Η πρόσφατη αντιπαράθεση σχετικά με την θεωρία της αξίας του Harvey

 

Κατά το έτος 2018, εντός της Αγγλοβρετανικής κριτικής πολιτικής οικονομίας, με πρωτοβουλία του David Harvey, διεξήχθη μια σειρά αντιπαραθέσεων για την θεωρία της αξίας.

Στο Αρχικό κείμενό του, μέσα από Δομηνικανικής κοπής σωματοποιητική (παρότι η πρώτη υποσημείωση του κειμένου του είναι στην κριτική στον Άντολφ Βάγκνερ και δη στην κριτική της αντίληψής του περί κοινής κοινωνικής υπόστασης/ουσίας της ανταλλακτικής αξίας, ωστόσο υποπίπτει στο ίδιο ακριβώς σφάλμα του Βερολινέζικου κινήματος) παρουσίαση του κεφαλαιακού προτσές διαμόρφωσε μια κανονιστική εμφάνιση της αξίας ως “ενσωματωμένης κανονιστικής νόρμας στην σφαίρα της ανταλλαγής κάτω από συνθήκες συσσώρευσης”.1 Σε αυτό, το πρωτείο αντιστρέφεται, και από την εργασία μετατίθεται στην αξία, καθ' όσον σύμφωνα με τον Αξιακό Νόμο, η οικονομική κανονιστικότητα ανήκει στην εργασία, διότι η ποσότητά της καθορίζει την ποσότητα της αξίας.

Επίσης, επιδόθηκε σε μια δίκην προθέσεων της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, με την αβάσιμη αιτίαση, ότι δεν έχει μια κριτική θεωρία περί εμπορευματικών τιμών, διότι δήθεν διαθέτει “διαφορετική ατζέντα”. Και λίγες γραμμές παρακάτω, υποπίπτοντας σε αντίφαση, αναφέρει, παραπέμποντας σε επισημάνσεις των Grundrisse περί παραγωγικότητας και παραγωγής πρόσθετης αξίας, ότι “είναι η παραγωγικότητα της εργασίας αναλόγως της παραγωγής πρόσθετης αξίας, που μετράει. Αυτό εμβάζει την εσώτερη σχέση μεταξύ της επιδίωξης της σχετικής πρόσθετης αξίας (μέσω τεχνολογικών και οργανωτικών πρωτοβουλιών) και των αγοραίων τιμών στο κέντρο της θεωρίας της αξίας του Μαρξ”.

Επίσης, εσφαλμένα, η ανάλυση του εμπορεύματος στον Πρώτο Τόμο παρουσιάζεται μέσα από την αγορά, και όχι μέσα από την παραγωγή, και υποτίθεται, ότι η παραγωγή εμφανίζεται στην κριτική ανάλυση της πρόσθετης αξίας. Κατ' αυτόν τον τρόπο προέβη σε έναν τρόπω τινί χωροχρονικό διαχωρισμό της συνολικής ανάλυσης του Πρώτου Τόμου, ενώ η αγορά -είναι ηλίου φαεινότερο- ότι αναλύεται στον Δεύτερο Τόμο.

Στην όλη γραμμή του κειμένου του, η καινοτομία έγκειται στην υπονόηση, ότι η αξία λειτουργεί περιεχομενικά διαφορετικά, αν δεν είναι κάτι ab initio διαφορετικό, στις διαφορετικές κεφαλαιακές φάσεις παραγωγή–κυκλοφορία, και ότι ο ανταγωνισμός στην σφαίρα της ανταλλαγής (της κυκλοφορίας) αντεπιδρά στην συμπεριφορά της αξίας στην παραγωγή, ενώ το ορθό ήταν να ειπωθεί, ότι ο ανταγωνισμός εκδηλώνεται στην πληρότητά του στο συνολικό προτσές της καπιταλιστικής παραγωγής, όπου εμφανίζονται η ονομαστική αξία, το γινόμενο κεφάλαιο, το τοκοφόρο κεφάλαιο, το χρηματοθετικό κλπ., εν συνόλω νέες αντιφατικές μορφές.

Από την άλλη, σε αντίθεση με όσα διατείνεται, η αξία έχει την ίδια μορφή σε παραγωγή και κυκλοφορία, την εμπορευματική μορφή: στην παραγωγή παράγεται μέσα από την πραγμάτωση, την αντικειμενοποίηση της εργασίας, στην κυκλοφορία αναμένει να πραγματωθεί, ώστε να μεταμορφωθεί σε χρήμα και ως χρηματομορφή εισέρχεται στο συνολικό προτσές, όπως και ως χρηματομορφή επιστρέφει στο παραγωγικό προτσές. Στην τελευταία παράγραφο του κειμένου του ταυτίζει την αξία με τον “αναρχικό μετρητή”, δηλαδή με την λειτουργία που επιτελεί το χρήμα ως μέτρο της αξίας.

Στην συνέχεια, απάντησε ο Michael Roberts, με ένα ισορροπημένο και πολιτικά συνεπές κείμενο.2 Ο Paul Cockshott επίσης απάντησε κριτικά εις βάρος του Harvey.3 Η όλη αντιπαράθεση συνοψίσθηκε, ληχθείσα, επίσης κριτικά έναντι του Harvey, από τον Pete Green.4

Στην εργασιακή θεωρία της αξίας, η ανταλλακτική αξία είναι ποσοτική σχέση μετρώμενη κατά τον εργασιακό χρόνο. Σε αυτήν συμπλέκεται ποσότητα εργασιακού χρόνου προς ποσότητα εργασιακού χρόνου, αναγόμενες σε ένα τρίτο γενικό ισοδύναμο καλούμενο χρήμα.5 Στην κριτική της πολιτικής οικονομίας, η χρηστική αξία αποκτά μια ποιοτική διάσταση, την οποία προσδίδει σε αυτήν η διαφοροποιούσα τις ποιότητες εργασία, η συγκεκριμένη εργασία. Ωστόσο, 90 g. καπνού συσκευασμένα σε τρεις συσκευασίες ισούνται με ένα εισιτήριο ποδοσφαιρικού αγώνα στο Στράτφορντ στην πάνω κερκίδα. Αυτό ισχύει και είναι έγκυρο σαν μια ποσοτική σχέση, ανεξάρτητα από το αν η χρηστική αξία του να κερδίσει η ομάδα σου, για την συντριπτική εργατική πλειοψηφία, είναι απείρως μεγαλύτερη από την χρηστική αξία του να καπνίσεις 90g καπνό.

Πρόκειται για μια αντικειμενικότητα ανακύπτουσα από την ίδια την κβαντική φύση του παραγωγικού προτσές κεφαλαίου, επιβαλλόμενη από την αφηρημένη εργασία. Αντίθετα, η διαφοροποιητική δυναμική, η συγκεκριμένη εργασία, η χρηστική αξία, μάλλον συνδέεται με το χωροχρονικό πεδίο, με την ίδια την πραγματικότητα του σχετικιστικού χωροχρόνου, παρότι αφηρημένη και συγκεκριμένη εργασία παρέχονται από τον εργάτη στον ίδιο χρόνο με την αυτή και ενιαία υλική διαδικασία, κατά τον ίδιο τρόπο, κατά τον οποίο το εμπόρευμα επίσης στον ίδιο χρόνο έχει χρηστική και ανταλλακτική αξία, ως επίσης αξία και πρόσθετη αξία παράγονται στον ίδιο χρόνο. Τούτων δοθέντων, το όλο debate μοιάζει ότι διεξήχθη θεωρησιακά σε υλικό κενό.

