Ο οικονομικός φιλελευθερισμός του Μπαστιά και η ταπεινή σοσιαλιστική κοινότητά μας


Με την μπροσούρα του Μπαστιά με τίτλο «Ce qu’on voit et ce qu’on ne voit pas» (1850) το ζήτημα της φαινομενολογίας ως τέτοιο εισήχθη στην επιστήμη της πολιτικής οικονομίας και εγκολπώθηκε, τόσο ως φυσικομαθηματικό πρόβλημα (που αφορά την συγκρότηση και την σύσταση των σφαιρών της ενεργότητας, της πραγματικότητας, της πραγμότητας, του μάτριξ, τον συνδυασμό και τις διατομές αυτών), όσο και ως γνωσιολογικό πρόβλημα, πρόβλημα περί των γεγονότων της πολιτικής οικονομίας.[1]

Ο ίδιος ο όρος και η εμπειρία του ανείδωτου (unseen, ungesehen, unbemerkt) κατανοούμενου ως πράξη, έξη, θέσμιο, που θέτει σε κίνηση μια ακολουθία επιδράσεων, ακόμα και μια αλυσίδα αναδράσεων, τίθεται στην εμβέλεια της έρευνας.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο στην ως άνω μπροσούρα μέσα από εμβληματικές case studies, παρμένες σε πρώτο χρόνο απ’ την κοινωνική δραστηριότητα, απ’ την κοινωνική πρακτική και σε δεύτερο χρόνο από την σφαίρα της παραγωγής, με πιο χαρακτηριστικές αυτήν του παιδιού που σπάει τζάμια και της απόλυσης (πιθανά στην Φραγκική Επικράτεια παραμονές της 18ης Μπρυμαίρ το πρώτο να επέφερε το δεύτερο)[2], διαμορφώνεται η ηγεμονία μιας οικονομικής αντίληψης, η οποία αν και στον πυρήνα της φιλελεύθερη, ωστόσο επειδή ιεραρχεί «την ιδιοκτησία και τον νόμο, την δικαιοσύνη και την αδελφότητα»[3], γι’ αυτό έγινε τόσο προσφιλής στον ορντοφιλελευθερισμό και στην Αυστριακή Σχολή.[4]

Έτσι, στον Μπαστιά, η δημόσια προπαγάνδα περί της προτιμητέας οικονομικής ηγεμονίας συνιστά την προετοιμασία της πλήρους εκβιομηχάνισης της λεγόμενης «Δεύτερης Αυτοκρατορίας» της Φραγκικής Επικράτειας, και στον ίδιο χρόνο την προετοιμασία του αποικιοκρατισμού του Φραγκικού καπιταλισμού.[5]

 Μαζί λοιπόν με το ανείδωτο, η έννοια και η εμπειρία της (μικροΒοναπαρτικής) ηγεμονίας τίθεται εντός της πολιτικής οικονομίας, όχι ως par excellence οικονομικό principle (ήτοι ως κάτι αναφερόμενο επί και προκύπτον από τα ίδια τα ζητήματα της πολιτικής οικονομίας), όπως στον Ρικάρντο, αλλά ως μια πολιτικοποίηση, δημοσιο-ποίηση της οικονομικής θεωρίας ως κάτι, το οποίο τείνει να γίνει εφάμιλλο της πολιτικής δημοσιολογίας.

Επιστημολογικά, μια τέτοιου είδους αντίληψη προϋποθέτει και συνεπάγεται μια σιωπηρή, αν όχι συγκεκαλυμμένη παραδοχή περί ανυπαρξίας διακριτών σφαιρών στην κοινωνική πρακτική: είναι δηλαδή στην καλύτερη περίπτωση μια μονοδιάστατη αντίληψη, αντίληψη ισόπεδης γραμμικότητας, κάτι το οποίο οδηγεί σε αυτό που ονομάζει ο Nick Land hyper-reality show, ως ένα μόνο δείγμα του αντεπαναστατικού ιδεαλισμού των προηγούμενων δεκαετιών.

Ο χαρακτήρας του έργου του καταφαίνεται με πιο ευκρινή τρόπο, όταν καταφέρεται κατά του εργατικού βανδαλισμού, του Λουδιτισμού, προς χάρη του ελεύθερου εμπορίου.[6] Εν τούτοις, σ’ αυτό έχει την νοημοσύνη, ώστε να παρουσιάσει την απουσία του ελεύθερου εμπορίου ως αυτοπαραγωγή των εργατών, ως τον τρόπο με τον οποίο οι εργάτες παράγουν τους εαυτούς τους ως τέτοιους, ως εργάτες.

Από την σκοπιά της εργατικής κριτικής, σε γενικές γραμμές, αυτό επιτυγχάνεται, διότι αυτή η αυτοπαραγωγή συντελείται, υλοποιείται, πραγματώνεται έξω από το εμπορικό κύκλωμα, μέσα στις ελεύθερες ενώσεις των εργατών, ως υλοποίηση των επιθυμιών τους και όχι ως κοινωνικός καταναγκασμός, στο μέτρο που οι εργάτες αντιλαμβάνονται την Ορφική και Παρμενίδεια έννοια του κοσμικού ωού (επί της οποίας σε εξηγητικό επίπεδο έστω και μεταφυσικά συντίθεται η πραγμότητα ενός τρόπου παραγωγής), και μπορούν να το κάνουν αυτό με πραγματικά ρηξικεύλευθο τρόπο. Φερ’ ειπείν η ίδια η ύπαρξη του ουρανοξύστη ονόματι Egg στο City του Λονδίνου αποτελεί αρχιτεκτονική ένδειξη για την ευστάθεια και την βασιμότητα της εν λόγω Ελληνικής θεωρίας.

Επιπρόσθετα, κατά έναν παράδοξο τρόπο, στο παράδειγμα του «Αρνητικού Σιδηρόδρομου» παρουσιάζει την ανάγκη ως φιλοτιμία, μέσα από μια υπόθεση σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ καταναλωτή και επιχειρηματία, στην οποία η ενιαιότητα των σιδηροδρομικών γραμμών διακόπτεται προς όφελος των συμφερόντων των τοπικών επιχειρήσεων των περιοχών των σιδηροδρομικών σταθμών.[7] Πρέπει να επισημανθεί, ότι σχετικά με αυτά τα παράδοξα παραδείγματα, εξ αρχής της δημοσίευσής των, δυνάμεις της εργατικής κριτικής, και δη οι εκ Βρετανίας ορμώμενες δυνάμεις της Διεθνούς Ένωσης Εργατών τα είχαν προσεγγίσει ως εργώδεις πειραματισμούς της επιχειρηματικής μπουρζουαζίας και όχι απλά ως σοφίσματα.

Προσέτι, πρέπει να ειπωθεί, ότι το έργο περί Σοφισμάτων του Μπαστιά εγείρει μείζον θέμα μεθόδου της πολιτικής οικονομίας, καθ’ όσον οι υποθέσεις και τα παραδείγματα δεν λαμβάνονται από την ίδια την οικονομία, αλλά προκύπτουν ως a priori νοητικά κατασκευάσματα. Υπάρχει κάτι πολύ πιο επισφαλές, επιβλαβές, επιζήμιο και επικίνδυνο πρώτ’ απ’ όλα για τους ίδιους τους εργάτες και την κοινωνία, απ’ την μαθηματικοποίηση των οικονομικών προβλημάτων, η οικονομικοποίηση των μαθηματικών προβλημάτων: αυτό επί του πρακτέου είναι κατάργηση της επιστήμης της πολιτικής οικονομίας για χάρη της επιστήμης για την επιστήμη.

Έτσι λοιπόν, έχουμε την διαμόρφωση των οικονομικών της αυθαιρεσίας και του υπερυποκειμενισμού, των οικονομικών του κατά το δοκούν, των οικονομικών που αντιφάσκουν στην ίδια την έννοια της κοινωνικής νομοτέλειας, στην ίδια την έννοια του επιστημονικού νόμου, προς όφελος ενός υποτιθέμενου ενικού μαθηματικοποιητικού υποκειμένου, το οποίο –υποτίθεται- ότι ενικοποιεί τα συνολικά καπιταλιστικά συμφέροντα, τα οποία δεν αργούν να βρουν την προσωποποίησή τους στο ίδιο το μικροΒοναπαρτικό Φραγκικό κράτος ή στο αντεπαναστατικό Φραγκικό κράτος της μπελ επόκ μετά την ήττα απ’ τον Γερμανικό Στρατό (άλλωστε, στα έργα του ο Μπαστιά επανειλημμένα δηλώνει αυτολεξεί ότι δεν είναι πράκτορας της Αγγλίας).

Στην ακραία προοδευτική στιγμή του (απευθυνόμενος διά κειμένου στον Θιέρσο) προτείνει έναν φιλελεύθερο δρόμο προς τον κομμουνισμό, ήτοι έναν δρόμο που ξεκινάει από το προτσές της κυκλοφορίας μέσα από την κατάργηση του προστατευτισμού.[8] Σ’ αυτό υπάρχουν ακόμα επιδράσεις του ουτοπικού σοσιαλισμού.

Επομένως, όπως πριν το 1848, στην Γερμανία ο κομμουνισμός αναζητείτο στον θεωρησιακό ουρανό, στον κόσμο των ιδεών, -στο επαναστατημένο Παρίσι του 1848 ο Μπαστιά αναζητούσε τον κομμουνισμό στο ελεύθερο εμπόριο, ζητώντας απ’ τον ίδιο τον Θιέρσο να συνεργήσει. Ολ’ αυτά μπορούν να αντιμετωπισθούν μόνο ως οι αξεδιάλυτες αντιφάσεις των υψηλά ιστάμενων επίσημων εκπροσώπων της αστικής κοινωνίας, οι οποίοι αντιλαμβάνονταν την τελευταία άνοδο αυτού που εκπροσωπούσαν ως το αποφασιστικό σημείο της ιστορικής πτώσης των.

