasilien, Indonesien und Südafrika – haben sich noch nicht endgültig für einen der beiden Blöcke entschieden. In diesem Konflikt steht Griechenland auf der Seite des „westlichen“ imperialistischen Blocks und unterstützt ihn. Außerdem will es durch seine Beteiligung an diesem Konflikt seine regionale Position und Macht verbessern, zum Beispiel durch die mögliche Einrichtung einer größeren ausschließlichen Wirtschaftszone (AWZ), wie die Präsenz von Kriegsschiffen im libyschen Meer zeigt. Natürlich sind diese Formationen nicht monolithisch und schließen eine Zusammenarbeit zwischen Ländern verschiedener Blöcke nicht aus. Schließlich handelt es sich um „feindliche Brüder“: Konkurrenz schließt Zusammenarbeit nicht aus, die wiederum von einem bewaffneten Konflikt gefolgt sein kann.


Gegen „Campismus“: eine internationalistische Antwort der Arbeiterklasse auf den kapitalistischen Krieg


Wenn wir uns jetzt nicht mit allen Mitteln gegen diese Eskalation des Krieges wehren, stehen wir bald mit dem Rücken zur Wand. Aus der Perspektive der Interessen der Arbeiterklasse gibt es keine „gerechten“ oder „defensiven“ Kriege. Solche Unterscheidungen sind eine Täuschung, die den Konflikt zwischen nationalen Kapitalen und imperialistischen Blöcken um die Kontrolle über Kapitalmärkte und Rohstoffe, Einflussbereiche und billige Arbeitskräfte verschleiern. Jede in einen Krieg verwickelte Seite stellt ihre Rolle als „defensiv“ und „gerecht“ dar. Ein Sieg des schwächeren Staates macht ihn stärker und der Teufelskreis beginnt von vorne, wie die Geschichte gezeigt hat. Die Niederlage einer stärkeren Staatsmacht bedeutet zwangsläufig die Stärkung des gegnerischen Nation-Staates und die Mobilisierung der Bevölkerung um ihn herum. Jeder Klassenwiderstand muss niedergeschlagen werden, um sozialen Frieden und nationale Einheit durchzusetzen.


In der Vergangenheit wurde die Unterstützung „schwacher“ Nationalismen und ihrer jeweiligen Staaten hinter der Stärkung des sogenannten sozialistischen Lagers versteckt. Heute, wo selbst dieser Anspruch nicht mehr besteht, wird die Kritik am Kapitalismus zugunsten kultureller Unterscheidungen zwischen West und Ost oder Nord und Süd aufgegeben, die von der „antikolonialen“ Ideologie und der zeitgenössischen Identitätspolitik propagiert werden. Diese Unterscheidung ist eindeutig irrational, mythisch und reaktionär, da der Kapitalismus ein universelles und globales System ist: „Er hat den ganzen Planeten zu seinem Operationsfeld gemacht”, auch wenn religiöse, ethnische und nationale Unterdrückung natürlich weiterhin existieren und kein „Privileg” bestimmter Staaten sind. Die alte und spektakuläre Pseudodichotomie „Kapitalismus versus Sozialismus“ wurde durch eine neue ersetzt, die jeglichen Anspruch auf soziale Emanzipation vermissen lässt, wie die „anti-imperialistische“ Unterstützung für den Iran, Russland oder China zeigt, abgesehen von der Beschwörung einer hohlen „Stufentheorie“. Die Unterstützung eines imperialistischen Lagers (A.d.Ü., Camp), also Campismus, ist Teil der anti-imperialistischen Ideologie, weil sie eine Analyse von oben nach unten liefert, die sich auf Konflikte zwischen Staaten konzentriert, anstatt eine proletarische Perspektive, die im globalen Konflikt zwischen Kapital und Proletariat verwurzelt ist. Die Unterstützung der Kräfte der „anderen Seite“ und der mit ihnen verbundenen nationalen Befreiungsbewegungen kann nicht einmal den Sturz des Imperialismus bewirken, der dem Kapitalismus innewohnt. Objektiv ebnet die politische Position, eine imperialistische Seite zu unterstützen, den Weg für eine umfassendere Militarisierung der Gesellschaft und für kapitalistische Kriege. Anti-Imperialisten gehen sogar so weit, die Atomprogramme vermeintlich „schwacher Staaten“ zu unterstützen, was zur Eskalation des kapitalistischen Krieges und zur totalen Zerstörung führen kann.