Μερικές από τις προβληματικές της κρινόμενης αντιπαράθεσης (όπως κύρια εισήχθησαν από τον Harvey) έχουν να κάνουν περισσότερο με μια στρεβλωμένη αντιληπτικότητα περί της μεθόδου και της επιστημολογίας της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, παρά με μια προσπάθεια εμβριθούς κριτικής διερεύνησης. Αφήνεται η εντύπωση, ότι η έννοια και οι κατηγορίες της αξίας αναλύονται μέσα από τον θεωρησιακό κονστρουκτιβισμό της Αγίας Οικογένειας, και όχι μέσα από την κριτική εννοιολόγηση της φαινομενολογίας και της εμπειρίας της βιομηχανικής εργασίας.6 Ακόμη χειρότερα, οι παρεξηγήσεις και οι παρερμηνεύσεις πληθαίνουν απ' το ότι η έννοια της αξίας προσλαμβάνεται ανά περιστάσεις μέσω της μη Αριστοτελικής αντίληψης του επιθετικού προσδιορισμού πολιτική στην έκφραση πολιτική οικονομία: οι πρόσκαιρες, συγκυριακές επιλογές των βασικών φορέων, των υποκειμένων της πρωτότυπης κριτικής της πολιτικής οικονομίας αυθαίρετα προσλαμβάνονται ως δήθεν τοποθετήσεις επί των τιθέμενων ζητημάτων της επιστήμης της πολιτικής οικονομίας. -Είν' αυτό μια εισαγόμενη νεόκοπη mishna περί της κριτικής της πολιτικής οικονομίας;

Σε κάθε περίπτωση, αυτό αφενός οδηγεί σε μια εργαλειακή κομματικοποίηση της επιστήμης της πολιτικής οικονομίας, και στον ίδιο χρόνο αφετέρου σε ακαδημαϊκοποίηση της πολιτικοδημοκρατικής πάλης: στην αυθαίρετη θεωρητικοποίηση ακόμα και του random η και του προσωπικού υποκειμενικού.

Εν τούτοις,η κριτική μας σε αυτά δεν είναι θέμα επιείκειας η αυστηρότητας. -Η θεωρία είναι πάντοτε γκρίζα.

Η αξία στην σφαίρα του κυκλοφοριακού προτσές, στην σφαίρα της κατανάλωσης, αποκτά από την σκοπιά του καταναλωτή, του αγοραστή την ιδιότητα της επιλογής. Αν στο σούπερ μάρκετ αγοράσω αυτήν την μάρκα από το τάδε προϊόν και όχι την δεινά μάρκα, παρόλο που αμφότερα έχουν την ίδια εμπορευματική τιμή, αυτό μπορεί να οφείλεται σε καθαρά προσωπικές προτιμήσεις για την διαφορετική χρηστική αξία τους (παρόλο που η ανταλλακτική αξία τους είναι ακριβώς ίδια), ή ακόμα και σε μια καθαρή τυχαιότητα. 

Δεν προκύπτει, ούτε μπορεί να συναχθεί μια θεωρία της αξίας από αυτό. Ακόμα και μια αυθαίρετη απόπειρα διαμόρφωσης μιας συμπεριφορικής θεωρίας μπορεί μέσα σε μια στιγμή να καταρριφθεί από μια απαλλοτρίωση, από μια αυτομετατροπή.

Ώστε, επ' αυτών των συζητήσεων, όχι μόνο το ζήτημα της μεθόδου, αλλά ακόμα και μιας στοιχειώδους φιλοσοφικής παίδευσης τίθεται στην ημερήσια διάταξη. 

Κι απ' αυτό εγείρεται η προβληματική, αν όλο αυτό αφορά την οικονομική επιστήμη ή σε τελική ανάλυση την νεκρανάσταση μιας κάποιας υποτιθέμενης Αγίας Οικογένειας, μια ακόμη συγκαλυμμένη χυδαία εκδοχή βιοπολιτικής. 

Μπορεί κάποιος να πει, ότι όλο αυτό το στόρυ έχει την πολιτική σκοπιμότητά του: στις αρχές του 20ου αιώνα, η εργατική κριτική παρουσιάσθηκε από την δεξιά πτέρυγα των Μπολσεβίκων ως δήθεν εκπρόσωπος της Ρικαρντιανής θεωρίας της αξίας, στις αρχές του 21ου αιώνα παρουσιάζεται απ΄τον κ. Χάρβεϋ ως αρνητής της.

Το ότι η αξία ενός εμπορεύματος είναι ανάλογη της ποσότητας εργασίας που παρασχέθηκε για την παραγωγή του, είναι κοινωνική νομοτέλεια -αυταπόδεικτο εδώ και 250 χρόνια. Το ότι αυτό είναι το θεμέλιο του παραγωγικού προτσές κεφαλαίου δεν αφαιρεί, ούτε μειώνει  την αντικειμενικότητα αυτής της κοινωνικής νομοτέλειας

Επί του προκείμενου, μία από τις συμβολές της κριτικής, όπως είναι γνωστό, δεν είναι η διατύπωση αυτής της νομοτέλειας, αλλά, η ανάλυση της κοινωνικής λειτουργίας της ανταλλακτικής αξίας ως κοινωνικής μορφής του εμπορεύματος, και δη ως της ανεξάρτητης μορφής του, η ανάλυση της ανταλλακτικής αξίας ως γενικής κοινωνικής σύνδεσης, η ανάλυση στο παραγωγικό προτσές κεφαλαίου της ειδοποιούς ποιοτικής διαφοράς (οντολογικής ισχύος) μεταξύ ανταλλακτικής άξιας και χρήματος. Αντίθετα, η μπουρζουάδικη πολιτική οικονομία στις ατυχείς στιγμές της παραγνωρίζει ολότελα τις μορφές και τους τρόπους κοινωνικοποίησης της ανταλλακτικής αξίας ως τέτοιας, και συνήθως την αντιμετωπίζει θεωρητικά με αντίστροφο τρόπο, δηλαδή μισο-ιδεαλιστικά, ξεκινώντας όχι από την παραγωγή, αλλά από την ιδεατότητα της εμπορευματικής τιμής. Σ' αυτό μόνο μπορεί κάποιος να επινοήσει μη αποδοχή της εργασιακής θεωρίας της αξίας από την κριτική. Η άρνηση της υπό την κομμουνιστική προοπτική είναι κάτι τόσο δεδομένο όσο και η καταργητική άρνηση της εμπορευματικής κοινωνίας συλλήβδην, αλλιώς δεν θα λέγαμε για κριτική.

Και πάλι, στην ερμητική εσωτερικότητα τους, αυτά είναι ίδια της λεγόμενης από τον Σουμπέτερ Ρικαρντιανής φαυλότητας: το ξεχώρισμα από την συνολικότητα της κοινωνικής πράξης, η αναγωγή του συνολικού σε μερικότητα, το Δομιστικό κομμάτιασμα των εννοιών, και η θεώρησή των μέσα από αυθαιρέτως παρμένα κουτάκια.

Μπορεί να ειπωθεί, ότι είναι συνέπεια της παλαιόθεν Φυσιοκρατικής εσφαλμένης ταύτισης της αξίας με την υλική υπόσταση.7 Μήπως, όμως, σε αυτές τις εσφαλμένες ταυτίσεις δεν κρύπτεται όλη η συμβιβαστική τάση μέσα στο εργατικό κίνημα, από την εποχή των αληθών σοσιαλιστών και των σοσιαλιστών οπαδών του Ρικάρντο μέχρι την Φαβιανή εταιρεία, κι απ' αυτούς μέχρι τον σοσιαλρεφορμισμό;

Αυτό εξοκείλει και στις πιο σύγχρονες εφαρμογές της ποπ πολιτικής οικονομίας του Hodgskin, κατά τις όποιες, κατ' εφαρμογή του πλέον εξτρεμιστικού κατ' όνομα Νομιναλισμού το κεφάλαιο (γινόμενο αντιληπτό ως προσωπικός πλουτισμός) είναι είτε ένα σύνολο εγκληματικών, παράτυπων έξεων και πρακτικών, είτε ένας μυστικιστικός συνδυασμός μεγαλόσχημων ονομάτων, η ύπαρξη των οποίων καταγορεύει τον φορέα τους σε δικαιούχο του πλουτισμού.