Επ’ αυτών των θεμάτων διανοίγεται ένας κρίσιμος διαχωρισμός μεταξύ του σοσιαλισμού της πραγματικής βάσης της παραγωγής, και όλων των σοσιαλισμών που απορρέουν από το εποικοδόμημα, από το εμπόριο, από προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς, από αντιδραστικές τάξεις.

Αυτός ο διαχωρισμός διασαφηνίζεται stricto sensu σε ικανοποιητικό βαθμό στην οικονομική Αντικειμενικότητά του στο έργο του Σουμπέτερ μέσα από την παρουσίαση της σοσιαλιστικής κοινότητας (σε πρώτο χρόνο συγκροτημένης ως ευταξία, order) ως σοσιαλισμού αντιπαραβαλλόμενου στο συνολικό προτσές της καπιταλιστικής παραγωγής.[9

Πρωτοβουλία-νέος συνδυασμός (νέο παραγόμενο προϊόν) είναι σε αυτήν την σοσιαλιστική κοινότητα η μέθοδος της παραγωγής.

             



[1] Βλ. Frédéric Bastiat, Ce qu’on voit et ce qu’on ne voit pas (1850), Introduction, απόσπασμα: «Dans la sphère économique, un acte, une habitude, une institution, une loi n'engendrent pas seulement un effet, mais une série d'effets. De ces effets, le premier seul est immédiat; il se manifeste simultanément avec sa cause, on le voit. Les autres ne se déroulent que successivement, on ne les voit pas; heureux si on les prévoit.

Entre un mauvais et un bon Économiste, voici toute la différence: l'un s'en tient à l'effet visible; l'autre tient compte et de l' effet qu'on voit et de ceux qu'il faut prévoir» σε http://bastiat.org/fr/cqovecqonvp.html#introduction. Σημειωτέον, ότι ο όρος του ανείδωτου δεν είναι το ίδιο με την έννοια της μη υλικής εργασίας του Σέυ, καθ’ όσον η τελευταία εγείρεται μέσα στην εσωτερικότητα του παραγωγικού προτσές του κεφαλαίου.

[2] Ενδεικτικά βλ. Taha Chaiechi, «The broken window: Fallacy or fact – A Kaleckian–Post Keynesian approach», Economic Modelling, Volume 39, April 2014, pp. 195-203.

[3] Βλ. ibid, Propriété et loi, justice et fraternité (1848) σε https://gallica.bnf.fr/ark:/12148/bpt6k5696376z

[4] Βλ. Hayek on Bastiat, σε https://oll.libertyfund.org/page/hayek-on-bastiat, https://mises.org/library/bastiats-legacy-economics-1

[5] Βλ. Bastiat, Ce qu’on voit et ce qu’on ne voit pas, VIII. Les Machines, IX. Crédit, X. L’Algérie, XI. Épargne et Luxe

[6] Βλ. ibid, Economic Sophisms, First Series, 20. Human VS Mechanical Labor and Domestic VS Foreign Labor, translated by Arthur Goddard, Foundation for Economic Education, Irvington-on-Hudson, New York, 1996, pp. 102-106.

[7] Βλ. ibid, pp. 94-95.

[8] Βλ. ibid, Protection and Communism (1849), σε https://www.gutenberg.org/files/44144/44144-h/44144-h.htm

[9] Βλ. Joseph Schumpeter, Business Cycles. A Theoretical, Historical, and Statistical Analysis of Capitalist Process, McGraw-Hill Book Company, New York, Toronto, London, 1939, pp. 109-114. 

Κάποιες επισημάνσεις περί εργατικού μισθού

  «Another year! –another deadly blow!

Another mighty Empire overthrown!

And We are left, or shall be left, alone;

The last that dare to struggle with the

Foe».

William Wordsworth, Poems Dedicated

to National Independence and Liberty,

XXVII. November 1806


Ο εργατικός μισθός είναι αυτό που μένει πάντοτε όρθιο ακόμα κι όταν όλα γύρω έχουν γκρεμισθεί. Βρίσκεται στον αντίποδα του πασίγνωστου Εχθρού (και όλων των κατά καιρούς μιμητών του) του ανωτέρω ποιήματος του Wordsworth.[1]

Ο εργατικός μισθός κατέχει αυτοκρατορική θέση στο επίκεντρο της εργατικής ζωής, διότι συγκροτεί την ποιότητα, το περιεχόμενο, τον χαρακτήρα, την έκταση της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, ήτοι επ’ αυτού θεμελιώνεται ο ελεύθερος χρόνος του εργάτη. Ο μισθός είναι το πρώτο επιθυμητό (desideratum) για τον εργάτη μέσα στο προτσές της παραγωγής, πριν ακόμα περάσει τις πύλες της φάμπρικας, από όταν θα χτυπήσει το κουδούνι για να σηκωθεί, ώστε αυτή η επιθυμία αξίζει να είναι οπλισμένη

Από την σκοπιά του Άνταμ Σμιθ ο εργατικός μισθός είναι βασική συνιστώσα του πλούτου (wealth, Reichtum), κάτι που επιφέρει ως συνέπεια, ότι από μόνο του είναι εντελώς ηλιθιότητα το σλόγκαν περί φορολόγησης του πλούτου.[2] Υποκρύπτει δε μια αντεστραμμένα ενοχική, μια ηθικίστικη αντίληψη περί πλούτου ως κάτι a priori ηθικά κακό.

Έτσι, ενώ στον καπιταλισμό ο πλούτος ακόμα και στην αρχική εμφάνισή του είναι σύνολο ανταλλακτικών αξιών, σύνολο εμπορευμάτων, η δε γενική μορφή του είναι η ανταλλακτική αξία (όπως η ανταλλακτική αξία είναι η γενική κοινωνική σύνδεση), στον ίδιο χρόνο για τον εργάτη μετριέται με τον ελεύθερο χρόνο, παρόλο που ο εργατικός μισθός προσδιορίζεται ποσοτικά στον γενικό πλούτο, καθ’ όσον ο εργάτης λαμβάνει χρήμα για ανταλλακτική αξία μέσω της απλής ανταλλαγής/αντικατάστασης (Austausch, swapping) τυπικών ισοδύναμων μεταξύ του εργάτη και του καπιταλιστή.  

Πρέπει να υπενθυμισθεί, ότι αν η απλή ανταλλαγή/αντικατάσταση μεταξύ εργάτη και καπιταλιστή ιδωθεί στο παραγωγικό προτσές του κεφαλαίου, τότε σε αυτήν την τυπικονομική σχέση, ο εργατικός μισθός (μηνιαίος μισθός, ημερομίσθιο, ωρομίσθιο, μισθός-πληρωμή με το κομμάτι) είναι η μεταμόρφωση της αξίας της τιμής της εργατικής δύναμης (κάτι, το οποίο αποτελεί την οπτική του καπιταλιστή), αφ’ ής στιγμής η εργατική δύναμη εκλαμβάνεται ως αντικείμενο πώλησης (Verkauf), επ’ ανταλλάγματος εκχώρησις και εν συνεχεία απαλλοτρίωσις εργασίας. Σημειωτέον, ότι στην τυπική σύμβαση έργου το αντικείμενο πώλησης, εκχώρησης είναι το κατά την σύναψή της συμφωνηθέν τελικό προϊόν της εργασίας, αν και στις σύγχρονες μορφές εκμετάλλευσης οι ατομικές συμβάσεις έργου έχουν τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής σχέσης, καθ’ όσον στην εφαρμογή των στο συνδυασμένο προτσές εργασίας υποκρύπτεται υπηγμένη εργασία –αυτό που στο αστικό δίκαιο προσδιορίζεται ως εξαρτημένη εργασία.

Προκύπτει εξ αντιδιαστολής (ex contrario), ότι στον σοσιαλισμό η εργατική δύναμη δεν έχει τιμή, τιμή έχει η εργασία (που η κατηγορία τιμή της εργασίας είναι άνευ κριτικής δάνειο της κλασικής πολιτικής οικονομίας, ληφθέν από την απλή ζωή του προλεταριάτου), καθ’ όσον έχει απαλλοτριωθεί (που είναι ίδιο με την έκλειψη, την εξάλειψή του) ο καπιταλιστής-εργοδότης ως προσωποποίηση της λειτουργίας του κεφαλαίου στην σχέση απλής ανταλλαγής μεταξύ εργάτη και καπιταλιστή –και αυτό είναι κάτι που στον σοσιαλισμό έχει τον χαρακτήρα κοινωνικού νόμου (Gesetz).

Στον καπιταλισμό, η ανταλλακτική αξία της εργατικής δύναμης (η οποία είναι χρήμα) μετατρέπεται σε μέσα διατήρησής της εργατικής δύναμης, σε μέσα αναπαραγωγής της, και απ’ αυτό εγείρεται η διάκριση, η διαφορά σε ονομαστικούς και πραγματικούς μισθούς. Έτσι η λαμβανόμενη ποσότητα χρήματος ως μισθός είναι ο ονομαστικός μισθός.