Der einzige Ausweg aus der Kriegsspirale ist die internationalistische Aktion der Arbeiterklasse mit einem klaren antikapitalistischen Charakter. Wir weigern uns, Komplizen irgendeiner Armee und irgendeines Staates zu sein. Wir werden keine der Kriegsparteien unterstützen. Die einzige Lösung gegen den Krieg ist die autonome Organisation der Klasse, die gegen das Kapital und den Staat in unserem eigenen Land kämpft, und die praktische Unterstützung derjenigen, die sich weigern, Militärdienst zu leisten. Das bedeutet auch, Deserteure und Kriegsdienstverweigerer aus der „anderen Seite” zu unterstützen und praktische Solidarität mit politischen und sozialen Gruppen zu zeigen, die gegen den kapitalistischen Krieg in Russland, der Ukraine, Israel, Palästina, Iran und überall sonst kämpfen. Anstelle dieser Praxis, die die Mindestvoraussetzung dafür ist, dass wir nicht zu Kanonenfutter des Kapitals werden, erleben wir inakzeptable Verleumdungen wegen „Kollaboration“ und „Landesverrat“ gegen anarchistische und kommunistische Gefährtinnen und Gefährten und ganz allgemein gegen Kollektive der Arbeiterklasse (zum Beispiel im Iran).


Gerade in diesem Zusammenhang müssen wir unsere Solidarität mit den – zugegebenermaßen wenigen – Kriegsdienstverweigerern in Israel sowie mit den Kräften innerhalb Israels bekunden, die sich dem Genozid in Gaza widersetzen. Die Identifikation der gesamten Bevölkerung mit ihrem Staat ist falsch, wie die Tatsache zeigt, dass 100.000 Reservisten nach der Verletzung der Waffenruhe durch den israelischen Staat nicht zum Militärdienst erschienen sind. Vorfälle von israelischem nationalistischem Hass müssen bekämpft werden, wenn sie auftreten. Die Logik der wahllosen Angriffe auf israelische Touristen ist rassistisch, da sie die gesamte Bevölkerung kollektiv verantwortlich macht und gleichzeitig die ohnehin schwache Kriegsgegnerbewegung innerhalb Israels schwächt.


Wir sind gegen den kapitalistischen Krieg und jede Beteiligung des griechischen Staates daran, gegen die Militarisierung der Gesellschaft und die Erhöhung der Militärausgaben auf Kosten der Sozialleistungen. Wir kämpfen für die Schaffung einer internationalistischen proletarischen Bewegung, die sich nicht den nationalen Interessen, dem Staat und dem Kapital unterwirft, und bekunden unsere praktische Solidarität mit den proletarischen und politischen Gruppen – kommunistischen und anarchistischen –, die in den vom Krieg zerstörten Ländern kämpfen. Unser Ziel ist es, Verbindungen und Kommunikation mit den internationalistischen Proletariern aufzubauen. Nur durch die globale Einheit des Proletariats können wir diese von den Staaten und dem Kapital aufgezwungene Barbarei überwinden. Wir dürfen uns nicht in die Ecke drängen lassen, sondern müssen den kapitalistischen Krieg beenden, indem wir gegen diejenigen kämpfen, die ihn verursachen. Unser Krieg ist weder national noch religiös. Es ist ein sozialer und antistaatlicher Klassenkrieg.


Internationalistische Vollversammlung gegen den Krieg


Η πάλη για την πλήρη μεταμόρφωση της κλασικής (ταξικής) πολιτικής οικονομίας σε εργατισμό, και η πολιτική σημασία της

Τα θεμέλια του εργατισμού, οι ίδιες οι βασικές παραδοχές του, εξάγονται ευθέως και άμεσα από την κλασική (ταξική) πολιτική οικονομία.   Η θέ...