1 Βλ. David Harvey, “Marx’s Refusal of the Labour Theory of Value”, March 1 2018, σε https://davidharvey.org/2018/03/marxs-refusal-of-the-labour-theory-of-value-by-david-harvey/

2 Βλ. Michael Roberts, “Marx’s law of value: a critique of David Harvey”, Institute of Human Geography, Volume 13, Issue 1, March 2020, Pages 95-98, σε https://journals.sagepub.com/doi/10.1177/1942778620910942

3 Βλ. Paul Cockshott, “Did Marx have a Labour Theory of Value?”, World Review of Political Economy,

Volume 10, Issue 1

4 Βλ. Pete Green, A Debate on Value Theory. On the Recent (2018) Debate over Value Theory between David Harvey and its Critics, σε https://www.historicalmaterialism.org/article/a-debate-on-value-theory/

5 Ενδεικτικά για εμβάθυνση βλ. Theorien über den Mehrwert, Drittes Kapitel.  A. Smith, 4.  Smith' Unverständnis für die Wirkung des Wertgesetzes beim Austausch zwischen Kapital and Lohnarbeit

6 Βλ. Die heilige Familie oder Kritik der kritischen Kritik gegen Bruno Bauer und Kunsorten, 5. Kapitel. Die "kritische Kritik" als Geheimniskrämer oder die "kritische Kritik" als Herr Szeliga (von Marx), 2. Das Geheimnis der spekulativen Konstruktion

7 Βλ. Theorien über den Mehrwert, Zweites Kapitel. Die Physiokraten, 4. Gleichsetzung von Wert und Materie durch Paoletti

Στοιχεία της Πολιτικής Οικονομίας του Τζον Στιούαρτ Μιλ και η βιομηχανική λειτουργία της Μητροπολιτικής Αστυνομίας


Η πολιτική οικονομία του Μιλ inter alia αναπτύσσει τόσο ρητά και με ευκρινή τρόπο την πιο ριζοσπαστική στιγμή της κλασικής πολιτικής οικονομίας, σε τέτοιο βαθμό που αναμετράται με την έννοια και την εμπειρία του κομμουνισμού.[1]

Αυτό γίνεται κατορθωτό, καθ’ όσον η έννοια της Ελευθερίας, λόγω της αθεΐας του, έχει αποδεσμευθεί από το Θρησκευτικό πλαίσιο, κι έτσι ο Φιλελεύθερα θεμελιωμένος Ωφελιμισμός συνδέεται με τον κομμουνισμό.

Είναι αυτό ένας ριζοσπαστικός Αγγλικός φιλελεύθερος δρόμος προς τον κομμουνισμό, που είναι τέτοιος, επειδή έχει θέσει απέναντι αφενός τις μορφές του Γιακωβινισμού και αφετέρου τον Πρωσικό Κρατισμό, αλλά και στον ίδιο χρόνο την Αγγλικανική δικαιολόγηση του συστήματος της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και αλλοτρίωσης; Εννοιολογικά, εμπειρικά και πρακτικά, στον Αγγλικό χώρο είναι κάτι τέτοιο.

Παρότι ο Κομμουνισμός, όπως και βασικά στοιχεία του παραγωγικού προτσές κεφαλαίου (οι μισθοί), παρουσιάζονται μέσα από την Διανομή, στην ανάλυση των μισθών αναπτύσσεται μια κοινωνική πολιτική διασφάλισης και ενίσχυσης των μισθών,[2] που ακόμα δεν κατανοούνται ως στον ίδιο χρόνο τιμή εργασίας, χρηματική ποσότητα η οποία καταναλώνεται παραγωγικά για αναπαραγωγή και επέκταση εργατικής δύναμης, μεταβλητό κεφάλαιο.

Όλο αυτό ολοκληρώνεται σε μια οπτιμιστική σύλληψη περί ενός Προοδευτικού Κράτους Πλούτου, το οποίο έχει ξεκόψει από την κουλτούρα της προστασίας.[3] –Πραγματικά, είναι δύσκολο για κάποιον, ο οποίος είναι άμεσος πολιτικός απόγονος του Μιλ, να ζει σε στεριανές Μητροπόλεις, όπου η κουλτούρα, η πρακτική, το έθος, και η μέθοδος της προστασίας ανανεώνονται και τροποποιούνται κάθε δέκα χρόνια περίπου, στον ίδιο χρόνο με την εκδήλωση των περιοδικών κρίσεων. Γι’ αυτό και κάθε τόσο σε κάποιους απ' τους απογόνους αυτών των γενεαλογιών και των παραπλήσιών των παρατηρούνται αναχωρητικές τάσεις ή ακόμη και τάσεις ρεβιζιονισμού. Ωστόσο, ουδέποτε τα σφάλματα των απογόνων επηρεάζουν ή επιδρούν στους πρώτους εκάστης γενιάς.

Στην Πολιτική Οικονομία του Μιλ, όπως και πρωτύτερα στον Σέυ, η εργασία εξωτερικεύεται και πραγματώνεται στην κοινωνική σφαίρα ως πρακτοριά. Η θεώρηση του Μιλ για την εργασία ab sich την παρουσιάζει ευθέως ως πράκτορα της παραγωγής.[4]

Η καινοτομία έγκειται στο ότι εντάσσει –και ορθώς- υπό δοσμένες προϋποθέσεις στην παραγωγική εργασία την εργασία εξασφάλισης της εργασίας.[5] Αυτό ισχύει στο μέτρο, που το ανά τομέα και ανά Μητρόπολη παραγωγικό προτσές διεξάγεται και εκλαμβάνεται ως συνολικότητα, και όχι στην κατακερματισμένη, σεπαρατιστική θεώρηση. Κι αυτό γιατί, χωρίς αυτήν την εργασία, δεν μπορούν να διεξαχθούν οι υπόλοιπες εργασίες στα εργοστάσια, στο μητροπολιτικό εργοστάσιο, στις μεταφορές.

Στις Μητροπολιτικές επικράτειες, στα πεδία του Μητροπολιτικού εργοστασίου, με αυτόν τον τρόπο λειτουργίες της Μητροπολιτικής Αστυνομίας αποκτούν par excellence παραγωγικό περιεχόμενο: παράγουν την εξασφάλιση του εργασιακού προτσές: η αξία αυτού του μεταβλητού κεφαλαίου είναι ενσωματωμένη στην συνολική αξία του παραγόμενου εμπορεύματος, όπως και το ποσοστό συμμετοχής της στην πρόσθετη αξία. –Μπορεί λοιπόν η κάθε Polizei να αφήσει στην άκρη την επιμέλεια των αληθών Σοσιαλιστών, και να αναλογισθεί τα παραπάνω.

Η εκ μέρους του Μιλ ως άνω παραγωγική σύνδεση, κάτι το οποίο έχει αναπτυχθεί σε συνάρθρωση (… working for a safer London) είναι στην εκκίνησή του ένα σύστημα προσαρμοσμένο στον τρόπο λειτουργίας της βιομηχανίας στις Αγγλικές Μητροπόλεις. Δεν κάνουμε θεωρία της αστυνομίας ή αστυνομική θεωρία, αλλά βλέπουμε με ποιον τρόπο, μια κρίσιμη πλευρά της βιομηχανίας αποκτά κεντρικό ρόλο στο κοινωνικό, σε τέτοιο βαθμό ώστε η σφαίρα πραγμάτωσης της συνολικής κοινωνικής εργασίας αποκτά καθαρά βιομηχανικά χαρακτηριστικά. Αυτό εμπεριέχει και προϋποθέτει δοσμένα επίπεδα και βαθμούς ανάπτυξης ταξικής πάλης και κοινωνικοταξικών ανταγωνισμών και συγκρούσεων. Αν βγαίνει ένα ασφαλές συμπέρασμα, είναι, ότι νομοτελειακά αυτής της ποιότητας η δραστηριότητα για να αναπτυχθεί και να εξελιχθεί, πρέπει όλο και πιο πολύ να αντιπαρατίθεται τόσο στην αστυνομία ως ιδεολογία, όσο και στην αστυνομία ως νεοφιλελεύθερη εκδοχή της βιοεξουσίας, στην αστυνομία ως συνονθύλευμα μπάτσων.