Όταν ο μισθός ως χρήμα (εργατικό εισόδημα) εισέρχεται στο προτσές κυκλοφορίας του κεφαλαίου συγκεκριμένα ως αδιαίρετο μεταβλητό κεφάλαιο (δηλαδή στο σούπερ μάρκετ δεν δίνω την μετατροπή της αντικειμενοποιημένης εργασίας μου σε ποσότητα χρήματος, αλλά ποσότητα χρήματος που είναι αδιαίρετο μεταβλητό κεφάλαιο, κι αυτό έχει να κάνει με την διαφορά μεταξύ παραγωγής και κυκλοφορίας, καθώς στην πρώτη παράγεται αξία, στην τελευταία η αξία πραγματωνεται)[3] υπόκειται περίπου στις ίδιες νομοτέλειες περιστροφής, όπως και οι άλλες μορφές κεφαλαίου (σταθερό κεφάλαιο, κυκλοφορούν σταθερό κεφάλαιο, κατά κανόνα μη κυκλοφορούν σταθερό κεφάλαιο, πρόσθετη αξία), ενώ στον ίδιο χρόνο περιστροφή για τον εργάτη σημαίνει βόλτες στις αγορές, προκειμένου να αγοράσει και να καταναλώσει τα απαιτούμενα μέσα διατήρησης. Έτσι, όταν ο εργάτης πάει μετά την δουλειά στο σούπερ ή στο μίνι μάρκετ, σε αυτό έχουμε την λειτουργία μέρους του ημερομισθίου ως αδιαίρετου μεταβλητού κεφαλαίου, και στον ίδιο χρόνο την δραστηριότητα του εργάτη στον ελεύθερο χρόνο (που στην οπτική του καπιταλιστή είναι μόνο ο απαιτούμενος χρόνος περιστροφής).[4]

Δοθέντων των ως άνω, το αίτημα αύξησης του μισθού αναλογικά του ποσοστού αύξησης των εμπορευματικών τιμών αντικειμενικά ρίχνει τον πραγματικό μισθό, διότι πέρα από το ότι απλά ανατροφοδοτεί περαιτέρω την αύξηση του τιμάριθμου (ελλοχεύων ο κίνδυνος πληθωριστικού χρήματος), εξομοιώνει αυθαίρετα τον εργατικό μισθό με την εμπορευματική τιμή, δηλαδή αποσυνδέει τον μισθό από την αξία της τιμής της εργατικής δύναμης, από την ίδια την εργασία, παρόλο που ακριβώς λόγω αυτής της άμεσης υλικής σύνδεσης ο εργάτης μπορεί και κάνει πάλη των τάξεων και ανεβάζει τον μισθό και την ισχύ του, καθ’ όσον συγκρίνει και αντιπαραβάλλει τον μισθό του προς την παραγόμενη ποσότητα πρόσθετης αξίας που παράγει η εργασία του, αυτός ο ίδιος ο εργάτης είτε ενικά είτε συλλογικά, προς το εύρος της εκμετάλλευσης και αλλοτρίωσης του. Κατ' αντίστροφο συλλογισμό, το αίτημα για αύξηση του πραγματικού μισθού ισοδυναμεί με μείωση των εμπορευματικών τιμών, κάτι που επέρχεται μέσα από την μαζικοποίηση της κοινωνικής παραγωγής, καθ' όσον δι' αυτής ενεργοποιούνται αμεσότερα οι μηχανισμοί εξισορρόπησης κατά την μετατροπή του ποσοστού κέρδους σε μέσο ποσοστό κέρδους (ερειδομενοι στην κατίσχυση της σχετικής επί της απόλυτης πρόσθετης αξιας, και της πραγματικής επι της τυπικής υπαγωγής).

Σε όλα τα παραπάνω πρέπει να προσμετρηθεί ότι στον εργατικό μισθό και δη στον ονομαστικό εργατικό μισθό περιλαμβάνονται και εμπεριέχονται και οι εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, τις οποίες ο εργοδότης είναι νομικά αναγκασμένος και υποχρεωμένος να καταβάλλει, όντος αδιάφορου του ότι νομικοτυπικά ρυθμίζονται μέσα από το διοικητικό δίκαιο, ως επίσης περιλαμβάνεται και εμπεριέχεται και η δωρεάν πρόσβαση του εργάτη στο ΕΣΥ, στο NHS, στα δημόσια συστήματα υγείας, διότι από την σκοπιά των δημόσιων οικονομικών και αυτο το τμήμα του εργατικού μισθού υπολογίζεται σε χρήμα, με την διαφορά ότι δεν μετατρέπεται σε μεταβλητό κεφάλαιο, διότι δεν εισέρχεται στο προτσές κυκλοφορίας.

 

 



[1] Βλ. Pëtr Kropotkin, The Great French Revolution and its Lesson, σε https://voidnetwork.gr/2021/07/14/the-great-french-revolution-and-its-lesson-petr-kropotkin/

[2] Στο έργο του Άνταμ Σμιθ εντοπίζεται ένας διασταλτικός, διευρυμένος προσδιορισμός του εργατικού μισθού, καθ’ όσον παρουσιάζει χρηματιστηριακά κέρδη ως μισθούς της εργασίας επιθεώρησης και διεύθυνσης. Βλ. Adam Smith, The Inquiry, Book I, Chapter VII, 2005, p. 46. Παρομοίως περί της σχέσης εργατικού μισθού και πλούτου και στον Ρικάρντο: “… in both cases the market rate of wages will rise, for in proportion to the increase of capital will be the increase in the demand for labour; in proportion to the work to be done will be the demand for those who are to do it” (David Ricardo, Principles, Chapter 5, 1821, 2001, p. 60.

[3] Γι’ αυτόν τον λόγο στα μεγάλα εμπορικά καταστήματα των Ευρωπαϊκών μητροπόλεων ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα ο εργάτης αντιμετωπιζόταν με τον ίδιο τρόπο, με τα ίδια φερσίματα, όπως οι μπουρζουάδες.

[4] Όπως έχουμε αναδείξει εξαντλητικά, οι εργάτες που είναι –είτε το γνωρίζουν είτε δεν το γνωρίζουν- ακόμα εγκλωβισμένοι και εθισμένοι στην απλήρωτη κυβερψηφιακή εργασία, επί του πρακτέου έχουν ελαχιστοποιημένο ελεύθερο χρόνο, επομένως σε αυτούς ο εργασιακός χρόνος συνεχίζεται και μετά το σχόλασμα από την δουλειά.

Αγοραίες αξίες, ακανόνιστες επιστροφές και κομμουνιστικές κοινοντότητες

Υφίσταται μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ της υπερβατικής (transzendenten) τέκνο μουσικής και της βιομηχανικής τέκνο μουσικής. Η πρώτη κατατείνει προς το επέκεινα, στην ψυχεδελική προσέγγιση πραγμάτων εν εαυτοίς και στην επικοινωνία νοουμένων, η δεύτερη στην ανάδειξη της υλικής διασυνδεσιμότητας των εμπειριών και των νοημάτων μέσω των μηχανών. Με αυτήν την κατανόηση ιδιαίτερα το υπερβατικό σύστημα, η έννοια της υπέρβασης, η υπερβατική αισθητική, η υπερβατική φιλοσοφία καθίσταται τρόπος διεξαγωγής ταξικής πάλης, μερικά διαφοροποιημένος από την αναίρεση/aufheben που επιχειρησιακά εξ ιστορικής άποψης έχει αποδοθεί με την έφοδο.

Στην Κριτική του Καθαρού Λόγου του Καντ στην Υπερβατική Λογική η διαφορά μεταξύ υπερβατικού και εμπειρικού ανήκει στην κριτική της γνώσης και δεν αφορά την σχέση της προς το αντικείμενο.[1] Σ’ αυτό οι έννοιες συνδέονται με a priori τρόπο στα αντικείμενα, όχι ως καθαρές ή αντιληπτικές διαισθήσεις, ως αποτελέσματα της αισθητηριακής εποπτείας, αλλά ως καμώματα του σκέπτεσθαι.[2] Υπερβατική Λογική είναι η Επιστήμη προσδιορισμού της προέλευσης/καταγωγής, της έκβασης/τέλους και της αντικειμενικής εγκυρότητας τέτοιων ευρέσεων.[3]

Στον Σέλινγκ όλο αυτό αποκτά έναν πιο δυναμικό, κινησιακό χαρακτήρα, διότι εξετάζεται συστηματικά και εννοιακά ως τέτοιο. Σε αυτό διαφωτιστικά αντιδιαστέλλεται υποκειμενικό και αντικειμενικό, φύση και νόηση. Η Φυσική Φιλοσοφία ξεκινάει από το αντικειμενικό για να εξάγει το υποκειμενικό απ’ αυτό, η Υπερβατική Φιλοσοφία κάνει το αντίθετο.[4]

Αλλά, η αναίρεση στην υλική της κίνηση παίρνει συχνά την μορφή της αποδόμησης, της κατάδυσης, και ακόμα ισχυρότερα της αποσυναρμολόγησης, καθ’ όσον, αν θέλει να αναπτυχθεί ως άρνηση της άρνησης, η άρνηση inter alia συνίσταται στην πλήρη γνώση των εσωτερικών μηχανισμών και της ίδιας της εσωτερικότητας αυτού που θέλει να αρνηθεί. Η αναίρεση πιο πολύ περιέχει την δυνητικότητα και το ενδεχόμενο της άμεσης αντιπαράθεσης, της σύγκρουσης, της βίας, ανάλογα σε ποιο πεδίο εξωτερικεύεται και αναπτύσσεται. Το πεδίο συχνά παίρνει την μορφή αυτού που λέει ο Χέγκελ έδαφος (Grund), ώστε η συνθήκη (Bedingung) δεν τίθεται ως υπέρβαση της σύγκρουσης, αλλά το έδαφος, το πεδίο του ανταγωνισμού κλπ. είναι η ίδια η συνθήκη.[5] Η ειρήνη δεν είναι η συνθήκη υπέρβασης του νείκους, αλλά η έκβαση του νείκους ως τιθέμενης συνθήκης,

Η έννοια της σύνθεσης του κεφαλαίου, ειδικά όπου αναπτύσσεται το συνολικό προτσές της παραγωγής κεφαλαίου, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή, αν δεν γίνει άμεσα αντιληπτό ότι εντός της περιέχει διαμεσολαβημένα, αφηρημένα και μυστικοποιημένα ταξική πάλη.