Αυτή η πάλη, που –θες δεν θες- διεξάγεται από τουλάχιστον εκλογικά μειοψηφικές θέσεις, θέτει το ζήτημα της κατάργησης της άσκησης πολιτικής μέσα από τις νεωτερικές εθνικές κατηγορίες. Όπως έχουμε τονίσει, ο εργατικός διεθνισμός in concreto αποκτά την μορφή της εργασιακής σύνδεσης των παγκόσμιων βιομηχανικών Μητροπόλεων. Αυτό αντικειμενικα θέτει το ζήτημα της κατάργησης της στρέβλωσης του διεθνισμού ως εθνισμού ανά τα έθνη ή διά των εθνών (κάτι το οποίο εκλογικά πλειοψηφικά είναι η επίσημη εκδοχή του σύγχρονου Σιωνισμού). Δεν είναι κάτι που αφορά την βούλησή μας, είναι κάτι που επιβάλλεται από τις ίδιες τις αναπτυγμένες παραγωγικές δυνάμεις.

Είναι στην συνολική αντικειμενικότητά του Μηχανισμός, δυναμική ανάπτυξης Εργατικού Μητροπολιτικού Σοσιαλισμού. Η εμπειρία, στοιχεία της οποίας έχουμε κατά καιρούς αναδείξει, λέει, ότι αυτό αποκτά την πολιτική και επιτελική έκφρασή του στα Μητροπολιτικά Συμβούλια, μέσω των εργατικών οργανώσεων, που προσβλέπουν σε κάτι τέτοιο.



[1] Βλ. John Stuart Mill, Principles of Political Economy with Some of Their Applications to Social Philosophy, Books I-II, Book II, Distribution, Chapter 1. Of Property, 3. Examination of Communism, University of Toronto Press, Routledge and Keagan Paul, pp. 203-209.

[2] Βλ. οπ., Chapter XI. Of Wages, Chapter XII. Of Popular Remedies for Low Wages, Chapter XIII. The Remedies For Low Wages Further Considered, Chapter XIV. Of the Differences of Wages in Different Employments, pp. 337-399.

[3] Βλ. οπ., Book IV, Influence of the Progress of Society on Production and Distribution, pp. 705-798

[4] Βλ. οπ., Book I, Production, Chapter II, Of Labour as Agent of Production, pp. 31-44.

[5] Βλ. οπ., 5. Labour employed in the protection of labour, pp. 37-38.

Εμπορευματικές Τιμές, Χρηματική Κρίση και Ταξικό Κίνημα


Η διερεύνηση για την χάραξη γραμμών ανάπτυξης ταξικού κινήματος σε παγκόσμιο επίπεδο έχει ξεκινήσει.[1]

Παρότι στην σχετική συζήτηση εμφανίζεται ως ανάγκη και δυνατότητα ποιοτικής μετάβασης από τις απεργίες των πρόσφατων δύο-τριών χρόνων σε μια στρατηγική ταξικού κινήματος, η εμπειρία λέει, ότι, αν αυτή η προσπάθεια ξεχωρισθεί από την ίδια την πρακτική, που την φέρνει ως εδώ, θα αποτύχει. Αντίθετα, όσο πατάει και αναπτύσσεται μέσα στην συνολική εργατική δραστηριότητα, μέσα στην εργασιακή εμπειρία, σε κάθε ξάναμμα της ταξικής πάλης, τόσο θα ενισχύεται και θα επεκτείνεται.

Κύρια στις Ευρωπαϊκές χώρες, η αντικειμενικότητα άμεσης ανάπτυξης της ταξικής πάλης στην δοσμένη συγκυρία διαμορφώνεται από τον αγώνα ενάντια στην άνοδο των εμπορευματικών τιμών, που έφεραν τα τελευταία πληθωριστικά κύματα. Σε πρώτο χρόνο, από την σκοπιά των συμφερόντων της εργατικής τάξης διατυπώθηκε, ότι η άμεση λύση σε αυτό, ακόμα και για το κατέβασμα των εμπορευματικών τιμών είναι το ανέβασμα του συνολικού εργατικού μισθού και η βιομηχανική μεγένθυση. Κι αυτό γιατί είναι ο πιο άμεσος τρόπος αύξησης της πραγματωνόμενης ποσότητας και του ρυθμού πραγμάτωσης της αξίας.  

Η άνοδος των τιμών (όπως την υποφέρουμε) είναι μορφή οικονομικής κρίσης (συμπλεγμένη τόσο με τις περιοδικές εμπορικές κρίσεις, όσο και με τις κατά τόπους ενεργοποιήσεις του νόμου πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους), η οποία είναι πιο κατανοήσιμη μέσα στο προτσές μεταμορφώσεων του κεφαλαίου.[2]

Σ’ αυτό, η πιθανότητα της κρίσης περιγράφεται από την χωροχρονική παρέκκλιση μεταξύ αγοράς και πώλησης, κατά την οποία η αξία του εμπορεύματος διακυμαίνεται στο ενδιάμεσο, κάτι το οποίο έχει ως συνέπεια, ότι το εμπόρευμα κατά την στιγμή της πώλησής του δεν αξίζει τόσο όσο άξιζε, όταν η αξία του μετρήθηκε σε χρήμα, κατά την λειτουργία του χρήματος ως μέτρου της αξίας. Σκεφτείτε το σχολικό παράδειγμα με το παραγινωμένο ή σάπιο φρούτο: η ενοχική υποχρέωση δεν μπορεί να εκπληρωθεί, και όλη η αλληλουχία των μεταβιβάσεων και μεταδράσεων μένει ξεκρέμαστη. Σε αυτό η φράση it is done, σημαίνει ότι το εμπόρευμα τελείωσε, είναι γινωμένο (εξ αιτίας της σαπίλας του), πριν πραγματωθεί η περιεχόμενη σε αυτό αξία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ό,τι έχει επενδυθεί ή πονταρισθεί στην αγοραπωλησία του εμπορεύματος, στην πραγμάτωση της αξίας του, ακυρώνεται: η cancel culture των εμπράγματων μεταδράσεων και μεταβιβάσεων.

Στην αντίθετη περιεχομενικά περίπτωση, αν στο ενδιάμεσο της χωροχρονικής παρέκλισης μεταξύ αγοράς και πώλησης η αξία του εμπορεύματος αυξηθεί (λόγω τεχνικών διορθώσεων, ανακαινίσεων, βελτιώσεων, ποιοτικοποιήσεων, καταχωρίσεων) αυτό ενδεικνύει τάσεις οικονομικής ανάπτυξης, οικονομικού ανεβάσματος.

Σε μεγάλη κλίμακα, η κρίση δύναται να λάβει αυτήν την μορφή στο εύρος κατά το οποίο τελεσφορεί απ’ τις αλλαγές των εμπορευματικών τιμών και απ’ τις επαναστάσεις των εμπορευματικών τιμών, οι οποίες δεν συμπίπτουν με τις αλλαγές στην αξία των εμπορευμάτων, και έτσι δεν εμφανίζονται ταυτοτικές τιμές, ήτοι ίσες με τις αξίες των εμπορευμάτων.

Σε γενικές γραμμές, όταν παρεκκλίνουν στον χώρο και στον χρόνο η αγορά από την πώληση, αυτό αναπτύσσεται σε χρηματική κρίση, λόγω της λειτουργίας του χρήματος ως μέσου πληρωμών. Έτσι εξηγείται η επιλογή χωρών για αύξηση των αποθεμάτων τους σε χρυσό, δηλαδή ενίσχυση της λειτουργίας του χρυσού ως παγκόσμιου χρήματος, κάτι που ευνοεί σχετικά την ανταγωνιστικότητά τους έναντι της λειτουργίας του δολλαρίου ως παγκόσμιου χρήματος. 

Με τα παραπάνω καθίσταται εφικτή μια κριτική κατανόηση των μορφών της κρίσης εντός του συγκειμένου της Σμιθικής και συνεπούς Ρικαρντικής Πολιτικής Οικονομίας. Ωστόσο, αυτό είναι η αφηρημένη μορφή της κρίσης και όχι η εκζήτησή της.