Στον καπιταλιστικό ρεαλισμό και ακόμα πιο πολύ στο κεφάλαιο ως πραγματικό, το τελευταίο είναι μόνο η αυτοσυνειδησία ειδικών μορφών και εκφάνσεων του κεφαλαίου μέσα από ένα σύνολο αντανακλάσεων του στο κοινωνικό, μέσα από ένα σύνολο κοινωνικών μορφών στις οποίες έχουν αποδοθεί από το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα αναπαραστατικές, εκπροσωπητικές, συμβολικές/σημειωτικές καπιταλιστικές ιδιότητες.

Απ' αυτήν την άποψη, το κεφάλαιο ως πραγματικό είναι η πραγματική επικράτεια του ντετερμινισμού, παρόλο που στην σύνθεση του κεφαλαίου περιέχονται με τον παραπάνω τρόπο είτε λιγότερο είτε περισσότερο τα συμβεβηκοτα της ταξικής πάλης.

Οι περιστάσεις είτε με θετικό είτε με αρνητικό πρόσημο εκ τις οποίες συμβαίνουν, συντελλούνται οι ακανόνιστες επιστροφές, δείχνουν μόνο την εσωτερικοποίηση στιγμών της ταξικής πάλης εντός της σύνθεσης του κεφαλαίου, η οποία επιδρά στις αγοραίες αξίες, σε διάκριση προς τις εμπορευματικές αξίες και τις εμπορευματικές τιμές.

Η πηγή των ακανόνιστων επιστροφών αναβλύζει κάθε φορά, που κάποιο καπιταλιστικό αποκτά επίγνωση, ότι τα εμπορεύματα δεν ανταλλάσσονται ως εμπορεύματα ως τέτοια αλλά ως προϊόντα κεφαλαίου. Αυτό από μόνο του είναι δείγμα ανάπτυξης του κεφαλαιακού τρόπου παραγωγής και εκμηδενισμού των προτεραίων οικονομικών συνθηκών. Αλλά, αν δούμε τις ακανόνιστες επιστροφές από την σκοπιά αυτών που πόνταραν, που επένδυσαν στις περιστάσεις εκ των οποίων αυτές προέκυψαν, τότε βλέπουμε συχνά την επιδίωξη κάποιου περιστασιακού, τυχαίου (zufälligem) μονοπωλίου για τον πωλητή ή τον αγοραστή, ερειδόμενου στην περιστασιακότητα προσφοράς και ζήτησης. Ο καπιταλιστής χρειάζεται την υπερβατικότητα ακριβώς για να εντοπίζει τις περιστάσεις της προσφοράς και ζήτησης. Στον ίδιο χρόνο διεξάγεται το παιχνίδι μεταξύ των διαφορών αδιαίρετων και αγοραίων τιμών σε συνάρτηση με τις ποσότητες πραγματούμενης πρόσθετης αξίας. Έτσι, η αγοραία αξία περιέχει κάποιο πρόσθετο κέρδος αυτών που παράγουν υπό τις άριστες των συνθηκών σε κάθε σφαίρα παραγωγής.

Σε αυτό οι διαφορετικές σφαίρες παραγωγής γίνονται αντιληπτές ως οριοθετημένες μεταξύ των, διασυνδεδεμένες ως ξένες χώρες ή ως κομμουνιστικές κοινοπολιτείες, κοινοντότητες (Gemeinwesen). Το ίδιο, δηλαδή επίτευξη πρόσθετου κέρδους, γίνεται και εκεί που επιτυγχάνεται μείωση των εμπορευματικών τιμών σε τιμές παραγωγής, και μείωση του κέρδους σε μέσο κέρδος.

Επομένως, εδώ υπάρχει μια στιγμιαία σύζευξη μεταξύ νοήμονος κεφαλαιακής λειτουργικότητας και κομμουνιστικής συνολικής εμπειρίας: περιστασιακό μονοπώλιο – αγοραίες αξίες – πρόσθετο κέρδος – διασύνδεση διαφορετικών σφαιρών παραγωγής και ξένων χωρών αναλογική προς την διασύνδεση κομμουνιστικών κοινοντοτήτων.

Αυτό είναι ένα νέο πεδίο διερεύνησης, πέρα και παίρνοντας υπ’ όψη τόσο τα συμπεριφορικά οικονομικά, όσο και τις δυσκολίες, τις οποίες περιγράφει στα τελευταία έργα του ο Bifo.



[1] Βλ. Imannuel Kant, Kritik de reinen Vernuft, I. Transzendentale Elementarlehre, Zweiter Teil. Die transzendentale Logik, Einleitung. Idee einer transzendentalen Logik, II. Von der tanszendentalen Logik, απόσπασμα:  «Wollen wir die Rezeptivität unseres Gemüts, Vorstellungen zu empfangen, so fern es auf irgend eine Weise affiziert wird, Sinnlichkeit nennen: so ist dagegen das Vermögen, Vorstellungen selbst hervorzubringen, oder die Spontaneität des Erkenntnisses, der Verstand. Unsre Natur bringt es so mit sich, daß die Anschauung niemals anders als sinnlich sein kann, d.i. nur die Art enthält, wie wir von Gegenständen affiziert warden». Dagegen ist das Vermögen, den Gegenstand sinnlicher Anschauung zu denken, der Verstand».

[2] Βλ. ibid, απόσπασμα: «In der Erwartung also, daß es vielleicht Begriffe geben könne, die sich a priori auf Gegenstände beziehen mögen, nicht als reine oder sinnliche Anschauungen, sondern bloß als Handlungen des reinen Denkens, die mithin Begriffe, aber weder empirischen noch ästhetischen Ursprungs sind, so machen wir uns zum voraus die Idee von einer Wissenschaft des reinen Verstandes und Vernunfterkenntnisses, dadurch wir Gegenstände völlig a priori denken».

[3] Βλ. οπ., απόσπασμα: «Umfang und die objektive Gültigkeit solcher Erkenntnisse bestimmete, würde transzendentale Logik heißen müssen, weil sie es bloß mit den Gesetzen des Verstandes und der Vernunft zu tun hat, aber lediglich, so fern sie auf Gegenstände a priori bezogen wird, und nicht, wie die allgemeine Logik, auf die empirischen so wohl, als reinen Vernunfterkenntnisse ohne Unterschied».

[4] Βλ. Schelling, Friedrich Wilhelm Joseph, System des transzendenten Idealismus, Einleitung, § 1. Begriff der Transzendental-Philosophie απόσπασμα, «Das Objektive zum Ersten zu machen, und das Subjektive daraus abzuleiten, ist, wie so eben gezeigt worden, Aufgabe der Natur-Philosophie. Wenn es also eine Transzendental-Philosophie gibt, so bleibt ihr nur die entgegengesetzte Richtung übrig, vom Subjektiven, als vom Ersten und Absoluten, auszugehen, und das Objektive aus ihm entstehen zu lassen. In die beiden möglichen Richtungen der Philosophie haben sich also Natur- und Transzendental-Philosophie geteilt, und wenn alle Philosophie darauf ausgehen muß, entweder aus der Natur eine Intelligenz, oder aus der Intelligenz eine Natur zu machen, so ist die Transzendental-Philosophie, welche diese letztere Aufgabe hat, die andere notwendige Grundwissenschaft der Philosophie».

[5] Βλ. Hegel, Georg Wilhelm Friedrich, Wissenschaft der Logik, Erster Teil. Die objektive Logik, Zweites Buch. Die Lehre vom Wesen, Erster Abschnitt: Das Wesen als Reflexion in ihm selbst, Drittes Kapitel: Der Grund

Από το assemblage στην κοπερατίβα. Ετερογενές και οργανικό στην Βιομηχανία

Η μανιφακτούρα ως άμεσο εργασιακό προτσές χειρωνακτικής μετάπλασης της ύλης prima facie κατανοείται ως Gestalt. 

Έχει διπλή καταγωγή (Ursprung), διπλή προέλευση: αρχικά εμφανίζεται με δύο τρόπους. Ο πρωτύτερος έχει να κάνει με την εργασία εργατών διαφορετικών επαγγελματικών ειδικοτήτων, που εργάζονται σε ένα εργαστήριο, σε ένα warehouse και των οποίων η εργασία ενοποιείται, δεσμεύεται από τον ίδιο καπιταλιστή. Αυτή η ενοποίηση διαφορετικών από επαγγελματική άποψη εργασιακών δραστηριοτήτων, ώστε να παραχθεί το προϊόν με τέτοιο τρόπο, προκειμένου να προσεγγίζει την τελική ωριμότητά του, την τελείωσή του, προσιδιάζει σε αυτό που αποκαλείται assemblage[1]. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι αναγεννησιακοί και ουμανιστικοί πίνακες και γλυπτά.

Από εδώ βγαίνει ότι αυτό αντιστοιχίζεται σε αυτό, το οποίο λέει ο Γκράμσι συντεχνιακή φάση ανάπτυξης, δηλαδή κατά κύριο λόγο στην  υστερομεσαιωνική και πρώιμη νεωτερική εποχή. Σ’ αυτό πρωταγωνιστική φιγούρα είναι ο αδιαίρετος καπιταλιστής φυσικό πρόσωπο που έχει την ικανότητα ενοποίησης, δέσμευσης της εργασίας σε έναν τελικό σκοπό, διότι έχει το επ’ αυτής άμεσο κουμάντο, τον άμεσο έλεγχο, την άμεση προσταγή.  

Ο δεύτερος τρόπος είναι ακριβώς το αντίθετο: εργάτες να παρέχουν την ίδια εργασία, να επιχειρούν τις ίδιες κινήσεις ή παρόμοιες.

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις από την άποψη του καταμερισμού εργασίας το συνολικό αποτέλεσμα είναι ίδιο: η παραγωγή, η έγερση, η λειτουργία ενός Παραγωγικού Μηχανισμού (μιας αντικειμενικότητας), του οποίου τα όργανα είναι οι ίδιοι οι εργαζόμενοι άνθρωποι. Εντός αυτού, δηλαδή εντός του εργαστηρίου, εντός της μανιφακτούρας ο Παραγωγικός Μηχανισμός ως Αντικειμενικότητα κοιτάει να ρουφήξει, να απορροφήσει την Υποκειμενικότητα του αδιαίρετου καπιταλιστή, ο οποίος έχει το κουμάντο. -Απ' αυτό βγαίνει η υλική δυναμική του σύγχρονου Cathedralισμού.

Όλα αυτά έχουν συνάφεια με την σημερινή κατάσταση, διότι, ας πούμε, στις ευρωπαϊκές πόλεις πλειοψηφικά από ποσοτική άποψη η γνωσιοπληροφοριακή εργασία διεξάγεται σε γραφεία που προσιδιάζουν στα εργαστήρια της μανιφακτούρας, με την διαφορά ότι τόσο εντός των, όσο και γυρωθέν των δεν είναι μόνο ο προσίδιος ως προς αυτά Παραγωγικός Μηχανισμός, αλλά και το συνολικό μητροπολιτικό σύστημα πραγματικής υπαγωγής, που ορθώνεται ως ο μείζων Παραγωγικός Μηχανισμός ως τέτοιος, επομένως πρόκειται για δύο βασικά επίπεδα παροχής εργασίας, εκμετάλλευσης, συσσώρευσης. Προσέτι, από αυτό εξάγεται το συμπέρασμα, ότι πλειοψηφικά από ποσοτική άποψη η γνωσιοπληροφοριακή εργασία έχει καταγωγικό, προελευσιακό χαρακτήρα, και σε κάθε περίπτωση έχει ως προς την εσωτερικότητά της, αλλά και ως προς την φαινομενολογία της την λειτουργία του Gestalt. Αλλά αυτό συνιστά μόνο την πρώτη εμφάνιση. Στους όρους της κίνησής του, αν ιδωθεί ως ένας ανεξάρτητος κινησιακός χώρος, τότε λαμβάνει την μορφή μιας σφαίρας ενεργότητας (Wirkungssphäre).

Εισχωρώντας βαθύτερα στην οργάνωση, στην οργανωτικότητα της μανιφακτούρας, εντοπίζουμε δύο θεμελιακές μορφές, των οποίων η διάστιξη έχει να κάνει με τον τρόπο συνδυασμού της εργασίας, με την εργασιακή συνδυαστική.

Η Αριστοτελική έννοια του οργανικού[2] μπορεί κατ' αναλογική εφαρμογή να αποτελέσει την αφετηρία εννοιολογικής κατανόησης της διάστιξης σε οργανική μανιφακτούρα και σε ετερογενή μανιφακτούρα. Εδώ πρέπει να κατανοηθεί, ότι δεν αναφερόμεθα στον βιολογικιστικό οργανικισμό του νεωτερικού είτε Φραγκικού είτε Γερμανικού, είτε Ρωσικού υλισμού, αλλά η κριτική δίνει τις μάχες της ενάντια σ’ αυτά. Το οργανικό έχει να κάνει με το ότι διαφορετικά συνδυάζονται σε ένα, πάρτε πχ. μια μοτοσυκλέτα, λύστε την και δείτε τα όργανά της, ή πάρτε το μοτέρ της μοτοσυκλέτας λύστε το και δείτε τα όργανά του, ή πάρτε ένα αυτόματο τουφέκι και λύστε το.

Ανάποδα, η ετερογενής μανιφακτούρα έχει να κάνει με το ότι η παραγωγή πολυδιασπάται σε μια μάζα ετερογενών μεταξύ τους προτσές. Αυτό στην σύγχρονη εμπειρία γίνεται κύρια στις περιπτώσεις part time jobs, zero hour contracts, εκ περιτροπής εργασίας, free launchers, digital nomads, gig work, τηλεεργασίας, εργασίας από το σπίτι. Έτσι, σε αυτό έχουμε μια ακολουθία διασυνδεομένων προτσές και χειρισμών, ενώ στην οργανική μανιφακτούρα έχουμε τον μηχανικό συνδυασμό των ανεξάρτητων μερικών προϊόντων. Σε αυτήν ο εργάτης μαθαίνει στην λεπτομέρεια, στην επανάληψη της ίδιας κίνησης, προκειμένου να καταστεί λεπτομερειακή εργασία και έτσι τελεί με τους συνεπιχειρούντες συν-εργάτες του, με τους συναδέλφους του σε οργανική σχέση. Από την ίδια την φύση της εργασίας στην οργανική μανιφακτούρα μειώνεται ο διϋποκειμενικός ανταγωνισμός μεταξύ των εργατών, και έτσι σε αυτό πιο εύκολα η συνέλευση και η ζωή του εργατικού σωματείου, της εργατικής κοινότητας, της εργατικής συλλογικότητας, η κομματική οργάνωση βάσης γίνεται ο χώρος διευθέτησης των όποιων παρεξηγήσεων. 

Επιπρόσθετα, τα υλικά που χειρίζονται οι εργάτες στην οργανική μανιφακτούρα είναι ομοιογενή, διότι όλα μηχανικά συνδυασμένα θα αποτελέσουν την συνολική οργανικότητα του παραγόμενου συνολικού προϊόντος. Η ομοιογένεια των υλικών συντελεί στην εμβάθυνση της οργανικής σχέσης των εργατών, στην εμπέδωση της μεταξύ τους ταξικής ομοιογένειας (βλ. σχετική αναφορά στο Δημήτρης Κουτσούμπας, ΕΣΣΔ: Απέδειξε την ανωτερότητα του σοσιαλισμού έναντι του καπιταλισμού, ΚΟΜΕΠ, Τεύχος 5-6 | Οκτώβρης- Δεκέμβρης 2022), ώστε πιο εύκολα δύνανται να υπερβούν τους χρωματικούς, εθνικούς, θρησκευτικούς, έμφυλους διαχωρισμούς και ταξινομήσεις: εδώ είναι που ανασηκώνεται ο ανώτερου τύπου εργατικός πολιτισμός.

Από την άλλη, η επανάληψη της λεπτομέρειας μπορεί να γίνει κάτι μονοδιάστατο, και να γεννήσει ελλείψεις, δηλαδή να οδηγήσει σε μονομέρεια: ολ' αυτά στα οποία κάνει κριτική το έργο του Μαρκούζε. 

Η μονή μπάντα, η μονοπλευρότητα τελειοποιείται, και έτσι γίνεται από μειονέκτημα πλεονέκτημα, στο μέτρο που ο λεπτομερειακός εργάτης αντιλαμβάνεται και κατανοεί το μονόμπαντο της εργασίας του ως τμήμα του συλλογικού εργάτη, και σε αυτό παράγει και αναπτύσσει νέες κλίσεις, ευφυΐες, δεξιότητες, ικανότητες, εφαρμογές, υλισμούς.



[1] Βλ. Deleuze Gilles, Guattari, Félix (1987). "Treatise on Nomadology—The War Machine". A Thousand Plateaus. Capitalism and Schizophrenia. Translated by Massumi, Brian. University of Minnesota Press. p. 406. «We will call an assemblage every constellation of singularities and traits deducted from the flow—selected, organized, stratified...to converge (consistency) artificially and naturally...constituting “cultures”, or even “ages”».

[2] Βλ. Αριστοτέλης, Περί Ψυχῆς Α΄, 412a, απόσπασμα: «αὕτη δὲ λέγεται διχῶς, ἡ μὲν ὡς ἐπιστήμη, ἡ δ᾿ ὡς τὸ θεωρεῖν. φανερὸν οὖν ὅτι ὡς ἐπιστήμη· ἐν γὰρ τῷ ὑπάρχειν τὴν ψυχὴν καὶ ὕπνος καὶ ἐγρήγορσίς ἐστιν, ἀνάλογον δ᾿ ἡ μὲν ἐγρήγορσις τῷ θεωρεῖν, ὁ δ᾿ ὕπνος τῷ ἔχειν καὶ μὴ ἐνεργεῖν· προτέρα δὲ τῇ γενέσει ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἡ ἐπιστήμη. διὸ ἡ ψυχή ἐστιν ἐντελέχεια ἡ πρώτη σώματος φυσικοῦ δυνάμει ζωὴν ἔχοντος. τοιοῦτον δὲ ὃ ἂν ᾖ ὀργανικόν», 412b, απόσπασμα: «ὄργανα δὲ καὶ τὰ τῶν φυτῶν μέρη, ἀλλὰ παντελῶς ἁπλᾶ, οἷον τὸ φύλλον περικαρπίου σκέπασμα, τὸ δὲ περικάρπιον καρποῦ· αἱ δὲ ῥίζαι τῷ στόματι ἀνάλογον· ἄμφω γὰρ ἕλκει τὴν τροφήν. εἰ δή τι κοινὸν ἐπὶ πάσης ψυχῆς δεῖ λέγειν, εἴη ἂν ἐντελέχεια ἡ πρώτη σώματος φυσικοῦ ὀργανικοῦ».