Εν τούτοις, σε αυτό το συγκείμενο, η Σμιθική πάλη ενάντια στους ποικιλώνυμους πληθωριστικούς παράγοντες επιδρά ευεργετικά στις πλατιές μάζες, στους πληβείους, στην φτωχολογιά, ως άμεση πάλη ενάντια στην ακρίβεια. Αυτό είναι κάτι, που αποτυπώνεται ιδιαίτερα στο εγχώριο επίπεδο: με την σειρά του φέρνει ως επιτυχές αποτέλεσμα την ενίσχυση του εργατικού συνδικαλισμού, την ενίσχυση της ταξικότητάς του, την άνοδο της εργατικής αγωνιστικότητας. Οι μεταλλεργάτες του μητροπολιτικού εργοστασίου με τα κοστούμια, που προηγούμενα φαινόντουσαν στις μάζες ως ξένοι, πλέον, όπως και οι εργάτες με τις μπλε και γκρίζες φόρμες εργασίας, φαίνονται φιλικοί, αν όχι οικείοι.

Όμως, πρέπει να είναι ξεκάθαρο, ότι μέσα στους ίδιους τους όρους του η πρακτική του ταξικού κινήματος είναι ειδικά προσδιορισμένη ως συνολικό ποιοτικό. Προς επίρρωση αυτού, με σκοπό πρόσδοσης βάθους διευκρινίζουμε, ότι είναι κάτι που έλκει την ιστορικότητά του από την ίδια την ταξική πάλη στις Μητροπόλεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στα Μεσαιωνικά αστικά κέντρα της Αγγλίας, της Φλάνδρας και του Φραγκικού Βασιλείου, στις Ελεύθερες Αυτοκρατορικές Πόλεις και τις συνενωμένες (Χανσεατικές) πόλεις της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, στις πόλεις-κράτη της Ιταλικής χερσονήσου.

Η Σμιθική Πολιτική Οικονομία, η –όπως την ονομάζουμε- συνεπής Ρικαρντική Πολιτική Οικονομία, και σε έναν βαθμό η Αυστριακή Οικονομική Επιστήμη/ο ορντοφιλελευθερισμός, λιγότερο ή περισσότερο προτείνουν μια κανονική (regulatory) και στον ίδιο χρόνο κανονιστική (regulative) σύλληψη της οικονομικής ζωής, που συνδέεται στον ίδιο χρόνο στις σύγχρονες Μητροπόλεις με την εργατική ρύθμιση του δημόσιου χώρου με αποφασιστικούς όρους. Όλο αυτό από ταξική σκοπιά έχει την στιγμιοτυπική συμπύκνωσή του στον νυχτερινό σπινθήρα που εξάγεται από την σφυριά του εργάτη κατασκευών στον μεταλλικό σκελετό του νέου ουρανοξύστη –και δεν πρόκειται για ποιητική αδεία. Δεν υπάρχει κάτι πιο απτό στον ορίζοντα της άμεσης εμπειρίας μας από αυτήν την λειτουργία Εργατικού Πανοπτικού.

Σε κάθε περίπτωση δεν πρόκειται για ζήτημα μονοθεματικού εργασιακού ή εργατίστικου φορμαλισμού, αλλά για ζήτημα περιεχομένου και κριτικής ανάλυσης του ίδιου του πραγματικού, όπως εμφανίζεται και κινείται στα πεδία της κοινωνικής εργασίας, στην οικονομία.

 


[1] Ενδεικτικά βλ. The current moment – Thoughts for debate, DEBATE | 23 Mar 2024 σε https://www.angryworkers.org/2024/03/23/the-current-moment-thoughts-for-debate/

[2] Βλ. Theorien über den Mehrwert, Kapitel 17, [Siebzehntes Kapitel]  Ric[ardos] Akkumulationstheorie.  Kritik derselben (Entwicklung der Krisen aus der Grundform des Kapitals), 11. Über die Formen der Krise

Πρόσθετες Μορφές Αξιοποίησης στο Μητροπολιτικό Εργοστάσιο

Ένα απ’ αυτά, τα οποία περιγράψαμε πρόσφατα με κριτικό τρόπο σε συνολικό συγκεκριμένο επίπεδο, είναι η ab sich βιομηχανική βιοπολιτική παραγωγή, και όχι η βιομηχανοποίηση της βιοπολιτικής παραγωγής. Η τελευταία έχει συνοψισθεί εύστοχα και έγκαιρα απ’ τους Νέγκρι και Χαρντ:

“Οι μεγάλες βιομηχανικές και χρηματιστικές εξουσίες κατ’ αυτόν τον τρόπο παράγουν όχι μόνο εμπορεύματα, αλλά επίσης υποκειμενικότητες. Παράγουν πρακτόρικες υποκειμενικότητες εντός του βιοπολιτικού συγκειμένου: αυτοί παράγουν ανάγκες, κοινωνικές σχέσεις, σώματα και νόες –που είναι σαν να λες, ότι παράγουν παραγωγούς. Στην βιοπολιτική σφαίρα, η ζωή φτιάχνεται, ώστε να δουλεύει για παραγωγή και η παραγωγή φτιάχνεται για να δουλεύει για ζωή. Είναι μια μεγάλη κυψέλη, στην οποία η βασίλισσα μέλισσα συνεχώς επιβλέπει παραγωγή και αναπαραγωγή. Όσο βαθύτερα πάει η ανάλυση, τόσο περισσότερο βρίσκει σε αυξανόμενα επίπεδα εντατικότητας τα διασυνδέοντα ασεμπλάζ των διεπιδραστικών σχέσεων”.[1]

Μετά από είκοσι χρόνια, οι ίδιοι συγγραφείς, στο τελευταίο κοινό σύγγραμμά τους, αναφέρθηκαν με μια πιο απαισιόδοξη νότα στα τεκταινόμενα της βιοπολιτικής παραγωγής, στα 2000 συλληφθείσας και εκτεθείσας εντός των πλαισίων της βιοεξουσίας:

“Σε αυτές τις αναλύσεις, αναγνωρίζουμε νέες και εντατικοποιημένες μορφές εκμετάλλευσης και ιδιοκτημοσύνης, μαζί με νέες μορφές βιοπολιτικού ελέγχου, και την αποικιοποίηση και εμπορευματοποίηση επιπρόσθετων επικρατειών ανθρώπινης ύπαρξης. Σήμερα, όπως οι μελέτες δείχνουν, οι βιοπολιτικές παραγωγικές δυνάμεις είναι εγκλωβισμένες εντός των σχέσεων προσωπικής ιδιοκτησίας, εργαζόμενες για έναν μισθό, ή καθυπηγμένες και υποτιμημένες, όσο η αξία που παράγουν, είναι εισέτι απαλλοτριωνόμενη και συσσωρευόμενη”.[2]

Αυτή η ειλικρινής πικρή διαπίστωση (αν και πέρασαν 20 έτη) έχει να κάνει με την όλη κριτική περί της μη υλικής εργασίας ως απληρωσιάς κλπ.

Ωστόσο, αν αυτό είναι μια επιβολή της ίδιας της εργασιακής εμπειρίας, των ίδιων των διαμαρτυριών και αξιώσεων των εργατικών αγώνων, ab initio, το θέμα κάπου έμπαζε, από την στιγμή κατά την οποία η παρουσίαση της βιοπολιτικής παραγωγής γινόταν με προσφυγή στον Φουκοϊκό ορισμό της αστυνομίας, στην βιοεξουσία, στο σύστημα κοινωνικού ελέγχου, και όχι στο ίδιο το παραγωγικό προτσές του κεφαλαίου –παρότι η καινοτομία της παρουσίασης στα 2000 έγκειτο στο ότι μίλησαν ξεκάθαρα για παραγωγή σωμάτων και νοών, και όχι μόνο … συναισθημάτων.

Αυτό που πρόσφατα υποστηρίξαμε και υποστηρίζουμε, είναι η πλήρης ανεξαρτητοποίηση της βιομηχανικής βιοπολιτικής παραγωγής από αυτό, το οποίο απ’ τον Φουκώ και ύστερα περιγραφόταν ως βιοεξουσία, βιοπολιτική κοκ. Αυτή η επιλογή πατάει πάνω στην ίδια την αντικειμενική νομοτέλεια/τάση του βιομηχανικού προτσές, και δεν πρόκειται για οικονομισμό. Όμως, αποκτά πολιτική συνειδητότητα, διότι μόνο ως τέτοια, στην αντικειμενική ανεξαρτησία της ως οργανικό τμήμα του παραγωγικού προτσές του κεφαλαίου, δύναται να ελεγχθεί, να σχεδιασθεί, να οργανωθεί, να εφαρμοσθεί από την εργατική τάξη, από τους άμεσους παραγωγούς.