Θεωρησιακός νους στα ερείπια. Πορείες συνιστωσών (faktoren) και μορφών της αξίας

Ένα σίγουρο σημείο είναι όταν έχεις φτάσει στο σημείο να είσαι face to face με τον διαχωρισμένο εαυτό σου στο λεωφορείο πηγαίνοντας στην και γυρνώντας αμφότεροι απ' την εργασία, και δεν μπορούμε να πούμε ότι κάνουμε in actu αυτοσχιζοανάλυση. 

Το πρώτο πράγμα που περνάει από το μυαλό κάποιου είναι ότι κάτι μας διέφυγε, κάτι εξέφυγε του συλλογικού εργατικού ελέγχου. Αλλά, απλά ίσως είναι ένα προϊόν που παρήχθη από την άρνηση παροχής αλλότριας δουλειάς. 

Σε δεύτερο χρόνο, έρχεται το ερώτημα: πώς φτάσαμε ως εδώ; Και δεν εννοούμε μόνο την εμπειρική-βιωματική διαδρομή, δηλαδή την απάντηση με τις αρετές ενός ιστορικού υλισμού στο διϋποκειμενικό επίπεδο των παραγωγικών σχέσεων, αλλά πώς μπορεί να εξηγηθεί με βάση την κριτική της πολιτικής οικονομίας. Αυτό στην συνολικότητά του συνιστά μια κάπως αχανή κριτική ανάλυση πραγμάτευσης αλυσίδων μικρότερων ή μεγαλύτερων οικονομικών καταστροφών: την εργατική κριτική της μερικά ποσοτικής καταστροφής αξίας μέσα από δυσθεώρητους μηχανισμούς και φασίζουσες πολιτικές μαζικής απαξίωσης, οι οποίες δεν σχετίζονται άμεσα, ούτε απορρέουν από την εξέλιξη και τις καμπές των πολέμων με στρατιωτικά μέσα. 

Η εκ του μέλλοντος χρηστική αξία ως τέτοια σε αντίθεση προς την ανταλλακτική αξία είναι το πρώτο συνολικό προϊόν της σύγχρονης εργατικής κομμούνας. Η κυκλοφορία αυτής της αξίας γίνεται μέσα στην καπιταλιστική εργασία, αλλά σε διάκριση προς την ανταλλακτική αξία η κυκλοφορία της δεν συνεπάγεται στον ίδιο χρόνο την πραγμάτωσή της υπό την τελεολογία του αυτοπολλαπλασιασμού και αυτοεπέκτασης. -Δεν μιλάμε για βιολογικό, αλλά για παραγωγικό προτσές. 

Έτσι, η εν τη κομμούνα παρηγμένη αξία δύναται μέσα από την αυτογνωσία της να πει: πάω στο Κεφάλαιο, ή αυτό μπορεί να προκύψει ως ενδεχομενικότητα, μηδέποτε ως συμβεβηκός. -Η εργατική κομμούνα δεν κάνει ατυχήματα. 

Σε αυτό ενεργοποιείται η ανταγωνιστικότητα των μορφών της ανταλλακτικής αξίας ως τέτοιας, και σε αυτοματικό επίπεδο η ανταγωνιστικότητα των εμπορευματικών μορφών. Είναι αντιπαράθεση μεταξύ μιας κεντρικής δυναμικής ενός δυνητικού τρόπου παραγωγής και των πιο νοήμονων λειτουργιών του κεφαλαιακού τρόπου παραγωγής. Εδώ, λοιπόν, δεν ανταγωνίζονται με quasi Καντικό τρόπο, ήτοι μέσα από την Αισθητική Κρίση (όπως γινόταν στον ΠΠΓ), οι διαφοροποιημένες υπό της προλεταριακής βιομηχανικής εργασίας μορφές και οι δύο συνιστώσες της αξίας, ούτε το διακύβευμα είναι ο βαθμός ευφυίας ή δημιουργικότητας, αλλά η ίδια η παραγωγική ικανότητα και η θεσμική επιδραστικότητα. Η επίδραση στους θεσμούς προκύπτει από το ότι όλες οι μορφές και οι δύο συνιστώσες της αξίας αναπτύσσουν συντακτική κατανόηση των πορειών των. 

Προς το παρόν αυτό είναι το πιο απτό υπαρκτό προτσές ανταγωνισμού μεταξύ κεφαλαιακού τρόπου παραγωγής και δυναμικών από έναν δυνάμει κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής. 




Ο υπερκαταληπτικός χαρακτήρας των ονομαστικών (nominal) αξιών και το meta-verse

Δύναται να παρουσιασθεί ένα σύνολο υποθέσεων εργασίας περί του ότι η εμφάνιση ονομαστική αξία στην εσωτερική της συγκρότηση και διαδρομή, δηλαδή ως τέτοια, παρουσιάζει μετά τον τόκο, τα πιο ισχυρά στοιχεία συνέχειας προς το προκαπιταλιστικό παρελθόν.

Στην Σύνοψη Λογικής του Γουλιέλμου του Όκαμ, η κεντρική αρχή είναι ότι τα ονόματα σημειοδοτούν εντοποθετήσεις/εφαρμογές κατόπιν πράξεως.[1]

Κάθε όνομα στην σημειοδοτική λειτουργία του αποκρίνεται στην Φιχτεϊκή αρχή της ταυτότητας, σε αντίθετη δε περίπτωση δεν θα ήταν τέτοιο.[2] Το Φιχτεϊκό θεμέλιο είναι η ταυτοτική αξίωση της ίδιας της ονομαστικής αξίας ενώπιον των brokers, των dealers και των χρηματαγορών: «κοιτάχτε με, είμαι αξία από μόνη μου, είμαι αξία ως τέτοια». Αυτή η αξίωση γίνεται όλο και πιο πεισματική, ακόμα και αφού αποκτήσει συνείδηση ότι είναι τέτοια (ονομαστική αξία), αφού αποκτήσει συνείδηση ότι εκπροσωπεί ονομαστικά μη-υπαρκτό εισέτι κεφάλαιο.

Αλλά, εξωθείται από το συνολικό προτσές στην ταύτισή της με το μη-υπαρκτό εισέτι κεφάλαιο, το οποίο εκπροσωπεί. Τότε επέρχεται η υποκειμενική πλήρωση των προϋποθέσεων, προκειμένου πάψει να είναι τέτοια και να αναιρεθεί αναβαθμιζόμενη σε πραγματική αξία, μέσω της κύλισής της, μέσω της πραγματικής αξιοποίησής της στην πραγματική παραγωγή.

O μεγάλος αντίπαλος της ονομαστικής αξίας είναι το ποσοστό τόκου, καθ’ όσον, όταν πέφτει, οι χρηματιστηριακά υπολογισμένες και σταθμισμένες τιμές των ονομαστικών αξιών ανεβαίνουν. Έτσι, εμφανίζεται το φαινόμενο οι δικαιούχοι των και οι ωφελούμενοι από τις ονομαστικές αξίες να διαμαρτύρονται σχετικά με το ύψος του ποσοστού τόκου, δηλαδή να διαμαρτύρονται ενάντι της κεντρική τράπεζας, των τραπεζών και του συστήματος χρέωσης. Σε αυτό το επίπεδο η ονομαστική αξία συνθέτει εικονικό πλούτο (reichtum), εκδήλωση, έκφραση της αξίας κατά τα ξεχωριστά μέρη μιας προσδιορισμένης υποδειγματικής ονομαστικής αξίας. Οι εκδηλώσεις αυτές είναι κατά κύριο λόγο οι παρουσιάσεις της στις χρηματαγορές και στις θεσμικές λειτουργίες της κρατόσφαιρας. Αυτό είναι προϋπόθεση της επέκτασής της στην διαδρομή ανάπτυξης της καπιταλιστικής παραγωγής, προϋπόθεση της κύλισής της στην πραγματική παραγωγή.

Η δυναμική διαμαρτυρίας έναντι του ποσοστού τόκου και της οργανωτικότητάς του λαμβάνει όλο και πιο πολύ τα χαρακτηριστικά agency (από τις εποχές των Φλωρεντινών Δομηνικανών του 14ου αιώνα και του Λούθηρου), ώστε ανά περιστάσεις δύναται να συνθέτει κοινωνικοπολιτική δυναμική έναντι της οργάνωσης του τόκου, που φενακισμένα αντιλαμβάνεται ως κράτος. Είναι δηλαδή μια ιδιότυπη "αναρχική" δυναμική, η οποία αντανακλά πολλαπλά διαμεσολαβημένα και γι’ αυτό πολύ αφηρημένα τις εκάστοτε αναρχικές συνθήκες πραγματοποίησης του προτσές παραγωγής, και απ’ αυτό διαμαρτύρεται και έναντι κάθε δύναμης, σχέσης και λειτουργίας κεντρικού σχεδιασμού.

Έχει από πολλές απόψεις ενδιαφέρον ο εντοπισμός των μορφών του επί των ονομαστικών αξιών προκύπτοντος εικονικού πλούτου, ο οποίος δεν αργεί να γίνει εικονικός κόσμος, εικονική πραγματικότητα, meta-verse κατά την ψηφιοποίησή του.

Σε αυτό ιστορικές μεταμορφώσεις και μεταβάσεις μπορούν να ιδωθούν: μειοψηφική θρησκευτικότητα – ιδεολογία – υπερκατάληψη, ανάλογα με τον βαθμό ανάπτυξης και ωρίμανσης της ίδιας της ονομαστικής αξίας, που εξαρτάται από το πόσο έχει φτάσει στην υποκειμενική πλήρωση των προϋποθέσεών κύλισής της στην πραγματική παραγωγή. Ώστε, εντός του εικονικού κόσμου της ανάλογα με τα παραπάνω εντοπίζονται θρησκευτικές, ιδεολογικές, υπερκαταληπτικές μορφές. Κάποιος μπορεί να πει ότι ουσιωδώς είναι ένας hollow world, αλλά ακόμα κι οι μορφές παράγονται.