Αν λοιπόν στα 2000 η παρουσίαση της βιοπολιτικής παραγωγής είχε έναν μανιφακτουρικό, ετερογενή χαρακτήρα (η χρήση του όρου ασεμπλάζ δεν είναι τυχαία), αυτό, το οποίο εντοπίζουμε μέσα από τον Αξιακό Προσδιορισμό, είναι η ένταξή της στην μεγάλη βιομηχανία, η απόκτησή της από αυτήν: αυτό που οι συγγραφείς στο τελευταίο σύγγραμμά τους ονόμασαν και ορθά απ’ την σκοπιά τους: αποικιοποίηση.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι η μη μετρησιμότητα (κάτι για το οποίο δέχθηκαν κριτική)[3] έχει να κάνει με τον ίδιο τον κβαντικά απροσδιόριστο χαρακτήρα αυτού που ανέλυσαν, και όχι με κάποια ρητορική-συγγραφική έλλειψη ή δήθεν αοριστία.

Σε μια πιο τολμηρή στρατηγική κριτική, η παρουσίαση του Empire χαρακτηρίζεται ως υπερ-δυναμωμένη (over-powered) και στον ίδιο χρόνο υπο-ειδικοποιημένη (under-specified).[4] Είναι ευνόητο, ότι κάτι, το οποίο συγκροτείται διανοητικά ως spezifikat σε ένα υπο-επίπεδο [κι αυτό δεν είναι αφηρημένο, ούτε αόριστο, αλλά χαρτογραφικά (με την έννοια των Ν-Γ) και εδαφικά συγκεκριμένο και γνωστό], εξ αιτίας αυτού προσομοιάζει στην συμπεριφορά σωματιδίων κατά την αρχή της απροσδιοριστίας, της αβεβαιότητας (Unbestimmtheitsrelation, seltener Unschärfeprinzip), -και κατά τον Χεγκελιανό προσδιορισμό, η προσδιοριστική περιγραφή από μόνη της καθιστά συγκεκριμένο, αυτό που πριν φαινόταν ως αόριστο.

Από επιστημολογική άποψη, η κριτική περιγραφή των Hardt-Negri ήταν έγκυρη. Η κριτική μας έχει να κάνει με το ότι δεν στοχοπροσηλώθηκε στο αμιγώς προνομιακό επίπεδο για τα εργατικά συμφέροντα.

Η βιομηχανική βιοπολιτική παραγωγή ως οργανικό τμήμα του παραγωγικού προτσές κεφαλαίου έχει κλειστό χαρακτήρα –κι αυτό γιατί ως υλικό προτσές είναι στην κύρια πλευρά της βιομηχανική εφαρμογή γενετικής μηχανικής. Αυτό συνεπάγεται, ότι γίνεται εμφανής στο κυκλοφοριακό προτσές: πιο εύκολα στην κίνηση του κυκλώματος του εμπορευματικού κεφαλαίου.[5]  

Όπως είναι γνωστό, στην απλουστευτική παρουσίαση η γενική φόρμουλα του κυκλώματος του εμπορευματικού κεφαλαίου είναι: Ε΄ - ….  Ε΄. Σε αυτό η αξιοποιημένη κεφαλαιακή αξία, όχι η αυθεντική κεφαλαιακή αξία που αναμένει να αξιοποιηθεί, εμφανίζεται ως σημείο εκκίνησης για την αξιοποίησή της. Το Ε΄ (το επιπρόσθετο εμπόρευμα) ως κεφαλαιακή σχέση λειτουργεί ως έναρξη όλου του κυκλώματος, και ως τέτοια διαθέτει προσδιοριστική επίδραση στο όλο κύκλωμα. Η εμφάνιση του Ε΄ συντελείται μέσω της ταυτόχρονης εμφάνισης της παραχθείσας βιοπολιτικής μορφής: σημειώνεται απ’ αυτήν, ώστε πλέον μέσω της σημειωτικής επίδρασής της στο κύκλωμα προβάλλει ως προς τους τρίτους (δηλαδή ως προς τους μη άμεσους παραγωγούς, ως προς τους μη εμπλεκόμενους καπιταλιστές) ως κάτοχος ή ως δικαιούχος της όλης διαδικασίας.

Εν τούτοις, η βιοπολιτική μορφή δεν μπορεί να σταθεί απλά και μόνο ως μια σηματοδότηση του κυκλώματος. Ο κοινωνικός χαρακτήρας της παραγωγής, η κοινωνική εργασία, το σύστημα υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο την εντάσσει με ομαλό και κανονικό τρόπο, ως ακόμα μία εργάτρια: το στέμμα της βασίλισσας μέλισσας (αν υπάρχει) παραμένει αφόρετο.

Κατά το κύκλωμα του εμπορευματικού κεφαλαίου, κάτι παρόμοιο σε επαναλαμβανομένη κλίμακα συμβαίνει με τα στοιχεία του εμπορευματικού κεφαλαίου, τα οποία αποτελούν κομμάτια της μηχανουργίας, του ακατέργαστου υλικού, των πρώτων υλών, ή ακόμα κατά τις περιόδους κρίσεως και με τα στοιχεία του μη κυκλοφορούντος κατά κανόνα σταθερού κεφαλαίου: δηλαδή, φανερώνονται οι βιοπολιτικές συνδέσεις τους, οι βιοπολιτικές αντιστοιχίσεις τους.

Η εκ της βιομηχανίας βιοπολιτική μορφή είναι η με βιοπολιτικό τρόπο αξιοποίηση της αξιοποιημένης κεφαλαιακής αξίας, κάτι που μετατρέπει όλη την βιοπολιτική παραγωγή σε βιομηχανική παραγωγή.



[1] Βλ. Michael Hardt, Antonio Negri, Empire, Part 1. The Political Constitution of the Present, 1.2 Biopolitical Production, Corporations and Communication, Harvard University Press, Cambridge, Massachusetts, London, England, 2000, p. 32.

[2] Βλ. οπ., Empire, Twenty Years On, 3. New Internationalisms, απόσπασμα σε https://newleftreview.org/issues/ii120/articles/empire-twenty-years-on

[3] Βλ. Steven Toms, «‘Immeasurability’: A critique of Hardt and Negri», ephemera. articles. Theory and politics in organization, 2008 ephemera 8 (4): 433-446

[4] Βλ. Paul Thompson, «Foundation and Empire: A Critique of Hardt and Negri’s Empire», Capital & Class #86. Foundation and Empire, p. 77

[5] Βλ. Das Kapital, II. Band: Der Zirkulationsprozeß des Kapitals, I. Die Metamorphosen des Kapitals und ihr Kreislauf, 3. Der Kreislauf des Warenkapitals

Επισημάνσεις περί εμπορευματικής τιμής

  

Η τιμή του εμπορεύματος είναι η σε πρώτο χρόνο κοινωνική εκδήλωση του παραγωγικού προτσές κεφαλαίου. Η εμπορευματική τιμή στο κυκλοφοριακό προτσές λειτουργεί για το αδιαίρετο ως σημείο εισόδου στην συνολική καπιταλιστική οικονομική πραγματικότητα. Η εμπορευματική τιμή αναπτύσσει τις ιδιότητές της, λειτουργεί, για την αγορά και εντός αυτής ως σημείο οικονομικής βαρύτητας.

Σε συνολικό επίπεδο, από την σκοπιά του παραγωγικού προτσές κεφαλαίου, η τιμή είναι ανεξάρτητη της ανταλλακτικής αξίας, παρότι στην εσωτερική σχέση τους, η τιμή είναι μόνο μια ποσοτικοποίησή της: χωρίς αυτήν, η ανταλλακτική αξία δεν μπορεί να πραγματωθεί, αφού πρώτα έχει μεταμορφωθεί σε χρήμα, έχει αποκτήσει χρηματομορφή, η οποία έχει αφηρημένη ταυτότητα προς την τιμή ως ποσοτική εξωτερίκευσή της.

Σχηματικά, η εμπορευματική τιμή είναι προς την ανταλλακτική αξία το αφηρημένο μερικό, και η ανταλλακτική αξία το αφηρημένο συνολικό ως προς αυτήν. Αυτό σημαίνει, ότι η τιμή επιβάλλεται ως αφαίρεση στο εμπόρευμα, συνιστώσα την ιδεατότητα της ανταλλακτικής αξίας.

Ένα από τα κεντρικά ερωτήματα, στα οποία προσπαθεί να απαντήσει η κλασική πολιτική οικονομία, είναι, τι καθορίζει τις τιμές των εμπορευμάτων. Ανάλογα της απάντησης στο ερώτημα διαμορφώνονται και οι αντίστοιχες θεωρίες, με τις κύριες εξ αυτών την Ποσοτική Θεωρία και την Θεωρία Προσφοράς και Ζήτησης. Οι θεωρίες της κλασικής πολιτικής οικονομίας περί εμπορευματικών τιμών είναι περιγραφικές θεωρίες, λειτουργούσες εν μέρει. Η μερικότητα του χαρακτήρα τους, τους προσδίδει σχετική εγκυρότητα, απ’ την οποία η οικονομική επιστήμη διαμορφώνει μοντέλα για τις τιμές.

Η ατομικά παρμένη εμπορευματική τιμή είναι ένας κβαντικός κόμπος, ένα κβαντικό προς στιγμήν αμετάβλητο:[1] μια ποσοτικοποιημένη στάση, μια αριθμητικοποιημένη ποσότητα: κατ’ ιδέαν προβάλλονται αδιαφοροποίητα σ’ αυτήν διαφορετικές ποιότητες, διαφορετικές κατηγορίες (αξία, χρήμα, νόμισμα).  

Οι ιδιότητες κι οι λειτουργίες της εμπορευματικής τιμής ως οικονομικής κατηγορίας καθίστανται στριφνότερες, όπου το χρήμα επιδιώκει να ταυτισθεί με την ανταλλακτική αξία, κι όπου η ανταλλακτική αξία επιδιώκει την ανεξαρτητοποίησή της από την χρηστική αξία, ήτοι στον τρόπο ύπαρξης και λειτουργίας του χρηματοκεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά, στην καπιταλιστική συνολικότητα.

Οι εμπορευματικές τιμές στο συνολικό προτσές της καπιταλιστικής παραγωγής αναπτύσσουν την ενεργότητά τους ως λειτουργία σε ιδεατότητα, μέσα από την επίδρασή τους στο ποσοστό κέρδους:

Αν ένα δοσμένο αδιαίρετο εμπόρευμα έχει στον ίδιο χρόνο, τιμή στην μια αγορά Χ λίρες, και στην άλλη αγορά 2Χ λίρες, η ανταλλακτική αξία του είναι ίδια σε αμφότερες περιπτώσεις. Αυτό που αλλάζει, είναι το ποσοστό κέρδους, το οποίο αποκομίζει ο καπιταλιστής μέσα από την πραγμάτωση της αξίας του. Εδώ, το κέρδος εμφανίζεται ως ποσοστό κέρδους με σημείο αναφοράς το δοσμένο αδιαίρετο εμπόρευμα. Ωστόσο, ο καπιταλιστής, που πουλάει σε Χ λίρες, θα αποκομίσει περισσότερο κέρδος ως ποσότητα, από τον καπιταλιστή που πουλάει σε 2Χ λίρες, επειδή θα πουλήσει περισσότερα τέτοια εμπορεύματα, παρότι ο δεύτερος έχει μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους. Σε αυτό, το κέρδος εμφανίζεται ως απόλυτη ποσότητα, όμως, αν πρόκειται για μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες ανταγωνίζονται σε διαφορετικές ολόκληρες σφαίρες και τομείς παραγωγής, η απολυτοποιημένη ποσότητα του κέρδους στην συνολικότητα της καπιταλιστικής επιχείρησης μετριέται και λειτουργεί εντός του ποσοστού κέρδους.

Στην περίπτωση των πρώτων υλών, του ακατέργαστου υλικού, των πετρωμάτων κλπ., η μικρότερη τιμή επιδρά στην αύξηση του ποσοστού κέρδους της επιχείρησης που θα απασχολήσει αυτά ως σταθερό κεφάλαιο εν τω παραγωγικό προτσές, και το αντίστροφο, όταν αυξάνει.[2] Σε αυτό, έγκειται η ιδανική στιγμή της εμπορευματικής τιμής, όταν εμφανίζεται (λογιστικά) ως κόστος παραγωγής, καθ’ όσον σ’ αυτήν την λειτουργική στιγμή της εμφανίζει κατά φαινόμενο (ως φαινότυπος) ταυτότητα προς την ανταλλακτική αξία.

Η τιμή εμφανίζει αυτήν την ιδανική λειτουργία της και στον κατ’ ιδέαν ποσοτικό ορισμό της γενικής τιμής παραγωγής.[3]

Εμφανίζεται δε ως κάτι επιπρόσθετο, ως ένα υπερβάλλον πάλι στην λειτουργία της απόλυτης εδαφικής προσόδου, ως σύμπτωμα ενός εξωοικονομικού μηχανισμού ειδικής εξουσίας, η οποία έχει να κάνει με την κυριότητα επί του εδάφους. Αυτό αποτυπώνεται στα μισθώματα και στις εμπορευματικές τιμές των αστικών ακινήτων, κάτι, που, όπως έχουμε αναλύσει, επιδρά στην απότομη αύξηση των τιμών πολλών εμπορευμάτων (από τα ζαρζαβατικά και το φαγητό έως τον έτοιμο καφέ, και την τιμή της μπύρας και των ποτών) στα πλαίσια μιας σχετικά μικρής εθνικής/αποικιακής αγοράς, όπου απομένει ακόμη σημαντικό εύρος αγροτικής παραγωγής, το οποίο δεν έχει εκβιομηχανισθεί. Όσο αυτό το υπερβάλλον τις τιμής συνδέεται όλο και πιο στενά με την ειδική εξουσία του εξωοικονομικού μηχανισμού, ερειδόμενη επί της γαιοκτησίας, τόσο αυτό σχηματοποιεί σε μια τέτοια χώρα, το οικονομικό πρόβλημα της ακρίβειας, σχετικά ανεξάρτητο του πληθωρισμού. Στον ίδιο χρόνο, εντός αυτής της χώρας, η ακρίβεια λειτουργεί ως μηχανισμός απαλλοτρίωσης πληθυσμών.

Η δραστική εκμείωση αυτού του υπερβάλλοντος προϋποθέτει την μαζική εκβιομηχάνιση της αγροτικής παραγωγής, την συσπείρωση, συγκέντρωση και κεντρικοποίηση του κεφαλαίου που απασχολείται στην παραγωγή αυτών των προϊόντων.

Από την άλλη, επί των αστικών ακινήτων, η βιομηχανοποίηση της πόλης, η λειτουργία του μητροπολιτικού εργοστασίου, η ανάπτυξη της μηχανοποιημένης αρχιτεκτονικής, σε κανονικές συνθήκες, επιδρά προς την αντίθετη κατεύθυνση: αποσύνδεση του μισθώματος από την τιμή αγοραπωλησίας του διαμερίσματος, ανέβασμα της εμπορευματικής τιμής του οικοπέδου, επί του οποίου είναι χτισμένο το κτίριο, επομένως και ανέβασμα της εμπορευματικής τιμής του διαμερίσματος. Μόνο μια ανακαίνιση, αντικατάσταση των παλιών με νέα υλικά, καινούριες εγκαταστάσεις, καινούριες εμπεπηγμένες συσκευές, και η αναλογική αύξηση στον επιβαλλόμενο φόρο, θα έπρεπε να ανεβάζουν το μίσθωμα. Επομένως, η αντικειμενική τάση σε μια μεγάλη ιμπεριαλιστική μητρόπολη είναι το μίσθωμα να καθίσταται κομμάτι της αξίας αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, τμήμα του εργατικού μισθού, και όχι έκφραση της καπιταλιστικής εδαφικής προσόδου.