Οι παραγωγικές σχέσεις παράγουν ιστορικές μορφές (θρησκευτικές, ιδεολογικές, υπερκαταληπτικές), και οι πιο προηγμένες, σοσιαλιστικές και κομμουνιστικές σχέσεις παράγουν φιλοσοφικές, επιστημονικές, πολιτικές από επαναστατική άποψη μορφές.

Επομένως, η ονομαστική αξία οφείλει να έχει εγγύτητα και οικειότητα προς τις ίδιες τις παραγωγικές σχέσεις, ώστε απ’ αυτές να λαμβάνει τις μορφές του εικονικού πλούτου της, τις μορφές της ίδιας της επί το πλείστον χρηματιστηριακής ανάπτυξής της. Όσο πιο συμπυκνωτικές ιστορίας είναι αυτές οι μορφές, όσο μεγαλύτερη και περισσότερη ιστορικότητα έχουν, τόσο πληρούνται υποκειμενικά οι προϋποθέσεις της κύλισής της στην πραγματική παραγωγή. Αυτό είναι μια κατάσταση ισορροπίας μεταξύ ονομαστικής αξίας και ποσοστού τόκου, στην οποία οι ορθόδοξοι της κλασικής πολιτικής οικονομίας μπορούν να ψάξουν να βρουν τις πολυπόθητες φυσικές τιμές.

Τίθεται λοιπόν κι ένα ακόμα κριτήριο ως προς τις παραγωγικές σχέσεις: αν, τι ποιότητα και σε ποιο εύρος παράγουν ιστορικές μορφές.

Ο υπερκαταληπτικός[3] χαρακτήρας του εικονικού κόσμου της ονομαστικής αξίας από φιλοσοφική άποψη συντίθεται από τον καπιταλιστικό ρεαλισμό, από την Σοπενχαουρικού τύπου βουλησιαρχία, και από την ποικιλότητα του υπερβατικού ιδεαλισμού. Από αυτό και πέρα είναι ζήτημα ανταγωνισμού φιλοσοφικών σχολών, με ό,τι διαμεσολαβούν και κυκλοφορούν, και ζήτημα αισθητικής θεωρίας και φιλοσοφίας της ομορφιάς.

 

 

 



[1] Βλ. Guillelmi de Ockham Summa totius Logicae: Pars I, CAP. 11. DE DIVISIONE NOMINUM SIGNIFICANTIUM AD PLACITUM, PUTA IN NOMINA PRIMAE IMPOSITIONIS ET IN NOMINA SECUNDAE IMPOSITIONIS, απόσπασμα: «nominum ad placitum significantium quaedam sunt nomina primae impositionis et quaedam sunt nomina secundae impositionis. Nomina secundae impositionis sunt nomina imposita ad significandum signa ad placitum instituta et illa quae consequuntur talia signa, sed nonnisi dum sunt signa»

[2] Βλ. Hegel, Georg Wilhelm Friedrich, Differenz des Fichteschen und Schellingschen Systems der Philosophie, Darstellung des Fichteschen Systems, απόσπασμα: «Die Grundlage des Fichteschen Systems ist intellektuelle Anschauung, reines Denken seiner selbst, reines Selbstbewußtsein Ich = Ich, Ich bin; das Absolute ist Subjekt-Objekt, und Ich ist diese Identität des Subjekts und Objekts» και επ.

[3] Ενδεικτικά βλ. Hypersonic Hyperstitions, Sum #11, https://mattiswiedmann.co.uk/notes-on-left-hyperstition/, http://hyperstition.org/

Για τις νέες εφόδους στον ουρανό. Θρησκευτικό κράτος, η Βανδέα ως Οικούμενο, πολιτικός πόλεμος




Όπως πρώτος διέγνωσε ο Άνταμ Σμιθ, το κεφάλαιο είναι τέτοιο, διότι επιβάλλεται με επαναστατικό (και γι’ αυτό αιματηρό) τρόπο επί των παρωχημένων τρόπων παραγωγής. Αυτό είναι και η βασική φαινομενικότητα του προτσές της υποδειγματικής συσσώρευσής του.

Ανήκει στην νομοτέλεια του προτσές της υποδειγματικής συσσώρευσης κεφαλαίου η δημιουργία μιας δοσμένου βαθμού ανάπτυξης αστικής κοινωνίας, που επίσης νομοτελειακά αναγορεύεται σε πολιτικό κράτος. Οι βασικοί αντίπαλοι του κεφαλαίου σε κάθε τέτοιο προτσές είναι το θρησκευτικό κράτος, ο ασιατικός τρόπος παραγωγής και το προσίδιο σε αυτόν δεσποτικό κράτος, και η φυλετική οργάνωση των κοινοτήτων. Αυτή η θέση συνιστά το πανοπτικό των πολέμων στην ευρύτερη Μέση Ανατολή (Ιράκ, Αφγανιστάν, Συρία, Λίβανος, Παλαιστίνη) και Αφρική τα τελευταία 40 χρόνια, ήτοι την πραγματική οπτική του ΠΠΔ΄.

Ταυτόχρονα, αυτή η οπτική είναι που μπορεί να παράσχει μια εργατική γραμμή κριτικής ανάλυσης για ό,τι συμβαίνει και για ό,τι έχει συμβεί. Αντίθετα, η αφηρημένη αστική οπτική, φερόμενη μέσα από τις κάθε λογής και κάθε είδους αντιϊμπεριαλιστικές ιδεολογίες προτάσσει τα παθογενή διπολικά ή ακόμα χειρότερα πολυπολικά σχήματα ερμηνείας, αποδίδουσα πλέον με παρανοϊκό τρόπο, ενώ παλιότερα με σχιζοφρενικό, την κεντρικότητα στο «έθνος» ή στην «χώρα». Αυτό είναι ο κύριος παράγοντας θεαματικής/ιδεαλιστικής αντιστροφής του κόσμου.

Από την άλλη, η Καντιανά καθαρή καπιταλιστική οπτική, κύρια όπως εκφέρεται από το κατεστημένο των ΗΠΑ, συχνά υποτιμά την δυναμική εσωτερικοποίησης αυτού του προτσές στις πλέον αναπτυγμένες χώρες, κάτι που έχει λάβει όλο και πιο υλικές δυναμικές με τα ρεύματα μετανάστευσης και μετακίνησης πληθυσμών.

Είναι ενδιαφέρον, ότι μέσα από την ίδια την εξέλιξη του ΠΠΔ΄ δεν φαίνεται τόσο η «χρηματιστική» λειτουργία του κεφαλαίου, το κατά Χίλφρεντινγκ «χρηματιστικό κεφάλαιο», δηλαδή οι συναρθρώσεις μεταξύ χρηματοκεφαλαίου, χρηματοθετικού και τοκοφόρου κεφαλαίου, καθ’ όσον αυτές είναι επί το πλείστον κωδικωμένες και σημειωτικοποιημένες στις κεφαλαιακές Μητροπόλεις, αλλά κατά βάση η ενότητα του κεφαλαίου ως σύνολο τεχνοβιομηχανικών παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων. Απ’ αυτό, όπως έχει δείξει ο Γκράμσι, εξάγεται και η δυνητικότητα τόσο του πολέμου θέσεων, όσο και της παθητικής επανάστασης. Είναι κάτι που ενασκεί, όποτε το θέλει, το ΚΚ Κίνας, από την εποχή του Deng Xiaoping.

Παρόλο που υπάρχει ένα κάπως ακλόνητο consensus στις κορυφές των διαφόρων «πόλων» περί της γενικής ανάγκης ανάπτυξης των τεχνοβιομηχανικών παραγωγικών δυνάμεων, ωστόσο έχει αναδειχθεί σε διευρυμένη κλίμακα η όξυνση του ανταγωνισμού και η διαπάλη για την ποιότητα των τεχνοβιομηχανικών σχέσεων, ειδικά όσον αφορά τον τρόπο εμφάνισης, εξωτερίκευσης και κοινωνικοποίησής των.

Αυτό αναδεικνύει την ίδια την καπιταλιστική στρωματοποίηση, με τον τρόπο που την αντιλήφθηκαν και την κατανόησαν ο Ντελέζ και ο Γκουαταρί. Η στριφνότητα και η ιδιαιτερότητα αυτής της στρωματοποίησης συνίσταται στο ότι σε κάθε εκ του καταμερισμού εργασίας και των σχέσεων διανομής διαφοροποιημένο μπουρζουάδικο στρώμα αντιστοιχούν και διαφοροποιημένες μορφές κοινωνικής συνείδησης, κάτι που σε τελική ανάλυση συνδέεται με τον χαμηλότερο ή υψηλότερο βαθμό οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου, ως επίσης με τον ανταγωνισμό μεταξύ των διαφορετικών μερίδων και τμημάτων κεφαλαίου.

Ωστόσο, έχει παρατηρηθεί ιστορικά η τάση ανεξαρτητοποίησης και αυτομόλησης μπουρζουάδικων στρωμάτων από την πολιτική οργάνωση και την επιτελικότητα του κεφαλαίου:

Η ανάδυση του θρησκευτικού κράτους στα τέλη δεκαετίας του ’70 με την αλλαγή του Ιρανικού καθεστώτος και με την αντισοβιετική αντίδραση των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν, και ο επανασχηματισμός του Ισλάμ σε παγκόσμιο επίπεδο, ήτο ο ιστορικός παράγοντας που ανέκοψε το σοβιετικό επαναστατικό προτσές και στον ίδιο χρόνο άρχισε να βάζει εμπόδια στο υποδειγματικό προτσές του κεφαλαίου. Κι αν οι ευρωπαϊκές χώρες έχουν μια εμπειρία αιώνων στην οικοδόμηση σχέσεων και σε έναν ανταγωνισμό ηγεμονίας μ’ αυτές τις δυνάμεις, τα τελευταία χρόνια η Κίνα με την περίπτωση των Ουιγούρων γεύεται κάτι παρόμοιο, ως επίσης η στο όνομα του διπολισμού συνεργασία με το θρησκευτικό κράτος και το Ισλάμ εσωτερικεύεται στην Ρωσική και μετα-σοβιετική πολιτική πραγματικότητα και την απομακρύνει τόσο από τις σοβιετικές, όσο και από τις παραδοσιακές βάσεις της, όπως γινόταν στο εσωτερικό των ΗΠΑ στην δεκαετία του ’80.

Τα εξηγητικά σχήματα του πολέμου των πολιτισμών, ή ακόμα κι οι ουμανιστικές/εμφυλ(ι)ες αναλύσεις συνεχίζουν να εφαρμόζονται, αλλά το εργατικό κίνημα έχει κάθε συμφέρον να ξεκαθαρίσει τις δικές του θέσεις μάχης ενάντια στο διακρατικό πολεμικό σφαγείο: υλιστική κριτική της θρησκείας, απομάγευση-απομυστικοποίηση των κοινωνικών σχέσεων, κανονιστική και κατασταλτική κατάργηση κάθε μορφής σύγχρονης δουλείας, ανάδειξη του καθορισμού της πραγματικότητας από την ταξική ένταξη και την εργασία, πολιτικό κίνημα ικανό να συγκλονίζει τις σταθερές της αστικής κοινωνίας διαχωρισμένο τόσο από το θρησκευτικό, όσο και από τις αυταπάτες της μπουρζουάδικης κουλτούρας, συνεργασία με τις κοινωνικές δυνάμεις που οργανώνονται και παλεύουν γύρω από το πολιτικοδημοκρατικό ζήτημα, διαρκής πάλη για πολιτιστική επανάσταση.

Ωστόσο, είναι κοινή παραδοχή, ότι με το θρησκευτικό κράτος δεν ξεμπερδεύεις εύκολα, όχι μόνο επειδή είναι ανέλεγκτη πραγμάτωση των πιο αντιδραστικών μορφών φενακισμένης συνείδησης, αλλά διότι πρέπει να εντοπίσεις τι φέρει εντός του εγκιβωτισμένο ως αναπαραγωγική δυναμική.

Από την σκοπιά του Judenfrage το σύγχρονο θρησκευτικό κράτος δίνει απάντηση σ' αυτό δια της ταύτισης υποκειμένου με τον αλλοτριωμένο εαυτό, δια της ταύτισης πραγματικής και εικονικής κυριαρχίας. Αυτό έχει ισχύ από το επίπεδο του ατόμου-υπηκόου έως το επίπεδο του έθνους, ως το επίπεδο της χώρας, διότι το άτομο-υπήκοος παρίσταται ως σωματοποιημένος εκπρόσωπος του έθνους και της χώρας, ενώ στην κλασική αστική κοινωνία το άτομο-πολίτης παρίσταται ως σωματοποιημένος εκπρόσωπος υλικοκοινωνικών συμφερόντων. Έτσι, το νεωτερικό αίτημα για τυπική ισότητα αντικαθίσταται με την ισότητα υπακοής στους θρησκευτικούς νόμους, και το Judenfrage προβάλλει επιλυμένο ειρηνικά.

Η κοινωνική ordo, η οποία λειτουργεί ως αναπαραγωγική δυναμική του θρησκευτικού κράτους, είναι –να το πω συμβολικά- η Βανδέα ως Οικούμενον, ως οργανικότητα μοριακών και διατομικών σχέσεων και συμφερόντων, αγκιστρωμένων στην αδιαίρετη ιδιοκτησία και στην μονοποικιλιακή οικογένεια εν είδει καρικατούρας Αγίας Τριάδας. Αυτό λαμβάνει με σχεδόν αυτοματικό τρόπο πολιτικά χαρακτηριστικά: μονοσήμαντη και μονοδιάστατη πατριαρχία ή έμφυλα αντεστραμμένη πατριαρχία, παραδοσιοκρατικός εθνικισμός, προ-νεωτερικός κοινοτισμός, αταβιστικός τοπικισμός, αντικομμουνισμός, αντιδιεθνισμός. Για να το κάνω πιο απτό, είναι κάτι σαν κι αυτό, το οποίο έζησε η καθυστερημένη Ελλάδα στις δεκαετίες 1950-1970. Η δε υποδειγματική χώρα γι’ αυτό το πράγμα είναι το Αφγανιστάν, κάτι γνωστό, από τότε που ο Ένγκελς έγραψε αναφορά γι’ αυτό. Εν τούτοις, και ο μακρόχρονος Συριακός Πόλεμος αναπαράγεται γύρω από τέτοιες περιστρεφόμενες και επαναλαμβανόμενες δυναμικές: Βανδεϊκού τύπου συμφέροντα και οργανικότητες, στρατιωτικοποιημένος μεσσιανισμός ως θρησκευτικό κράτος, νεωτερική κοσμικότητα, συντακτική δικτατορία, interregnum, κοινοτισμός, ομοσπονδιοποίηση, εθνικός αντιϊμπεριαλισμός και φτου κι απ' την αρχή.

Αυτά είναι προκλήσεις για το παγκόσμιο προλεταριάτο και για το επαναστατικό εργατικό κίνημα, στις οποίες έχει κάθε συμφέρον να απαντήσει στρατηγικά. Στην συνολικότητά του και στην strictο sensu οπτική της εργατικής κριτικής της πολιτικής οικονομίας, η Ρόζα Λούξεμπουργκ μέσα από την κριτική στον μιλιταρισμό ως τρόπο συσσώρευσης παρέχει οξύνοια και θέσεις για την εξαπόλυση εργατικής κριτικής σε όλο αυτό το εκτεταμένο γεωγραφικά σύστημα μιλιταρισμού της ευρύτερης περιοχής της Μέσης Ανατολής, το οποίο είναι μόνο η μερική έκφραση της γενικότητας του μιλιταρισμού των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών, η εδαφικοποιημένη μερικότητά των, χωρίς να χρειάζεται καμία αναπομπή στην θεωρία κέντρου-περιφέρειας.

Ο αναπτυσσόμενος πολιτικός πόλεμος στην Ιρανική επικράτεια και η τρέχουσα κλιμάκωσή του ανέδειξε την ύπαρξη μιας σχέσης μεταξύ της πάλης ενάντια στις μορφές και παραλλαγές του θρησκευτικού κράτους και της εσωτερικής διαλεκτικής του πολιτικού πολέμου να λαμβάνει ταξικά χαρακτηριστικά.

Αυτό είναι πιο ευκρινές στην πάλη που αναπτύχθηκε στο εσωτερικό των ΗΠΑ για την ανατροπή του τραμπισμού, ο οποίος εξέφραζε στοιχεία θρησκευτικού κράτους μέσα από τον ευαγγελικό μεσσιανισμό, τον Βιβλικό σιωνισμό, και την οργάνωση των Βανδεϊκού τύπου κοινωνικών στρωμάτων σε παραστρατιωτικές και παραβιαστικές καταστάσεις, κάτι που κατέληξε στο αποτυχημένο coup. Κάτι παρόμοιο κάθε τόσο αναδεικνύεται με την Παλαιστινιακή αντίσταση. Βέβαια, το Δημοκρατικό Κόμμα, ακριβώς, επειδή είδε τα ταξικά χαρακτηριστικά στον αμερικανικό πολιτικό πόλεμο, γι’ αυτό και έσπευσε να πολιτισμικοποιήσει ένα εύρος της προοδευτικής δυναμικής, διαμορφώνοντας την λεγόμενη woke culture.

Το όφελος και η τιτάνια συνεισφορά στην υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης είναι ότι η εργατική τάξη των ΗΠΑ (η δεύτερη πολυάριθμη παγκοσμίως, αλλά με τον μεγαλύτερο βαθμό εξειδίκευσης) μετράει πιο πολλά ανεξάρτητα σωματεία σε χώρους που πριν έμοιαζαν άβατα των αφεντικών, ανά κρίσιμες περιπτώσεις μεγαλύτερο μισθό ως κομβικό σημείο υλικής έκφρασης της εργατικής ισχύος, μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, μεγαλύτερη ικανότητα ταξικού διαχωρισμού, αλλά και διείσδυσης στην Δημοκρατική ιντελιγκέντσια, μεγαλύτερη πρόσφατη εμπειρία ανοιχτής κεντρικοπολιτικής αναμέτρησης, καλύτερα οχυρωμένες θέσεις για την πάλη, τους αγώνες και τις αντεπιθέσεις της.

Δεν χρειαζόμαστε το καπέλο του μικροαστικού Πλήθους και της ξινισμένης Δημοκρατίας, προκειμένου να χτίσουμε όλο και πιο πολλές εργατικές συλλογικότητες, να αναπτύξουμε σχέσεις πλέριας εργατικής αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας, να διαμορφώσουμε τις νέες κομμούνες προλεταριακής αυτοαξιοποίησης και ανατίμησης της εργασίας μας, να επεκτείνουμε τα κοινά μας, να εξελίξουμε τις διαισθήσεις και τις καλές τέχνες μας.

Η πάλη για την πλήρη μεταμόρφωση της κλασικής (ταξικής) πολιτικής οικονομίας σε εργατισμό, και η πολιτική σημασία της

Τα θεμέλια του εργατισμού, οι ίδιες οι βασικές παραδοχές του, εξάγονται ευθέως και άμεσα από την κλασική (ταξική) πολιτική οικονομία.   Η θέ...