Η λειτουργία της ως ανωτέρω προσδιοριζόμενης ακρίβειας εμφανίζεται διττά: αφενός προσιδιάζει σε (μετα-)αποικιακές χώρες και πόλεις, και αφετέρου αναπτύσσει στο έπακρο αυτήν την ιδιότητα στις εμπορικές, χρηματιστικές και τουριστικές περιοχές των μητροπόλεων, όπου η ακρίβεια στις εμπορευματικές τιμές των ακινήτων επιδρά στο ανέβασμα των τιμών των εμπορευμάτων τόσο της προσίδιας παραγωγικής κατανάλωσης, όσο και των πολυτελειών.

Σε κάθε περίπτωση, η εμπορευματική τιμή του εδάφους ως εδαφική πρόσοδος, εκδηλώνει έναν ακόμη φετιχισμό, ο οποίος έλκει την καταγωγή του από τον ίδιο τον φυσιοκρατισμό. Σ’ αυτό, η εμπορευματική τιμή του ακινήτου λειτουργεί ως ψευδαισθησιακή οντότητα: εμφανίζει, ότι μαζί με το ακίνητο, αγοράζεις και πραγματικό χώρο: ο κόσμος των ψευδαισθήσεων εμφανίζεται ως κόσμος των εμφανίσεων.[4]

Σε συνολικό επίπεδο, σύμφωνα με όσα ο Ένγκελς συμπεραίνει, κατ’ εφαρμογή του Αξιακού Νόμου της κλασικής πολιτικής οικονομίας, παρόλη την απόκλιση στις ενικές τιμές ως προς τις ενικές αξίες, η συνολική τιμή όλων των εμπορευμάτων πάντοτε πέφτει μαζί με την συνολική αξία των ή με την εμπεριεχόμενη στο συνολικό μέγεθος των εμπορευμάτων ποσότητα εργασίας.[5] Απ’ αυτό συνεπάγεται, ότι όσο αναπτύσσεται η μεγάλη βιομηχανία, η τεχνική επανάσταση της παραγωγής, η επαναστατικοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων, των τεχνικών μέσων, της τεχνολογίας κλπ, τόσο οι εμπορευματικές τιμές στην συνολικότητά τους πέφτουν, τα εμπορεύματα είναι πιο φτηνά, πιο προσιτά. Αυτό είναι ο κυρίαρχος Ρικαρντιανά προσδιορισμένος δρόμος για μια βιομηχανική κοινωνία εσωτερικής ευημερίας (μαζική βιομηχανική παραγωγή συνεχώς εξελισσόμενη – φτηνά προϊόντα), όπως υλοποιήθηκε κατά τις δεκαετίες 1950-1970 στις σοσιαλιστικές χώρες. Παρόμοια τάση εμφανίζεται και στις αναπτυγμένες βιομηχανικά καπιταλιστικές χώρες, αφ’ ής στιγμής ο ανταγωνισμός μειώνει το ποσοστό κέρδους και εξισορροπεί τις εμπορευματικές τιμές.

Όμως, (στον Ένγκελς) η σχέση μέσω της οποίας δύο εμπορεύματα ανταλλάσσονται, η αξία τους, είναι καθαρά συμπτωτική, συμβεβηκυία, κάτι που ρέει προς τα εμπορεύματα απ’ έξω, κάτι που είναι έτσι σήμερα, αλλιώς αύριο … Η αξία είναι γι’ αυτό ταυτή στην τιμή, και κάθε εμπόρευμα έχει τόσο πολύ αξία, όση τιμή μπορεί να προσεγγίσει. Και η τιμή προσδιορίζεται από την ζήτηση και προσφορά.[6]

Αυτό εξηγεί μηχανισμούς φούσκας παραγωγής, όπου όλη η παραγωγή διευθύνεται από τον καπιταλιστή με στόχο το ανέβασμα της τιμής, επειδή γνωρίζει ότι η ανεβασμένη τιμή, του αποδίδει μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους. Αυτό, όπως έχουμε αναλύσει, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε εμπορική κρίση, σε κρίση υπερπαραγωγής.

Από την σκοπιά του ιστορικού υλισμού,  ο Ενγκελσικός προσδιορισμός συνδέεται με ιστορικά καθορισμένα μακρά κύματα αύξησης των τιμών των εμπορευμάτων (οι λεγόμενες επαναστάσεις των τιμών, μέσα 14ου – 17ος αιώνες)[7]: σε επαρκή βαθμό συνέπεια μεγαλύτερης εισροής χρήματος στην μορφή των μετάλλων. Γενικά, μια τέτοια αύξηση είναι ο ασφαλέστερος ιστορικός ενδεικτής για την συντέλεση βαθιών αλλαγών στο παγκόσμιο status quo.  

 



[1] Παράβαλε https://en.wikipedia.org/wiki/Knot_theory,  S. Chmutov, S. Duzhin, J. Mostovoy, Introduction to Vassiliev Knot Invariants, 24/3/2011, σε https://arxiv.org/abs/1103.5628, Stavros Garoufalidis, Quantum Knot Invariants, 16/1/2012, σε https://arxiv.org/abs/1201.3314, David M. Jackson , Iain Moffatt, An Introduction to Quantum and Vassiliev Knot Invariants, Springer, 2019, Modesto Orozco-Ruiz, Selwyn Simsek, Sahra A. Kulmiya, Samuel J. Hile, Winfried K. Hensinger, Florian Mintert, Optimal control with a multidimensional quantum invariant, σε https://arxiv.org/abs/2212.07872

[2] Βλ. Das Kapital, III. Band: Der Gesamtprozeß der kapitalistischen Produktion, I. Die Verwandlung des Mehrwerts in Profit und der Rate des Mehrwerts in Profitrate, 6. Wirkung von Preiswechsel, I. Preisschwankungen des Rohstoffs, ihre direkten Wirkungen auf die Profitrate

[3] Βλ. οπ., VI. Verwandlung von Surplusprofit in Grundrente, 45. Die absolute Grundrente, απόσπασμα: Nennen wir den allgemeinen, den Markt regulierenden Produktionspreis P, so fällt P für das Produkt der schlechtesten Bodenart A mit ihrem individuellen Produktionspreis zusammen; d.h. es zahlt der Preis das in der Produktion verzehrte konstante und variable Kapital plus dem Durchschnittsprofit (= Unternehmergewinn plus Zins).

[4] Παράβαλε Damien Cahill, «Market analysis beyond market fetishism», Environment and Planning A: Economy and Space, Volume 52, Issue 1, February 2020, Pages 27-45, σε https://journals.sagepub.com/doi/10.1177/0308518X18820917

[5] Βλ. Das Kapital,  οπ., Engels: Ergänzung und Nachtrag zum III. Buche des «Kapital», I. Wertgesetz und Profitrate, απόσπασμα: trotz der Abweichung der Einzelpreise von den Einzelwerten falle der Totalpreis der sämtlichen Waren stets zusammen mit ihrem Totalwert oder mit der in der Totalmenge der Waren enthaltnen Arbeitsquantität.

[6] Βλ. οπ., απόσπασμα: Das Verhältnis, worin zwei Waren sich austauschen, ihr Wert, ist also etwas rein Zufälliges, den Waren von außen Angeflogenes, das heute so, morgen so sein kann … Der Wert ist also identisch mit dem Preis, und jede Ware hat so viel Werte, als sie Preise erzielen kann. Und der Preis wird bestimmt dur Nachfrage und Angebot.

[7] Ενδεικτικά βλ. Douglas Fisher, «The Price Revolution: A Monetary Interpretation», The Journal of Economic History, Vol. 49, No. 4 (Dec., 1989), pp. 883-902, David Hackett Fischer, The Great Wave. Price Revolutions and the Rhythm of History, Oxford University Press, Oxford, New York, 1996

Η πάλη για την πλήρη μεταμόρφωση της κλασικής (ταξικής) πολιτικής οικονομίας σε εργατισμό, και η πολιτική σημασία της

Τα θεμέλια του εργατισμού, οι ίδιες οι βασικές παραδοχές του, εξάγονται ευθέως και άμεσα από την κλασική (ταξική) πολιτική οικονομία.   Η θέ...